Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΟΛΥ ΠΑΝΟΥ εις μνήμην

Όποιος θέλει να μάθει και να διαβάσει για την Πόλυ Πάνου, που πέθανε σήμερα σε ηλικία 73 ετών, ας ψάξει να βρει το τεύχος 10 (Δεκέμβριος 2004) του περιοδικού Λαϊκό Τραγούδι (τη συνέντευξή της στον Θωμά Κοροβίνη και την αναλυτική δισκογραφία της). Μπορεί να διαβάσετε κι άλλα (ιντερνετικά ή μη) αλλού, αλλά το Δισκορυχείον προτείνει αυτό…

RARE TRACKS κάποτε…

Η σειρά συλλογών της βρετανικής Polydor Special πρέπει να εγκαινιάζεται περί τα μέσα του ’70 και πάντως… μετά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση (1973), καθότι σχετιζόταν με μια ομάδα δίσκων «ειδικής τιμής» (εκεί αναφέρεται το “special”), η οποία «ειδική τιμή» δεν θα ξεπερνούσε την μιάμιση στερλίνα. Έτσι, μ’ ένα μικρό ποσό θα μπορούσε κάποιος… άφραγκος ροκάς (της εποχής του punk) ν’ απολαύσει το παλαιότερο ρεπερτόριο – να έχει δηλαδή στη δισκοθήκη του άλμπουμ των Rory Gallagher, Eric Burdon, Cream, Focus, Jimi Hendrix, John Mayall, Pink Fairies, Stone the Crows, Velvet Underground, Frank Zappa κ.ά. ξοδεύοντας πενταροδεκάρες, «βοηθώντας» περαιτέρω και την Polydor να ξαναπουλήσει «πεθαμένο» ρεπερτόριο. Πολλοί από εκείνους τους δίσκους είχαν ιδιαίτερο νόημα, επειδή, ως συλλογές, περιελάμβαναν επισκιασμένα κομμάτια από δυσεύρετα (ακόμη και για το 1975) 45άρια, «πίσω πλευρές», που δεν είχαν «περπατήσει» εμπορικώς στην εποχή τους, ακόμη και ανέκδοτα κομμάτια από live ή αλλαχού. Μία από τις καλύτερες συλλογές που κυκλοφόρησαν ποτέ σ’ εκείνη τη σειρά ήταν και η Rare Tracks [Polydor Special 2482 274], που τυπώθηκε μάλλον το 1978 (αν εμπιστευτώ το βιβλίο με τις τιμές και τις χρονολογίες του Record Collector – έκδοση του 1997) και που ανθολογούσε σπανιότητες των Soft Machine, Fairport Convention, Linda Lewis, Jethro Toe (δηλαδή των Jethro Tull), High Numbers, Jack Bruce, Stu Brown and Bluesology, Johns Children, Alex Harvey κ.ά.
Το 1977 είχε κυκλοφορήσει το τριπλό LP των Soft MachineTriple Echo” [Harvest] κι έτσι θα μπορούσε κάποιος ν’ ακούσει το πολύ σπάνιο πρώτο single του συγκροτήματος “Love makes sweet music/ Feelinreelinsqueelin’”, που είχε βγει δέκα χρόνια νωρίτερα (1967) στην Polydor. Έπρεπε, όμως, να τα «χώσει» κανονικά, αγοράζοντας ολόκληρο «κουτί». Αντιθέτως, δίνοντας μόλις… μερικά κατοστάρικα είχε στ’ αυτιά του, μέσω του “Rare Tracks”, τα δύο πρώτα τραγούδια των Softs – και όχι μόνον αυτά. Με τα ίδια λεφτά απολάμβανε το πρώτο ψυχεδελικό 45άρι των... Jethro Toe (όπως από λάθος είχαν αναγραφεί οι Jethro Tull στην ετικέτα του single) με τα τραγούδια “Sunshine day/ Aeroplane” [MGM, 1968], το φοβερό “Zoot suit” των High Numbers (45άρι στην Fontana από το 1964) λίγο πριν το συγκρότημα μετονομαστεί σε Who, το mod-άδικο “Rootintootin’” από το πρώτο προσωπικό δισκάκι του Jack Bruce στην Polydor το 1965, το soulishJust a little bit” [Polydor, 1967] των Stu Brown and Bluesology στους οποίους συμμετείχε και ο Reg Dwight (άλλως Elton John), το ακρογωνιαίο “Desdemona” [Track, 1967] των Johns Children (“lift up your skirt and fly”…), τον pop-psych-folk αδάμαντα “If I had a ribbon bow” [Track, 1967], ήτοι πρώτο τραγούδι των σπουδαίων Fairport Convention, το κλαμπίστικο freaky r&b Aint that just too bad” [Polydor, 1965] των Alex Harvey and His Soul Band και ακόμη –ανάμεσα σε άλλα– έναν Sly Stone κι έναν Jimi Hendrix. Το soul τραγούδι των Sly and The Family Stone είχε τίτλο “Take me advice”, ήταν ανέκδοτο έως τότε κι είχε προηγηθεί κάθε ηχογράφησής τους στην Epic, ενώ το heavy bluesy Dolly dagger” του Hendrix (που ήταν και αυτό ανέκδοτο στην παρούσα version) προερχόταν από το live στο Isle of Wight, το 1970.
Με τέτοιο track list το “Rare Tracks” είναι λογικό να «μετράει» ακόμη και σήμερα…

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ ακούγοντας Θεοδωράκη

Πριν δύο χρόνια ήταν τοManos/ Jazz tribute to Manos Hadjidakis” [Verve], τώρα είναι το Modes & Moods/ Music by Mikis Theodorakis [Fidelity]. Και στις δύο περιπτώσεις υπεύθυνο το Dimitris Kalantzis Quintet – εδώ με τη βοήθεια της String Orchestra of Patras υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη. Περί τίνος, ακριβώς, πρόκειται; Χονδρικώς, περί μιας προσπάθειας «τζαζοποίησης» των συνθέσεων του Μίκη Θεοδωράκη. Μερικά ερωτήματα που πλανώνται… Είναι αναγκαίο ένα τέτοιο «διάβασμα» των γνωστών και συνάμα συναρπαστικών τραγουδιών του έλληνα-παγκόσμιου συνθέτη; Είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι σαν κι αυτό; Προστίθεται κάτι περισσότερο σε όσα ήδη γνωρίζουμε ή θα μπορούσαμε να φανταστούμε εν σχέσει με το θεοδωρακικό έργο; Αρκεί, απλώς και μόνο, μία «τζαζική» ανάγνωση της «Όμορφης πόλης» και του «Της αγάπης αίματα» για να δούμε την jazz, πίσω από το εν λόγω corpus; Προσωπικώς, είμαι σε όλα τούτα επιφυλακτικός και αυτή την επιφύλαξή μου θα επιχειρήσω να καταγράψω.
Ξεκινώντας από μία πρώτη αφετηρία πως οι συνθέσεις του Χατζιδάκι, γενικώς, είναι... ελαχίστως πιο κοντά σε μιαν υποτιθέμενη «τζαζοποίησή» τους από τις συνθέσεις του Θεοδωράκη (ίσως γι’ αυτόν το λόγο ο Καλαντζής να χρησιμοποιεί τον όρο “jazz tribute” στην πρώτη έκδοση, αλλά όχι και στη δεύτερη), θα έλεγα πως, επί του προκειμένου, η jazz είναι ένα (ανύπαρκτο) ζητούμενο όταν αναφερόμαστε στις μελωδίες των θεοδωρακικών συνθέσεων, και πως μετατρέπεται σε υπαρκτό (ζητούμενο) κατά τη διάρκεια των ενδιάμεσων αυτοσχεδιασμών (με το άλτο σαξόφωνο του Τάκη Πατερέλη να πρωταγωνιστεί, και βεβαίως με το πιάνο του Δημήτρη Καλαντζή όπως και με την τρομπέτα του Ανδρέα Πολυζωγόπουλου να ακολουθούν). Συνήθως, δηλαδή, οι διασκευές του Καλαντζή ταυτίζονται με το σχήμα Α-Β-Α, όπου Α είναι η βασική μελωδική γραμμή (χονδρικώς εκείνο που όλοι μας αναγνωρίζουμε ως «θέμα») και όπου Β οι αυτοσχεδιασμοί, οι οποίοι, σημειωτέον, ουκ ολίγες φορές, ακούγονται ξεκομμένοι από το θέμα. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο ο Καλαντζής –όπως εκείνο που έκανε ο Oliver Nelson φερ’ ειπείν στο άλμπουμ “Impressions of Phaedra” [United Artists, 1962], όταν διασκεύασε για big band τις μουσικές του Θεοδωράκη για την φερώνυμη ταινία του Jules Dassin, έχοντας ως ατού τις ορχηστρικές συνθέσεις του OST και όχι το ντεζαβαντάζ των τραγουδιών (δες κι εδώ http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/06/oliver-nelson.html–, η ουσία είναι όμως πως αν εξαιρέσεις το «Του μικρού βοριά», που ακολουθεί μία συνεπή «τζαζική» διαδρομή καθ’ όλη τη διάρκειά του (σημαντική η συνεισφορά των Γιώργου Γεωργιάδη μπάσο και Αλέξανδρου-Δράκου Κτιστάκη ντραμς), λίγες φορές το “Modes & Moods” συναρπάζει ως μία jazz πρόταση-κατασκευή. Αφήνω δε το γεγονός πως η παρουσία της Ορχήστρας Πατρών δεν βοηθά καθόλου επί του jazz προκειμένου. Μπορεί οι αξεπέραστες μελωδίες του Μίκη Θεοδωράκη («Όμορφη πόλη», «Της αγάπης αίματα», «Μαρίνα»…) να είναι σπαραχτικό… βούτυρο στο ψωμί για τα έγχορδα της ορχήστρας, όμως αν αυτό το αποκαλέσουμε “jazz” τότε χάνουμε πολλά. Αντιθέτως, αν ακούσουμε το “Modes & Moods” ως αυτό που είναι, δηλαδή μία σύγχρονη, πλούσια, ορχηστρική προσέγγιση ορισμένων γνωστών τραγουδιών του έλληνα συνθέτη, μέσα στα οποία έχει παρεισφρήσει, κάπως… δια νόμου, το jazz στοιχείο (ο Πατερέλης πάντως είναι εντυπωσιακός και κρατάει όλο το βάρος του «τζαζικού» μέρους του άλμπουμ), τότε θα είμαστε πιο κοντά στην πραγματικότητα.
Μετά απ’ αυτά τα δύο tribute άλμπουμ νομίζω πως όλοι περιμένουμε, πλέον, τον Δημήτρη Καλαντζή να εκτεθεί (με τη θετική έννοια η λέξη) και με τις προσωπικές του συνθέσεις.

