Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ ένα βιβλίο

Οι… συγκεντρωτικές εκδόσεις βιβλίων του Μετρονόμου έχουν ιδιαίτερο νόημα, επειδή αφορούν βασικά στους μουσικόφιλους. Έτσι, ένα βιβλίο για τον σημαντικό ποιητή Τάσο Λειβαδίτη (1922-1988) και την σχέση του με το τραγούδι έχει οπωσδήποτε την αξία του· πόσω μάλλον όταν τούτο δεν αποτελεί μία στεγνή εργο-βιογραφία, ούτε κάποια φιλολογική-κριτική ανάλυση των γραπτών του. Θέλω να πω δηλαδή, για να μην παρεξηγηθεί αυτό το τελευταίο, πως οι φιλόλογοι-κριτικοί και οι βιογράφοι δεν θα επικεντρώνονταν αναγκαστικώς στην τραγουδιστική πλευρά της τέχνης τού Λειβαδίτη, και πολύ πιθανόν να άφηναν κάπως μετέωρη αυτήν την σημαντικότατη προσφορά τού αθηναίου ποιητή. Εδώ ακριβώς έρχεται το βιβλίο του Μετρονόμου Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι/ Μελοποιημένοι στίχοι (2013), σε επιμέλεια των Σπύρου Αραβανή και Θανάση Συλιβού, προκειμένου να καλύψει το όποιο μικρό ή μεγαλύτερο κενό, φέρνοντάς μας σ’ επαφή με μία προσωπικότητα του ύψους του Λειβαδίτη τόσο από την κοινωνική, όσο και από την ποιητική-στιχουργική πλευρά της.
Κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό –και το πληροφορούμαστε από το βιβλίο– είναι πως ο Τάσος Λειβαδίτης υπήρξε και ο ίδιος μουσικός. Μπορεί, φυσικά, να μην βιοπορίστηκε από την μουσική ως οργανοπαίκτης, είχε διδαχθεί, όμως, πιάνο και βιολί. Είναι δε χαρακτηριστικά λίγα λόγια του, που μοιάζουν με προμετωπίδα στο βιβλίο: «Καμιά φορά τα βράδια, ιδιαίτερα όταν βρέχει, ο νους μου ταξιδεύει – πιο συχνά στα παιδικά μου χρόνια. Και τότε ξεπροβάλλει ο καθηγητής του βιολιού. Φορούσε μια ξεθωριασμένη ρεντιγκότα και μια περούκα μαδημένη – γελούσαμε μαζί του. Αλλά όταν μετά το μάθημα έμπαινε η μητέρα στην κάμαρα (για χάρη της ίσως) έπαιζε κάτι διαφορετικό – μια μελωδία ήρεμη και σοβαρή που μας έκανε να σοβαρευόμαστε κι εμείς άξαφνα, σα να μαντεύαμε αόριστα ότι στο βάθος η μουσική δεν είναι πάθος ή όνειρο, νοσταλγία ή ρεμβασμός, αλλά μια άλλη δικαιοσύνη».
Οργανωμένος στην ΕΠΟΝ, ο Τάσος Λειβαδίτης συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στα Δεκεμβριανά, γνωρίζεται γύρω στο ’46 με τον Μίκη Θεοδωράκη, ενώ από το 1948 έως το 1951 βρίσκεται εξορισμένος στον Μούδρο, την Μακρόνησο και τον Άη Στράτη. Αρχίζει να τυπώνει τα πρώτα βιβλία του το 1952-53, πριν φθάσουμε σ’ εκείνα τα οριακά χρόνια της δεκαετίας του ’60, όταν η παλαιά γνωριμία με τον Θεοδωράκη αναθερμαίνεται μέσω μιας σειράς πέντε τραγουδιών, κάποια εκ των οποίων (ή μάλλον «κάποιο», το… «Βρέχει στη φτωχογειτονιά») θα σχετίζονταν με μια σημαντική ταινία τού τότε κινηματογράφου την Συνοικία το Όνειρο (1961) του Αλέκου Αλεξανδράκη. Αυτά τα πέντε τραγούδια («Μάνα μου και Παναγιά», «Δραπετσώνα», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Σαββατόβραδο», «Έχω μια αγάπη»), που τα ερμήνευσαν ο Μπιθικώτσης και οι Καζαντζίδης-Μαρινέλλα δεν αποτελούν απλώς το βασικό στιχουργικό corpus του Τάσου Λειβαδίτη, αλλά κι ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια της ιστορίας του νεοελληνικού τραγουδιού. Πληροφοριακώς να επισημάνω πως αυτά τα πέντε τραγούδια (σε στίχους Λειβαδίτη) πρωτοβγήκαν σε δίσκους 45 στροφών. Τα τέσσερα, δηλαδή τα «Μάννα μου και Παναγιά/ Δραπετσώνα» [His Masters Voice 7PG 2792, 1960] και «Έχω μι’ αγάπη/ Το Σαββατόβραδο» [His Masters Voice 7PG 2908, 1960-61] αποτέλεσαν (μαζί με άλλα τέσσερα) τον κύκλο «Πολιτεία» (εννοώ την πρώτη «Πολιτεία»), ενώ το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» – ως… «Βρέχει στη φτωχογειτονιά/ Μάνα (στίχοι Κώστας Βίρβος)» [His Masters Voice 7PG 3009, 1961]– ήταν «ανεξάρτητο», για να μπει στο LP πλέον «Πολιτεία» το 1976, επειδή αφορούσε στην ίδιαν εποχή (νωρίς το ’60) και ήταν του ιδίου κλίματος με τα υπόλοιπα. Στο βιβλίο καταγράφεται, φυσικά, το παρασκήνιο αυτών των τραγουδιών, και μάλιστα μέσα από διαφορετικές οπτικές και αφηγήσεις, όπως, βεβαίως, και όλων των υπολοίπων, που σε αδρές γραμμές αφορούν στα τραγούδια για την ταινία Αστραπόγιαννος (1970) του Νίκου Τζίμα («Ήλιε φονιά» κτλ. – συνθέσεις του Μίμη Πλέσσα), στα «Τραγούδια της Εξορίας» του Μίκη Θεοδωράκη με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου (1976), στα «Λυρικά» επίσης του Θεοδωράκη (1977), σ’ εκείνα από το άλμπουμ «Φυσάει» (1993) του Γιώργου Τσαγκάρη με τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο και ξανά τον Παπακωνσταντίνου, καθώς και στην «Σκοτεινή Πράξη» (1997) του Μιχάλη Γρηγορίου. Κι έγραψα για «αδρές γραμμές», καθότι στο βιβλίο καταγράφονται και άπασες οι μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα εκείνη του εξαιρετικού τραγουδιού τού Μάνου Λοΐζου (σε στίχους πάντα Τάσου Λειβαδίτη) «Γερνάς και σκοτεινιάζει» από το 1980 και το LP «Για Μια Μέρα Ζωής».
Πέραν, λοιπόν, των… δισκολογικών κειμένων, να προσθέσω πως στο βιβλίο αθροίζονται και κείμενα ανθρώπων που γνώρισαν ή συνεργάστηκαν ή επηρεάστηκαν από το έργο του Τάσου Λειβαδίτη, όπως του Μίκη Θεοδωράκη, του Φώντα Λάδη, του Μίμη Πλέσσα, του Μιχάλη Γρηγορίου, του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου κ.ά. – κείμενα τα οποία αποκρυπτογραφούν τον τύπο, τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του ανδρός. Το παράρτημα με την καταγραφή των στίχων του ποιητή που έγιναν τραγούδια (μέτρησα 45 μαζί με την «Σκοτεινή Πράξη»), την εργογραφία και την δισκογραφία συμπληρώνουν την χρησιμότατη αυτή έκδοση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου