Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

ένα τραγουδάκι για τον Σίμο (όχι τον Κεδίκογλου μωρέ…)

Υπαρξιστής θα γίνω/ και φράγκο δεν θα δίνω/ το σύμπαν κι αν καεί./ Θα στήσω μια παράγκα/ και θα περνώ ρε μάγκα/ μποέμικη ζωή.

E ρε κόσμε πω πω πω πω πω/ θα το ρίξω στον υπαρξισμό.

Με μούσι και μουστάκι/ και παρδαλό σακάκι/ στους δρόμους θα γυρνώ./ Στην πλάκα θα το ρίξω/ τις πίκρες μου να πνίξω/ να πάψω να πονώ.

E ρε κόσμε πω πω πω πω πω/ θα το ρίξω στον υπαρξισμό.

Τι κέρδισα όπως τώρα/ που πλέω κάθε ώρα/ μεσ’ στη παλιοζωή;/ Υπαρξιστής θα γίνω/ και φράγκο δεν θα δίνω/ το σύμπαν κι αν καεί.

E ρε κόσμε πω πω πω πω πω/ θα το ρίξω στον υπαρξισμό.

Ήταν 1953, όταν η… παράγκα και ο Σίμος απασχολούσαν την Αθήνα. Φαίνεται, δε, πως τον είχαν πάρει πολλοί χαμπάρι, αν κρίνω από το γεγονός πως γράφτηκε ολάκερο λαϊκό, και μάλιστα από πρώτα πρόσωπα, το οποίον ερμηνεύτηκε από ακόμη πιο πρώτα ονόματα. Σύνθεση του Μπάμπη Μπακάλη, στηριγμένη σε στίχους του Κώστα Βίρβου είναι «Ο υπαρξιστής», ένα τραγούδι που απέδωσαν η Σωτηρία Μπέλλου, μαζί με τους Σπύρο Ζαγοραίο και Γιάννη Σταμούλη (άλλως Μπιρ Αλλάχ) στα σεγόντα (τούτο αναφέρεται στο YouTube και αλλαχού).
Ο υπαρξισμός στην πένα του λαϊκού στιχουργού μοιάζει να ταυτίζεται με τον «σταρχιδισμό» και την αδιαφορία εκ πρώτης, ενώ ανιχνεύεται, συγχρόνως, κι ένα σπέρμα πρόκλησης προς το κοινώς αποδεκτό, βασικά με την εξωτερική εμφάνιση του υπαρξιστή (το «μούσι» και το «παρδαλό σακάκι» εννοώ). Στην πορεία, όμως, του τραγουδιού ο υπαρξισμός παρουσιάζεται ως ένας… κάπως ελευθεριακός τρόπος αντιμετώπισης της καθημερινότητας (του στυλ «έξω φτώχεια και καλή καρδιά», όχι πιο μακριά… έως εκεί), που βοηθά ν’ απαλλαγείς από τα βάρη της συμβατικής και σύνθετης ζωής (βασικά στην τελευταία στροφή), δημιουργώντας μιαν απλούστερη καινούρια. Για ν’ ακούσουμε κιόλας…
(Με την ετικέτα “greek underground” που μπαίνει στο τέλος μην γελάσετε. Άλλος είναι ο λόγος... και είναι απλός…).

4 σχόλια:

  1. Αν πάει κανείς στο ψηφιακό αρχείο της Δημόσιας Τηλεόρασης και συγκεκριμένα στην εκπομπή Νυχτερινός Επισκέπτης του Άρη Σκιαδόπουλου, μπορεί να βρει μια συνέντευξη του δημοσιογράφου με τον Σίμο τον «υπαρξιστή» από τη δεκαετία του ‘90.
    Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, επρόκειτο απλώς για μια παρέα από «φανταχτερά παιδιά», η οποία προσπάθησε να μιμηθεί –στο χαβαλέ- το κλίμα του Saint-Germain-des-Prés του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ’40 (με τα τζαζ στέκια της αριστερής όχθης του Παρισιού, όπως π.χ. το θρυλικό Le Tabou όπου, σύμφωνα με τον Σίμο, «χόρευαν bebop και swing»).

    Παντελής Κ.

    Υ.Γ. Προσωπικά, αδυνατώ να διακρίνω τι σχέση έχουν αυτές οι γραφικότητες της Αθήνας του ’50, τόσο με το underground, όσο και με το ελληνικό ροκ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν έχω, τώρα, χρόνο να ψάξω και πολύ περισσότερο να δω ψηφιακά αρχεία, αλλά έτσι είναι πάνω-κάτω τα πράγματα.
      Όσο ο Σίμος ήταν στην Ελλάδα το rock n’ roll ήταν ακόμη άγνωστη ποσότητα (πόσω μάλλον το ελληνικό ροκ), οπότε αυτό το ζήτημα το αφήνουμε στην άκρη. Για δε το underground (τι εστί underground δηλαδή) τα έχουμε ξαναπεί. Όποιος ενδιαφέρεται ρίχνει (ή ξαναρίχνει) μια ματιά εδώ…

      http://diskoryxeion.blogspot.gr/2012/07/underground.html

      Διαγραφή
  2. Ας μου επιτραπεί μόνο να συμπληρώσω ότι πολύ εύστοχα ο Λεωνίδας Χρηστάκης στο βιβλίο του «Της Αθήνας» (εκδόσεις Τυφλόμυγα, 2009) και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Οι τύποι των Αθηνών», αναφέρεται στο Σίμο, όπως άλλωστε και στον Δελαπατρίδη, τη Φτερού, κ.α. ως έναν από εκείνους τους γραφικούς τύπους, «που περιφέρονταν στο κέντρο της Αθήνας, αντιμετωπίζοντας τη χλεύη των διαβατών και τη μήνι των διωκτικών αρχών».
    Με άλλα λόγια, η εν λόγω περίπτωση ανήκει στο πεδίο ενδιαφέροντος της αθηναιογραφίας…

    Π.Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή