Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

καινούρια αμερικανικά jazz CD

Λίγο πριν τις γιορτές, και η εκδοτική τζαζ δραστηριότητα στην Αμερική δίνει και παίρνει. CD, αλλά και βινύλια ξανά (πλέον), παράγονται σε ικανές ποσότητες, καλύπτοντας τη σχετική ζήτηση. Δεν χρειάζεται να πω πως το υλικό αυτό δεν πρόκειται να φθάσει ποτέ στην Ελλάδα, οπότε –για όποιους/ες ενδιαφέρονται– η μόνη λύση είναι τα sites των καλλιτεχνών και των εταιρειών, και βεβαίως τα μεγάλα διαδικτυακά «καταστήματα».
PETE McGUINNESS: Voice Like a Horn [Summit, 2013]
Είχα πολύ καιρό ν’ ακούσω ένα male vocal jazz CD, που να έχει σοβαρό λόγον ύπαρξης, δίχως να αναπαράγει παλιομοδίτικα κλισέ. Το λέω, γιατί, κάποια στιγμή, πήξαμε στις ανδρικές/φωνητικές τζαζ καρικατούρες. Και μαζί μ’ αυτές πήξαμε και στο swinging κλίμα, που εντελώς απροσχημάτιστα ήρθε να καταλάβει μέρος των ακουσμάτων μας, παρέα με τους... ανερχόμενους crooners, που ενδύθηκαν μονομιάς «ύφος» και «μαγκιά»… μεσοπολεμική. Η περίπτωση όμως του Pete McGuinness είναι εξ αρχής και εξόχως διαφορετική. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στο γεγονός πως ο ίδιος είναι καταξιωμένος τρομπονίστας, με συμμετοχή σε περισσότερες από 40 ηχογραφήσεις, ή στην πολύ συγκεκριμένη ενορχηστρωτική αντίληψη που ο ίδιος επιφυλάσσει στα λεγόμενα standards (πιάνο, μπάσο, ντραμς, συν άλτο, φλάουτο και τρομπέτα σε δύο μόνο tracks), εκείνο που ξέρω, και νοιώθω, ακούγοντάς τον στο “Voice Like a Horn”, είναι ο μοναδικός τρόπος που «σουινγκάρει», εκμεταλλευόμενος την φωνή του, και βασικά τις εντυπωσιακές δυνατότητές του στο scat και περαιτέρω στον αρμονικό φωνητικό σχεδιασμό των διασκευών του. Άλλα και πέραν αυτών των τεχνικών ζητημάτων, επί των οποίων καταγίνεται από χρόνια ο McGuinness (όπως διάβασα), στα αναπάντεχα προτερήματά του συγκαταλέγεται και η μοναδική ηχοχρωματικής ομορφιάς φωνή του. Απαλή, εύπλαστη, ζεστή, που αγγίζει ακόμη και γυναικείες συχνότητες, είναι το απόλυτο προσόν ενός μουσικανθρώπου που δεν σταματά να μας εκπλήσσει είτε με τα τραγουδιστικά/ ερμηνευτικά είτε με τα οργανοπαικτικά προσόντα του. Άψογο 46λεπτο άλμπουμ φωνητικής jazz με ορισμένες πολύ μεγάλες στιγμές ανάμεσα (“49th Street”) και άλλες από… άριστα και πάνω.
Επαφή: www.summitrecords.com
JOHN FUNKHOUSER: Still [Jazsyzygy, 2013]
Σ’ ένα προηγούμενο CD τού John Funkhouser, το “Time”, για το οποίον είχα γράψει λόγια καλά στο δισκορυχείον (31/3/2010), τον αμερικανό πιανίστα συνόδευαν οι συμπατριώτες του Greg Loughman μπάσο και Mike Connors ντραμς. Στο πλέον πρόσφατο CD του που τιτλοφορείται “Still” και το οποίον κυκλοφορεί από την Jazsyzygy προστίθενται ανά περίπτωση και οι Phil Sargent κιθάρες, Aubrey Johnson φωνή. Αυτό το άνοιγμα (ας το πω έτσι) δεν ξέρω αν ήταν απαραίτητο, καθότι τα piano-trio tracks τού “Still” είναι εξαιρετικά, αποδεικνύεται όμως πως ο Funkhouser έχει την ωριμότητα και την γνώση να επεκτείνει το σχήμα του και προς άλλες κατευθύνσεις που μπορεί να γειτνιάζουν ακόμη και με το rock (δηλαδή το fusion) ή και με το funk. Ας πούμε στο 10λεπτο “The deep”, όπου μπαίνει κιθάρα και φωνή (όχι τραγούδι, απλώς φωνή) το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό – ιδίως με την διπλή κιθαριστική εγγραφή σε lead και ρυθμικό πλαίσιο, που προσφέρει στο κομμάτι «άλλη» δύναμη. Ως πιανίστας δε ο Funkhouser είναι εντυπωσιακός με ευχέρεια στην μελωδική αποτύπωση· κάτι που τον βοηθά και η ύπαρξη της Johnson, που δημιουργεί από μόνη της, με τα «γυμνασμένα» φωνητικά της, περιβάλλον για ξεχωριστή αρμονική διαχείριση (“Leda”). Συνθέσεις δε όπως η “Shakedown αποδεικνύουν, για ακόμη μία φορά (για ακόμη μία φορά μετά το “Time”), το πόσο αυτάρκες μπορεί να είναι το piano-trio τού Funkhouser, όσο και αν στο έσχατο “Still”, με την προσθήκη και πάλι της κιθάρας του Sargent (αλλά και του κοντραμπάσου με δοξάρι του Loughman) η κατάσταση οδεύει σε μοναδικά, περφεξιονιστικά μονοπάτια (απίθανη μελωδική γραμμή, παρατεταμένης νοσταλγίας). Και αν οι πέντε συνθέσεις του Funkhouser κερδίζουν μονομιάς τις εντυπώσεις, υπάρχουν και τρεις versions για να μας υπενθυμίζουν τα υψηλά ποιοτικά στάνταρντ που μπορεί να προβάλλει ο εκτελεστής, καθώς αναμετράται με την ιστορία· σπάνιας ευαισθησίας το δικό του… “House of the rising sun” (το ακούω και το ξανακούω).
ENRICO GRANAFEI: Alone (and) Together [CAP, 2013]
Δεν μου πάει τώρα το μυαλό, αλλά δεν νομίζω να υπάρχει άλλος τζαζ φυσαρμονικίστας που να πλησιάζει το status του Βέλγου Toots Thielemans. Τυγχάνει δε πολλοί από τους νεότερους/ σημερινούς παίκτες του οργάνου να έχουν μαθητεύσει δίπλα του – και είναι τούτο το μεγαλύτερο από τα «πτυχία» που θα μπορούσε κάποιος να αναζητήσει. Μαθητής του Thielemans υπήρξε και ο Ιταλός (να υποθέσω) Enrico Granafei, ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα ονόματα της τζαζ αρμόνικας, ο οποίος παρουσιάζεται στο δεύτερο προσωπικό CD του μ’ ένα ρεπερτόριο που, όσο να ’ναι, καταδεικνύει και το ταλέντο του ως παίκτης, αλλά και την προσωπικότητά του ως διασκευαστής. Γιατί, βασικά, ο Granafei διασκευάζει… Buster Williams, Cole Porter, Charlie Parker, Thelonious Monk, Luis Bonfa, Benny Golson, John Coltrane, ακόμη και Charles Trenet, δίχως να παραλείπει να «ρίξει» ανάμεσα κι ένα-δυο originals. Αν και ο Ιταλός δεν είναι μόνο φυσαρμονικίστας, είναι και κιθαρίστας με ιδιαίτερη έφεση στην DB κιθάρα (ένας συνδυασμός μπάσου και κιθάρας), είναι η χρωματική φυσαρμόνικά του εκείνη που κάνει τη διαφορά. Ο τύπος εκείνος της φυσαρμόνικας δηλαδή, που μέσω ενός κουμπιού, στην πλευρά που φυσάει/ρουφάει ο παίκτης, μπορεί να παράξει κα τις δώδεκα νότες της χρωματικής κλίμακας. Αυτό, μετατρέπει την χρωματική φυσαρμόνικα σ’ ένα πλήρες, αλλά δύσκολο, όργανο, ικανό να παίξει «τα πάντα»· πράγμα που επιχειρείται στο “Alone (and) Together”. Έχοντας δίπλα του παίκτες τής αυτής κλάσης (τον ντράμερ Billy Hart, την πιανίστα Amina Figarova, τον τρομπετίστα Wallace Roney, τον ηλεκτρικό κιθαριστή Vic Juris, τον βιολιστή Vitali Imereli…), ο Granafei δίνει τα ρέστα του σε πασίγνωστα κομμάτια (“I love you”, “Round midnight”, “Yardbird suite” κ.ά.) κάνοντάς τα να ακούγονται όχι απλώς διαφορετικά, αλλά εντελώς «καινούρια». Είναι το ηχόχρωμα του οργάνου, εν ολίγοις, εκείνο που επιβάλλεται επί των κλασικών τζαζ συνθέσεων, μετατρέποντάς τες σε… κάτι άλλο. Σε κάτι μεσογειακό; Σε κάτι ιταλικό; Αν και από την μια μεριά υψώνεται η παικτική πολυπλοκότητα (η αυταπόδεικτη αξία του βιρτουόζου) το αποτέλεσμα αφήνει μια λαϊκότητα που, στα δικά μου τουλάχιστον αυτιά, ηχεί/είναι συναρπαστική.

5 σχόλια:

  1. ντροπή ρε φωντα..ζηταγα κατι περιοδικα και ειπα να κανω ένα σχολιο μπας και τα εχει κανεις και με εκοψες..κρίμα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμε μην χρησιμοποιείς τέτοιες λέξεις. «Nτροπή»... Ποια ντροπή;

    Το σχόλιο παρέπεσε στα «ανεπιθύμητα», τα οποία σπανίως ελέγχω. Αυτό είναι όλο. Έχει συμβεί κι άλλες φορές, και γι’ αυτό έχω δημοσιεύσει κάμποσα τέτοια σχόλια κατόπιν εορτής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. που να ξέρω οτι υπάρχουν ανεπιθύμητα σχολια..υπέθεσα λοιπόν οτι δεν ήθελες να το δημοσιεύσεις..οκ καταλαβα λάθος..το ντροπή το έγραψα γιατί παρακολουθώ το δισκορυχειον από την αρχή του και πρώτη φορά εκανα σχόλιο-παρακληση και δεν το ειδα δημοσιευμένο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. πάσο λοιπόν..παρεξήγηση..ανακαλώ
    Στ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Τα «ανεπιθύμητα» είναι κατηγορία σχολίων του blogger (όχι δική μου). Κατά έναν περίεργο τρόπο κάποια σχόλια καταχωρίζονται εκεί και όχι σε όσα είναι «σε αναμονή». Έτσι, και καθώς στοιβάζονται μαζί με άλλες σαχλαμάρες, μπορεί να μην τα πάρω χαμπάρι.

    (Πέντε σχόλια, που κανένα δεν αφορά στα δισκάκια της ανάρτησης. Ας είναι…).

    ΑπάντησηΔιαγραφή