Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

υπήρξε… ροκ ποιητής ο ΤΑΣΟΣ ΔΕΝΕΓΡΗΣ;

Έχω εκφράσει και παλαιότερα την άποψη πως η έννοια «ροκ ποιητής», για κάποιον ο οποίος δεν τραγουδά υπό τους ήχους τού rock τα ποιήματά του, είναι παντελώς ανόητη (υπό την έννοια ότι στερείται νοήματος). Παρά ταύτα διάφοροι μελετητές βαυκαλίζονται να βαφτίζουν «ροκ» συγκεκριμένους ποιητές –και μάλιστα Έλληνες– οι οποίοι δεν είχαν την παραμικρή ουσιαστική σχέση με το rock. Το να αποκαλέσει κάποιος τον Γιάννη Αγγελάκα «ροκ ποιητή» (που τραγουδάει ο ίδιος τα τραγούδια του, έχοντας τυπώσει και ποιητικές συλλογές) να το δεχθώ, αλλά το να αποκαλείται «ροκ ποιητής» ή και «μπητ» ο Τάσος Δενέγρης (1934-2009) μού φαίνεται έξω από κάθε λογική. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, επειδή δεν θέλω να γράφω μισόλογα.
Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης είναι εκείνος που επανειλημμένως έχει διατυπώσει μια τέτοια άποψη – ότι ο Δενέγρης δηλαδή υπήρξε «ροκ ποιητής» και μάλιστα… ακραιφνής. Σταχυολογώ τρία γραφόμενά του: α. «στην ποίηση, ακραιφνώς ροκ ποιητής μπορεί να θεωρηθεί ο Τάσος Δενέγρης» (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας #207, 7/6/2002), β. «με εντυπωσίαζε με τη βαθιά τρυφερή φωνή του, με τη ροκ διάθεσή του…» (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 13/3/2009, πηγή internet) και γ. «Μας έφυγε τις προάλλες, στις 9 Φεβρουαρίου, κι ο Τάσος ο Δενέγρης, ποιητής λιτά δυναμικός, ροκ θα έλεγες…» [διάλεξη(;) στην πλατεία Παπαδιαμάντη 16/2/2009, πηγή internet]. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται μπερδεύουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. «Ακραιφνής»… όπερ σημαίνει πως επ’ αυτού δεν μπορεί να υπάρξει ουδεμία συζήτηση/αντίρρηση. «Ροκ διάθεση»… κάτι εντελώς ακατανόητο. (Ο χρεοφειλέτης που έκαψε το σπίτι του και πέταξε το αυτοκίνητό του από το γκρεμό είχε… ροκ διάθεση ή όχι; O… Βαλέσα της Ηλείας, που έβγαζε τους λόγους του μέσα από την κουτάλα της μπουλντόζας, ήταν… ροκ πολιτικός ή όχι;). Κι εκείνο το «λιτά δυναμικός, ροκ θα έλεγες»… τι σημαίνει; Πως οι Βρετανοί Greatest Show on Earth π.χ., ένα υπερδυναμικό 8μελές, και άρα καθόλου λιτό, συγκρότημα που ξέσκιζε ήταν εν τέλει rock ή όχι; Δεν επιτίθεμαι, ούτε ειρωνεύομαι. Δεν είναι αυτός ο στόχος μου. Απλώς, θέτω ορισμένα ερωτήματα, προσθέτοντας πως οι λέξεις και περαιτέρω οι έννοιες είναι πολύ «στενές» και κάθε απόπειρα να τις ξεχειλώσουμε δημιουργεί πρόβλημα. Δεν γίνεται να συνεννοηθούμε.
Το «λάθος» του Τάσου Δενέγρη (φωτογραφία) ήταν ότι πρωτοέγραψε πεζά και ποιήματα στο περιοδικό Πάλι. Κατά πρώτον στο τεύχος 1 (Χειμώνας 1963-64), αλλά και στα 2-3 (Άνοιξη 1964) και 6 (Δεκέμβριος 1966). Και γράφω για «λάθος» επειδή ορισμένοι έχουν την εντύπωση πως το Πάλι ήταν κάποιο… ροκ ή και μπητ περιοδικό, και πως, περαιτέρω, το έκλεισε η χούντα τον Απρίλιο του ’67 επειδή αντιμαχόταν (υποτίθεται) το καθεστώς. Όποιος έχει διαβάσει έστω και ένα τεύχος του Πάλι αντιλαμβάνεται ότι ήταν ένα σοβαρό, λογοτεχνικό περιοδικό, με κάποια υπερρεαλιστική κατεύθυνση (αν υποτεθεί πως υπήρχε μία εμφανής κατεύθυνση – καθότι στο προοίμιό του αναφερόταν πως δεν αποτελούσε «όργανο ενός πνευματικού ή καλλιτεχνικού κινήματος»), στο οποίο δημοσίευαν οι Εμπειρίκος, Κάλας, Βαλαωρίτης, Αραβαντινού, Ταχτσής, Πουλικάκος, Κουτρουμπούσης, Σχινάς κ.ά., ενώ παρουσιάζονταν και «συνεργασίες» των Allen Ginsberg, Lautreamont, Virginia Woolf, Octaviο Paz, Philip Lamantia, Dylan Thomas κ.ά. Ένα τετράδιο αναζητήσεων… λοιπόν εντός του οποίου συνυπήρχαν εντελώς διαφορετικές πένες (ελληνικές ή ξένες). Το Πάλι δεν στέγασε κάποιο σαφές λογοτεχνικό κίνημα, ούτε, φυσικά, όσα γράφονταν εκεί ήταν απειλητικά για τη δικτατορία (που θα ερχόταν εξάλλου τέσσερις μήνες αργότερα). Η χούντα μπορεί να έκλεισε (και είχε κάθε λόγο να το πράξει) το περιοδικό Σπουδαστικός Κόσμος, που κυκλοφορούσε το 1966 με εξώφυλλο το κείμενο… «δημοκρατία, αναγέννηση στην παιδεία δεν μπορεί να επέλθει με εξαρτημένη τη χώρα μας από τα ξένα μονοπώλια, με στέρηση των πολιτικών ελευθεριών που είναι συνέπεια της υποταγής της στο ΝΑΤΟ» υπογεγραμμένο από το Γ Εθνικό Συμβούλιο της ΕΦΕΕ, και επίσης τον Γενάρη του 1967 με προμετωπίδα «Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός θα συντριβεί/ Ο λαός του Βιετνάμ θα νικήσει», αλλά δεν είχε κανέναν προφανή λόγο να κλείσει το Πάλι (που τερμάτισε εξάλλου το βίο του τον Δεκέμβριο του ’66).
Σ’ εκείνο λοιπόν το έκτο και τελευταίο τεύχος τού περιοδικού υπήρχε ένα ποίημα του 32χρονου τότε Τάσου Δενέγρη που είχε τίτλο Satisfaction (γραμμένο τον Ιανουάριο του ’66). Δεν ξέρω αν ο τίτλος του ήταν επηρεασμένος από το “(I can’t get no) Satisfaction” των Rolling Stones, που είχε κυκλοφορήσει τον Ιούνιο του ’65, όμως το ποίημα δεν παρουσίαζε καμμία εμφανή… ροκ διάθεση (όπως και αν την αντιλαμβάνεται ο καθείς). Ακόμη και τον Μάρτιο του 1971, όταν ξαναδημοσίευσε ο Δενέγρης στη συλλογή Έξη Ποιητές [Ανεξάρτητη Έκδοση], στο ποίημά του 6 διαβάζουμε το εξής: «Πρέπει ν’ αρχίσω ν’ αγαπώ το 6/ Μέχρι τώρα το αντιπάθησα/ Όπως αντιπάθησα/ τη Μαδρίτη και την Ύδρα(…)». Τώρα, ποια ακριβώς σχέση μπορεί να είχε κάποιος με τους «μπητ» όταν αντιπαθούσε –έστω και σ’ ένα ποίημα– την Ύδρα(!), που ήταν ως γνωστόν το μεσογειακό ορμητήριο των beats, είναι ένα θέμα που θα μπορούσε να τεθεί προς συζήτηση…
Ο Δενέγρης ήταν γλωσσομαθής και διάβαζε ποίηση από το πρωτότυπο. Φυσικά είχε διαβάσει beat ποίηση, η οποία πέρασε από μέσα του, αλλά βάσει εκείνων που ο ίδιος έχει πει οι ποιητές που τον επηρέασαν σφόδρα ήταν ο Εγγονόπουλος και ο Καρούζος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και δεν πρέπει να μας διαφεύγει – γιατί, ειδικώς σήμερα, γίνεται της τρελής. Ακούς παλαβά πράγματα. Δεν μας έφθαναν οι «ξενομανείς» του ’70 και του ’80, έσκασε εν τω μεταξύ κι η «παγκοσμιοποίηση» με αποτέλεσμα οι νεότεροι, που πήραν τη σκυτάλη από τους λάκηδες, να χάσουν εντελώς τον μπούσουλα. Αγαπητοί, βγάλτε τις… μπαντανίες, αφήστε στην άκρη το… σκύψιμο και την υποδοχή και μάθετε, πρώτα, να σκέφτεστε, να διαβάζετε, να εκφράζεστε, να συγκινείστε και να ενεργείτε με άξονα τη γλώσσα σας, γιατί αλλιώς γίνεστε… προτεκτοράτο. Μπορεί, το ξαναλέω, ο Δενέγρης να διάβαζε αγγλόφωνη, ισπανόφωνη ή ιταλική ποίηση στο πρωτότυπο, αλλά εκείνοι που τον επηρέασαν βαθειά ήταν οι έλληνες ποιητές. Δεν γίνεται να σκέπτεσαι, να γράφεις και να μιλάς ελληνικά και να λες ότι σ’ επηρέασε το… dubstep (επειδή άκουσες δυο δίσκους). Η «επιρροή» είναι κάτι πολύ βαθύτερο και υπόκεισαι σ’ αυτήν δίχως, συχνά, να το αντιλαμβάνεσαι. Τίθεται σε λειτουργία ο κώδικας. Είχε πει κάτι ωραίο ο Τάσος Φαληρέας επ’ αυτού, το οποίο μέσα στην ας-την-πω υπερβολή του κρύβει μιαν αλήθεια. Κατά βάση ο Φαληρέας μιλάει για το τέλος του rock, που ήταν μια πραγματικότητα μετά τα πρώτα χρόνια του ’70, καθώς εκείνο (το rock) μετακινείτο σταδιακώς από την... μπάντα των μεσαίων προς εκείνη των FM: «Αρχές ’70 ήταν της μόδας οι Chicago Transit Authority, το πρώτο και το δεύτερο διπλό άλμπουμ με τα φοβερά μανιφέστα του James Guercio. Μου τηλεφώνησε ο φίλος μου ο Θόδωρος Σαραντής και μου λέει είναι οι Chicago στην Αθήνα, θα τους κάνουμε περιήγηση μ’ ένα λεωφορείο. Πάω πράγματι εκεί και αντιμετωπίζω κάτι τεράστιους Αμερικάνους, ακριβώς όμοιους με τους τουρίστες που λυμαίνονται κάθε χρόνο τις ακτές μας. Ο Παττακός με μακριά μαλλιά. Προφανώς οι άνθρωποι είχαν σπουδάσει σε κάποια μουσική σχολή, τους έκαναν εντύπωση οι τσολιάδες και η μυζήθρα, όσο για επανάσταση –που μας έκαιγε– η μόνη επανάσταση που ξέραμε ήταν αυτή του ‘Σκοπευτηρίου’. Το επεισόδιο αυτό(…) μας δημιούργησε τη βεβαιότητα ότι εκτός από ορισμένα και δοκιμασμένα δικά μας πράγματα, όλα τα υπόλοιπα (με εξαίρεση δέκα ονόματα) ήταν ένα βιομηχανικό σκουπίδι της Δύσης. Οι πολυεθνικές είχαν επιβάλλει ξανά το ύφος, το στυλ και το ρυθμό τους, όποιος δε γούσταρε διεγράφετο, έτσι κι εμείς σταματήσαμε ν’ ακούμε rock και αρχίσαμε να χασκογελάμε με τα περισσότερα από τα ξένα συγκροτήματα» (Ήχος & Hi-Fi #287, 2/1997). Δεν λέω πως πρέπει να τους στείλουμε όλους στο διάολο ακούγοντας μόνο Σωτηρία Μπέλλου και Δόμνα Σαμίου (εξάλλου το πρώτο άλμπουμ των Chicago μού αρέσει περισσότερο από κάθε άλμπουμ της Πίτσας Παπαδοπούλου, την οποίαν μπορεί να γούσταρε ο Φαληρέας), αλλά εν πάση περιπτώσει να ζυγίζουμε τα πράγματα και να ’χουμε το νου μας, γιατί σε λίγο μάς βλέπω εντελώς… γερμανάκια στο Σύνταγμα, να μας καρπαζώνει ο… Φον Τζίφρεν. Schnell, schnell…”...
Σε μια συνέντευξή του στον Δημοτικό Σταθμό της Ερμούπολης και στον Μάρκο Φρέρη τον Σεπτέμβριο του ’96 ο Δενέγρης ξεκαθαρίζει εντελώς τα περί «μπητ»: «Αυτό ισχύει (σ.σ. ότι υπήρχε κάποια beat επίδραση), αλλά για μία συγκεκριμένη περίοδο η οποία μπορεί να βάστηξε μέχρι το 1970-71-72. Υπήρχαν πολλά εξωτερικά στοιχεία, υπήρχε μέσα ο βομβαρδισμός της αμερικανικής κουλτούρας – έβγαινε μέσα από τα ποιήματά μου εκείνης της εποχής. Αλλά εγώ νομίζω ότι αυτό το κίνημα περιορίζεται μόνο στην Αμερική τα συγκεκριμένα εκείνα χρόνια. Τώρα βέβαια γίνονται γιορτές, ο Γκίνσμπεργκ έχει γίνει καθηγητής, ο Μπάροουζ έχει κόψει τα ναρκωτικά και είναι ένας ήσυχος κύριος κλπ., αλλά νομίζω πως το κίνημα μπητ πρέπει να περιοριστεί μόνο στην Αμερική. Βέβαια… εμείς… εγώ… ήμουν τότε ο απόηχος, όπως και μερικοί άλλοι νεότεροί μου… Αλλά και πάλι δεν μπορούμε να λέμε στην Ελλάδα για… μπητ. Οι μπήτνικς ήταν ούτε καν παναμερικανικό φαινόμενο. Ήταν ένα κίνημα που ξεκίνησε στις ερήμους της Καλιφόρνια με εκπροσώπους τον Κέρουακ, τον Φερλινγκέτι, τον Γκίνσμπεργκ, τον Κόρσο κ.ά. Βεβαίως υπήρξε αυτός ο απόηχος στην δεύτερη ειδικά συλλογή μου (σ.σ. Το Αίμα του Λύκου, 1978), όπου και στην θεματολογία εμφανίζονταν πρόσωπα και πράγματα της αμερικανικής ποπ ζωής εκείνης της εποχής. Αλλά, πέραν τούτου, δεν νομίζω ούτε αυτό να με αφορά» (τη συνέντευξη διέσωσε o Τέος Ρόμβος στο blog του www.periodikotrypa.wordpress.com). Είναι αντιληπτό πως από αυτό το σημείο μέχρι του να αποκαλείται ο Δενέγρης «μπητ» ή και «ροκ» ποιητής η απόσταση είναι τεράστια.
Είναι όμως και κάτι ακόμη σημαντικό που λέει, παραπάνω, ο Δενέγρης. Πως το «μπητ» κίνημα περιοριζόταν μόνο στην Αμερική… και πως δεν μπορούμε να μιλάμε στην Ελλάδα για μπητ. Αυτό, ως σκέψη και ως αντίληψη, το βρίσκω πολύ σωστό. Οι σκηνές είναι καθορισμένες όχι μόνον χρονικά, αλλά και χωρικά (τοπικά). Μπορούμε να μιλάμε για την ψυχεδελική σκηνή της Δυτικής Ακτής, του Τέξας, ή και του Λονδίνου (εννοώ σκηνές πραγματικές και όχι υπαρκτές μόνο στα μυαλά των μουσικογραφιάδων), αλλά τι νόημα έχει να μιλάμε για γαλλική ψυχεδελική σκηνή και βεβαίως για ελληνική; Τι νόημα έχει η φράση «ελληνική ψυχεδέλεια»; Τι νόημα έχει η φράση «ελληνική μπητ ποίηση»; Όλα αυτά είναι αυθαίρετες επινοήσεις τινών δημοσιογράφων και προσωπικώς, μεγαλώνοντας μέσα στα χρόνια, έμαθα, ή προσπαθώ να μάθω, να τις αποφεύγω (όχι πως έτρεφα ποτέ ιδιαίτερη εκτίμηση στην αμετροέπεια). Έτσι, όποιος άλλος γεωγραφικός προσδιορισμός μπαίνει μπροστά από την λέξη «ψυχεδέλεια» εμένα μού φαίνεται, εδώ και χρόνια εξάλλου, εντελώς ακατανόητος.
Ο Τάσος Δενέγρης στην ταινία του Σταύρου Τσιώλη "Σχετικά με τον Βασίλη"
Ο Δενέγρης δεν ήταν μόνον ποιητής (και μεταφραστής). Είχε σπουδάσει κινηματογράφο (στην Ιταλία) κι είχε συνεργαστεί –όπως διάβασα στον imdb.com– με τον Roger Corman(!) στην… ελληνική ταινία του Atlas (1961) εκτελώντας χρέη manager, ενώ το 1964 γύρισε κι ένα δικό του φιλμάκι υπό τον τίτλο Μοναστηράκι. Το 1986, μάλιστα, τον είχα δει και ως ηθοποιό στην βαρετή ταινία του Σταύρου Τσιώλη Σχετικά με τον Βασίλη στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, εκεί όπου η Φωτογραφία τού Νίκου Παπατάκη έπρεπε να είχε σαρώσει. Ωραίο το cinema povera, δε λέω, αλλά πρέπει να έχει και σενάριο… αλλιώς χίλιες φορές η Κατάχρησις Εξουσίας (1971), έστω και με τις υπερβολές του Φώσκολου.
Και για να τελειώσω. Αν επιθυμεί κάποιος μουσικός ή συγκρότημα να συνδέσει το rock με την ποίηση του Τάσου Δενέγρη (γιατί μόνον αυτοί πια μπορεί να το συνδέσουν και όχι οι δημοσιογράφοι) μία μόνον περίπτωση υπάρχει. Να μελοποιηθεί το παρακάτω ποίημα, που είναι τραγουδάρα από μόνο του…

ΕΞΩ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ
Έξω απ’ το παράθυρό μου
Σωρός μαζεύτηκε το χώμα
Οι σκάλες γέμισαν σκουπίδια
Υπόγειο το βασίλειό μου
Κι η ερωμένη μου στο στρώμα
Κατάκοιτη, την ζώσαν φίδια.

Άνυδρη στέπα το μυαλό της
Δυο μήνες περπατούσαν λύκοι
Υπόγειο το βασίλειό της
Άγχος η θάλασσα και φρίκη.

Κοιτάζω απ’ το παράθυρό μου
Τις σκάλες και τον ουρανό
Και τα σκουπίδια όπως σας είπα
Κι αντί για θρόνο έχω σανό
Και για τροφή μου έχω μια τρύπα.

Η τρέλα τσάκισε το πάθος
Το πάθος που δεν έχει σβήσει
Ξυπνήσανε πανάρχαια μίση
Και μεις βουλιάζαμε σε βάθος.

Σε βάθος και πηχτό σκοτάδι
Το πάθος έσπασε στα τρία
Παγίδα τα ψυχιατρεία
Και το μυαλό σου στο πηγάδι.

Πρέπει να βγούμε από το έλος
Κι αν είναι κάποιος να επιζήσει
Αυτή είσαι εσύ που ’χεις το βέλος
Σαν σύμβολο και έμβλημά σου
Τώρα πληρώνεις το έγκλημά σου
Και το ασυγχώρητο το λάθος
Να κρύβεις μέσα στην καρδιά σου
Τόση ζωή και τέτοιο πάθος. 

(Μεγάλη Τρίτη, 9 Απριλίου 1974) 

Το ποίημα προέρχεται από την τρίτη συλλογή του Τάσου Δενέγρη Θειάφι και Αποθέωση, που τυπώθηκε για λογαριασμό των εκδόσεων Άκμων το 1982. Πώς θα το μελοποιήσετε; Ε να, όπως οι I Drive… Άιντε να σας δω...

18 σχόλια:

  1. Γ.Μ., όταν επιθυμείς να κάνεις διάλογο και να φιλοξενηθούν οι απόψεις σου σ’ ένα blog οφείλεις να σέβεσαι τον «οικοδεσπότη». Εσύ, δεν ξέρω από πού «φτιαγμένος», μπαίνεις στο δισκορυχείον και καταφέρεσαι εναντίον μου με χαρακτηρισμό που δεν αιτιολογείται (από τη στιγμή που δεν έχει προηγηθεί καμμία κουβέντα μεταξύ μας).
    Σε ξέρω και από χθες ρε φίλε; Με ξέρεις μήπως εσύ;
    Αν θέλεις να κάνεις διάλογο λοιπόν, έστω και ανώνυμα, θα σε παρακαλέσω να βελτιώσεις τους τρόπους σου. Πράγμα που σημαίνει πως, άμα γουστάρεις, ξαναστέλνεις διορθωμένο το σχόλιό σου. Τότε θα δημοσιευτεί. Και τότε, θα σου απαντήσω (θα πω τη γνώμη μου δηλαδή) και για όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που θέτεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ωραίο τραγούδι!

    Β.Α.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν ξέρω αν ο Γ.Μ. πειράχτηκε και δεν ξανάστειλε το σχόλιο, επειδή του είπα πως πρέπει να βελτιώσει τους τρόπους του. Τέλος πάντων… Για να μην νομίσει πως προφασίστηκα τον εύθικτο, επειδή τάχα δεν είχα τι να του απαντήσω, ας του πω δυο λόγια…

    Προσωπικώς υπεραμύνομαι εκείνων που υποστηρίζει ο Δενέγρης στην συνέντευξή του:

    «Αλλά εγώ νομίζω ότι αυτό το κίνημα (σ.σ. το beat) περιορίζεται ΜΟΝΟ στην Αμερική τα ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ εκείνα χρόνια.(…) Αλλά και πάλι δεν μπορούμε να λέμε στην Ελλάδα για… μπητ. Οι μπήτνικς ήταν ΟΥΤΕ ΚΑΝ παναμερικανικό φαινόμενο».

