Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ στην Βικτώρια

Δεν είμαι θιασώτης του ρεπορτάζ (δεν είμαι θιασώτης τού να κάνω εγώ ρεπορτάζ). Σπανίως γράφω για εκδηλώσεις που παρακολουθώ, είτε αυτές είναι συναυλίες, είτε εκθέσεις βιβλίου ή εικαστικών, είτε λογοτεχνικές βραδιές (που δεν μυρίζουν μούχλα), είτε οτιδήποτε άλλο. Καμμιά φορά «παραβαίνω» αυτόν τον κανόνα, όταν εκείνο που έχω δει/ακούσει/νοιώσει κ.λπ. υπερβαίνει το τυπικό, το καλό ή και το άριστο ενδεχομένως, αγγίζοντας το «φάσμα» της συγκίνησης. Μπορεί δηλαδή μία εκδήλωση να μην είναι τέλεια, να μην έχει όλο εκείνο το οργανωμένο μιας υψηλής παραγωγής, να συμβαίνει σ’ έναν χώρο ταπεινό, που, συχνά, δεν τον πιάνει το μάτι σου, αλλά από την άλλη να εμφανίζει τέτοιο «ειδικό βάρος», τόση «ουσία», όση δεν συναντάς, πολλάκις, σε Μέγαρα, Στέγες και Ηρώδεια μαζί. Κάπως έτσι βρέθηκα προχθές το βράδυ με δυο φίλους στο Πολιτιστικό Κέντρο Εργαζομένων ΟΤΕ Νομού Αττικής (δεν έχω καμμία σχέση με τον ΟΤΕ, το λέω για να μην νομισθεί τίποτ’ άλλο) επί της Γ Σεπτεμβρίου, λίγο πιο πάνω από την Πλατεία Βικτωρίας, για να παρακολουθήσω μια εκδήλωση αφιερωμένη στον ποιητή Λευτέρη Πούλιο, την οποίαν οργάνωναν οι «Βικτωριανοί».
Οι «Βικτωριανοί», που δεν σχετίζονται, φυσικά, με την βικτωριανή εποχή και τα τοιαύτα, παρουσίασαν τον, σχεδόν γείτονά τους, ποιητή , σε μία ωραία βραδιά, την οποίαν θα πλαισίωναν εισηγήσεις, ομιλίες, μα κυρίως απαγγελίες. Απαγγελίες ποιημάτων του Πούλιου από μία ομάδα ηθοποιών (Φώτης Αρμένης, Μαρία Κανελλοπούλου, Αθηνά Κεφαλά, Νίκος Ορφανός), αλλά και από τον ίδιον τον ποιητή, όπως και ομιλίες σχετικές με την ποίηση του Πούλιου ή με αφορμή εκείνην από τον συνοδοιπόρο του Γιώργο Μαρκόπουλο και τον Στέλιο Ελληνιάδη. Στο δισκορυχείον έχουμε αναδημοσιεύσει ένα σημαντικό ποίημα του Λευτέρη Πούλιου, το Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα, τόσο στην πρωτότυπη ελληνική εκδοχή του (24/10/2012) –παρμένο από το «θρυλικό», όπως ειπώθηκε, βιβλίο Έξη ποιητές [Ανεξάρτητη Έκδοση, Αθήνα 3/1971] και όχι μεταφερμένο ή αντιγραμμένο όπως-όπως από ’δω κι από ’κει–, όσο και στην μετάφρασή του στην αγγλική (5/6/2013). Όπως έχουμε αναδημοσιεύσει –το λέω με την αφορμή– και δύο ποιήματα του Γιώργου Μαρκόπουλου, την Ωδή για τον παίκτη της Α.Ε.Κ. και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου (16/12/2012) και το Κόσμε Γλυκέ Κόσμε Βιομηχανικέ (30/6/2013). Οι αναδημοσιεύσεις ποιημάτων στο δισκορυχείον δεν γίνονται μόνον για προσωπική ικανοποίηση (αυτό πάντα υπάρχει σε ό,τι αναρτώ), αλλά και γιατί μία νεότερη γενιά –όπως είπα κι εκεί σε μια παρέα–, κάποια παιδιά που μπορεί να μην έχουν (και) την καλύτερη σχέση με την ποίηση, διαβάζοντας τα περί μουσικής ζητήματα στο blog, θα «πέσουν» πάνω και σε κάτι άλλο, που πιθανώς ν’ αποδειχθεί, στην πορεία, σημαντικό για ’κείνα. Έτσι, συχνά, συμβαίνει... Έτσι, τουλάχιστον, συνέβη μ’ εμένα…
Οι απαγγελίες που ακούστηκαν, λοιπόν, προέρχονταν από τις ποιητικές συλλογές του Λευτέρη Πούλιου, Ποίηση 1,2 (1975) –βασικά, η επανατύπωση των δύο πρώτων συλλογών του από το 1969 και το 1973–, Ο Γυμνός Ομιλητής (1977) και Το Αλληγορικό Σχολείο (1978). Παλαιότερα ποιήματα δηλαδή, τα οποία απέδωσαν με τον δικό τους τρόπο οι τέσσερις ηθοποιοί. Πιο «τυπικές» οι κυρίες, η (και) βουλευτίς του ΣΥΡΙΖΑ Μαρία Κανελλοπούλου και η Αθηνά Κεφαλά, και πιο «χρωματικές» οι απαγγελίες των ηθοποιών – η πιο θεατρική του Φώτη Αρμένη, η πιο «εσωτερική» του Νίκου Ορφανού. Νομίζω πως σε άλλα ποιήματα ταίριαζαν καλύτερα οι πιο «τυπικές» αποδόσεις των κυριών, και σε άλλα οι πιο «χρωματικές» των κυρίων. Οι απαγγελίες, πάντως, που έβγαλαν άπαντες (ηθοποιούς-κοινό) από την «δύσκολη» θέση, βάζοντάς μας όλους σε μια… «δυσκολότερη», ήταν εκείνες του ιδίου του Πούλιου, ο οποίος επέλεξε δικά του αγαπημένα παλαιά και καινούρια ποιήματα για να μας διαβάσει. Με φωνή βαθειά και κάπως τρεμάμενη, και σε τέμπο αργό και κάπως τελετουργικό (στους «Δρόμους», πάντως, κρατούσα το ρυθμό με το πόδι μου λες και άκουγα Charles Mingus!), ο Λευτέρης Πούλιος συγκίνησε και καταχειροκροτήθηκε από τον κόσμο (όπως και οι ηθοποιοί και οι ομιλητές εξάλλου), διαβάζοντας στίχους σαν και τούτους… 

ΔΡΟΜΟΙ 
Δρόμοι, – στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου,
που πάνω σας δίχως μορφή και δίχως βάρος
πορεύεται το μέλλον· κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια,
κάποιο ποδήλατο και κανένα σπουργίτι
που κυλά τις αόρατες ρόδες του πάνω στην άσφαλτο.
Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω
αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ.
Δρόμοι πλάι σε αστραφτερές βιτρίνες. πλάι
σ’ αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι
εργοστάσια. Δρόμε έξω απ’ το πανεπιστήμιο.
Έξω απ’ το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.
Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι
από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές
και χαλίκια. Κάτω απ’ το βάρος
οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.
Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσσου.
Δρόμοι – παιάνες. δρόμοι γιορτής.
δρόμοι – αγωνία. δρόμοι – φονιάδες.
Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει;

Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του.
Περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο.

(1971)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου