Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

HAPPY DOG PROJECT σκυλίσια breakbeats

Ελληνική μπάντα, που ξεπήδησε μέσα απ’ αυτό το νέο ηλεκτρισμένο fusion, το προσαρμοσμένο στις σύγχρονες funk προδιαγραφές, οι Happy Dog Project είναι ένα από τα... ονόματα που ξεχωρίζουν στην εγχώρια σκηνή την τελευταία 12ετία. Με δύο άλμπουμ, ήδη, στην κατοχή τους –το “Dog Days Are Over” [Ankh, 2004] και το “Doggy Style” [Ankh, 2007]– και μ’ ένα τρίτο που έχει τίτλο Dog to the Bone (το ακούγαμε, πριν κανα χρόνο, on line, μέσω της αμερικανικής ropeadope, που έχει δώσει δίσκους των Antibalas Afrobeat Orchestra, The Campbell Brothers, Charlie Hunter, Medeski Martin and Wood…) και που κυκλοφόρησε τελικώς από την Ankh, οι Happy Dog Project βρίσκονται και πάλι στο προσκήνιο, ενσωματώνοντας στις μουσικές τους ακόμη περισσότερες επιρροές-αναφορές, πραγματοποιώντας το δικό τους άλμα. Όπως είχα γράψει και παλαιότερα, το συγκρότημα… συνεχίζει να μάχεται funk-άροντας δημοτικά, dub-άροντας ανατολίτικα, swing-άροντας δυτικότροπα, groove-άροντας τζαζικά και γενικώς, ανακατεύοντας με πάθος οτιδήποτε πέφτει στην αντίληψή του· ανάμεσα, βεβαίως, οι afrobeat νύξεις και οπωσδήποτε το λαϊκό τραγούδι.
Έτσι κάπως οι Νάσια Γκόφα φωνή, Γιάννης Δημητριάδης hammond, rhodes, λοιπά πλήκτρα, Δημήτρης Καραχοντζίτης κιθάρες, Διονύσης Κασκούρας μπάσο και Βαγγέλης Κασβίκης ντραμς παρουσιάζουν μία σειρά εννέα κομματιών (πρωτότυπα και διασκευές) που είναι έτοιμα, ανά πάσα στιγμή, να ανταπεξέλθουν στα πιο δύσκολα συγκριτικά τεστ. Και δεν είναι μόνον τα covers, που τραβούν επάνω τους, εύκολα, τα φώτα –μιλάμε εξάλλου για το «Αγάπη μου επικίνδυνη» (Ρεπάνης/ Γκούτης/ Διονυσίου), το «Έφυγες και που μ’ αφήνεις» (Χιώτης/ Κολοκοτρώνης/ Βίρβος), την «Μαντουμπάλα» (Καζαντζίδης)–, είναι και το “Alcoholic anonymous”, το “From Green Park to Hyde Park”, το “Mago” και όλα τα υπόλοιπα, που μετατρέπουν το “Dog to the Bone” σ’ ένα ακόμη σημερινό-ζωντανό CD, το οποίον ακούγεται (και απολαμβάνεται – γιατί όχι;) άνευ οιασδήποτε πιέσεως. Προς τούτο συμβάλλει η παραγωγή των Μανώλη Αγγελάκη και Στάθη Ιωάννου και βεβαίως η ηχογράφηση στο αθηναϊκό Zero Gravity στούντιο.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

OI ROLLING STONES ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ ’67 μη βαρούτε όλοι μαζί ρε…

Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάθε τρεις και λίγο γράφουμε και ξαναγράφουμε για την εμφάνιση των Rolling Stones στην Αθήνα του ’67, δίχως να προσθέτουμε τίποτα καινούριο. Και καλά, όταν υπάρχει κάποια πρόδηλη αφορμή (μουσικής φύσεως βασικά), όταν όμως δεν υπάρχει τότε πώς αιτιολογείται; Τι είδους κόλλημα είναι αυτό; Μήπως επειδή η εν λόγω συναυλία τυγχάνει… εμβληματική; (Σας ζητώ συγγνώμη επειδή θα χρησιμοποιήσω δις αυτή την ηλίθια λέξη). Και για την άλλη… εμβληματική συναυλία του ’67, γιατί δεν μιλάει κανείς ποτέ; Γιατί ποτέ δεν γράφουμε για την παρουσία του κορυφαίου Stan Getz στο Λυκαβηττό, τον Ιούλιο του ’67; Όλα εγώ θα τα κάνω; Γιατί δεν αναδημοσιεύονται φωτογραφίες του Getz (με Chick Corea, Walter Booker και Roy Haynes – γκρουπάρα) από το λόφο ή από την Βιβλιοθήκη Αδριανού; Ζούμε σε έθνος ανάδελφων ροκάδων απ’ ό,τι φαίνεται και, δυστυχώς, δεν το έχω πάρει ακόμη χαμπάρι…
η αφίσα της συναυλίας - αρχείο Νεκτάριου Παπαδημητρίου
Στη χθεσινή LiFO (#333, 28/3/2013) o Γιάννης Πετρίδης ξαναθυμάται τους Stones της Λεωφόρου με αφορμή το αφιέρωμα του περιοδικού υπό τον τίτλο «Αθήνα, Ιστορία μιας πόλης». Και τι γράφει; Τα εξής (οι εμφάσεις πάντα δικές μου): «Το στάδιο το βράδυ ήταν σχεδόν γεμάτο. Πρώτα βγήκαν κάποια ελληνικά συγκροτήματα (Loubogg, MGC, Idols, Τάσος Παπασταμάτης, Δάκης και We Five). Θυμάμαι ότι έτρεχα από δω και από κει προσπαθώντας να βρω άκρη για να μπω στα παρασκήνια. Κάποια στιγμή βγήκαν οι Stones. Πρέπει να έπαιξαν περίπου μισή ώρα. Απ’ όσα έχει συγκρατήσει η μνήμη μου, ο Τζάγκερ πλησίασε προς την κερκίδα που κάθονταν συνήθως οι φανατικοί φίλοι του Παναθηναϊκού (Θύρα 13). Εκεί δημιουργήθηκε μια αναστάτωση, στο πλαίσιο πάντα μιας συναυλίας. Δηλαδή σήμερα δεν θα μας έκανε εντύπωση. Πριν παίξουν το ‘Satisfaction’, ο μάνατζερ της μπάντας άρχισε να πετάει στο κοινό κόκκινα τριαντάφυλλα. Αυτό εκνεύρισε κάποιους αστυνομικούς, που έσπασαν στο ξύλο τον μάνατζερ και απώθησαν τον Τζάγκερ. Η μπάντα αποχώρησε και δεν ξαναβγήκε ποτέ. Υπήρξε κάποια αναστάτωση, ακούστηκαν γιουχαΐσματα και για να ηρεμήσουν τα πλήθη η διεύθυνση του σταδίου έκλεισε τον γενικό. Μέσα στο σκοτάδι φυγαδεύτηκε η μπάντα».
Κι άλλες αναμνήσεις εν συνεχεία (όχι από τη LiFO), από διάφορα άλλα έντυπα που ανέσυρα από το αρχείο…
Δημήτρης Πουλικάκος. Συνέντευξη στον Γιώργο Βιδάλη για την Ελευθεροτυπία (8/8/1998): «Είχα δει τους Ρόλλινγκ Στόουνς στην Αθήνα πριν 31 χρόνια, στις 17 Απριλίου του ’67, τέσσερις μέρες πριν το παραξικόπημα. Έγινε στο γήπεδο κι ένα επεισόδιο. Ξεκίνησε ένας πιτσιρικάς να πάει μερικά λουλουδάκια στον Τζάγκερ και πέσαν 50 πάνω του. Έριξε ένα χαστούκι ο Τζάγκερ σ’ έναν αστυνομικό, έγινε ένα τζέρτζελο, πάντως η συναυλία έγινε στο μεγαλύτερο μέρος της».
πηγή: Κυριακάτικη 20/9/1998
Στέλιος Ελληνιάδης «Τα πολλά πρόσωπα των Ρόλινγκ Στόουνς», Ελευθεροτυπία 23/4/2006. Έχω την εντύπωση ότι το συγκεκριμένο κείμενο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό &7. Δυστυχώς δεν το βρήκα, παρότι το έχω. Η πηγή είναι λοιπόν ιντερνετική: «Απρίλιος 1967. Ήμουν 16 στα 17.(…) Η έλευση ενός ροκ συγκροτήματος του βεληνεκούς των Στόουνς ήταν κάτι το ασύλληπτο σε μια εποχή που ακόμα κι ένας δίσκος εισαγωγής αποτελούσε σπάνιο είδος. Η ίδια η συναυλία ήταν για μας πράξη επαναστατική. Κι αυτό επιβεβαιώθηκε όταν οι αστυνομικοί έπεσαν πάνω στον Μικ Τζάγκερ την ώρα που προσπάθησε να πετάξει στις κερκίδες μερικά λουλούδια. Γιουχαΐζαμε όλοι μαζί την αστυνομία, όρθιοι, αδιαφορώντας πια για τις συνέπειες. Έτσι, και το βίαιο τέλος της συναυλίας ήταν ηρωικό».
Επίσης από το δίκτυο (www.musicouch.com) αλιεύω μία άλλη αναφορά, αυτή τη φορά στην αγγλική: “Only a few minutes past and Loubogg, M.G.C., Idols, Tasos Papastamatis, Dakis and We Five played as support in that order. The highlight of the first part was the appearance of Guidone and his band. The Stones started their set by ‘Last Time’ and continued with ‘Lady Jane’, ‘19th Nervous Breakdown’, ‘Ruby Tuesday’ and ‘Let’s Spend The Night Together’.”Satisfaction” followed and Jagger had the idea to give red carnations to the fansbut since he could not walk himself the distance between the stage and the tiers, he asked the group’s road manager Tom Keylock to do it. Keylock, who had broken his arm three days ago while trying to protect Jagger from a fan attack during the band’s concert in Zurich, took the flowers and ran to the tiers. Immediately six policemen fell over and started beating him. The stadium lights turned off after police orders, and the concert ended in deep darkness. Stones returned to Hilton, unable to understand why any of this had happened”.
Νίκος Μαστοράκης - Mick Jagger
Ο Νίκος Μαστοράκης τώρα (Ήχος & Hi-Fi, #243, 6/1993): «Η συναυλία έγινε στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, που είχε γεμίσει κατά τα τρία τέταρτα.(…) Πήρε κάποια στιγμή ο Μικ Τζάγκερ κάτι κόκκινα γαρύφαλλα που του είχαν στείλει να τα δώσει στον κόσμο, χωρίς να ξέρει ότι το κόκκινο ήταν απαγορευμένο χρώμα εκείνη την εποχή… Πήγαν οι αστυφύλακες να τον πιάσουν να τον κατεβάσουν από τη σκηνή και γω από πάνω με κουστουμάκι, να φωνάζω ‘να φύγουν οι μπάτσοι’ κ.λπ. Και αυτοί μου φωνάζανε, ‘σκάσε θα σε εξαφανίσουμε!’.(…) Ο κόσμος ήταν εκστατικός, τους κοίταζε λες και δεν πίστευε στα μάτια του. Και παρά το γεγονός ότι η αστυνομία δεν άφηνε τους πιτσιρικάδες να χορέψουν (τον καθένα που σηκωνόταν, τον πλάκωνε και τον χτυπούσε) έγινε το σώσε από πλευράς κερκίδας».
Πάμε και στους πρωταγωνιστές. Ο Mick Jagger στον Φώτη Απέργη (στο Έψιλον τον Ιανούαριο του ’93, αναδημοσίευση στην Κυριακάτικη της 6/9/1998): «Τη θυμάμαι πολύ καλά τη συναυλία. Η σκηνή ήταν στη μέση ενός γηπέδου και ήμαστε πολύ μακριά απ’ το κοινό. Έτσι, όταν προσπάθησα να δώσω στον κόσμο μια ανθοδέσμη και κάποιοι έτρεξαν να την παραλάβουν, οι αστυνομικοί το παρεξήγησαν και άρχισαν να τους χτυπάνε. Ήταν βλέπετε λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Ήταν λοιπόν μια παράξενη συναυλία – αλλά δεν ήταν η μόνη παράξενη συναυλία που δώσαμε την εποχή εκείνη».
Ο Δάκης επίσης από την Κυριακάτικη της 6/9/1998: «Χριστός κι Απόστολος. Να ξέρατε πόσα χρόνια πίσω με γυρνάτε. Αλήθεια, πότε είχε γίνει εκείνη η συναυλία; Θυμάμαι ότι τραγουδούσα εγώ και ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς. Όταν ολοκλήρωσα την εμφάνισή μου έφυγα. Να φανταστείτε ότι δεν έκατσα καν να τους ακούσω τους Ρόλινγκ Στόουνς. Δεν με ενδιέφεραν καν. Μου ήταν αδιάφοροι και οι ίδιοι και η μουσική τους».
Και δύο δημοσιεύματα της εποχής. Η Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου μάλλον από το Έθνος της επομένης (αναδημοσίευση από την Κυριακάτικη της 6/9/1998): «Η Αστυνομία φρόντισε να σβήσει κάθε σπίθα ενθουσιασμού των Ελλήνων γιε γιε. Ακούσαμε αξιωματικό να συμβουλεύει αξιωματικούς να ‘σπάσουν στο ξύλο’ όποιον θα χορέψει ή θα χειροκροτήσει με περισσότερον ενθουσιασμό. Και… εγένετο. Το γήπεδον του Παναθηναϊκού ήταν γεμάτο από αστυνομικούς, σαν οι νέοι που παρακολούθησαν το ρεσιτάλ να ήσαν κρατούμενοι. Δεν επέτρεψαν ούτε την ευγενική χειρονομία του Μικ Τζάγκερ να χαρίση την ανθοδέσμη που του προσεφέρθη στους θαυμαστές του. Ο άνθρωπος που τη μετέφερε ‘έφαγε ξύλο’. Εκδηλώσαμε την αποδοκιμασία μας και αστυνομικό όργανο που ευρίσκετο δίπλα μας έσπευσε να απειλήσει. ‘Θα σου σπάσουμε τα μούτρα… Λαμπράκισσα’».
Τέλος, οι Μοντέρνοι Ρυθμοί (#80, 10/5/1967) κάνουν γαργάρα τα των Rolling Stones, γράφοντας μόνον για τα support γκρουπ, τονίζοντας τη σφριγηλή παρουσία των Guidone e i Suoi Amici (για «καταπληκτικό σώου» και «μάγους του σώου» γράφουν οι Αλέκος Συργιάννης και Θόδωρος Σαραντής).
Τι συμπεραίνουμε απ’ όλα τούτα; Πως ο καθένας λέει ό,τι του κατέβει. Προσπαθήστε να θυμηθείτε επεισόδια σε συναυλίες ή σε γήπεδα δέκα και είκοσι χρόνια πίσω, για να μην πω τριάντα και σαράντα και θα διαπιστώσετε πως θυμόσαστε ελάχιστα πράγματα. Πώς είναι δυνατόν ο Πετρίδης να θυμάται τον Jagger να πλησιάζει προς την κερκίδα, όταν ο Jagger λέει πως η σκηνή ήταν στη μέση του γηπέδου; Υπήρχε ποτέ περίπτωση ο Jagger να διένυσε το μισό γήπεδο για να πλησιάσει προς την κερκίδα; Πώς είναι δυνατόν ο Πετρίδης να θυμάται «κόκκινα τριαντάφυλλα», ο Πουλικάκος «λουλουδάκια», οι Εγγλέζοι και ο Μαστοράκης «κόκκινα γαρύφαλλα», «ανθοδέσμη» ο Jagger και η Λυκιαρδοπούλου και όλοι να έχουν δίκιο; Προσωπικώς, αυτό με το «κόκκινο» (κι έτσι όπως επεξηγείται) δεν μου φαίνεται σόι, αλλά ok. Περαιτέρω, ποιος έριξε ξύλο και σε ποιους; Ο Jagger έριξε χαστούκι στον αστυνομικό, όπως ισχυρίζεται ο Πουλικάκος (αδελφέ μου, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν θα έβγαινε σώος από τη Λεωφόρο), οι αστυνομικοί «έπεσαν πάνω στον Τζάγγερ», όπως λέει ο Ελληνιάδης ή τις άρπαξε τελικά ο μάντατζερ, όπως λέει ο Πετρίδης και υπονοεί η Λυκιαρδοπούλου; Αν οι αστυφύλακες πλακώνανε και χτυπούσαν όποιον πήγαινε να χορέψει, όπως σημειώνει ο Μαστοράκης, τότε πως εξηγείται το «άνετο» στιγμιότυπο της φωτογραφίας παρακάτω; Αν προσέξετε τους αστυφύλακες… πίσω από το κάγκελα, θα δείτε πως μόνον ένας κοιτάζει προς την πλευρά του κοριτσιού που χορεύει, αλλά μάλλον για άλλο λόγο… Και αν αυτοί με τις γραβάτες, πίσω, είναι μπασκίνες με πολιτικά, γιατί δεν τρέχουν να πλακώσουν το κοριτσάκι και τον νεαρό; Εκτός και αν είναι γονείς και καμαρώνουν…
Και περαιτέρω. Το τζέρτζελο έγινε πριν παίξουν το “Satisfaction” όπως λέει ο Πετρίδης (μα αν είναι έτσι πώς μπορείς να ξέρεις τι θα ακολουθήσει;), μήπως κατά τη διάρκεια του (ή μήπως μετά το τέλος του), όπως μαθαίνουμε από τους Εγγλέζους; Η συναυλία διακόπηκε μετά από 5-6 τραγούδια (άντε 20 λεπτά δηλαδή) όπως ισχυρίζονται οι Εγγλέζοι, διήρκησε μισή ώρα όπως θυμάται ο Πετρίδης, ή «έγινε στο μεγαλύτερο μέρος της», όπως λέει ο Πουλικάκος; Πώς είναι δυνατόν ο Δάκης να θυμάται τον Robert Williams το ’67 (το ’67, τον Williams δεν τον ήξερε ούτε η μάνα του, που λέει ο λόγος) και ο Πετρίδης να θυμάται ένα κάρο support με τη σειρά εμφανίσεώς τους(!) και να ξεχνάει το καλύτερο, δηλαδή τον Guidone; Είναι ποτέ δυνατόν, το 1993, ο Jagger να θυμάται πως η συναυλία έγινε «λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών»; Μα αν είναι έτσι, τότε μπορεί να θυμάται ακόμη και το επώνυμο του Αττικάρχη ή και της καμαριέρας του στο Hilton
Για δε εκείνο το περί «επαναστατικής πράξης» που λέει το 2006 ο 16χρονος το 1967 Ελληνιάδης (είναι ο μόνος που χρησιμοποιεί τη λέξη «καραμέλα»), το ακούω βερεσέ. Σε λίγο θα μας πουν πως οι Μοντέρνοι Ρυθμοί, που έγραφαν και ξαναέγραφαν για τους Rolling Stones (με αφορμή τη συναυλία, αλλά και πριν απ’ αυτήν), ήταν ο... δάκτυλος της ΕΔΑ στα σχολεία. Εγώ, που είχα δει τον Σαββόπουλο πιτσιρικάς, το 1979 ή το ’80, δεν έχω διανοηθεί ποτέ να πω πως έκανα κάποια «επαναστατική πράξη». Η μόνη «επαναστατική πράξη» που έκανα σ’ εκείνη την ηλικία ήταν να φιλήσω ένα κορίτσι που μου άρεσε στο πάρτι ενός ξαδέλφου. Και μην νομίσετε πως το 1980 τα πράγματα ήταν τόοοσο πολύ καλύτερα, απ’ ό,τι φερ’ ειπείν στην περίοδο πριν τη χούντα. Θυμάμαι πως ούτε Ελευθεροτυπία δεν μπορούσες να διαβάσεις στο σχολείο, ενώ για τη φαβορίτα μου (πια μαλλιά; – δεν τολμούσες να πας σχολείο με μαλλιά λίγο κάτω από το σβέρκο), με είχε καλέσει ο Λυκειάρχης στο γραφείο του, για να την περιορίσω. Αφήνω δε το γεγονός πως το Πολυτεχνείο του ’80 θα αποδεικνυόταν δυο φορές πιο αιματοβαμμένο, από τις πορείες στα Ιουλιανά, το 1965. Τέλος πάντων… δεν θέλω να συγκρίνω.
Για να καταλήξω λοιπόν, λέω ότι αυτό το κεφάλαιο, των Stones στην Αθήνα του ’67, θα πρέπει να το κλείσουμε οριστικώς, επειδή έχει καταντήσει αηδία. Αν είναι να συμβουλευόμαστε περιοδικά, sites και ό,τι άλλο πριν μιλήσουμε, αναπαράγοντας τα ίδια και τα ίδια (που «μπάζουν» πανταχόθεν) δεν έχει νόημα. Όπως δεν έχει νόημα και το να μπαλαμουτιάζουμε συνεντεύξεις «ξένων». Είπαμε, να στοιχειοθετούνται κάποια πράγματα όταν μιλάμε για 45 χρόνια πριν, αλλά αν είναι να μην λέμε τίποτα καινούριο, τότε εγώ προτιμώ –μα τω Θεώ δηλαδή– την πιο ανθρώπινη αντίδραση τού Δάκη («Χριστός κι Απόστολος»), που, ενώ ήταν στη Λεωφόρο, σηκώθηκε κι έφυγε και δεν θυμάται τίποτα.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

VILLA 21 η τελευταία συνέντευξη

Ψάχνοντας στο σπίτι για κάτι άλλο (ως συνήθως) έπεσα πάνω σ’ ένα τεύχος του Merlins Music Box (#7, Μάης 1991) εκεί όπου καταγράφεται η τελευταία συνέντευξη των Villa 21 στον Γιάννη Καστανάρα· «τελευταία», γιατί όταν κυκλοφόρησε το fanzine το γκρουπ δεν υπήρχε πλέον (αναφέρεται και στο εξώφυλλο και στο σχετικό lead). Αντιγράφω λοιπόν δυο λόγια του Κώστα Ποθουλάκη, ο οποίος επεξηγεί, βασικά, τη στάση του γκρουπ. Οι Villa 21 δέχονταν επικρίσεις για τις αισθητικές αλλαγές στον ήχο τους (τουλάχιστον τρεις μέσα σε μια δεκαετία), κάτι που τους είχε φέρει σε σύγκρουση με μερίδα οπαδών τους…
ο Κώστας Ποθουλάκης στο εξώφυλλο
«Όλα αυτά τα χρόνια, σχεδόν δέκα, που είμαστε μαζί και παίζουμε, έχουν έρθει μερικές φορές που κάνω μια ερώτηση στον εαυτό μου και πάντα βρίσκω μιαν απάντηση, την ίδια. Λέω, καλά τα πήγαμε μέχρις εδώ και λοιπόν τι έγινε; Η απάντηση που έρχεται αμέσως στο μυαλό μου είναι και η καθοριστική: πάμε παρακάτω. Όταν σταματήσει να υπάρχει αυτή η απάντηση, σημαίνει ότι το κόβουμε. Αυτό είναι οι Villa. Έτσι απλά. Μέχρι στιγμής η φάση κινείται…
Ακούγεται από κάποιους ότι οι Villa άλλαξαν, παίζουν πιο ‘σκληρά’ για να είναι στη μόδα και στο στυλ. Μα οι Villa ανέκαθεν ήταν μια μπάντα που έπαιζε δυνατά. Ο κόσμος θα πρέπει να πάρει με τη σειρά τους δίσκους μας και να τους προσέξει. Θα διαπιστώσει ότι ανεξάρτητα από τις επιρροές –πιο ψυχεδελικοί, πιο garage, πιο heavy– οι Villa χαρακτηρίζονται από το ακατέργαστο παίξιμο. Αλλά ο κόσμος αντί να πάρει σα σημείο αναφοράς την έννοια του ‘σκληρού’ στέκεται στο στυλ. Λέει: σκληρό, αλλά garage, σκληρό αλλά new wave κι εμείς δεν ξέρουμε τι άλλο. Κολλάει εκεί και δεν παρατηρεί ότι οι Villa, ακόμα και στα ‘ήπια’ κομμάτια τους, εξακολουθούν να έχουν σκληρά μουσικά χαρακτηριστικά».
Βάσει όσων γράφει ο Ντίνος Δηματάτης στον B τόμο του Get That Beat, ο Κώστας Ποθουλάκης σκοτώθηκε την 30η Μαΐου του 1993 – άρα, σε δυο μήνες, συμπληρώνονται 20 χρόνια από τότε. Τα λίγα λόγια που προηγήθηκαν είναι και εις μνήμην του.

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

PAUL WINTER CONSORT Ίκαρος

Οι Consort του αμερικανού σοπρανίστα Paul Winter υπήρξαν ένα από τα πρώτα crossover συγκροτήματα της ιστορίας τού… rock. Οργανώθηκαν το 1967 και μέσα σε λίγα χρόνια κατόρθωσαν να ηχογραφήσουν μερικά αξέχαστα άλμπουμ. Ένα απ’ αυτά –ίσως το ωραιότερο όλων– υπήρξε και το Icarus [Epic KE 31643] που κυκλοφόρησε το 1972. Τo LP αυτό ήταν το τέταρτο και τελευταίο της πρώτης εποχής του συγκροτήματος –είχαν προηγηθεί τα “The Winter Consort” [A&M SP-4170, 1968], “Something in the Wind” [A&M SP-4207, 1969] και “Road” [A&M SP-4279, 1970]– κι εκείνο που θα δημιουργούσε την μεγαλύτερη εντύπωση.
Πιθανώς να ευθυνόταν γι’ αυτό η ξεχωριστή παραγωγή του George Martin (ο ίδιος ο Martin φαίνεται πως είχε δηλώσει κάποτε το… απίστευτο the finest album I've ever made), ίσως το γεγονός αυτών καθ’ αυτών των συνθέσεων, που υπερβαίνουν αναφορές και τεχνοτροπίες δημιουργώντας ένα αναλλοίωτο φυσικό πρότυπο, πιθανώς δε και η… ασυναγώνιστη line-up των Consort (μαζί και των… friends of the Consort) – διαβάστε ονόματα για να καταλάβετε: Paul Winter σοπράνο, τραγούδι, David Darling τσέλο, τραγούδι, Paul McCandless όμποε, αγγλικό κόρνο, κοντραμπάσο σαρουζόφωνο, Ralph Towner κλασική & 12χορδη κιθάρα, πιάνο, regal (φορητό όργανο), τραγούδι, Herb Bushler μπάσο, Collin Walcott διάφορα κρουστά, σιτάρ, Andrew Tracey resonator κιθάρα, Billy Cobham traps, Milt Holland γκανέζικα κρουστά, Larry Atamanuik traps, Barry Altschul κρουστά και Paul Stookey (από τους Peter, Paul and Mary) φωνητικά. Με εννέα εντυπωσιακές συνθέσεις (πέντε εκ των οποίων γραμμένες από τον Towner), με παραγωγή που «φυσάει» και με line-up τύπου super group, το “Icarus” δεν μπορεί να είναι κάτι λιγότερο από αριστούργημα. Δεν ξέρω αν είναι λογικό ή κάτι πέραν της λογικής, αλλά, μετά απ’ αυτό το άλμπουμ ήταν το σχήμα των Oregon (Paul McCandless, Ralph Towner, Collin Walcott και Glen Moore – μπασίστας των Consort στο “Road”) που θα πάρει, επί της ουσίας, σάρκα και οστά με την κυκλοφορία τού “Music of Another Present Era” [Vanguard, 1972]. Δύσκολο να βρεις κάτι που να μην αγγίζει το τέλειο σ’ αυτό το LP, αλλά δεν γίνεται και να μην ξεχωρίσεις το σήμα κατατεθέν “Icarus” (ακουγόταν σε διαφορετική εκτέλεση και στο “Road”), το “Sunwheel”, το “Whole Earth chant, ή το άπιαστο τραγούδι “The silence of a candle” (άδει ο Towner!).
Δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1984, κι ενώ το new-age βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη στην Αμερική, ο Paul Winter επανατυπώνει το “Icarus” στη δική του Living Music Records [LMR-4], συνδέοντας το άλμπουμ με την (τότε) προσπάθεια προστασίας τού υπό εξαφάνιση καλιφορνέζικου κόνδορα (εξ ου και το φτερό στο εξώφυλλο)· το 1984 υπήρχαν 17 ελεύθεροι κόνδορες και 15 υπό προστασία, ενώ σήμερα τα νούμερα είναι 226 και 179 αντιστοίχως (απ’ όσο το ’ψαξα).

