Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ένα «αντί-» ποίημα

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος είναι από τους πιο σημαντικούς, εν δράσει, έλληνες ποιητές. Πριν μερικούς μήνες (16/12/2012) είχα αναδημοσιεύσει στο Δισκορυχείον την Ωδή για τον παίκτη της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου. Το ποίημα που θα διαβάσετε παρακάτω προέρχεται από την παλαιά ποιητική συλλογή του Οχτώ και Ένα Εύκολα Κομμάτια και Η Κλεφτουριά του Κάτω Κόσμου [Κούρος, Αθήνα τέλη 1972 ή αρχές ’73] και όπως θα διαπιστώσετε έχει ευρύτερο beat (ή μάλλον… αντι-beat) ενδιαφέρον. Στο εν λόγω τεύχος του Κούρου υπάρχει κι ένα (πρώιμο) βιογραφικό του ποιητή (συνταγμένο προφανώς από τον Λεωνίδα Χρηστάκη), το οποίον και παραθέτω: «Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσηνία το 1952 (σ.σ. βάσει άλλων, ας πούμε πιο επίσημων, βιογραφικών που υπάρχουν στο δίκτυο έχει γεννηθεί το 1951). Ζει από χρόνια στην Αθήνα με την οικογένειά του και εργάζεται σαν τεχνίτης ασανσέρ για το μεροκάματο. Ο πατέρας του είναι θυρωρός πολυκατοικίας. Παράλληλα σπουδάζει στη Βιομηχανική Σχολή του Πειραιά Οικονομικά-Στατιστική. Τα πιο πολλά του ποιήματα είναι γραμμένα το 1972 και είναι αυτοτελή και ανεξάρτητα μεταξύ τους, αποτελούν όμως ένα εκφραστικό σύνολο με τον τρόπο που παρουσιάζονται».
Κόσμε Γλυκέ Κόσμε Βιομηχανικέ 

Ο παρδαλός Τζακ Νίκολσον που αγόρασε μοτοσυκλέττα
να γυρίζει την Αμερική κι ο ποιητής Γκίνσμπεργκ
πούχε το πείσμα του διαβόλου, έβαλαν βουλή την
πορεία της μηχανής ν’ αλλάξουν κι έπεσαν θύματα κακοδαιμονίας
Οι μηχανές στοιβαγμένες σε βαπόρια ταξίδευαν σε χώρες
τα χέρια μηδένιζαν ή τα χέρια μετρούσαν
αν ήξεραν να φτιάξουν μια μηχανή.

Όλα έπαιρναν πια την πορεία τους
κι εγώ Ματίνα πόσο σ’ αγαπούσα.
Απόψε μεθύσαμε ξανά σκαλίζοντας πάλι και πάλι τα παλιά
Απόψε κρύψε τα δόντια σου
δυο παφιλένια κομματάκια στο σκοτάδι απόψε
κρυψ’ το πρόσωπό σου ασβεστωμένο
σαν μαρμάρινο άγαλμα τη νύχτα.
Θα διασκεδάσουμε μαζί την τόλμη των πρωτοπλάστων
και των νεκρών της Χιροσίμα
φωνές και χέρια στον αέρα… λίγο νερό παρακαλώ…
… λίγο νερό παρακαλώ… φωνές εφιάλτες και φωτιές
… φωνές εφιάλτες και φωτιές… κι αυτοί που ’χουν
τα μάτια… κι αυτοί που ’χουν τα μάτια από μπακίρι…
… δύστροπο αγόρι… Βοζνεζένσκυ*… Βοζνεζένσκυ…
… δύστροπο αγόρι… Γκίνσμπεργκ… δύστροπο αγόρι
Γκίνσμπεργκ… η παγκόσμια γενιά τους στη βρωμιά
στην εκμετάλλευση και την αρρώστια
αφόρμησε η μάνα τους την αγωνία της μετρώντας
και η πατρίδα τους χάνεται αγνοώντας τους
τρακτέρ αριθμομηχανές σελφ σέρβις και πλυντήρια
τρακτέρ αριθμομηχανές σελφ σέρβις και πλυντήρια
και κανένα σιδερένιο αστέρι και κανένα σιδερένιο αστέρι
τις βραδιές… το κράτος με πυραύλους το κράτος με πυραύλους
και κάπου κάπου και κανένα και κανένα τανκ
στους δρόμους που βολτάρει…
στους δρόμους που βολτάρει κάποτε κάνει λάθος…
… κάποτε κάνει λάθος χάνει το δρόμο μπαίνει
σε ξένα αμπέλια… μπαίνει σε ξένα αμπέλια
σπέρνει ταπείνωση και μπόμπες
σπέρνει ταπείνωση και μπόμπες
κι ύστερα φεύγει πάλι… κι ύστερα φεύγει πάλι…
σκεπάζει το κακό σαν τη γάτα την κοπριά της
σαν τη γάτα την κοπριά της
κι ο θόρυβος κοπάζει.

Κόσμε γλυκέ κόσμε βιομηχανικέ
και συ παλιό νταούλι πώς χτυπάς
πάνω στις χορδές της νέας μας ηλεκτρικής κιθάρας
και πώς γεννάς παιδιά που βγαίνουν απ’ την πείνα
μέσα απ’ τα τραγούδια της Μπαέζ
κόσμε γλυκέ κόσμε βιομηχανικέ
και του Ζακ Ωντιμπερτί** κι εγώ τα λόγια λέγοντας
στης ειρωνείας μου την κάψα
σιγανή βροχή του 1815 πώς αντηχείς ακόμα
πάνω στις λαμαρίνες των καινούργιων μας αυτοκινήτων
στα χωράφια στις βίλες στη δημοσιά στους κήπους.
Την πυρηνική αγωνία μάθαμε
την απρόσωπη ανεργία μάθαμε
την ανασφάλεια μάθαμε
όμως το σκάκι χάνεται, το σκάκι χάθηκ’ απ’ το πλήθος.

Και συ γκρινιάρικο ζουλάπι Γκίνσμπεργκ
τράβα να σκίζεις έναν έναν από τις αστικές
βιβλιοθήκες όλους τους χρυσοδεμένους τόμους
των επαναστατικών σου ποιημάτων. 

*Andrei Voznesensky (1933-2010): ρώσος ποιητής, που βρέθηκε στην Αμερική στα 60s συμπορευόμενος με την counter culture. Ιστορική, ανάμεσα σε άλλες, είναι η εμφάνισή του στο Fillmore Auditorium του San Francisco την 7/4/1966, μαζί με τον Lawrence Ferlinghetti και τους Jefferson Airplane. Δες κι εδώ http://diskoryxeion.blogspot.gr/2011/12/blog-post_18.html.

**Jacques Audiberti (1899-1965): γάλλος θεατρικός συγγραφέας του «παραλόγου» και ποιητής.

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

MELENTINI ερημικά άσματα

Η Melentini, ή και Μελεντίνη, υπήρξε ιδρυτικό μέλος και δημιουργός της μουσικής του ανεξάρτητου ηλεκτρονικού σχήματος Sequence Theory Project, όπως διαβάζω στο δίκτυο, οι οποίοι έχουν δύο digital άλμπουμ στο ενεργητικό τους (“Toyland” το 2010 και “The Collapse of Civilization” το 2012). Το explosions around, the desert inside[Restless Wind, 2013] είναι το πρώτο προσωπικό CD τής Melentini, ένα 42 λεπτών τραγουδιστικό άλμπουμ κλεισμένο σ’ ένα περιποιημένο hardback cover.
Τα (αγγλόφωνα) άσματα της ελληνίδας τραγουδοποιού έχουν άποψη και χρώμα. Είναι κάπως ερμητικά και περίκλειστα, μεταφέροντας μία ποιητική απόγνωση που αφορά στις σχέσεις (γενικώς), δημιουργώντας ένα «σκοτεινό» περιβάλλον που οφείλεται (πέραν του λόγου και των μελωδιών) και στις ενορχηστρώσεις. Αν ρίξει κάποιος μια ματιά στα όργανα που χρησιμοποιήθηκαν για την ηχογράφηση κάθε τραγουδιού θα διαπιστώσει πως το πιάνο κυριαρχεί (χειρίζεται η ίδια η Melentini), ενώ δίπλα του στοιχίζονται κόρνο, τσέλο, βιολί, βιόλα, τρομπόνι, σαξόφωνα, θερεμίνη, βεβαίως μπάσο, όπως ντραμς και κρουστά σε κάποια tracks… Το άκουσμα δηλαδή έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που παραπέμπουν σε «Velvet-ικές» (Nico και John Cale ας πούμε και όχι Lou Reed αναγκαστικώς) ή «μετα-Velvet-ικές» καταστάσεις, σε μια minimal διαχείριση του σκότους εν ολίγοις –ή μήπως το «σκότος» δημιουργείται και εξ αιτίας της συγκεκριμένης minimal διαχείρισης;–, που σε συνδυασμό με τις θεατρικού τύπου ερμηνείες, τις απλωμένες μελωδίες και τα αργά tempi, ολοκληρώνουν ένα «κλίμα». Υπάρχουν τραγούδια που συνεπαίρνουν στο “explosions around, the desert inside”, όπως ας πούμε το “Aira (The clown girl)”, ένα track από την εποχή των Sequence Theory Project, ή το “Gone are the days”, που ακούγεται σαν θρηνητικό κατευόδιο και άλλα που τ’ ακούς σαν ιντερμέτζα, ανάμεσα στις… δύο εκρήξεις· το έσχατο “The question” φερ’ ειπείν, που είναι ό,τι χρειάζεται πριν ξεκινήσει η δεύτερη ή η τρίτη φορά…

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

GOODIEPAL διπλό LP με δυο πλευρές

Το Narc Beacon / Nag Nag Bacon [Fonal, 2012] του Goodiepal είναι ένα πολύ παράξενο από κάθε άποψη 2LP, που έχει όμως πίσω του και μία το ίδιο παράξενη ιστορία. Ο Goodiepal ή Gæoudjiparl van den Dobbelsteen (πραγματικό όνομα Parl Kristian Bjørn Vester) είναι ένας δανός μουσικός από τα νησιά Φερόες. Αναγνωρισμένος στο σύγχρονο, electro, psych και pagan-folk κύκλωμα την τελευταία δεκαετία μέσα από συνεχείς βινυλιακές και CD κυκλοφορίες, ο τύπος έγινε «όνομα» με το πρώτο(;) του κιόλας πλήρες CD που είχε τίτλο “Narc Beacon”, τυπωμένο για τη γαλλική Ski-pp, το 2001. Δύο χρόνια αργότερα (2003) το άλμπουμ επανεκδίδεται σε 2LP από την ίδιαν εταιρεία, έχοντας μόνο δύο ηχογραφημένες πλευρές (την πρώτη και την τρίτη – η δεύτερη και η τέταρτη δεν… έπαιζαν, είχαν μόνον εικαστικό ενδιαφέρον), αρχίζοντας ν’ αποκτά φήμη σιγά-σιγά (το άλμπουμ), παρότι στη Δανία θεωρήθηκε εξ αρχής ως κάτι το ξεχωριστό. Το 2011 επανεμφανίζεται μάλιστα (βάσει των στοιχείων που δίνει το discogs) από έναν συνασπισμό δανέζικων labels, για να ακολουθήσει μία ακόμη επανέκδοση (στην ουσία δεν πρόκειται για επανέκδοση) από την φινλανδική Fonal, προς το τέλος του 2012. Τι είχε συμβεί ; Σε μια παριζιάνικη αποθήκη είχαν βρεθεί κάμποσες original κόπιες και απ’ αυτό το stock έγιναν τόσο η έκδοση του ’11, όσο κι εκείνη του ’12. Η Fonal έκανε μάλιστα το καλύτερο δυνατό τυπώνοντας νέο ψυχεδελικό art cover (δια χειρός Pauliina Mäkelä), καθώς και το σχετικό insert με τα στοιχεία και τις πληροφορίες.
Το “Narc Beacon / Nag Nag Bacon” είναι ένα παράξενο, όπως προείπα άλμπουμ. Δεν έχει κάποιο «μόνιμο» χαρακτήρα, και είναι αλήθεια πως θυμίζει πάμπολλα διαφορετικά πράγματα. Ξεκινά σ’ ένα freaky folk στυλ, με κάποια ηλεκτρονικά να δίνουν βάθος, συνεχίζει σε πιο poppy κατευθύνσεις (με στοιχεία από την tropicália ή σε κάτι από “Sgt. Pepper’s…”), μετά θυμίζει… ελληνικά παιδικά ή και σατιρικά άλμπουμ με moog ακρότητες (ένας συνδυασμός… θείας Λένας και «Παρατράγουδων» του Νίκου Αντωνιάδη), μετά γίνεται πιο ελεύθερο electro-experimental α λα Bruce Haack (“The Way-Out Record for Children”), φλερτάροντας με το ethnic-trance, για να καταλήξει (όλα αυτά στην πρώτη πλευρά) σε… indian drum nbass καταστάσεις. Μα και η δεύτερη πλευρά (δηλαδή η τρίτη) δεν είναι λιγότερο… εκπληκτική. Το πρώτο κομμάτι έχει ethnic (ανατολικο-ευρωπαϊκή, γιατί όχι και βαλκανική) όψη, για να μεταφερθούμε «καπάκι» σε πιο αφηρημένα electro περιβάλλοντα. Το folk στοιχειώνει γενικώς το “Narc Beacon / Nag Nag Bacon”, κάτι που φαίνεται σε κομμάτια όπως το “Carl Bergstrøm ~ Nielsen I Maskinur'æ” (με το φλάουτο να πρωταγωνιστεί), ενώ στο “Det Kom Alt Sjammen Fra Oli'en Som Du Lystigt Pumpede” η jazz ανακατεύεται εν τάχει με τις μουσικές του κόσμου και τα ηλεκτρονικά σ’ ένα απίστευτο λατινο-βραζιλοκράμα (χάρμα!). Τα δύο τελευταία tracks είναι πιο… ομφαλοσκοπικά, δίχως να χάνουν το ενδιαφέρον τους, καθώς αναδεικνύουν και προβάλλουν στη διαδρομή τον… folktronica χαρακτήρα τους.
Αλήθεια, πώς να ηχεί σήμερα ο Goodiepal; Πρέπει ν’ ακούσω…

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

JAZZ + ΠΡΑΞΕΙΣ στην Πάτρα 27-29/6

Το Φεστιβάλ Jazz + Πράξεις στην Πάτρα συμπληρώνει εφέτος μια δεκαετία. Πρόκειται για ένα ουσιαστικό και αθόρυβο γεγονός, από τις εκδηλώσεις του οποίου έχουν περάσει μέγιστα ονόματα τής σύγχρονης και παλαιότερης jazz (Renaud Garcia Fons, Tomasz Stanko, Louis Sclavis, Aldo Romano, Nik Bartsch Ronin, Lars Danielsson, Chico Freeman, Barbara Dennerlein, Nicky Skopelitis, Sheila Jordan, Günter Sommer, Μilcho Leviev, Rick Margitza, Fritz Pauer, Trilok Gurtu, Furio Di Castri, Alexi Tuomarila, Olivier Gatto, Milo Kurtis κ.ά.) και βεβαίως ουκ ολίγα επίλεκτα στελέχη της ελληνικής σκηνής (Βασίλης Τσαμπρόπουλος, Γιώργος Τρανταλίδης, Σάκης Παπαδημητρίου, Γεωργία Συλλαίου, Γιώργος Κοντραφούρης, David Lynch, Κώστας Θεοδώρου, Τάκης Φαραζής, Σαβίνα Γιαννάτου, Σοφία Νοητή,  Φλώρος  Φλωρίδης, Λάκης Τζήμκας, Ανδρέας Γεωργίου, Γιώργος Μεταξάς, Μπάμπης Παπαδόπουλος, Παντελής Στόικος κ.ά.). Έχοντας λοιπόν τη συγκεκριμένη παρακαταθήκη οι άνθρωποι του φεστιβάλ –ο Γιάννης Μουγγολιάς (φίλος παλαιόθεν και συντάκτης στο Jazz & Τζαζ) και οι συνεργάτες του από το Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας και τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Πατρέων– ετοίμασαν μια τριήμερη γιορτή, που κι εφέτος έχει πράγματα να δώσει. Με εισιτήριο λαϊκό (22 ευρώ και για τις τρεις ημέρες, ή 10 ευρώ για κάποιον που θέλει να παρακολουθήσει μία ημέρα) και με πρόγραμμα που ανταποκρίνεται στην ιστορία του θεσμού, το Jazz + Πράξεις προτείνει εφέτος τους GroovinHigh και το τρίο του Νικόλα Αναδολή την 27/6, τον Σταύρο Λάντσια με τα Κρόταλα την 28/6 και τους Michel Portal και Vincent Peirani την 29/6. Μερικά στοιχεία για τους καλλιτέχνες, έτσι όπως καταγράφηκαν στο τρέχον τεύχος του Jazz & Τζαζ από τον Γιάννη Μουγγολιά…
Αρχή λοιπόν σήμερα, 27/6, με τους Groovin’ High, ένα συγκρότημα από την Πάτρα, η βασική επιρροή του οποίου είναι η gypsy jazz, μια μουσική επίκαιρη και ενδιαφέρουσα με φανατικό κοινό στην Ευρώπη, αλλά και ανερχόμενο είδος τελευταία στη χώρα μας. Το ρεπερτόριο των GroovinHigh είναι ένα μουσικό ταξίδι που ξεκινά από τα jazz clubs του Μεσοπολέμου και καταλήγει στο σήμερα. Στο ρεπερτόριό τους υπάρχουν βασικά διασκευές κυρίως jazz standards, με αναφορές και σε άλλα σύγχρονα μουσικά ρεύματα σε ύφος πάντα gypsy jazz. Οι Groovin’ Ηigh αποτελούνται από τους: Δήμητρα Θεοφανίδη φωνή, Διονύσιο Μουζάκη σαξόφωνα, Γιώργο Παπαβασιλείου και Κωνσταντίνο Γκολφινόπουλο manouche guitars και Γιώργο Κατσίκα κοντραμπάσο. Την ίδια βραδιά τη σκυτάλη θα πάρει  το τρίο του 22χρονου πιανίστα Νικόλα Αναδολή, αποτελούμενο από τον ίδιο και τους Δημήτρη Γουμπερίτση κοντραμπάσο και Σωτήρη Αναδολή ντραμς, δυο μουσικούς που τους γνωρίζουμε ως ιδρυτικά μέλη των A Priori. Η περίπτωση του Νικόλα Αναδολή είναι πραγματικά μοναδική και μας κάνει περήφανους με τη θυελλώδη πορεία του στο εξωτερικό και ειδικότερα στην Αμερική, στην καρδιά της τζαζ. Βραβευμένος με το Grand Prix de la Ville de Paris στο μεγάλο Διεθνή Διαγωνισμό piano-jazz Martial Solal τον Οκτώβριο του 2010, ο Αναδολής έχει κερδίσει την «προεδρική» υποτροφία για τζαζ πιάνο στο Βerklee College of Music στη Βοστώνη (2008), όπου και σπουδάζει από τότε. Έχει εμφανιστεί σόλο ή με γκρουπ σε σημαντικούς χώρους του εξωτερικού κι είναι από τους ελάχιστους Έλληνες που έπαιξε στο Blue Note, στη Νέα Υόρκη. Με το αμερικανικό τρίο του έχει ηχογραφήσει στην δισκογραφική εταιρεία Jazz Revelation Records. Έχει συνθέσει κομμάτια για σόλο πιάνο, ντουέτα για πιάνο και σαξόφωνο, για πιάνο τρίο και σύνολα πνευστών και εγχόρδων, ενώ πρόσφατα συνέθεσε για big band.
Την Παρασκευή 28 Ιουνίου στη σκηνή θα ανέβει ο διακεκριμένος συνθέτης και πολυοργανίστας (πιάνο, κρουστά) Σταύρος Λάντσιας, που πλαισιωμένος από το συγκρότημά του (Δημήτρης Χουντής σοπράνο σαξόφωνο, Alfredo Shtuni βιολί , Αλέξανδρος Μποτίνης τσέλο και Μιχάλης Καλκάνης κοντραμπάσο) θα συμπράξει με τα Κρόταλα (Πέτρο Κούρτη, Ανδρέα Παπά και Γιάννη Παπαγιαννούλη) συνομιλώντας με την πληθωρική ρυθμική έκφραση των κρουστών απογειώνοντας τις αισθήσεις. Εξέχουσα μορφή της σύγχρονης τζαζ (ως μέλος των Human Touch και με σπουδαία προσωπική συναυλιακή και δισκογραφική παραγωγή), αλλά και με ηχηρές συνεργασίες (Διονύσης Σαββόπουλος, Ελένη Καραΐνδρου, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Έλλη Πασπαλά, Ορφέας Περίδης, Κώστας Τουρνάς κ.ά.), ο Σταύρος Λάντσιας αποτελεί «καλλιτεχνικό μέγεθος». Τα Κρόταλα, τρεις κρουστοί με πάθος, ένταση και ιδιαίτερο χρώμα, με επιρροές από την Ανατολή, τα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο και τη Δύση και μ’ ένα αστείρευτο λεξιλόγιο νέων εκφραστικών δυνατοτήτων πάνω στις παραδοσιακές φόρμες δημιουργούν ένα νέο μουσικό ιδίωμα μέσα από τις ιδιαιτερότητες του κάθε κρουστού, μετατρέποντας την ίδια στιγμή σε κρουστά τα πιο απίθανα αντικείμενα. Τα συγκρότημα επιλέχτηκε να ηχογραφήσει με την Loreena McKennitt, στο Ancient Muse, ενώ απέσπασαν εγκωμιαστικά σχόλια από το διεθνή Τύπο (The Guardian κ.λπ.).
Η αυλαία του τριήμερου «Jazz + Πράξεις» θα πέσει το Σάββατο 29 Ιουνίου με την έλευση ενός κορυφαίου διεθνούς ντουέτου. Ένας θεμελιωτής της σύγχρονης ευρωπαϊκής τζαζ, ο γάλλος συνθέτης και βιρτουόζος μουσικός Michel Portal (σαξόφωνα, κλαρινέτο, μπαντονεόν) θα συναντήσει ένα από τα πιο δυνατά χαρτιά της σύγχρονης σκηνής που βρίσκεται στην αιχμή της δημιουργικής του πορείας, τον ακορντεονίστα Vincent Peirani.  Ό,τι και να πει κανείς για τον Michel Portal είναι λίγο και ο ασφαλής οδηγός στην τέχνη του είναι μια γενναία βουτιά στην τεράστια δισκογραφία του και στα αναρίθμητα πρότζεκτ και συνεργασίες του με κάθε ανήσυχη συνιστώσα του τζαζ στερεώματος. Η ευρύτητα της στυλιστικής πολυμορφίας του δεν περιχαρακώνεται, αλλά, απεναντίας, απλώνεται στην τζαζ, την κλασική, τη σύγχρονη αβαντ-γκάρντ, το σάουντρακ, τη γαλλική ποπ. Ένας ζωντανός θρύλος λοιπόν στην Πάτρα, που θα έχει στο πλευρό του τον Vincent Peirani σ’ ένα μουσικό διάλογο υψηλής ενέργειας, φωτίζοντας μοναδικές πτυχές της τζαζ και της world music, εμπλουτισμένες με έντονη μεσογειακή διάσταση και τάνγκο νύξεις. Ο Peirani με εξαιρετικούς δίσκους στο ενεργητικό του –και με πιο πρόσφατο το υπέροχο “Thrill Box” στην ACT Music + Vision με τους Michael Wollny πιάνο, Michel Benita κοντραμπάσο και guests τον Michel Portal και τον σαξοφωνίστα Emile Parisien–, θα είναι ο ιδανικός μουσικός συνοδοιπόρος στην πολλά υποσχόμενη αυτή συναυλία, που θα κλείσει την ωραία τζαζ γιορτή, στο Αίθριο του Παλαιού Δημοτικού Νοσοκομείου της Πάτρας.

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

RON OSWANSKI – KEN HATFIELD

Τo “December’s Moon” [Tames/ Palmetto, 2013] του Ron Oswanski –να το πω από την αρχή– είναι ένα από τα ωραιότερα organ άλμπουμ, που άκουσα τον τελευταίο καιρό· ίδιας αξίας μ’ εκείνα του Tony Monaco ή του Γιώργου Κοντραφούρη ας πούμε, αλλά εντελώς διαφορετικής λογικής. Η αρχή για τον Oswanski δεν είναι αναγκαστικώς το blues και ο Jimmy Smith, αλλά κάτι άλλο, κάτι το οποίον, πιθανώς, να συμβολίζει ο κιθαρίστας τού πιο καινούριου άλμπουμ του, που δεν είναι άλλος από τον John Abercrombie.
Υπάρχει λοιπόν ένας ECM ήχος, διάσπαρτος και όχι συνεχής, σε πολλά από τα tracks του “December’s Moon”, ένας ήχος που γίνεται αισθητός όχι μόνο μέσω των παιξιμάτων (ο Oswanski χειρίζεται επίσης πιάνο και ακορντεόν), αλλά και του ρεπερτορίου (πρωτότυπα κομμάτια, αλλά και διασκευές σε συνθέσεις των Verne Meisner, ενός master της αμερικανικής πόλκας, Led Zeppelin, Kenny Wheeler και Fred Hersch). Το αποτέλεσμα καταγράφεται και στα 12 tracks του CD, και στα 70 σχεδόν λεπτά του. Έχοντας ως «ήρωές» του τους Keith Jarrett, Jan Garbarek, Kenny Wheeler και βεβαίως δίπλα του, ζωντανό, τον ίδιο τον Abercrombie, ο Oswanski ετοιμάζει ένα άλμπουμ με εναλλάξ λυρικές και ρυθμικές εξάρσεις, εμμένοντας στην μελωδική αποτύπωση και την αρμονική επεξεργασία των κομματιών που παρουσιάζει, δίνοντας την ευκαιρία σε όλους τους συμπαίκτες του –βασικά στους κιθαρίστες και στον σαξοφωνίστα– να αποτυπώσουν επαρκώς το δικό τους ίχνος. Έτσι, και χωρίς να απουσιάζει ή να εγκαταλείπεται το groove, o οργανίστας από το Toledo του Ohio κατορθώνει να φέρει εις γάμου κοινωνίαν δύο, ας τις πούμε, αντιδιαμετρικές jazz εκφάνσεις· από τη μια μεριά το στιβαρό, «πλακωμένο» fusion (το lead track “White meadow” και η “Ukrania polka” είναι δύο καλά δείγματα) και από την άλλη την λυρική, «απλωμένη» αφήγηση του “December’s moon” και του “Milk of the moon”. Έχοντας στη δούλεψή του ένα κάτι σαν super-group –Clarence Penn ντραμς, κρουστά, Ian Froman ντραμς, Jay Azzolina ακουστική, ηλεκτρική κιθάρα, John Abercrombie ηλεκτρική κιθάρα, John Pattitucci κοντραμπάσο, bass guitar, Tim Ries σοπράνο, τενόρο– ο Ron Oswanski προσφέρει ένα CD με γοητεία αναμφισβήτητη, αλλά όχι, πάντα, προφανή. Απαιτούνται αναγνώσεις, αλλά στο τέλος υπάρχει και το «αζημίωτο», η ανταμοιβή.
Επαφή: www.ronoswanski.com
Ο Langston Hughes (1902-1967) είναι ένας ποιητής που απασχολεί την jazz και την blues δισκογραφία από δεκαετίες (ως γνωστόν). Ας θυμηθούμε ανάμεσα σε άλλα το άλμπουμThe Weary Blues with Langston Hughes” [MGM, 1958] με Leonard Feather, Charles Mingus, Horace Parlan κ.ά., τοAfro-Percussion/ Uhuru Afrika” [Roulette, 1960] του Randy Weston, τοDid you Ever Hear the Blues?” [United Artists, 1959] του Big Miller με Jimmy Jones, Phil Woods, Zoot Sims κ.ά. και ακόμη το “Mule Bone” [Gramavision, 1991] του Taj Mahal ή την πρόσφατη συλλογή “Harlem in Vogue/ The Poetry and Jazz of Langston Hughes” [Fingertips, 2011], που περιέχει τις εγγραφές με Leonard Feather και Charles Mingus, τον ίδιον τον Hughes να απαγγέλει, αλλά και tracks με το Bob Dorough Quintet από τα late fifties. Ισχυρός πόλος εκείνου που ονομάστηκε Harlem Renaissance στη δεκαετία του ’20 και που περιλαμβάνει εκτός από (μαύρους) συγγραφείς, ποιητές, διανοητές, πολιτικούς και όλη τη βάση της jazz, o Langston Hughes παραμένει μία ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης (για την jazz πρωτίστως) όχι μόνο για τους μαύρους, αλλά και για τους λευκούς (εννοείται) δημιουργούς. Όπως λευκός είναι ο κλασικός κιθαρίστας Ken Hatfield (εννοώ πως χειρίζεται κλασική κιθάρα), όπως λευκό είναι περαιτέρω και όλο το σεξτέτο του (Hilary Gardner φωνή, Jamie Baum άλτο φλάουτο, Hans Glawischnig μπάσο, Jeff Hirshfield ντραμς, Steven Kroon κρουστά).
Εκείνο που είναι ευκόλως παρατηρήσιμο, ακόμη και με την πρώτη ακρόαση τουFor Langston [Arthur Circle Music, 2012], είναι το ιδιαίτερο ηχόχρωμα των μουσικών του Hatfield· ιδιαίτερο εν σχέσει με το τι, ενδεχομένως, αναμένει ο καθείς ακούγοντας το ονοματεπώνυμο Langston Hughes. Ο Hatfield ετοιμάζει μία jazz-να-την-πούμε-δωματίου, με πρωταγωνιστικά όργανα την κιθάρα και το φλάουτο, και βεβαίως τη φωνή (της Gardner), δίνοντας στην ποίηση τού αφροαμερικανού δημιουργού μιαν άλλη διάσταση. Μπορεί να παραξενεύει σε πρώτο άκουσμα το “For Langston”, όμως με την πάροδο του χρόνου αντιλαμβάνεσαι την μέθοδο και τον τρόπο του Hatfield, ο οποίος, στηριζόμενος στο… αρμονικό κουαρτέτο του (κιθάρα, φωνητικά, άλτο φλάουτο, μπάσο) και το ρυθμικό του ντούο (ντραμς, κρουστά), επιλέγει ποιήματα (ή συνδυασμούς ποιημάτων), τα οποία ταιριάζουν περισσότερο στη δική του αίσθηση για την ποίηση του Hughes. Κι ενώ στα οργανικά passages το πράγμα ρέει άνευ ιδιαιτέρων δυσκολιών (ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου η jazz συναντά το folk), η soprano φωνή της Hilary Gardner είναι ένα ζήτημα...
Επαφή: www.kenhatfield.com

