Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

SIDNEY FINKELSTEIN ένα βιβλίο για τη μουσική με σημασία

Τα βιβλία που σχετίζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη μουσική ενδιαφέρουν πάντα τους μουσικόφιλους – ενδεχομένως όχι όσο οι δίσκοι και τα CD (δηλαδή σίγουρα όχι όσο εκείνα), αλλά, πάντως, ενδιαφέρουν. Τούτο διαπιστώνω και από τις συνεχείς επισκέψεις σε μία παλαιότερη ανάρτηση (14/9/2012) υπό τον τίτλο βιβλία για τη μουσική στη γλώσσα μας, όπως και από τα σχετικά σχόλια που συνεχίζει να προστίθενται. Αν και ποτέ ένα βιβλίο για τη μουσική δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει τις πωλήσεις ενός, αναλόγως, επιτυχημένου δίσκου (άλλος, εξάλλου, είναι ο ρόλος των βιβλίων), εντούτοις υπάρχουν ορισμένα που μπορεί να δημιουργήσουν μία εφάμιλλη ψυχική ευφορία. Ένα από τα πρώτα, τέτοια, σοβαρά βιβλία γύρω από τη μουσική (ποια ακριβώς θα πω στην συνέχεια) που εκδόθηκαν ποτέ στον τόπο μας είναι και το Εισαγωγή στο Νόημα της Μουσικής του Sidney Finkelstein. Ρίχνοντας μια ματιά στο δίκτυο είδα πως το εν λόγω ανάγνωσμα είναι ακόμη διαθέσιμο σε μιαν έκδοση του 1990 [Διαγόρας-Άτλας], παρότι πριν δυο χρόνια έπεσα πάνω στην πρώτη-πρώτη έκδοσή του [Άτλας], από τον Δεκέμβριο του 1956(!) και όχι σε κάποια μεταγενέστερη. Τούτο, δε, το θεώρησα μεγάλη τύχη εκ των υστέρων, αφού, πέραν του υψηλού ενδιαφέροντος των γραφομένων, η ανάγνωση του συγκεκριμένου τόμου με τα κιτρινισμένα φύλλα (πρόκειται για μία έκδοση σχεδόν 60 ετών), το πολυτονικό και την μυρωδιά του παλαιού σε κάθε ξεφύλλισμα των σελίδων του ήταν και μια… πολύ-αισθητική εμπειρία.
Αν και δεν υπάρχει λήμμα στην Wikipedia για τον Sidney Finkelstein, με λίγο ψάξιμο και με λέξεις-κλειδιά, όπως Marxism, ή CPUSA (Κομμουνιστικό Κόμμα των Ηνωμένων Πολιτειών δηλαδή) μπορεί να εντοπιστεί ένα μικρό βιογραφικό του, που είναι όμως απολύτως διαφωτιστικό. Αντιγράφω από το library.umass.edu: “Sidney Finkelstein, born in Brooklyn, New York on July 4, 1909, received his Bachelor's degree from City College in New York in 1929 and his A.M. from Columbia University in 1932 before he became a renowned critic of music, literature, and the arts. In 1955, he earned a second master's degree from New York University. During the 1930s he served as a book reviewer for the Brooklyn Daily Eagle and worked for the United Postal Service. In the 1940s he joined the music staff of the Herald Tribune and also served as a music reviewer for several other publications including New Masses, Masses and Mainstream. Finkelstein became active in the Communist Party U.S.A. (CPUSA) where he served as the party's leading musical and cultural theoretician. Finkelstein applied his interpretation of Socialist Realism in several books on arts and culture, the most famous being Jazz, a People's Music (1948). Between 1951 and 1973 he served on the staff of Vanguard Records, a New York based record label that specialized in jazz and classical recordings. In 1957 he was called to testify before the House Un-American Activities Committee for his Communist party affiliation. Finkelstein died in Brooklyn, New York on January 14, 1974”.