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

THE LAST POETS όταν έρθει η επανάσταση…

Ήταν 2002 όταν είχαν κυκλοφορήσει ξανά από τις Light In the Attic και Vampi Soul τα δύο ιστορικά άλμπουμ των Last Poets, στην Douglas, από τη διετία 1970-71. To “The Last Poets” [Douglas 3] και το “This is Madness” [Douglas 7]. H έκδοση εκείνη –την οποία θυμήθηκα χθες το βράδυ– ήταν αρκετά προσεγμένη, αφού εκτός από τα δύο άλμπουμ περιείχε κι ένα 20σέλιδο booklet με κείμενα των Professor Griff (Public Enemy), Saul Williams και Jonathon Cott (αρθρογράφος του Rolling Stone) και φυσικά όλο το στιχουργικό υλικό του πιο απεγνωσμένα επαναστατικού γκρουπ της περιόδου.
Δημιούργημα της εποχής τους, οι Last Poets εκπροσώπησαν τη βαθειά μαύρη συνείδηση στην ευρεία μουσική (και τη δισκογραφία), δίνοντας βάση σ’ έναν τρόπο εκφοράς του λόγου που αντανακλούσε την προφορική παράδοση των γειτονιών του γκέτο. Λόγος-πολυβόλο δηλαδή, ο οποίος αποτέλεσε –κατά τα γνωστά– την ουσία και τη βάση όλου του μεταγενέστερου hip hop κινήματος. Μετερχόμενοι ιδιώματα και εκφράσεις του δρόμου (στο περίφημο “Niggers are scared of revolution” χρησιμοποιούν 30 φορές τη λέξη «γαμώ» και τα παράγωγά της), κι έχοντας έναν πολύ εμπνευσμένο τρόπο στη διαχείριση της γλώσσας, αφού ήταν γνώστες και της κλασικής λευκής αμερικανικής λογοτεχνίας (ο Omar Ben Hassen ήταν θαυμαστής του Poe, όπως σημείωνε ο Cott στο Rolling Stone της 3/9/1970), οι Last Poets υπήρξαν μία μπάντα κόλαφος, που τα έχωνε δίχως έλεος στην επίσημη κυβέρνηση, στους πάσης φύσεως φορείς της εξουσίας (Εκκλησία, αστική τάξη, διανοούμενοι…), ακόμη και στο λεγόμενο περιθώριο, προβάλλοντας τις απαιτήσεις και τα δικαιώματα της ράτσας. Στενά συνδεδεμένοι με τις SNCC και SDS (φοιτητικές οργανώσεις της εποχής με μεγάλη συνεισφορά στο κίνημα) και ακόμη με τους Μαύρους Πάνθηρες, οι Last Poets γνώρισαν από τα μέσα το πρόσωπο της εξουσίας (και όχι μόνον επειδή ο Abiodun Oyewole καταδικάστηκε, ως ένοχος για ληστεία, σε περισσότερο από δέκα χρόνια φυλάκιση, εξετίοντας λιγότερα), αρνούμενοι στην κρίσιμη περίοδο να υποστείλουν τη σημαία. Αν και χάθηκαν μετά το 1977, ξανασηκώθηκαν στα χρόνια του ’80 (έχω πάντα στο νου μου τη συνεργασία τους με τους Pop Group) κι έκτοτε πολλές φορές ακόμη…
Ηχητικώς στηριγμένοι στα κρουστά του Nilija (απουσίαζε κάθε άλλο μουσικό όργανο, όχι χωρίς αιτία), οι Last Poets (Abiodun Oyewole, Alafia Pudim, Omar Ben Hassen, Nilija στο πρώτο LP – οι ίδιοι χωρίς τον φυλακισμένο Oyewole στο δεύτερο) προέβαλλαν ως επιτακτική ανάγκη μοναχά το λόγο, δημιουργώντας μία ποίηση της καθημερινότητας (του δρόμου όπως την αποκαλούν) από την οποία δεν απουσίαζε ακόμη και η λογοτεχνική αξία (αν ορισμένοι ψάχνουν και προς τα ’κει δηλαδή). Λίγοι στίχοι από το “When the revolution comes”: 

Όταν έρθει η επανάσταση
Όταν έρθει η επανάσταση

Όταν έρθει η επανάσταση
Κάποιοι από μας ίσως θα την προλάβουν στην TV 
Με τις μπουκιές να κρέμονται απ’ το στόμα μας
Θα ξέρετε ότι είναι η επανάσταση
Γιατί δεν θα ’χει διαφημίσεις.
Όταν έρθει η επανάσταση
Όταν έρθει η επανάσταση
Οι νταβάδες ιεοροκήρυκες θα φύγουν απ’ το πλάνο
Με το κρασί της κοινωνίας χυμένο στις κωλότσεπες
Οι αδελφές δεν θα ’ναι πια τόσο τρελές
Κι όλοι οι πρεζάκηδες θα βγουν από τον κόσμο τους και θα ξυπνήσουν.
Όταν έρθει η επανάσταση.

Όταν έρθει η επανάσταση
Οι τροχόμπατσοι θα πρέπει να συνθλίβονται απ’ τα τρένα, αφού πρώτα θα έχουν χάσει τα πιστόλια τους
Και το αίμα θα τρέξει μέσα από τους δρόμους του Χάρλεμ
Πνίγοντας οτιδήποτε ασήμαντο  
Όταν έρθει η επανάσταση
Όταν έρθει η επανάσταση 

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

THE ESCAPE KEY λιώνοντας βινύλιο

Δεν είμαι fan της hip-hop κουλτούρας. Δεν λέω ότι την απορρίπτω, λέω ότι δεν είμαι fan. Μου αρέσει το rapping όταν είναι επιτυχημένο (κατά τα δικά μου… φιλοσοφικά, συνεπώς και αισθητικά πρότυπα), αλλά θιασώτης δεν είμαι· έτσι, τα κείμενα που έχω γράψει, μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια, για το hip-hop είναι ελάχιστα. Προσπαθώντας να εντοπίσω τι είναι εκείνο που μ’ «ενοχλεί», γενικώς, στο ενοργανωμένο rapping καταλήγω πως είναι η επιθετικότητα του λόγου του γκέτο (προφανώς αιτιολογημένη), σε συνδυασμό με την απουσία μελωδίας. Ακόμη κι αν συμφωνώ με όσα λέγονται, δυσανασχετώ στην ιδέα πως, ερμηνευμένα τοιουτοτρόπως, μοιάζουν αυταπόδεικτα. Σαν να είναι έτσι όπως τ’ ακούς. Δεν υπάρχει περιθώριο να σκεφτείς, να επεξεργαστείς, να κοντρολάρεις το μήνυμα. Είσαι «ένα» μ’ εκείνο. Έχω την αίσθηση δηλαδή (δεν λέω τη βεβαιότητα) πως η συγκεκριμένη μουσική, με τα απολύτως βιωματικά-σκληρά στοιχεία, έχει πολύ συγκεκριμένο βεληνεκές, το οποίον εξαντλείται εντός των ορίων του γκέτο. Δεν γίνεται να υποκριθείς ότι αντιλαμβάνεσαι, όντας έξω από ’κει.
Έχω ακούσει τα βασικά γκρουπ και καλλιτέχνες της σκηνής από το εξωτερικό (κυρίως από τα 80s και τα early 90s – θυμάμαι φίλους να με πρήζουν με τους Public Enemy εκεί στα τέλη του ’80), αλλά και από την εγχώρια σκηνή τα επίσης βασικά (Active Member, Terror X Crew, Ζωντανοί Νεκροί…) και βεβαίως τα πιο εμπορικά ονόματα, τους GoinThrough ή τα Ημισκούμπρια, όπως όλοι μας· όχι, τον Παύλο Φύσσα δεν τον ήξερα (τον έμαθα μετά τα γεγονότα). Όταν λέω πως δεν είμαι fan εννοώ, επίσης, πως ακούω χωρίς προκαταλήψεις. Αν μου αρέσει κάτι θα το πω, αν δεν μου αρέσει επίσης θα το πω. Κάπως έτσι έβαλα το LP των Escape Key στο πλατώ πριν από λίγες μέρες, και κάπως έτσι έχω εμπρός μου το ωραιότερο, καλύτερο, αμεσότερο και… μουσικότερο ελληνικό hip-hop άλμπουμ που έφθασε ποτέ στ’ αυτιά μου. Πιθανώς να υπάρχουν κι άλλα – δε λέω. Εγώ, όμως, άκουσα το “The Escape Key” και γι’ αυτό θέλω να γράψω.
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε CD το 2011 και σε βινύλιο πέρυσι. Επειδή όμως η διανομή υπήρξε μάλλον προβληματική ξαναβγήκαν οι ίδιες βινυλιακές κόπιες στην αγορά πριν από λίγο καιρό. Το LP το αναλαμβάνουν 4 ετικέτες. Η X-Records, που είναι παράρτημα της 33 1/3 Entertainment, το στούντιο 396-Rainlab και η (σε αναβίωση) Ηχοκρατορία, που μας γυρίζει πίσω στα χρόνια των Terror X Crew (TXC). Έχουν κάποια σχέση οι Escape Key με τους TXC; Οπωσδήποτε. Βασικό μέλος τους είναι ο DJ ALX, το ένα τρίτο των TXC, που έχει αναλάβει τη μουσική παραγωγή, τη σύνθεση και τον προγραμματισμό και ακόμη οι Lexx και Rainman, που συμμετέχουν στους στίχους και την ερμηνεία. Στους guests, και στα credits των κομματιών, συναντάμε ακόμη τους Τάκι Τσαν, Νικήτα Κλιντ και Φανταστικοί Ήχοι, μερικούς «κανονικούς» οργανοπαίκτες (Μάριος Χασαλεύρης κιθάρα, μπάσο, Σπύρος Ζούγρης yaylı tanbur, κρουστά, Θανάσης Κουζαμπάσης σαξόφωνα) και την φωνητική ομάδα με την Εστερίνα Κανέλλου και όλους τους υπολοίπους.
Το project κυλάει με φόρα από την αρχή, κάτι που οφείλεται στην γεμάτη, εμπνευσμένη, «ζεστή» και ανθρώπινη παραγωγή του DJ ALX. Δεν είναι μόνο τα samples, που προσφέρουν στην ηχογράφηση άλλον αέρα, δεν είναι τα διάφορα «κόλπα» και οι «εκπλήξεις» που καραδοκούν σε κάθε δευτερόλεπτο της εγγραφής, είναι το μοντάζ, η μίξη και η ηχογράφηση του υλικού (επίσης ο DJ ALX), που εξακοντίζει το “The Escape Key” στα όρια του απολαυστικού. Υπάρχουν εμπνευσμένα κομμάτια που επιβάλλονται μέσα από τα up-tempi και τους συνδυασμένους ρυθμούς («Αναμορφωτήριο»), άλλα που σε ταξιδεύουν με τα χαλαρά breakbeats και τα downbeats («Βροχοποιός») και άλλα που σε μεταφέρουν μέσα από τις psych, raga ή jazzy πινελιές σε περισσότερo οικεία περιβάλλοντα («Σε έναν κόσμο»). Και όσον αφορά το rapping, το στιχουργικό κομμάτι, κι εδώ οι Escape Key τα καταφέρνουν όχι απλώς «καλά», αλλά κάτι (πολύ) παραπάνω. Κανένα τράβηγμα. Ουδεμία προσπάθεια να κολλήσουν τα μια-χαρά-ελληνικά τους στo διαλεχτό DJing. Στίχοι με σοβαρό κοινωνικό περιεχόμενο, δίχως ανέξοδες λεκτικές ακρότητες, με χιούμορ όπου χρειάζεται και κυρίως με την επικοινωνιακή άνεση εκείνου που ενώ τα έχει πει πολλές φορές, δεν «κολλάει» να τα ξαναπεί περισσότερες ακόμη. Τι κομματάρα οι «Πληγές Ι» («ήταν ο φόβος, η παράνοια, αγάπη σπάνια-αγάπη σπάνια/ ήταν εκείνη ο κόσμος όλος, κρύος και μόνος-κρύος και μόνος») με τα διπλά (ανδρικά-γυναικεία) φωνητικά και το easy background και τι παλίμψηστο αναφορών το έσχατο “Press enter to escape”!
Ούτε που ξέρω πόσες φορές άκουσα μέσα σ’ ένα απόγευμα-βράδυ αυτό το άλμπουμ. Αληθινή απόλαυση! Σπουδαίος δίσκος!!
Επαφή: www.esc2enter.com

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

PROVOS & MERRY PRANKSTERS

Στην αρχή της χρονιάς κυκλοφόρησε το βιβλίο Provos & Merry Pranksters/ Τα πρωτοποριακά κινήματα της δεκαετίας του ’60 [σοφίτα, Αθήνα 2013]. Συγγραφέας ο Γιάννης Γ. Μπαζός. Το βιβλίο, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, καταπιάνεται με δύο κινήματα των sixties που επενέβησαν στο πολιτικοκοινωνικό (αν μιλάμε για τους Provos), αλλά και στο καλλιτεχνικό επίπεδο (αν μιλάμε για τους Pranksters). Οι Provos αναπτύχθηκαν στην Ολλανδία την περίοδο 1965-1967, ενώ οι Merry Pranksters στις ΗΠΑ από το 1964 έως τα τέλη, χονδρικώς, της δεκαετίας του ’60.
Αν υπάρχει κάτι που μ’ «ενοχλεί» σ’ αυτό το ενδιαφέρον βιβλίο –κι ας το πω από την αρχή– είναι πως έχει… μυθιστορηματικό και όχι δοκιμιακό χαρακτήρα. Δηλαδή τα γεγονότα καταγράφονται γραμμικώς ανεξαρτήτως των πηγών τους, οι οποίες ναι μεν υπάρχουν (οι βιβλιογραφικές τουλάχιστον), αλλά είναι γενικές και, κατά τα συνηθισμένα, καταγεγραμμένες στο τέλος ως βιβλιογραφία. Θα μπορούσε ο Μπαζός να είχε σχηματίσει τον κορμό της αφήγησής του και από ’κει και πέρα να ενσωματώσει στα καθέκαστα ό,τι έκρινε απ’ όσα διάβαζε (με τις σχετικές παραπομπές). Επέλεξε ν’ ακολουθήσει κάτι άλλο, οk… μένω, όμως, στο ζήτημα.
Έχω την εντύπωση πως κάποιος που θέλει να γράψει γι’ αυτά τα ζητήματα στην Ελλάδα, π.χ. για τους Provos –σχηματίστηκαν στο Άμστερνταμ το 1965 και μέσα σε δυο-τρία χρόνια κατόρθωσαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, προβάλλοντας εναλλακτικούς τρόπους παρέμβασης και διεκδίκησης στηριγμένοι σε μια κουλτούρα που διαπνεόταν από αναρχοαυτόνομα στοιχεία– θα πρέπει να έχει υπ’ όψιν του, κατ’ αρχάς, μια βασική ας την πω ελληνική βιβλιογραφία. Στον πρόλογο γράφει ο Μπαζός: «Αφού είχε ολοκληρωθεί το βιβλίο, ανακάλυψα –καθυστερημένα το τεύχος “Πεζοδρόμιο 9” [Αθήνα, Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1979] που είχε αφιέρωμα στους Provos. Το τεύχος αυτό, παρ’ ότι ολιγοσέλιδο, κατορθώνει να δώσει ένα ημερολογιακό περίγραμμα της δράσης των Provos, καθώς και κάποια κείμενά τους. Επίσης είναι πρωτοποριακό καθώς προηγείται του άρθρου του “High Times” (January, 1990), αν και μοιράζονται τις ίδιες πηγές. Αυτά για να μην ξεχνάμε κάποιες ηρωικές προσπάθειες που έγιναν και γίνονται στον ελλαδικό χώρο».
Αυτή η «καθυστέρηση», την οποίαν ομολογεί ο ίδιος ο συγγραφέας, είναι οπωσδήποτε ένα ζήτημα, αν και δεν είμαι σίγουρος πόσο θα άλλαζε η έγκαιρη ανάγνωση του Πεζοδρομίου το πνεύμα του βιβλίου, που, το ξαναλέω, είναι… μυθιστορηματικό. Και, βεβαίως, εκτός από το ένατο τεύχος του εντύπου που εξέδιδε ο Χρήστος Κωνσταντινίδης (εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στους Provos), υπήρχε και η Ανοιχτή Πόλη με το σχετικό κείμενο του Βλάση Ρασσιά Από τους Provos στους Kabouters (τεύχος 3, Απρίλης 81), όπως και άλλες, σίγουρα, αναφορές, που δεν τις έχω, όλες, αυτή τη στιγμή στη μνήμη μου, και ίσως διαθέσιμες ή πρόχειρες. Φερ’ ειπείν η περίπτωση του βρετανικού γκρουπ Tomorrow και του τραγουδιού τους “My white bicycle” (5/1967), που ήταν εμπνευσμένο από το άσπρο σχέδιο για τα ποδήλατα των Provos. Μία τέτοια αναφορά υπάρχει στο fanzine Psychagogos (Νο 3, Ιούνιος 1986) στο άρθρο του Νίκου Κοντογούρη (υποθέτω) Tomorrow/ Keith West – Από τους Tomorrow στους Moonrider. Το σημειώνω, επειδή εκείνη την εποχή πρωτοδιάβασα το όνομα “Provos”, ακούγοντας συγχρόνως το πολύ ωραίο τραγούδι των Tomorrow. “The rain comes down but I don’t care/ The wind is blowing in my hair/ Seagulls flying in the air/ My white bicycle…”.
Δεν ξέρω αν είναι παράξενο (γιατί να είναι;), αλλά για τους Provos και το… provotariato επληροφορείτο η… ελληνική οικογένεια σε real time, το 1966! Στο περιοδικό Εικόνες (τεύχος 561, 22/7/1966), ο παλαιός μαρξιστής και λίγο αργότερα υπουργός Παιδείας της χούντας Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου (τότε 61 ετών) κατέθετε άρθρο υπό τον τίτλο Οι Θιασώται της Ευκολίας / Ο «αντινομισμός» των ωργισμένων νέων (μπήτνικς, στυλιάγκι, πρόβος) ταράσσει την εποχή μας, εφιστώντας την προσοχή των αναγνωστών του σ’ αυτά τα… γελοία φαινόμενα. Γράφει ο Παπακωνσταντίνου: «Συγκρινόμενος προς τον αναρχισμόν (σ.σ. εννοεί τις θεωρίες του Μπακούνιν και του Κροπότκιν) αυτός ο σύγχρονος αναρχισμός –όπως εκφράζεται από τους ‘μπήτνικς’, τους ‘στυλιάγκι’ και τους ‘πρόβος’, ιδίως δε τους ‘πρόβος’ οι οποίοι ανέπτυξαν έντονον δράσιν τον παρελθόντα μήνα εις την ολλανδικήν πρωτεύουσαν– ομοιάζει με οικτράν γελοιογραφίαν. Το όνομα ‘πρόβο’ προέρχεται εκ περικοπής λέξεως, που σημαίνει ‘πρόκλησις’, το έδωσαν δε οι ίδιοι εις τους εαυτούς των. Αυτοεχαρακτηρίσθησαν ‘προκλητικοί’ και καταβάλλουν κάθε προσπάθεια δια να γίνουν. Είναι και αυτοί, ως επί το πλείστον, τέκνα ευπόρων οικογενειών, κατέχονται όμως όχι από πνεύμα θυσίας και προσφοράς υπηρεσίας (ζητουμένης ή αζητήτου έστω), αλλά από θανάσιμον πλήξιν.(…) Ο ‘αντινομισμός’ των έχει προσλάβει την μορφήν παιδικού πείσματος. Κάθονται εις την βάσιν ενός μνημείου, εντός της πόλεως του Άμστερνταμ, διότι απαγορεύεται αυτού ειδικώς η χρησιμοποίησις δια τον σκοπόν αυτόν. Η αντίθεσίς των προς τα καθιερωμένα εκδηλώνεται με την εξεζητημένην και ατημέλητον ενδυμασίαν των και την ηθελημένως αποκρουστικήν εξωτερικήν εμφάνισιν. (…) Συγκεντρώνονται καθ’ ομάδας και κάποιος εξ αυτών εκφράζει αποτόμως μίαν ιδέαν, η οποία ημπορεί να είναι το σπάσιμον μιας βιτρίνας, η παρεμπόδισις της συγκοινωνίας εις ένα κόμβον, η ανατροπή ενός αυτοκινήτου, η καταστροφή ενός ανδριάντος. Αμέσως κάμνει έναρξιν εκτελέσεως και οι άλλοι ακολουθούν».
Ο Παπακωνσταντίνου (πρώην μαρξιστής, το ξαναλέω) δεν έκανε κριτική στους Provos ως… καταστασιακός, αλλά ως ένας κοινός, δεξιός λαϊκιστής. Το ρόλο της κριτικής από τ’ αριστερά στους Provos επεφύλαξε για τον εαυτό της η Internationale Situationniste, με την περίφημη μπροσούρα De la misère en milieu étudiant considérée sous ses aspects économique, politique, psychologique, sexuel et notamment intellectuel et de quelques moyens pour y remédier (δηλ. Για τη μιζέρια της φοιτητικής ζωής από οικονομική, πολιτική, ψυχολογική, σεξουαλική και πνευματική άποψη και κάποιοι τρόποι για την αντιμετώπισή της) που προσυπέγραψε και η οποία μοιράστηκε στους δρόμους του Στρασβούργου το 1966. (Η μπροσούρα εκδόθηκε και στην Ελλάδα, το 1973, πάλι από τον Κωνσταντινίδη ως Η Μιζέρια των Φοιτητικών Κύκλων, αποτελώντας το πρώτο τεύχος του Πεζοδρομίου). Το εν λόγω κείμενο (αναφέρεται από τον Μπαζό) εξέταζε το πλαίσιο της φοιτητικής και νεανικής αμφισβήτησης της εποχής, «χώνοντάς» τα (και) στους Provos.
Γράφουν σχετικώς οι Cohn-Bendit (ο Gabriel και ο Daniel) το 1969 στο βιβλίο τους Αριστερισμός, Φάρμακο στην γεροντική αρρώστια του κομμουνισμού [Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1972]: «Η εξέγερση των Ολλανδών Provos έγινε σ’ ένα οπωσδήποτε υψηλότερο επίπεδο, αν και αυτοί επίσης δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιήσουν ότι μόνο το προλεταριάτο είναι ικανό να αλλάξη την κοινωνία. Στην πράξη, οι Provos είναι αντίθετοι με την αυξανόμενη μονοτονία της ζωής σε μια καπιταλιστική χώρα. Θέλουν να κάνουν τη ζωή πιο όμορφη, γεμάτη ποικιλία και χρώματα, αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι εφ’ όσον το σύστημα παραμένει όπως είναι, κάθε βελτίωση μπορεί, στην καλλίτερη περίπτωση, να μπαλώσει τον μηχανισμό, ωφελώντας μερικά τμήματα της κοινωνίας και ποτέ το σύνολό της. Επομένως οι Provos μπορούν να επιτύχουν μόνο όταν ολοκληρώσουν τον αγώνα τους μέσα στην γενικότερη πάλη εναντίον της καταπίεσης». Παρότι το provotariato και το προλεταριάτο είχαν συναντηθεί, κάποιες φορές, στους δρόμους του Άμστερνταμ σε διαδηλώσεις που ακολούθησαν αιματηρές επεμβάσεις της αστυνομίας (όπως αναφέρεται και στο βιβλίο), στρατηγικός στόχος της ηγεσίας των Provos φαίνεται πως ήταν, εν τέλει, η κοινωνική ειρήνη και όχι η αληθινή δράση. Διαφωνώ δε μ’ εκείνο που γράφει ο Μπαζός στον πρόλογο πως οι Provos κατασυκοφαντήθηκαν, τάχα, «από την Αριστερά, συμπεριλαμβανομένης (και) της Internationale Situationniste». Η κριτική δεν είναι κατασυκοφάντηση (όπως διαπιστώνει ο καθείς και από το κείμενο των Cohn-Bendit).
Ρίχνοντας μια ματιά στην ελληνική βιβλιογραφία που παραθέτει ο συγγραφέας για το ζήτημα βλέπω να αραδιάζονται ένα σωρό άσχετα βιβλία (τι δουλειά έχει με το θέμα μας ο Adorno, ο Κορδάτος, ή το Λεξικό Όρων Σημειολογικής και Δομικής Ανάλυσης της Τέχνης του Σωτήρη Δημητρίου;) και όχι ας πούμε ο Αριστερισμός των Κον-Μπεντίτ, ή τα άρθρα των Ρασσιά και Παπακωνσταντίνου, όταν ακόμη και Η αυθόρμητη Εξέγερση σε Αδιέξοδο; [Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1976] του Β. Μπολσακόφ θα είχε (δηλαδή έχει) πολύ περισσότερα πράγματα να πει από το Δικαίωμα στην Τεμπελιά του Πωλ Λαφάργκ. Ας είναι…
Τώρα, για την περίπτωση των Merry Pranksters του Ken Kesey (1935-2001) δεν έχω να πω πολλά. Ίσως επειδή η δράση τους, γενικώς, είναι περισσότερο γνωστή στο… πανελλήνιο, συνυφασμένη άρρηκτα με την ανάπτυξη της ψυχεδελικής κουλτούρας στη Δυτική Ακτή των sixties. Κι εδώ ο Μπαζός χρησιμοποιεί την ίδια μέθοδο ανάπτυξης, με παραθέσεις αυτούσιων φράσεων, στοιχείων κ.λπ. άνευ της σχετικής παραπομπής. Η βιβλιογραφία για το θέμα πενιχρότατη. Ένα-δυο ξενόγλωσσα βιβλία (το On the Bus των Paul Perry/ Ken Babbs, το The Electric Kool-Aid Acid Test του Tom Wolfe) και μερικά σχετικά, κάπως σχετικά ή και καθόλου σχετικά ελληνικά (Στη Φωλιά του Κούκου του Ken Kesey, Η Πολιτική της Έκστασης του Timothy Leary, το Underground του Mario Maffi, οι Σημειώσεις για την Όραση του Jim Morrison). Κάπου γράφει ο Μπαζός: «Η γνωριμία (σ.σ. των Merry Pranksters) με τους Hells Angels έγινε μέσω του δημοσιογράφου Χάντερ Τόμσον, που εκείνη την εποχή ετοίμαζε ένα βιβλίο γι’ αυτούς». Έτσι όπως «πετάγονται» τα ονόματα είναι σαν να μην σημαίνουν τίποτα – ιδίως αν μιλάμε για τον Hunter S. Thomson και το Hells Angels: The Strange and Terrible Saga of the Outlaw Motorcycle Gangs (1967). Τραβηγμένη (για να μην πω άστοχη) θεωρώ και τη συσχέτιση των Merry Pranksters με τις υποκλοπές, τα blue boxes και τον Captain Crunch (και περαιτέρω τους Steve Wozniak και Steve Jobs) στα late 60s-early 70s. Μπορεί, αργότερα, στη δεκαετία του ’90, o Kesey να εμφανίστηκε σ’ ένα πάρτυ της Apple (όπως σημειώνει ο Μπαζός), αλλά η συσχέτιση ανάμεσα στους Merry Pranksters και τους… κομπιουτεράδες δεν ήταν προφανής από παλαιά (για να μην πω πως δεν ήταν καν υπαρκτή). Κάτι τέτοιο φαίνεται και από την εξέλιξη του πάρτυ (όπως περιγράφεται στο βιβλίο), όταν ο Kesey άρχισε να μιλάει για το LSD, με τους ανθρώπους της Apple να τρέχουν να μαζέψουν τα ασυμμάζευτα. Σε κάθε περίπτωση είναι άλλο να πει κάποιος πως ο Jobs πορευόταν στα 15 του (το 1970) υπό το πνεύμα των Pranksters ενδεχομένως –αν και η δική μου γνώμη είναι πως ήταν περισσότερο… Leary-ικός– και άλλο να υποστηρίζεται πως οι Merry Pranksters στα late sixties είχαν, ανοιχτά, σχέση με τους... κομπιουτεράδες και την κυβερνητική.
Εγώ πάντως, μετά απ’ όλα τούτα, έβαλα και ξανάκουσα ύστερα από χρόνια το LPThe Acid Test” του Ken Kesey και της παρέας του, που είχε τυπωθεί στην αμερικανική Sound City το 1966 και επανεκδοθεί από την βρετανική Psycho το 1983. Μου φάνηκε το ίδιο ενδιαφέρον όπως την εποχή που το πρωτάκουσα, εν αντιθέσει με τις ηχογραφήσεις του Timothy Leary δηλαδή, που είναι κάπως… κονσερβαρισμένες. Εξάλλου, εν σχέσει με το acid, Kesey και Leary δεν είχαν τις ίδιες απόψεις (ο πρώτος έψαχνε τη… χαρά της ζωής στα «ταξίδια» και ο δεύτερος τη μυστικιστική εμπειρία), ενώ και ως παρέες δεν κολλούσαν μεταξύ τους· οι οπαδοί του Leary φαίνεται πως έβλεπαν τους Pranksters σαν χαβαλέδες και τσαρλατάνους, όπως φαίνεται και από την αμήχανη συνάντησή τους στο Millbrook, το καλοκαίρι του ’64.
Τελειώνοντας, να πω πως το Provos & Merry Pranksters/ Τα πρωτοποριακά κινήματα της δεκαετίας του ’60 είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο και ως ανάγνωσμα σε «κρατάει». Το ότι θα μπορούσε να είναι και κάτι (πολύ) παραπάνω αυτό είναι άλλο θέμα.

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

THE NEXT STEP QUINTET ένα νέο φύσει και θέσει ελληνικό τζαζ σχήμα

Δεν ξέρω πόσο έχει γίνει κατανοητό, αλλά καλόν είναι να το πω (δηλαδή να το ξαναπώ). Το επίπεδο των ελλήνων μουσικών, που σκάνε από παντού και που ασχολούνται με την jazz, είναι πολύ ανεβασμένο τα τελευταία χρόνια. Και έτσι, με μιαν αίσθηση πλημμυρίδας, όλο αυτό το staff σκεπάζει τα πάντα – τα κλαμπ, τον Τύπο, τα social media, τη δισκογραφία. Βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν έκρηξη – ας το συνειδητοποιήσουμε. Στα χρόνια του ’60 και για πολύ καιρό έκτοτε (χονδρικώς έως τα τέλη του ’80), για να ασχολιόταν κάποιος με την jazz θα έπρεπε να ήταν μιας κάποιας ηλικίας. Συχνά δε (για να μην πω πάντα και φανώ υπερβολικός) θα έπρεπε να είχε θητεύσει, στα νειάτα του, στο rock (στα πάσης φύσεως συγκροτήματα). Ασχολούμενος με το rock από τα 16 του ή τα 18 του, κάποια στιγμή στα 20βάλε ή τα 30βάλε του ανακάλυπτε την jazz και προχωρούσε στη… μουσική ζωή του. Το ίδιο περίπου συνέβαινε και με την πλειονότητα των (παλαιοτέρων) ακροατών. Πολλοί από ’μας μάθαμε, γνωρίσαμε και αγαπήσαμε την jazz μέσα από το rock (μέσα από τους Soft Machine και τους Caravan π.χ.). Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει. Και σταδιακώς έχουν αλλάξει ή αλλάζουν από το 1992 και μετά, με την ίδρυση του Τμήματος Μουσικών Σπουδών (ΤΜΣ) του Ιονίου Πανεπιστημίου (ΙΠ), στην Κέρκυρα. Το ΤΜΣ του ΙΠ βασικά, τα ιδιωτικά ωδεία περαιτέρω, αλλά και τα ευρωπαϊκά σχολεία (κυρίως τα ολλανδικά), όπως και τα αμερικανικά (που δεν είναι πάντως το ίδιο προσβάσιμα) έχουν επιφέρει μία κολοσσιαία αλλαγή στον τρόπο του εγχωρίου τζαζ φέρεσθαι και είναι. Προϊόν, ας το πω έτσι, αυτής της «έκρηξης» είναι και οι 25χρονοι Next Step Quintet.
Το συγκρότημα σχηματίστηκε όταν τέσσερις φοιτητές του ΤΜΣ του ΙΠ, οι Θοδωρής Κότσυφας κιθάρα, Γιάννης Παπαδόπουλος πιάνο, Ντίνος Μάνος κοντραμπάσο και Βασίλης Ποδαράς ντραμς συναντήθηκαν τυχαίως, σ’ ένα jam session, με τον ελληνο-σουηδικής καταγωγής σαξοφωνίστα Ορφέα Τσουκαλά, βλέποντας ότι «κολλάνε» και πως θα μπορούσε να σχηματίσουν ένα (νεανικό) τζαζ συγκρότημα, εφαρμόζοντας όσα διδάχθηκαν στα σχολεία που φοίτησαν και όσα απεκόμισαν από τις ακροάσεις δίσκων και από τις εμφανίσεις τους στα κλαμπ και τα μπαρ. Έτσι κάπως πήραν μπροστά οι Next Step Quintet κι έτσι κάπως ήρθε η ώρα της ηχογράφησης του πρώτου φερώνυμου CD τους (2013) στην Puzzlemusik. Μέσα από εννέα συνθέσεις, συνολικής διάρκειας περί τα 63 λεπτά, το νεανικό συγκρότημα δείχνει εμφανώς όλη την γκάμα των αναφορών-επιρροών του, συνδυάζοντας το δυναμισμό της rock αφήγησης (άκου το “Insomnia” π.χ.), με την συγχορδιακή ευρηματικότητα της jazz ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα είναι, με γοητευτικό τρόπο, προκλητικό. Κομμάτια όπως το “The urchin” (ακούγεται και στο “Greek Jazz Times/ Volume I: Modern Jazz TracksCD του Jazz & Τζαζ), το “Connection” (με την πολύ ωραία μελωδία, αλλά και με την κάπως «μπροστά» κρουστή συνοδεία), το ρομαντικό-ελεγειακό “Esbjörn” (αφιερωμένο προφανώς στον Esbjörn Svensson), μα ακόμη και το έσχατο μεγαλόπνοο (περί τα 13 λεπτά) “Obsession”, που δίνει την ευκαιρία σε όλους τους παίκτες (και μαζί και μόνοι) ν’ αποδείξουν την εκτελεστική επάρκειά τους είναι δείγματα του ταλέντου και της μελέτης μιας νέας γενιάς ελλήνων μουσικών της jazz, που έρχεται (η γενιά) για να μείνει και να παραμείνει, προσφέροντας έργο. Όσο μπορώ θα το προβάλλω…