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

SPYROS CHARMANIS progressive απ’ τον τόπο μας κι ας είναι και… αριστούργημα

O Σπύρος Χαρμάνης από τον Βόλο είναι ένας νέος άνθρωπος (δεν έχει περάσει ακόμη τα 30), ο οποίος πράττει με το “Wound” (το δεύτερο ανεξάρτητο CD του, που κυκλοφόρησε πέρυσι) κάτι το εντυπωσιακό (έτσι νομίζω δηλαδή). Ολοκληρώνει ένα progressive rock άλμπουμ 72 λεπτών(!), σύγχρονο, σημερινό, διόλου αυτάρεσκο ή αθεραπεύτως… μουσικοφιλικό.
Δεν είναι, δηλαδή, προφανείς οι αναφορές του (ok, όλοι μπορεί να θυμηθούν κάποια ονόματα από το παρελθόν – εγώ θυμήθηκα τόπους-τόπους τους Queen ας πούμε, τους Genesis, τους Yes ή ακόμη-ακόμη και κάποιες μεταγενέστερες επικές ή space ομάδες…), κάτι που σημαίνει πως ο Χαρμάνης έχει δουλέψει εις βάθος προκειμένου να παρουσιάσει συνθέσεις-τραγούδια όπως το “Sub-con-scious”, το “Our time expires” ή το “Hinder”. Σ’ ένα μικρό χαρτί που συνόδευε το CD του ο ίδιος ο συνθέτης γράφει: «Το ‘Wound’ είναι ένας concept δίσκος χωρισμένος σε τρία μέρη που περιγράφει το ταξίδι ενός ανώνυμου χαρακτήρα μεταξύ ειλικρινών προθέσεων, κακών επιλογών, ρήξης και συμφιλίωσης με την ιδέα ότι προκειμένου να προχωρήσει μπροστά πρέπει το ταξίδι να το αποδεχτεί ως αναπόσπαστο πλέον μέρος του εαυτού του». Το «θέμα» είναι βαρύ και ο Χαρμάνης, όλος μέσα σε μια σύμπλοκη δραματικότητα καταφέρνει να αποδώσει πλήρως άπασες τις μεταλλαγές του ήρωά του, δίχως να ξεπέφτει στην επανάληψη ή την ευκολία. Το επίσης εντυπωσιακό είναι και το γεγονός πως ηχογράφηση, παραγωγή και μίξη έγιναν στο home-studio του βολιώτη μουσικού, και πως ο ίδιος έχει γράψει στίχους και συνθέσεις, παίζοντας σχεδόν όλα τα όργανα μόνος του (υπάρχουν κάποιες λίγες βοήθειες σε κρουστά, τσέλο και φωνές). Σπάνια περίπτωση μεμονωμένης και ιδιωτικής προσπάθειας, που ολοκληρώνεται στο πιο υψηλό επίπεδο με απολύτως περφεξιονιστικούς όρους. Τα καλά της τεχνολογίας είναι αυτά· που δεν θα έπιαναν φράγκο, βεβαίως, δίχως την παρουσία του ανθρώπινου ταλέντου.

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

ΣΥΝΤΑΓΗ ΑΝΤΙ-ΘΑΝΑΤΟΥ

Η «Συνταγή Αντι-Θανάτου» είναι μια ιστορική συλλογή του ελληνικού ροκ που πρωτοκυκλοφόρησε το 1986 στην Famous Music (η μετέπειτα FM Records) και που τώρα επανατυπώνεται σε 500 συνολικώς αριθμημένα αντίτυπα από τα Lost Archives της Β-Other Side. Προσωπικώς, και για κάποια κομμάτια, νομίζω πως είναι μία από τις πιο σημαντικές της δεκαετίας.
Το άλμπουμ ανοίγει με τους Clown, ένα από τα γκρουπ που επιχείρησαν να συνδέσουν το electro-wave της εποχής με τον ελληνικό στίχο. Τα είχαν καταφέρει μια χαρά στο 45άρι «Λευκά κελλιά/ Κλόουν» [Creep, 1983], αλλά εδώ επιφυλάσσουν κάτι άλλο. Η «Πρόβα ορχήστρας» είναι πιο… πρωτόλεια από ηχητικής πλευράς. Δεν είναι μόνον το μουσικό της κάλυμμα, είναι και ο τρόπος που αντιμετωπίζεται ο λόγος – ένα συνονθύλευμα γλωσσών και κατ’ επέκτασιν φωνητικών, που επέχουν, περισσότερο, ρόλο οργάνου. Ένα κάπως πειραματικό κομμάτι (ας το πω έτσι) που έχει το ενδιαφέρον του. Στους Εναλλάξ συμμετείχαν oι Γιώργος Κοντραφούρης και Χρήστος Ανδριανός, παίζοντας μπάσο και ντραμς αντιστοίχως, χρόνια πριν ξεκινήσουν την τζαζ καριέρα τους. Η «Κόντρα» είναι ένα τυπικό track ελληνόφωνου ροκ, με ιδιαίτερη (πάντως) ερμηνεία από τον Νίκο Καλλίνη (αργότερα στους Εκείνος + Εκείνος). Οι Κουμπότρυπες Α.Ε. του Μιχάλη Κουμπιού είχαν ήδη δύο 45άρια όταν εμφανίστηκαν στη «Συνταγή Αντι-Θανάτου». Τo «Σύμβολα και» είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια τους, παρότι τα λόγια δεν ακούγονται πάντοτε ξεκάθαρα. Πολύ ωραίο το ρεφρέν και άψογη η κιμπορντική συνοδεία. Οι Κουμπότρυπες Α.Ε. είχαν «προχωρήσει», αλλά παρά ταύτα διέλυσαν λίγο μετά τη συγκεκριμένη εγγραφή (όταν ξαναφτιάχτηκαν το 1998 ήταν πλέον κάτι άλλο). Ίσως το ωραιότερο κομμάτι της συλλογής να είναι η «Σκουριασμένη μονωδία» των Scoria. Πάνω σ’ ένα στιβαρό electro-rock υπόβαθρο το συγκρότημα (βασικά ο Άγγελος Κακουράτος) απαγγέλει μερικούς στίχους από το πρώτο στάσιμο της Αντιγόνης του Σοφοκλή (Πολλ τ δειν κοδν νθρπου δειντερον πλει… και τα λοιπά, και τα λοιπά). Το εγχείρημα είναι πλήρως επιτυχημένο, κάτι που επαναβεβαιώνει εντός μου την γενικότερη αξία των Scoria. Ευκαιρία λοιπόν να ξανακούσω τα βινύλια και το CD τους. Διάβασα μάλιστα στο 4σέλιδο ένθετο, που συνοδεύει την έκδοση, ότι ο Άγγελος Κακουράτος πέθανε τον Απρίλιο του 2012. Τον ήξερα τον Κακουράτο. Είχαμε συζητήσει παλαιότερα με αφορμή το CD «Ζωής Ένεκεν». Λυπάμαι αληθινά. Η πρώτη πλευρά της «Συνταγής…» θα κλείσει με την «Καλυψώ» των Mess. Ακόμη ένα ενδιαφέρον «νοσταλγικό» electro track, αν και κάπως παλιομοδίτικο για τα 80s δεδομένα (αλλά γι’ αυτό μ’ αρέσει). Τα Αρνάκια ήταν ένα από τα καλύτερα γκρουπ της εποχής. Τους είχα δει στον Πήγασο και θυμάμαι να λέμε (τότε) πως… θα μπορούσε να κοντράρουν ακόμη και τους Jam. Δύναμη, drive, ωραίος ελληνικός στίχος. Δυστυχώς, όμως, εκείνη η περίοδος δράσης του γκρουπ δεν καταγράφηκε επαρκώς· και όπου καταγράφηκε τα ηχογραφικά αποτελέσματα υπήρξαν μέτρια. Ίσως το πιο αδικημένο ελληνικό συγκρότημα της δεκαετίας του ’80. Το… κιμπορντικό punk των Αντί φθάνει στα όριά του με το «Σταμάτα να μιλάς για θάνατο» (το λέω, γνωρίζοντας πως ηχογράφησαν και μετά απ’ αυτό). Ιδιαίτερο συγκρότημα οι Αντί (δύο πλήκτρα, μπάσο, ντραμς) είχαν το χάρισμα να πλέκουν με φαντασία τις στοιχειώδεις μελωδικές γραμμές των κίμπορντ, συνδυάζοντάς τες άψογα (τις περισσότερες φορές δηλαδή – κι εδώ, πάντως, σίγουρα) με το rhythm section. Το κομμάτι που κλείνει την πλευρά και τον δίσκο είναι το «Ένα μυστικό στο τέλος» του συγκροτήματος Παρανυχίδες. Δεν τους θυμάμαι. Δεν τους είχα δει live, ούτε έχω ακούσει τις κασέτες τους. Το συγκεκριμένο πάνκικο track είναι κάπως artistic, κινείται σε αργό tempo (έως και λίγο πριν το τέλος, όπου ακούγεται ένα μάλλον ξεκάρφωτο κρεσέντο) με τα όργανα και το παίξιμο να δείχνουν επαρκή, και με τη δραματική ερμηνεία του τραγουδιστή (Παντελής Κούκης) να το χαρακτηρίζει απ’ άκρη σ’ άκρη.
Στα συν της έκδοσης (που ως επανέκδοση έχει μιαν αυταπόδεικτη αξία), ανήκει οπωσδήποτε, η ωραία αναπαραγωγή και το 4σέλιδο ένθετο με τις πολλές και χρήσιμες πληροφορίες για τους μουσικούς και τα συγκροτήματα (ένθετο, που απουσίαζε στην original έκδοση).
Επαφή: www.b-otherside.gr

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

ΗΝΟΡΟ – PNOETICA

Όπως διαβάζω στο σχετικό ένθετο, το Ήνορο «δημιουργήθηκε το 2001 από έμπειρους μουσικούς ως ανάγκη γνωριμίας και μάθησης του Ηπειρώτικου πολυφωνικού τραγουδιού, αρχαϊκό μουσικό φαινόμενο με σύγχρονο ενδιαφέρον». Με ρεπερτόριο που περιλαμβάνει την πολυφωνία όχι μόνον της Ηπείρου, αλλά και των γειτονικών λαών (Αλβανία, Κάτω Ιταλία, Σερβία, Βουλγαρία), το 9μελές συγκρότημα έχει εμφανιστεί σε διάφορα φεστιβάλ για την διάδοση του πολυφωνικού τραγουδιού ανά την Ελλάδα και το εξωτερικό, έχοντας ως γνώμονα «την πατροπαράδοτη ερμηνεία, την αυθεντικότητα και την λεβεντιά της τοπικής μουσικής παράδοσης».
Για τις ανάγκες του CD «Ηπειρώτικα Πολυφωνικά Τραγούδια» [Σύλλογος Ηπειρώτικου Πολυφωνικού Τραγουδιού Ήνορο], το Ήνορο, μέσα από ένα σύνολο 14 κομματιών (τρίφωνα, τετράφωνα, αλλά και ομοφωνικά), επιχειρεί να συνδέσει το παραδοσιακό ηπειρώτικο τραγούδι με το σήμερα, υπό την έννοια ότι οι τραγουδιστές που συμμετέχουν στην ηχογράφηση δεν έχουν (δεν θα μπορούσε να έχουν), ως ομάδα, την άμεση βιωματική σύνδεση με το μέλος. Είναι το ενδιαφέρον ορισμένων ανθρώπων που ζουν στη σημερινή κατακερματισμένη κοινωνία, και που προσπαθούν να προσεγγίσουν εκείνο που τους ενδιαφέρει μέσα από το αναντίρρητο πάθος και τη μελέτη. Το αποτέλεσμα είναι εκείνο που πρέπει να είναι και, σε κάθε περίπτωση, ως άκουσμα απολαυστικό. Η σύγχρονη τεχνολογία δεν μπορεί να αναπαραστήσει το κλίμα των παλαιών ηχογραφήσεων, ούτε να μεταφέρει την αύρα των καθημερινών στιγμών μέσα στις οποίες «ζυμώθηκαν» τα συγκεκριμένα άσματα, μπορεί όμως να δώσει μία «σωστή» εικόνα τους, που να είναι λειτουργική στο τώρα. Και αυτό έχει νόημα. Η έκδοση είναι απολύτως χρηστική με ωραίες επεξηγηματικές (μουσικολογικές και άλλες τινές) σημειώσεις από τους Κώστα Λώλη και Παναγιώτη Τέλλη, μέλη αμφότεροι του Ήνορο.
Επαφή: toinoro@yahoo.gr
Ο Παναγιώτης Τέλλης, βασικός μοχλός πίσω από το πολυφωνικό αυτό σχήμα, είναι επίσης μέλος και των Pnoetica, μιας τετραμελούς ομάδας που κινείται στον ευρύτερο χώρο της ethnic-jazz ή σκέτο jazz. Αποτελούμενοι εκ των Αδάμ Σωτηρόπουλο ηλεκτρική κιθάρα, Ευθύμη Σφαιρόπουλο μπάσο, Κώστα Δημητρίου ντραμς, Παναγιώτη Τέλλη φλάουτο, τενόρο, σοπράνο σαξόφωνο, φωνή και με extra βοήθειες σε σύνθια, τρομπόνι, τρομπέτα, ακορντεόν και φωνές, οι Pnoetica έχουν έτοιμο το άλμπουμ «Η Νυχτερινή Μάζωξη των Μουσικών» ή A Night Call for Musicians”, [Pnoetica Productions] που σε κερδίζει αμέσως με τα ωραία παιξίματα, τη δροσιά και τις αναφορές του, που εκκινούν από το χώρο της παράδοσης (ελληνικής και κατω-ιταλικής) και φθάνουν έως την bossa και το εγχώριο λαϊκό τραγούδι. Φυσικά, το ethnic-jazz πλάνο είναι το κυρίαρχο – και εντός αυτού μετασχηματίζεται ό,τι μετασχηματίζεται. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς και μόνον ευχάριστο, εμφανίζοντας, περαιτέρω, στοιχεία, αυθόρμητης κατάδειξης και πρωτοτυπίας. Να πω λοιπόν πως ο «Κοφτός χορός» τους είναι απολαυστικός (μου θύμισαν τους Σουηδούς Arbete och Fritid από τα early 70s και βεβαίως τους Mode Plagal), ενώ κομμάτια όπως ο «Κύκλος», το «Χασαποσέρβικο», αλλά και το μεγαλόπνοο πολυφωνικό «Ξενιτεμένο μου πουλί», δείχνουν τη δουλειά που έχουν τραβήξει οι Pnoetica στην προσπάθεια να υποτάξουν ποικίλα παραδοσιακά και λαϊκά θέματα μέσω μιας fusion ηλεκτρικής προσέγγισης. Σ’ αυτό τον τομέα και η εκδοχή της επιτυχίας του Μανώλη Αγγελόπουλου «Τα μαύρα μάτια σου» (ενορχήστρωση για τενόρο, τρομπόνι, τρομπέτα, κιθάρα, μπάσο, ντραμς, κρουστά) και ακόμη το συγκινητικό “Ena poeta”, με την απαγγελία του Cossimino Surdo στη διάλεκτο των ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας.
Επαφή: pnoetica@yahoo.com

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

τζαζ επανεκδόσεις II

Προσφάτως η Universal Music Classics & Jazz επανεξέδωσε σε CD, στη σειρά JAZZPLUS, ένα μέρος των jazz καταλόγων της Prestige, της Verve, της Riverside και της Mercury. Δύο παλαιά LP ενώνονται σ’ ένα CD, μέσω ενός νέου digital remastering από τις αυθεντικές αναλογικές πηγές και με αναπαραγωγή, στα 8σέλιδα ένθετα, των original covers μαζί με τις εκάστοτε liner notes. Ωραία δουλειά και χρήσιμη.
Τρία κορυφαία ονόματα της ιστορίας της jazz, ο τενορίστας Coleman Hawkins, ο αλτίστας Johnny Hodges και ο τρομπετίστας Roy Eldridge υπογράφουν το Hawkins! Eldridge! Hodges! Alive! At The Village Gate!” [Verve 1962, rec. live 15/8/1962], το οποίον γεμίζει με τρία μόλις θέματα – και με το 17λεπτο “The rabbit in jazz” να καταλαμβάνει όλη τη δεύτερη πλευρά. Με τον Tommy Flanagan να τους συνοδεύει στο πιάνο και με τους Major Holley και Edward Locke σε μπάσο και ντραμς αντιστοίχως, οι τρεις γίγαντες παίζουν για τους εαυτούς τους και τον κόσμο (ο οποίος συμμετέχει στη γιορτή και ανταποδίδει). Το Hawkins! Alive! at The Village Gate[Verve 1962] του Coleman Hawkins είναι ηχογραφημένο στον ίδιο χώρο, την ίδιαν εποχή (13 & 15/8/1962). Χωρίς τους άλλους δύο (Hodges και Eldridge), αλλά με τους άλλους τρεις παρόντες (Flanagan, Holley, Locke), ο Hawkins ξεκινά με “All the things you are” (Jerome Kern) και με το παραδοσιακό “Joshua fit the battle of Jericho”, περνά από το “Mack The Knife” (Kurt Weill), για να καταλήξει με το “Its the talk of the town” του Jerry Livingston. Η εντελώς πρωτότυπη η εκδοχή του στο “Mack The Knife” είναι, εδώ, το παν.
Την εποχή όπου το “West Side Story” ήταν νούμερο 1 στις μουσικοθεατρικές συζητήσεις (και στα σχετικά ακούσματα) εξαιτίας και της ταινίας (1961) των Robert Wise και Jerome Robbins, ο Oscar Peterson αποφασίζει να δώσει με το τρίο του (Ray Brown μπάσο, Ed Thigpen ντραμς) μία jazz version της μουσικής τού Leonard Bernstein παίρνοντας όλους τους «κινδύνους». Το West Side Story [Verve 1962, rec. 1/1962] δεν μπορεί παρά να είναι ένα ακόμη δείγμα της ιδιοφυΐας του καναδού πιανίστα· κυρίως της τέχνης του να εμφανίζει με τρία μόλις όργανα τον πλούτο της original μουσικής, προεκτείνοντάς τον μάλιστα προς απάτητες ατραπούς. Γιατί ο Peterson διασκευάζει με όλη τη σημασία της λέξης. Δίχως να απομακρύνεται ποτέ από τις αναγνωρίσιμες μελωδίες τις διαχειρίζεται με τρόπο μαγικό, παίζοντας με τα μέτρα, αφήνοντας περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς, προβάλλοντας όλον τον λυρισμό (βοηθά κατά τόπους και το κοντραμπάσο με δοξάρι), αλλά και την κινητικότητα της original μουσικής του Bernstein. Καταπληκτικό το “I feel pretty”, που βγάζει, λες (κι έτσι είναι), μία… rock nroll ενέργεια! Στο ίδιο CD και το “Oscar Peterson Plays Porgy & Bess” [Verve 1959, rec, 10/1959]. Με αφορμή, και εδώ, την κινηματογραφική version της όπερας “Porgy & Bess” των George Gershwin, DuBose Heyward και Ira Gershwin, που σκηνοθέτησε ο Otto Preminger το 1959, ο Oscar Peterson (μαζί με τους Ray Brown και Ed Thigpen) δίδει μία jazz (ή και περί την jazz) εκδοχή αγαπημένων κομματιών, που ήδη, τότε (το 1959) επείχαν ρόλο στάνταρντ. Τα “I wants to stay here”, “Summertime” και “I ain’t necessarily so”, ούτως ή άλλως κομμάτια αναφοράς, μετατρέπονται από το trio του Oscar Peterson σεασκήσεις ακριβείας για τα χιλιάδες ανάλογα trios (πιάνο, μπάσο, ντραμς), οπουδήποτε στον κόσμο, που θακολουθούσαν.
Από τα διάφορα LP που ηχογράφησαν από κοινού δύο από τους πιο σημαντικούς ντράμερ της jazz, ο Buddy Rich και ο Gene Krupa, έχουμε, εδώ, δύο. Το πρώτο έχει τίτλο BurninBeat [Verve 1962, rec. 1/1962] και αποτελεί ένα πρώτης τάξεως δείγμα της κρουστής πληρότητας των δύο μουσικών, οι οποίοι «εξετάζονται» επί του παρόντος σε γνωστά μαθήματα. Συνθέσεις των Count Basie, Duke Ellington, Jelly Roll Morton, το “Perdido”, το “Night train” και άλλα τινά γίνονται βούτυρο στο ψωμί για τους δύο ντράμερ (βασικά), αλλά και για την πλήρη ορχήστρα που τους συνοδεύει. Φυσικά, τα ρολαρίσματα κυριαρχούν· και όχι μόνον στα “Duet” και “Hawaiian war chant”, που είναι κομμάτια για σόλο κρουστά ή περίπου για σόλο κρουστά, αλλά σε όλα τα tracks, τα οποία περιγράφονται στο οπισθόφυλλο τού άλμπουμ μέτρο-μέτρο! Ποιος και που μπαίνει, ποιος και που βγαίνει κ.ο.κ. Το 6λεπτο χαβανέζικο που κλείνει το άλμπουμ είναι ένα έξοχο δείγμα όχι μόνον της τέχνης των δύο ντράμερ, αλλά και της μεταξύ τους επικοινωνίας. Το The Original Battle Drum [Verve 1952, rec. live 9/1952] είναι δέκα χρόνια παλαιότερο, αλλά είναι κι ένα opus (όχι μόνον της… ντραμιστικής jazz). Γραμμένο ζωντανά στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο των κονσέρτων Jazz at the Philharmonic του Norman Granz, δεν φέρνει μαζί μόνον τους Buddy Rich και Gene Krupa, αλλά, κοντά σ’ αυτούς, και τους Roy Eldridge, Benny Carter, Lester Young, Hank Jones, Oscar Peterson, Barney Kessel, Ray Brown, μα ακόμη και την Ella Fitzgerlad που τραγουδά σ’ ένα κομμάτι. Στο “The drum battle” δεν κρούει μόνον το ντούο, αλλά ολάκερο το Carnegie Hall.
Το Bashin’, The Unpredictable Jimmy Smith[Verve 1962, 3/1962] είναι ένα κλασικό άλμπουμ του Jimmy Smith. Παρότι είναι μοιρασμένο μεταξύ εγγραφών του θρύλου οργανίστα με ορχήστρα (ενορχηστρώνει ο Oliver Nelson) και ηχογραφήσεων με το τυπικό setting όργανο-κιθάρα-ντραμς (κιθάρα ο Jimmy Warren, ντραμς ο Don Bailey) το αποτέλεσμα είναι αυτό που πρέπει να είναι· ακόμη και στην α πλευρά, εκεί όπου το μεγάλο σχήμα κατακρατεί κάτι από την πληθωρική παρουσία του θεού του groove, παρουσιάζοντάς τον να στριμώχνεται κάπως από το μπάσο του George Duvivier. (Το “Bashin’…” ίσως είναι το πρώτο LP, στο οποίον ο Jimmy Smith αναγκάστηκε να συνυπάρξει με μπασίστα). Καθώς, όμως, ξεκινά η β πλευρά και σκάνε οι πρώτες νωχελικές νότες από το “Beggar for the blues” η τάξη αποκαθίσταται. Ο σήμα κατατεθέν ήχος του οργάνου τού Jimmy Smith, γεμάτος και αυτοδύναμος όπως πάντα, αποτυπώνεται με τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε και στις τρεις εναπομείνασες ηχογραφήσεις. Το Hobo Flats [Verve 1963, rec. 3/1963], που διπλασιάζει σε χρόνο το CD, εντάσσεται, και αυτό, στη λογική μεταφοράς του ήχου του hammond από το καπνισμένο club στο αποστειρωμένο σαλόνι (για να το πω έτσι κάπως χοντρά και παραστατικά). Ο Jimmy Smith ξανά με ορχήστρα (πάλι με ενορχηστρώσεις και διεύθυνση του Oliver Nelson), πάλι με μπασίστες δίπλα του (George Duvivier, Milt Hinton) και πάλι έτοιμος ν’ αποδείξει πως μπορεί να παίξει τα πάντα (ακόμη και Jobim).
Δύο παραγωγές του Creed Taylor για τη συνέχεια, και οι δύο για την Verve, και οι δύο για την Anita ODay, και οι δύο από το 1962. Στο πρώτο άλμπουμ The Three Sounds [rec. 10/1962] η Anita ODay με μικρό σχήμα (βασικά πιάνο-μπάσο-ντραμς) αποδίδει στάνταρντ (κομμάτια των Duke Ellington, Rodgers/Hart, Kurt Weill κ.ά.) με το γνωστό αφοπλιστικό-cool στυλ της. Στο δεύτερο LP Time for 2” [rec. 10/1962] η αμερικάνα jazz-singer συνεργάζεται με τον βιμπραφωνίστα Cal Tjader (συν πιάνο-μπάσο-ντραμς). Το άκουσμα είναι, όπως αντιλαμβάνεστε, περισσότερο groovy, με ορισμένα κομμάτια (“Under a blanket of blue”) να αφήνουν ένα κάπως exotica αίσθημα.
Πάντα από το 1962, που είναι ένα κάπως οριακό έτος γι’ αυτή τη σειρά των επανεκδόσεων (όχι πως δεν υπάρχουν και πιο μεταγενέστερες εγγραφές), προέρχεται και το LP Empathy[Verve, rec. 8/1962], το οποίον υπογράφεται από τους Shelly Manne, Bill Evans και Monty Budwig. Πιάνο, μπάσο και ντραμς δηλαδή, με τον Evans να εγκαινιάζει μία μάλλον άνιση συνεργασία του με την Verve, μέσα από την οποία θα υπάρξει πάντως ένα νέο ξεκίνημα. Βασικά ο Bill Evans εκείνη την περίοδο έψαχνε να βρει μπασίστα, αφού μετά τον ξαφνικό θάνατο του Scott LaFaro (7/1961) βρέθηκε κατ’ ουσίαν ξεκρέμαστος. Κάτι (λιγότερο) ο Monty Budwig, κάτι (περισσότερο) ο Chuck Israels, η ουσία είναι πως πριν το 1966 ο Evans δεν θα είχε δίπλα του έναν μπασίστα έτσι όπως τον ήθελε. Κι αυτό συνέβη εκείνη τη χρονιά (1966), όταν στο τρίο του μπαίνει ο νεαρός (μόλις 22 ετών) Eddie Gomez, με τον οποίον θα συνεργαζόταν για τα επόμενα 11 χρόνια, ηχογραφώντας καμμιά 25αριά LP. Το πρώτο, πάντως, άλμπουμ που έκαναν μαζί (με τον Shelly Manne πάντα στα ντραμς) ήταν το A Simple Matter of Conviction[Verve 1966, rec. 10/1966], και είναι αυτό που συμπληρώνει, στην περίπτωσή μας, το “Empathy”. Εδώ, και σε κομμάτια όπως τα στάνταρντ “Stella by starlight” και “Melancholy baby”, διαφαίνεται όλο το εύρος του πληθωρικού ήχου του Gomez και, κυρίως, διαφαίνεται η ταχύτητά του, όπως και ο τρόπος με τον οποίον προσεγγίζει τις πιανιστικές συγχορδιακές διαδοχές και αναπτύξεις.
Κλείνω αυτήν την δεύτερη παρουσίαση των CD της σειράς JAZZPLUS (είχε προηγηθεί το πρώτο μέρος την 26/3/2013 – δες εδώ http://is.gd/2c426Q) και πάλι με τον Oscar Peterson και το Oscar Peterson Trio (Oscar Peterson πιάνο, Ray Brown μπάσο, Ed Thigpen ντραμς). Τα δύο άλμπουμ είναι: το κλασικόNight Train [Verve 1962, rec. 12/1962] και το “The Jazz Soul of Oscar Peterson” [Verve 1959, rec. 7-8/1959]. Το πρώτο είναι ένα διαμάντι της τέχνης του μέγα καναδού παίκτη – και ας πρόκειται για μία από τις εμπορικότερες κυκλοφορίες του… Κλασικά κομμάτια της jazz (συνθέσεις των Duke Ellington, Hoagy Carmichael, Milt Jackson, Benny Moten, Sy Oliver κ.ά.) διασκευασμένα με τον προσωπικό του, ξεχωριστό τρόπο. Φοβερό το κλείσιμο με το δικό του “Hymn to freedom” – ένα κομμάτι τού σήμερα. Σε άλλο μήκος κύματος και εντελώς προχωρημένο (όπως το ακούω, τώρα) το “The Jazz Soul…” είναι ένα άλμπουμ όχι τόσο φημισμένο όπως το “Night Train”, αλλά το ίδιο ξεχωριστό. Μόνο και μόνο για το “The maidens of Cadiz” του Léo Delibes η βαθμολογία δεν μπορεί να είναι κάτι λιγότερο από «άριστα».