    Υπεραμύνομαι δηλαδή της άποψης πως το beat είναι οριοθετημένο χρονικώς και τοπικώς και πως κάθε απόπειρα να το βγάλει πέραν αυτών των ορίων είναι… ασ’ τα να πάει.
    Είναι άλλο να λέμε πως ο τάδε σύγχρονος ποιητής είναι επηρεασμένος από την beat poetry και άλλο πως είναι ο ίδιος beat poet. Όποιος δεν καταλαβαίνει, ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει, αυτές τις διαφορές (που δεν είναι καθόλου λεπτές) είναι δικό του θέμα.

    Και τι σημαίνει “beat generation”; Ο όρος –όπως λέγεται πρώτος τον χρησιμοποίησε ο Κerouac, το 1948, σε μια συζήτησή του με τον John Clellon Holmes– σηματοδοτεί την εμφάνιση και περαιτέρω το έργο μιας στενής λογοτεχνικής/ ποιητικής μεταπολεμικής παρέας. Δεν αναφέρεται σε κάθε άνθρωπο της γενιάς του Kerouac (γενν. το 1922), του Ginsberg (γενν. το 1926) και του Corso (γενν. το 1930). Οι… μανάβηδες και οι χασάπηδες που γεννήθηκαν το 1925 στην Αμερική δεν είναι μέλη της beat generation. Τo beat δεν ήταν η «κουλτούρα μιας γενιάς», αλλά η κουλτούρα μιας πολύ συγκεκριμένης παρέας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμε, προβληματίστηκα σε σχέση με το αν πρέπει να δημοσιεύσω ή όχι το σχόλιό σου. Έτσι, αντί να το λογοκρίνω ολόκληρο είπα να λογοκρίνω μόνο μία λέξη (αντικαθιστώντας την από μιαν άλλη). Δεν χρειάζονται επιθετικοί/ απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί για πρόσωπα, τα οποία δεν συμμετέχουν στη συζήτηση…

    Νάτο λοιπόν…

    ------------------------------------------------------------------------------

    Φωντα ισχυριζεσαι ''πως δεν μπορούμε να μιλάμε στην Ελλάδα για μπητ. Αυτό, ως σκέψη και ως αντίληψη, το βρίσκω πολύ σωστό. Οι σκηνές είναι καθορισμένες όχι μόνον χρονικά, αλλά και χωρικά (τοπικά). Μπορούμε να μιλάμε για την ψυχεδελική σκηνή της Δυτικής Ακτής, του Τέξας, ή και του Λονδίνου (εννοώ σκηνές πραγματικές και όχι υπαρκτές μόνο στα μυαλά των μουσικογραφιάδων), αλλά τι νόημα έχει να μιλάμε για γαλλική ψυχεδελική σκηνή και βεβαίως για ελληνική;''.

    Θα συμφωνω μαζί σου οτι πολλες φορες οι 'μουσικογραφιαδες' αποδίδουν αδικα τετοιους τιτλους ή και τα τραβάνε απο τα μαλλια (αφηνω στην ακρη καποιους οπως ο ΓΙΜ που αναμεσα σε άλλα καραγκιοζλίκια που κατα καιρους εχει κανει παρουσιασε προσφατα την ποιηση(...) του Μπογδανου (...) ως εξαιρετικη(...)

    Θεωρω ομως λάθος τον ισχυρισμό σου οτι τα κινηματα οριζονται μονο χωρικά και χρονικά και απορω πως εισαι τόσο εμμονικός με αυτη την αποψη σου...

    Για να στο πω απλά, ανθρωποι που ζουνε σημερα οπως ο Κερουακ το '47 περνοντας μερικες μερες στο Ντενβερ υπαρχουν και σημερα σε πολλα γεωγραφικα μηκη και πλατη και οσο αλητευεις θα τους συναντας. Προσοχη, θα τους συναντας στον δρόμο και οχι στην γΛιφο. Και θα με εξεπλητε αν δεν εχεις συναντησεις τετοιους ανθρωπους στην ζωη σου και με ρωτησεις 'τοτε που ειναι?'...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμε, επί της ουσίας δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Ότι και σήμερα μπορεί να υπάρχουν κάποιοι που να ζουν όπως ο Kerouac και να γράφουν αντίστοιχα πεζά ή ποιήματα; Μπορεί… Αρκεί, όμως, αυτό για να τους αποκαλέσεις beat writers ή poets; Εγώ λέω πως δεν αρκεί. Ή μάλλον –για να το πω καλύτερα– ισχυρίζομαι πως δεν υφίσταται καμμία σοβαρή αναγκαιότητα, που να υπαγορεύει κάτι τέτοιο (παρ’ εκτός αν θέλεις να πουλήσεις «μούρη» ή έχεις έφεση στην μπαρούφα). Πώς να το κάνουμε δηλαδή… ο Λόρδος Βύρων δεν ήταν χίπις…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΕΠΑΙΖΕ Η Α.Ε.Κ. μ' εκείνη την απαίσια Ρουμανική ομάδα, τη βρωμερή Άρτζες Πιτέστι, που έκανε εκείνη την αισχρή αναφορά στην ΟΥΕΦΑ και τη θάψανε απ' την Ευρώπη την Α.Ε.Κ. Οι Ρουμάνοι στις ομοσπονδίες είναι χειρότεροι απ' τους Ιταλούς, άσε που νομίζουνε ότι είναι κι η ελίτ των Βαλκανίων, με κάτι τρίχες να στα πόδια τους οι σικ Ρουμάνες.

    Ο ποιητής Τάσος Δενέγρης το 'βλεπε το ματς σε μια θεία του στο Κολωνάκι, που είχε έγχρωμη τηλεόραση, κι ήτανε κι άλλες δυο-τρεις κυρίες με τη θεία, αριστοκράτισσες, καθισμένες και πίνανε τσάι γύρω του. Τους είπε μερικές κουβέντες στην αρχή, και μετά αφοσιώθηκε στον αγώνα, στο Πιτέστι.

    Θυμόσαστε, βέβαια, ότι ο Ντουρονικολάε, ο μετέπειτα αποτυχών στον Π.Α.Ο.Β., είχε βρει το δικό μας Νικολάου πλάγιο μπακ και μας είχανε διαλύσει κυριολεκτικά. Δεν τους έφτανε όμως που μας ρίχνανε γκολ, ρίχνανε και καμιά καθυστέρηση σπαστική η ελίτ των Βαλκανίων, κι άντε πάλι Τσαουσέσκου, κι η μαντάμ Τσαουσέσκου, με τις μύτες κ.λ.π.

    Έπεσε, λοιπόν, εκείνο το γομάρι ο τερματοφύλακάς τους κάτω κι έκανε τον πεθαμένο. Τότε σηκώθηκε όρθιος στην πολυθρόνα του ο ποιητής Τάσος Δενέγρης και φώναξε, τριγυρισμένος από γριές που πίνανε τσάϊ: "Σήκω πάνω, πουτάνα, μπαλαρίνα!".

    Σωτήρης Κακίσης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τα θυμάμαι τα γεγονότα με την Άρτζες. Όλη η Ελλάδα έβριζε. Μας είχαν χαντακώσει. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μπορεί να μην είχα ιδέα περί Δενέγρη, συναντήθηκαν όμως κάπου τα… γ@mwσταυρίδια μας.

      Ευχαριστώ για το σχόλιο κ. Κακίση.

      Διαγραφή
    2. ΚΙ ΕΓώ ΕΥΧΑΡΙΣΤώ, ΜόΝΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟ έΣΤΕΙΛΑ ΕΓώ ΤΟ ΚΕίΜΕΝό ΜΟΥ ΑΥΤό ΓΙΑ ΤΟΝ ΤάΣΟ. ΣΩΤήΡΗΣ ΚΑΚίΣΗΣ.

      Διαγραφή
    3. Α, εντάξει κ. Κακίση. Συγγνώμη. Μ’ αυτά τα copy-paste δεν ξέρεις πια τι να υποθέσεις.

      Διαγραφή
  7. τόσο υπερεκτιμημένο κίνημα από τους μπητ δεν υπάρχει..ελάχιστη λογοτεχνική αξία,καμμία σοβαρή σκέψη που να υποβαστάζει την ποίηση..εύκολη,πρόχειρη ποίηση για ανθρώπους που δεν σκαμπάζουν και βαριούνται να ασχοληθούν σοβαρότερα με την ποίηση(π.χ. Σολωμό)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Άμα το τελευταίο τεύχος του Πάλι κυκλφόρησε το Δεκέμβριο του 66 είναι λογικό το επόμενο τεύχος που θα έπεφτε μέσα στη χούντα να μη βγήκε ποτέ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ανώνυμε, μη με βάζεις νυχτιάτικα να ψάχνω…

    «Ο (Νάνος) Βαλαωρίτης στο ραδιόφωνο μάς είπε ότι το ‘Πάλι’ το σταμάτησε η δικτατορία, που ήρθε τον Απρίλη του 1967. Πρόκειται για ΑΙΣΧΡΟ ΨΕΜΑ, διότι το κατεστημένο της δεξιάς θεωρούσε τόσο ΑΝΩΔΥΝΟ αυτό το περιοδικό και τόσο ΑΚΙΝΔΥΝΟΥΣ τους συνεργάτες του, που η προεδρία της Κυβέρνησης με απόφαση του τότε διευθυντού των οικονομικών υπηρεσιών κυρίου Αγγελάκα, ΕΝΙΣΧΥΣΕ την έκδοση αγοράζοντας 600 τεύχη από κάθε τεύχος».

    Λεωνίδας Χρηστάκης «Η Δυστυχία του να Είσαι Μαλάκας» [Κάκτος, Αθήνα 1984] σελ.73.

    Τα κεφαλαία είναι δικά μου…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Αγαπητέ Φώντα,

    Το είχα μελοποιήσει εγώ - δυστυχώς όχι ακριβώς σε ροκ εκδοχή - το 198κάτι (1984, 85, κάτι τέτοιο). Έκτοτε το είχα ψιλοξεχάσει και είχα χάσει και τους στίχους. Καταπληκτική οργάνωση δεν έχω; Ναι, το ξέρω.

    Έπεσα πάνω στο blog σου τυχαία, ακριβώς ψάχνοντας τους στίχους μήπως μπορέσω και αναστήσω εκείνην τη μελοποίηση. Μάλλον το blog σου είναι και το μόνο σημείο όπου αναδημοσιεύεται ολόκληρο το ποίημα. Είναι όντως καταπληκτικό ποίημα.

    Για να επιστρέψω στη μελοποίηση, το ποίημα είναι χτισμένο πάνω στη ρυθμική δομή x-x-x-X (η συλλαβή Χ είναι η τονούμενη) και σε πάει, ή εμένα τουλάχιστον με πήγε - στα πέντε τέταρτα. Δυστυχώς, τα πέντε τέταρτα ως ρυθμός ανήκουν πιο πολύ στο νεοκυματικό (άντε και στο έντεχνο της εποχής ΘεοδωράκοΧατζιδάκη) και σπάνια βρίσκεις κάτι ροκοειδές σε τέτοιο ρυθμό. Λογικό λοιπόν που η μελοποίησή μου θύμιζε κάτι περίπου σε Αρλέτα, που δεν ταίριαζε ούτε γι' αστείο με το περιεχόμενο του ποιήματος. Γι' αυτό και το είχα αφήσει τότε στην άκρη... Δεν είναι ποτέ αργά για να το ξαναπιάσει κανείς όμως. Και πέντε τέταρτα σε ροκ ενορχήστρωση; Γιατί όχι, ωραία ιδέα... Ίσως...

    Φιλικά,

    Αγγελος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Άγγελε, αν φθάσεις κάπου (στη μελοποίηση) στείλε την να την ακούσω…

      Διαγραφή
    2. Φώντα, στείλε μου ένα mail σου να σού στείλω τη μελοποίηση. Δεν είναι ροκ. Είναι απλά ένα ωραίο τραγούδι. Δεν θέλω να το ποστάρω δημοσίως.

      Αγγελος

      Διαγραφή
    3. Άγγελε βάλε εδώ το mail σου και θα σου απαντήσω. (Δεν θα το δημοσιεύσω).

      Διαγραφή
  11. ωραίο post αλλά με στενοχώρησες
    βαρετή ταινία το σχετικά με τον βασίλη?
    ειλικρινά γιατί?δεν σε αγγιξε?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είχα δει την ταινία το 1986, στη Θεσσαλονίκη (στο Φεστιβάλ). Ήμουν συνεπαρμένος από τη «Φωτογραφία» του Παπατάκη, και τσαντισμένος επειδή εκείνο το αριστούργημα συναγωνιζόταν με το «Νοκ-Άουτ» (και μερικά ακόμη αδιάφορα) κι ερχόταν τελευταίο…
      Θα ήθελα να ξαναδώ σήμερα το «Σχετικά με τον Βασίλη», βασικά λόγω Δενέγρη, τον οποίον, τότε, δεν τον «γνώριζα»…

      Διαγραφή