Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ sixties-seventies… ορυχικές δηλώσεις με νόημα

«Οι νέοι δεν έχουν ‘νακ’ και δεν ξέρουν πως θα το αποκτήσουν. Χρειάζονται, ίσως, να πέσουν μερικές βόμβες παραφίνης, έστω και χωρίς λόγο. Να αστράψουν προβολείς στα μάτια των φιλήσυχων περαστικών, να γκρεμιστεί κανένα άγαλμα κανένα βράδυ». 
(1967, άγνωστη πηγή, αναδημοσίευση στο περιοδικό της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας Ε #47, 1/3/1992) 

«Έχω επτά χρόνια που έφυγα από τη Θεσσαλονίκη.(…). Την τελευταία φορά που ανέβηκα μου έκανε μεγάλη εντύπωση η αλλαγή. Ένα σωρό πράγματα που ήταν απρόσιτα στις χαμηλότερες τάξεις, τώρα έχουν μπει παντού. Τα βρίσκεις να πουλιούνται σε κάθε γωνιά. Υπάρχουν σε ένα σωρό σπίτια. Ψυγεία, τηλεοράσεις, κουζίνες. Άσε πια τι γίνεται από πολυκατοικίες. Και όλο και πληθαίνουν οι νέοι με τα μακριά μαλλιά, που ντύνονται στην αμερικανική αγορά. Παλαιότερα ήταν περιορισμένοι στην οδό Τσιμισκή. Τώρα τους βλέπεις και στις πιο μακρινές συνοικίες.(…)». 
(Επίκαιρα, Δεκέμβριος 1970, αναδημοσίευση 'Ο Σαββόπουλος στην Λύρα', 1997) 

«Νομίζω πως η ελληνική κοινωνία διαφθείρει τους νέους. Νομίζω ακόμη ότι η μίμηση ξένων προτύπων παίρνει διαστάσεις παιδομαζώματος, μόνο που οι αρπαγμένοι δεν το καταλαβαίνουν, αλλά αντίθετα μοιάζουν κατενθουσιασμένοι, κι ούτε οι μανάδες βέβαια σκίζουν τα ρούχα τους». 
(Τετράδιο, Φθινόπωρο 1974, συνέντευξη στον Δημήτρη Γκιώνη, αναδημοσίευση 'Ο Σαββόπουλος στην Λύρα', 1997) 

«Εξακολουθώ να πιστεύω στη σοσιαλιστική επανάσταση και στην κατάληψη της εξουσίας με κλοτσιές και με μαγκούρες και με απ’ όλα». 
(1975, άγνωστη πηγή, αναδημοσίευση Ε, #47, 1/3/1992) 

«Είχα και στο συρτάρι μου ένα σωρό παλιά άγνωστα κομμάτια, κομμένα απ’ τη λογοκρισία του ’65 επί Ενώσεως Κέντρου παρακαλώ, που μου δημιουργούσαν αμηχανία, διότι ήταν αναμνηστικά που κανείς δεν τα όρισε να είναι αναμνηστικά εκτός από τη λογοκρισία(…). Ο υπαινικτικός στίχος μπορεί να γίνεται για να ξεγελασθεί η λογοκρισία, μπορεί όμως και από καθαρή ποιητική ανάγκη· π.χ. το ‘Ολαρία ολαρά’ μου είναι υπαινικτικό για να ξεγελασθεί η λογοκρισία. Όμως η ‘Ωδή στον Καραϊσκάκη’ είναι υπαινικτικό, όχι εξαιτίας του υπουργείου, αλλά επειδή το θέμα του, ότι δηλαδή ο νεαρός ήρωας συντρίβει τα μέσα πληροφόρησης και χύνεται προς το μέλλον είναι τόσο δύσκολο, ώστε δεν προσεγγίζεται άμεσα». 
(Αυγή, Μάρτιος 1975, συνέντευξη στον Δημήτρη Γκιώνη, αναδημοσίευση 'Ο Σαββόπουλος στην Λύρα', 1997) 

«Και επί τη ευκαιρία, τον παρακαλώ (σ.σ. τον Χατζιδάκι) αν διαβάζει αυτές τις γραμμές ας πει κάτι σ’ αυτούς τους… να μην πω τι, της Ραδιοφωνίας, γιατί μου τον πετσόκοψαν πάλι τον δίσκο που έβγαλα για τους Αχαρνής του Αριστοφάνη». 
(αντί #86, 19/11/1977, συνέντευξη σε άγνωστον) 

«Επισήμως η λογοκρισία λειτουργεί βάσει ενός κατοχικού νόμου του Τσολάκογλου και λίγο πριν στη δικτατορία του Μεταξά. Έκτοτε η κοινωνία θεωρεί τους καλλιτέχνες ανεύθυνους και επικίνδυνους, τους δε πολίτες ανήλικους ώστε να χρειάζονται προστασία(…). Μερικοί από την Προεδρία πρέπει να απολυθούν αφού πρώτα λογοδοτήσουν για συγκεκριμένα εγκλήματα σε βάρος έργων τέχνης που έχουν διαπράξει από υπερβάλλοντα ζήλο, αδιαφορώντας οι έξυπνοι για τις συγκεκριμένες εντολές της υπηρεσίας τους που συνιστούσαν κλίμα μετριοπάθειας και ανοχής κυρίως μετά τη μεταπολίτευση. Είμαι παθός από το λογοκριτή Δεληπέτρο που ήταν στην Προεδρία και τώρα είναι διευθυντής στην ΕΡΤ. Ελπίζω η ΕΡΤ να του ταιριάζει καλύτερα, γιατί εκεί η λογοκρισία είναι πλήρης». 
(εφημερίδα Τα Νέα, 1979;) 

Το τελευταίο απόσπασμα είναι από μια συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου (με τους διαχρονικώς ενδιαφέροντες τίτλο και υπότιτλο) στον Γιώργο Πηλιχό, στην εφημερίδα Τα Νέα. Είναι η πρώτη συνέντευξη του Σαββόπουλου που απέκοψα σε πραγματικό χρόνο από περιοδικό ή εφημερίδα, και την οποίαν εξακολουθώ να φυλάω σ’ ένα χαρτοκιβώτιο μαζί με πάμπολλα άλλα αποκόμματα. Δυστυχώς, δεν είχα την πρόνοια, τότε, να αναγράφω κάπου και την ημερομηνία έκδοσης τού φύλλου. Εξ όσων θυμάμαι, όμως, η συνέντευξη πρέπει να προέρχεται από το 1979 (ή έστω το 1980).

6 σχόλια:

  1. η τελευταία συνέντευξη ("Να βρούμε την ελληνική έκφραση") είναι στις 29 Σεπτεμβρίου 1981. Την βρήκα στο αρχείο του ΔΟΛ, αν θέλεις σου στέλνω και το pdf

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όχι, εντάξει, σ’ ευχαριστώ. Αφού το τσέκαρες δεν υπάρχει θέμα.

      Την αφήνω όμως τη δήλωση (εννοώ δεν την σβήνω) και ας βγαίνει εκτός των χρονικών ορίων (sixties-seventies) που έθεσα στον τίτλο της ανάρτησης· αν και μπορώ να την αντικαταστήσω από μίαν άλλη αναλόγου περιεχομένου (σίγουρα seventies) από το περιοδικό Καλλιτεχνική Επιθεώρηση.

      Διαγραφή
  2. Δεν καταλαβαίνω τι θες να μας πεις αγαπητέ με αυτό το post?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εκείνο που πρωτίστως θέλω να πω είναι πως... το παραπάνω σχόλιο δεν είναι δικό μου – δεν έκανα πάσα προς τον εαυτό μου. Όχι απλώς δεν το συνηθίζω, στις τέσσερις το πρωί, δεν το κάνω ποτέ. Να το ξέρουν αυτό οι αναγνώστες.

    Δεύτερον. Παρέθεσα ορισμένες παμπάλαιες δηλώσεις του Σαββόπουλου. Διαφορετικές μεταξύ τους και με ξεχωριστό νόημα η κάθε μία. Αν κάποιος θέλει να τις σχολιάσει (όλες ή όποιες επιθυμεί) είναι, φυσικά, ελεύθερος. Προσωπικώς, τις μισές απ’ αυτές είναι σαν να τις έχω σχολιάσει σε προηγούμενες αναρτήσεις…

    Τρίτον. Αν χρειαστεί, αν υπάρξει ιδιαίτερος λόγος δηλαδή, να πω κάτι παραπάνω τούτο θα κριθεί από τα… avatar (από το ποιος σχολιάζει δηλαδή) ή και από το ύφος των (ενδεχόμενων) σχολίων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τί είναι το "νακ";

    Α.Ν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. “The Knack …and How to Get it”, βρετανική ταινία του 1965 σε σκηνοθεσία Richard Lester, που είχε προβληθεί και στην Ελλάδα.

      «Νακ» είναι ο τρόπος να καταφέρνεις κάτι. Η ιδιαίτερη ικανότητα. Στην ταινία «νακ» ήταν ο τρόπος να «ρίξεις» μια γυναίκα.
      Στη δήλωση του Σαββόπουλου «νακ» είναι ο τρόπος τού να πας κόντρα στον εφησυχασμό, στο «καθώς πρέπει». Κάτι που, κατά τα τότε λεγόμενά του, δεν το είχαν οι έλληνες νέοι του ’67.

      Διαγραφή