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

τζαζ επανεκδόσεις

Προσφάτως η Universal Music Classics & Jazz επανεξέδωσε σε CD, στη σειρά JAZZPLUS, ένα μέρος των τζαζ καταλόγων της Prestige, της Verve, της Riverside και της Mercury. Το αποτέλεσμα καταγράφεται για την ώρα σε 30 CD. Πρόκειται για την αποτύπωση δύο παλαιών LP σ’ ένα CD, με νέο digital remastering από τις αυθεντικές αναλογικές πηγές και με αναπαραγωγή, στα 8σέλιδα ένθετα, των original covers μαζί με τις εκάστοτε liner notes. Μία ωραία και οπωσδήποτε χρήσιμη δουλειά, την οποία θα παρουσιάσω συν τω χρόνω μέσα από το δισκορυχείον.
Το Soul Summit [Prestige 1962, rec. 2/1962] βρίσκει μαζί τους Gene Ammons τενόρο, Sonny Stitt τενόρο, Jack McDuff όργανο και Charlie Persip ντραμς να προβάρουν και να αυτοσχεδιάζουν σε πρωτότυπο και στάνταρντ υλικό κατά τα early sixties soul-jazz πρότυπα. Βασικά, είναι το rhythm section εκείνο που κάνει πολλή και καλή δουλειά (πληθωρικός ο Persip και βαθύς ο McDuff στο ρυθμικό του ρόλο), εκείνο που στρώνει δηλαδή το χαλί προκειμένου να πατήσουν επάνω οι δύο αναγνωρισμένοι τενορίστες. Προσθέστε σ’ αυτό και την πανταχού παρούσα γκρούβα (του McDuff) κι έχετε ένα πρώτης τάξεως άλμπουμ, χαρακτηριστικό οπωσδήποτε των early 60s, μα και των… early 2010s θα προσέθετα. Στο ίδιο CD και το Soul Summit Vol.2” [Prestige 1963], που ξεκίνησε να ηχογραφείται νωρίτερα (6/1961). Εδώ, υπογράφει ο Gene Ammons και δευτερευόντως η τραγουδίστρια Etta Jones (όχι η Etta James…) και ο Jack McDuff (που ακούγεται όμως μόνο σε δύο κομμάτια). Γραμμένο σε τρεις sessions με τη συμμετοχή 17 μουσικών, το “Vol.2”, που κινείται στο χώρο των blues ballads, δεν έχει την ενότητα του πρώτου “Soul Summit” (έχει όμως ένα track για πολλά λεφτά, το “Scram” του Jack McDuff, με το δικό του hammond και την κιθάρα του Eddie Diehl να υποστηρίζουν άψογα την ωραία μελωδία).
Το Bossa Nova Carnival/ Dave Pike plays the Music of João Donato [Prestige 1962, rec. 9/1962] του βιμπραφωνίστα Dave Pike (με τους Clark Terry φλούγκελχορν, Kenny Burrell κιθάρα κ.ά., εντάσσεται μέσα στην τρέλα της… αμερικανικής bossa, που εκτίναξαν στα ύψη οι Stan Getz/ Charlie Byrd με την “Jazz Samba” τους, τον Απρίλιο του ’62. Ο Donato βρισκόταν στην Αμερική εκείνα τα χρόνια, είχε γνωριστεί με τον Pike και τον Burrell και κάπως έτσι θα προκύψει το “Carnival”. Υπάρχουν ορισμένες μελωδίες, εδώ, που είναι πανέμορφες (“Serenidade”), όμως φαίνεται πως τα καλύτερα ο Donato τα φύλαγε για το “Muito à Vontade” [Polydor, 1962], το πρώτο άλμπουμ του που ηχογράφησε με το που πάτησε το πόδι του ξανά στην Βραζιλία. Το Limbo Carnival [New Jazz 1963, rec. 12/1962] είναι η απόπειρα του Dave Pike να… εγκατασταθεί στην pop-jazz πλευρά της εποχής (κάτι που θα το κατορθώσει εντελώς με τα γνωστά και θαυμαστά αποτελέσματα στα τέλη της δεκαετίας με τις εγγραφές του στην MPS και την Relax). Εδώ ακούγονται… Λα μπάμπες, Ματίλντες, Λιμπο-ροκιές και διάφορα άλλα καραϊβικά και καραβαϊκοφανή παιγμένα από top μουσικούς (Jimmy Raney, Tommy Flanagan, George Duvivier, Ray Barretto…).
Προχωρημένο και όχι μόνον ως τίτλος, το Stratusphunk[Riverside 1961, rec. 10/1960] του George Russell Sextet είναι ένα άλμπουμ που φανερώνει, από το πρώτο κιόλας κομμάτι του (“Stratusphunk”), τη διάθεση τού… και πιανίστα και ενορχηστρωτή (πέραν του συνθέτη) να μεταφέρει την jazz κάπου αλλού, σε τόπους απάτητους και αχαρτογράφητους. Ιλιγγιώδεις διαδοχές/εναλλαγές συγχορδιών, blues που ξεκινούν από τα 12 μέτρα για να σε… στήσουν στα 11, μία απολαυστική σύνθεση τής… μαθητρίας Carla Bley (“Bent eagle”) και μία ακόμη του… μαθητού David Lahm (“Lambskins”) με εντελώς αντισυμβατική συγχορδιακή αντίληψη. Οι έπαινοι σε όλους. Φυσικά στον μαέστρο, αλλά κυρίως στον μπασίστα Chuck Israel που μόνος του σχεδόν φτιάχνει το παιγνίδι. Στο The Stratus Seekers [Riverside, 1962, rec. 1/1962] το γκρουπ μετασχηματίζεται σε σεπτέτο. Το George Russell Septet ευτυχεί να έχει στις τάξεις του έναν Don Ellis (τρομπέτα) κι έναν Stephen Swallow (μπάσο), είναι όμως οι συνθέσεις (τέσσερις του Russell, μία του πρώην τρομπετίστα του γκρουπ Al Kiger και μία του τρομπονίστα Dave Baker) που ξαφνιάζουν με τη ζωντάνια και την ευρηματικότητά τους (άκου το “Blues in orbit”, ένα διαλυμένο 12μετρο με διαρκές σόλο από τον Paul Plummer στο τενόρο). Απόλυτη modern jazz, προϊόν ενός καινοτόμου συνθέτη και των συνεργατών του.
Το αναφέραμε πιο πάνω το Jazz Samba[Verve 1962, rec. 2/1962] των Stan Getz και Charlie Byrd. Πρόκειται για ένα ιστορικό/ θρυλικό άλμπουμ, η ουσιαστική απαρχή της bossa nova στην Αμερική (και άρα σε ολόκληρον τον κόσμο, της Βραζιλίας μόνον εξαιρουμένης). Πρώτης κλάσης ρεπερτόριο (δύο Jobim, δύο Barroso, ένας Baden Powell, ένας Charlie Byrd και το “O pato” που ανέδειξε ο João Gilberto), ανεπανάληπτα παιξίματα τόσο από τους Getz και Byrd, όσο και από το διπλό rhythm section (δύο μπασίστες και δύο ντράμερ!), μνημειώδες, διαχρονικό και υψηλότατο αίσθημα. Ο ορισμός του ανόθευτου κοσμοπολιτισμού και της ηχητικής λεπτότητας. Ένα χρόνο αργότερα ο Stan Getz και ο βραζιλιάνος κιθαρίστας Luiz Bonfá θα κυκλοφορήσουν το Jazz Samba Encore!” [Verve 1963, rec. 2/1963]. Εδώ, δίπλα στους Getz και Bonfá, θα παραταχθούν ο ίδιος ο Antonio Carlos Jobim στην κιθάρα, η τραγουδίστρια Maria Toledo και διάφοροι άλλοι. Με ρεπερτόριο τύπου “Insensatez”, “O morro nao tem vez”, “Sambalero” και τα λοιπά-και τα λοιπά δεν γίνεται να περιμένεις κάτι λιγότερο από ένα ακόμη bossa-gem.
Πολυσήμαντη καλλιτεχνική προσωπικότητα, ο Mel Tormé (1925-1999) υπήρξε –όπως διαβάζω στην Wikipediajazz συνθέτης, ενορχηστρωτής, ντράμερ, πιανίστας, ηθοποιός, συγγραφέας και βεβαίως ένας πολύ επιτυχημένος τραγουδιστής. Με φωνή «βελούδο», ο Tormé ερμήνευσε το μεγάλο songbook της jazz άπειρες φορές και με διάφορες αφορμές. Στο άλμπουμ I Dig The Duke, I Dig The Count [Verve 1961, rec. 12/1960 & 2/1961] τον ακούμε να αποδίδει, στην πρώτη πλευρά, κομμάτια της ορχήστρας του Duke Ellington ενώ στη δεύτερη κομμάτια εκείνης του Count Basie. Οι κομψές ενορχηστρώσεις του Johnny Mandel (στηριγμένες στα πνευστά φυσικά) καθορίζουν, επίσης, το τελικό αποτέλεσμα. Στο Swings Shubert Alley [Verve 1960, rec. 1 & 2/1960] –και όπου “Shubert Alley” διάβαζε «η καρδιά του Broadway»– ο Tormé σουινγκάρει με απαράμιλλη άνεση μέσω των συνθέσεων των Harold Arlen, Jule Styne, Richard Rogers, Cole Porter, Leonard Bernstein κ.ά. Τραγούδια, βασικά, που ακούστηκαν στις σκηνές του Broadway στα χρόνια του ’40 και του ’50 και που, εδώ, αντιμετωπίζονται με τον τρόπο τής Marty Paich Orchestra.
Στο ίδιο μοτίβο και με παρεμφερές ρεπερτόριο η Ella Fitzgerald μεγαλουργεί στο άλμπουμ Ella Sings Broadway [Verve 1962, rec. 10/1962]. Με άλλον αέρα και η Marty Paich Orchestra, συμβάλλει από τη μεριά της τα μέγιστα στην απόδοση ενός ρεπερτορίου, το οποίον ταιριάζει γάντι στην περσόνα (δηλ. περσόνες) της μεγάλης Ella. Κάθε τραγούδι και μια ξεχωριστή κατάκτηση, κάθε τραγούδι κι ένας άλλος ρόλος! Και αν αναφερόμαστε στο “Hernandos hideway” (από το “Pajama Game”), τότε το «τέλειο» είναι πολύ λίγο για να περιγράψει το εν λόγω ερμηνευτικό κατόρθωμα. Άλλη φάση το Rhythm Is My Business[Verve 1962, rec. 1/1962]. Πρόκειται οπωσδήποτε για ένα swinging LP, τόσο swinging ώστε να καταπλακώνει ακόμη και την γκρούβα του Bill Doggett. Παρά ταύτα η ορχήστρα είναι πρώτης κλάσης (δεν θα μπορούσε να συνέβαινε αλλιώς) και όχι μόνο επειδή συμμετέχουν σ’ αυτήν ο Phil Woods, ο Hank Jones και ο George Duvivier (μεταξύ άλλων).
Τα είπα για την bossa… και τα ξαναλέω (έτσι όπως προχωρούν τα νούμερα, οι κωδικοί των επανεκδόσεων της Universal). O τρομπονίστας (και πιανίστας) Bob Brookmeyer και το άλμπουμ Bossa Nova/ Trombone Jazz Samba [Verve 1962, rec. 8-9/1962] στο πλατώ, μία εισέτι bossa κυκλοφορία από το δεύτερο μισό του ’62, τότε όταν η pop διάσταση της jazz αποκτούσε έναν καινούριο, αμόλυντον αέρα. Φοβερή η διασκευή στο “A felicidade”, με τον πιανίστα Brookmeyer να παίζει τις νότες της βασικής μελωδίας σαν… μαθητευόμενος, αλλά με τόσο συναρπαστικό τρόπο, τους Gary McFarland και Jimmy Raney να γεμίζουν με vibes και κιθάρα και τον Willie Bobo να κρατάει το ρυθμό με το δικό του, διακριτό τρόπο. Της ίδιας κλάσης και η version στο “Theme fromMutiny on the Bounty’”, μία μποσανοποίηση της θείας μελωδίας του Bronisław Kaper επί της οποίας το percussion section (Willie Bobo, Carmen Costa, Jose Paulo) προσθέτει έναν exotica αέρα. Το “Bossa Nova/ Trombone Jazz Samba” είναι ένα ΑΑΑ άλμπουμ. Ας το έχουν υπ’ όψιν τους όσοι δεν το γνωρίζουν. Μα και το Samba Para Dos[Verve 1963, rec.2/1963] των Bob Brookmeyer και Lalo Schifrin, που ακολουθεί, είναι ένα εξ ίσου δυνατό LP και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Επειδή, εδώ, μποσανοποιούνται τραγούδια/συνθέσεις του κλασικού αμερικανικού ρεπερτορίου (Leslie Bricusse, Cole Porter, Jule Styne, Richard Rogers, George Gershwin…) μ’ έναν απολύτως εμπνευσμένο τρόπο. Συμβάλλουν οπωσδήποτε τα top ονόματα της ορχήστρας (Brookmeyer, Schifrin, Phil Woods, Jerome Richardson, Zoot Sims, Al Cohn, Jimmy Raney…), αλλά και το γενικότερο κλίμα της εποχής που δεν επέτρεπε εύκολες εκπτώσεις. Αριστούργημα η 10λεπτη(!) “Samba para dos” του Lalo Schifrin.

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ ένα ποίημα - δύο λόγια

8
Οι δρόμοι ανοιχτοί.
Οι ταβέρνες φίσκα.
Σήμερα το θέλει η μέρα
μπακαλιάρο-σκορδαλιά.
Κυάλια κρεμασμένα
σημαιάκια λιγδιασμένα.
Βαράει κι ο ήλιος
κι η σκορδαλιά.
Μια σκατόμυγα στο μάτι του παιδιού
μετά τη παρέλαση. 25 Μαρτίου 77.

(από το Τρία Κλικ Αριστερά, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1978)

Τι ακούς μ’ ευχαρίστηση, τι γουστάρεις;
Ευτυχώς άργησα ν’ αγαπήσω την κλασική μουσική. Λέω ευτυχώς, γιατί τώρα θα ’χω πολύ μουσική ν’ ακούω. Μ’ αρέσει ό,τι καλό υπάρχει. Μου αρέσουν πολλά ελληνικά τραγούδια. Ανάλογα, όπως σ’ όλους μας, σε τι κατάσταση βρίσκομαι. Σκάσανε τώρα τελευταία αρκετά συγκροτήματα. Να, οι Anti Troppau Council, οι Mushrooms και απ’ τους Next to Nothing ο τραγουδιστής τους ο Στέφανος. Άσε μωρέ τους γεροντοκόρηδες επαΐοντες να τρώγονται.
Που πας τα βράδια;
Σινεμά. Σινεμά. Σινεμά.
Ούτε σε μπαράκια, ούτε σε ζωντανές ροκ καταστάσεις;
Τα μπαρ κοπήκανε για λόγους υγείας. Έχω πιεί το αλκοόλ για δέκα ταξιτζήδες. Δεν με παίρνει… αλλά για να μη λέω και μεγάλα λόγια, για την ώρα τουλάχιστον. Ύστερα πέρα απ’ τις σκατόφατσες που κυκλοφορούν σκάνε κάτι ξανθές ψηλές…  εγώ συνήθως είμαι ερωτευμένη και σκατοζηλιάρα. Μου φεύγει η ψυχή. «Που κοιτάς – τι κοιτάς – τι γελάς – τι θέλει – που σε ξέρει…».
Τα λαϊκά τραγούδια που κάποτε άκουγες, τώρα τι τα κάνεις;
Γιατί μου πετάς το δόλωμα; Για να πω καμιά εξυπναδίτσα; Άλλοτε με πιάνουνε τα κλάματα κι άλλοτε κλείνω το ραδιόφωνο.

(απόσπασμα από συνέντευξη της Κατερίνας Γώγου στον Γιώργο Κυριαζίδη – δημοσιεύτηκε στη Μουσική, τεύχος 111, Φεβρουάριος 1987).

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

MONIKA έξι καινούρια τραγούδια

Το ένα κάποιο hype που προκάλεσε το εξώφυλλο και η συνέντευξη της Monika στο Jazz & Τζαζ (#237, 12/2012) συνέπεσαν με τις συναυλίες της στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (2-6/1/2013) και βεβαίως με την κυκλοφορία του EP Primal [Archangel Music], στο οποίο ακούγονται έξι καινούρια τραγούδια της νεαρής singer-songwriter. Προάγγελοι ενός επερχόμενου τρίτου άλμπουμ, τα έξι καινούρια τραγούδια της Monika δεν αποτελούν, αναγκαστικώς, μιαν ενότητα. Περιγράφουν, κυρίως, έναν κύκλο επιρροών-αναφορών, μία βάση ενδεχομένως πάνω στην οποία θα πατήσει μία πλήρης δισκογραφική εργασία.
Η Monika βρίσκεται σε μια φάση ψαξίματος. Αυτό είναι πολύ λογικό, για έναν νέον άνθρωπο κατ’ αρχάς που ανακαλύπτει συνεχώς καινούρια πράγματα (μέσω των ακουσμάτων του) και που προσπαθεί να ενσωματώσει κάποια απ’ αυτά, σταδιακώς, στο προσωπικό του πλάνο. Δύο τινά (για αρχή). Η Monika γνωρίζει να γράφει στέρεες μελωδίες (κάτι όχι προφανές – το αντίθετο θα έλεγα) και περαιτέρω έχει την ικανότητα να τις αποδίδει ερμηνευτικώς υψώνοντάς τες. Τούτο διαπιστώνεται στο πρώτο κομμάτι του άλμπουμ, το “Birds”, το οποίο διαθέτει μία… θα την αποκαλούσα υποτυπώδη οργανική συνοδεία, αφήνοντας «γυμνές» σχεδόν μελωδία και φωνή. Αυτή η αίσθηση του a cappella, φαίνεται πως δεν ήταν μόνον «αίσθηση». Το επόμενο τραγούδι, το “Hand in hand”, είναι ένα spiritual· θα μπορούσε να ήταν δηλαδή, για να είμαι ακριβής. Τα chorus vocals (πραγματικά ή με overdubs δεν έχει σημασία) και η μελωδική γραμμή παραπέμπουν κατ’ ευθείαν εκεί, και βεβαίως στη soul των sixties (The Temptations, Marvin Gaye, τέτοιες καταστάσεις…). Αλλά και ως εισαγωγή στο επόμενο τραγούδι να το δεις, πάλι μέσα πέφτεις. Το “Make me fly” είναι ένα δυνατό, «μπιτάτο» κομμάτι, με το όργανο να το χαρακτηρίζει απ’ άκρη σ’ άκρη και τη Monika να αποδίδει με αυτοπεποίθηση (πολύ ωραία τα κουπλέ, αν και από το ρεφρέν λείπει το ξεπέταγμα). Το “Moonlight” είναι κάπως παραφορτωμένο ενορχηστρωτικώς και με τα τύμπανα πολύ μπροστά. Έχει, βεβαίως, μία πληθωρικότητα ως «άποψη», το οποίον όμως αποβαίνει εις βάρος της μελωδίας. Απεναντίας το “Forever yours” που ακολουθεί, έτσι όπως ακούγεται στο μεγαλύτερο μέρος του μόνο με πιάνο και φωνή (κάπου μετά τη μέση μπαίνει, για λίγο, ένα πνευστό και προς το τέλος η ορχήστρα) είναι άψογο. Το “Primal” θα κλείσει με το “Dreaming of this year”. Μάλλον το ωραιότερο τραγούδι του 25λεπτου CD. Ωραία, σεμνή η συνοδεία. Μελωδία που σου μένει, και με την Monika να τραγουδά με την πειθώ μεγάλης ερμηνεύτριας. Κρίμα που δεν το ευνοεί ο επικαιρικός στίχος (κυκλοφόρησε κάπου μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς το “Primal” και το “Dreaming of this year” είναι bonus track).
Αναμένοντας το πλήρες άλμπουμ…