Μουσικοκριτικός μεγάλης φήμης, οργανωμένος στο CPUSA, «μαυροπινακισμένος», αλλά και στέλεχος της Vanguard (η οποία δεν ειδικευόταν, φυσικά, μόνο στην jazz και την κλασική), ο Finkelstein υπήρξε μία σημαντική προοδευτική φωνή στην μουσική Αμερική για μισό σχεδόν αιώνα, αφήνοντας ως παρακαταθήκη τα βιβλία και τα κείμενά του. Είναι λοιπόν απορίας άξιον (από μια μεριά) πώς εκδόθηκε το Εισαγωγή στο Νόημα της Μουσικής στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του ’56 (μεταφρασμένο, μάλιστα, από τον επίσης κομμουνιστή, εξορισθέντα και βασανισθέντα Μανώλη Κορνήλιο), σε μια περίοδο δηλαδή (πρώτη κυβέρνηση Καραμανλή) όπου το αντικομμουνιστικό μένος και η ανάλογη βία είχαν χτυπήσει κόκκινο. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι αυτό το θέμα μας…
Το 1952 όταν γράφτηκε το βιβλίο –ο τίτλος του πρωτοτύπου ήταν How Music Expresses Ideas [International Publishers, New York 1952]– εκείνο που αποκαλούμε «μουσική» αφορούσε κατ’ ουσίαν στην λεγόμενη κλασική, και μαζί μ’ αυτήν και στην… πρωτοποριακή ουρά της (όσο εκείνη είχε αναπτυχθεί έως τα μέσα του 20ου αιώνα). Η pop δηλαδή (ακόμη κι αν αναφερόμαστε σ’ εκείνη της Tin Pan Alley) δεν είχε δείξει ακόμη τα δόντια της, ενώ η αφροαμερικανική μουσική (τα spirituals, τα blues, η jazz κ.λπ.), για την οποίαν ο Finkelstein φυλάει αρκετές σελίδες στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του Η μουσική στις Η.Π.Α., δεν αντιμετωπίζεται ως μέρος του σώματος της κυρίαρχης pop, αλλά ως η μουσική του κυνηγημένου και του καταπιεζόμενου. Παρότι λοιπόν ο κύριος όγκος του βιβλίου σχετίζεται με την κλασική μουσική, αφού εξετάζονται, πρωτίστως μέσα από ένα κοινωνικό πρίσμα, οι μουσικές των Bach, Mozart, Beethoven, Berlioz, Liszt, Verdi κ.ά., φθάνοντας μέχρι τους Bartók, Σοστακόβιτς, Schoenberg και Στραβίνσκι, οι παρατηρήσεις του Finkelstein είναι καίριες και ουσιαστικές, καθότι ο συγγραφέας δεν πολυλογεί γύρω από την αισθητική επιχειρώντας να δει πίσω από τα πράγματα – να εφαρμόσει δηλαδή την μαρξιστική διαλεκτική, ίνα αιτιολογήσει την παρουσία ενός έργου μέσα στην κοινωνική διαδικασία. Ανεξαρτήτως αν κάποιος συμφωνεί ή όχι με τις προσεγγίσεις του αμερικανού μελετητή εκείνο που έχει αξία, εδώ, να τονιστεί είναι πως το βιβλίο του Finkelstein είναι, ενδεχομένως, το πρώτο που τυπώθηκε ποτέ στην γλώσσα μας και που εξετάζει τα κοινωνικά ζητήματα που περιπλέουν την μουσική ως καίρια συστατικά τής ίδιας της τής ύπαρξης. Αλλά και στην Αμερική, προφανώς, βιβλία όπως το εν λόγω ή το Jazz, a Peoples Music [Citadel Press, New York 1948] βοήθησαν στο να αναπτυχθεί σε μερίδα μουσικόφιλων, ή και μουσικών ακόμη-ακόμη, ένα κριτικό/σχολιαστικό αισθητήριο, που θα βοηθούσε, μερικά χρόνια αργότερα (στα sixties εννοώ), στην κατανόηση της σύμπλευσης του folk και του rock με την ανάγκη για μια προοδευτική μετατόπιση κάθε όψης της καθημερινότητας.
Ίσως το πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο του βιβλίου του Finkelstein να είναι το υπ’ αριθμόν VIII Πότε το Μοντέρνο είναι Μοντέρνο;, εκεί όπου ο αμερικανός μελετητής και κριτικός επιχειρεί να ερμηνεύσει το μοντέρνο στην μουσική (ατονικότητα, πολυτονικότητα), στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Ο Finkelstein γράφει πως «καμμιά τέχνη δεν μπορεί να είναι ‘τέχνη του μέλλοντος’», πως η «προχωρημένη μουσική δεν μπορεί ν’ αγαπηθεί και φαίνεται ακατανόητη επειδή ξεπερνώντας τον ‘μοντερνισμό’(…) έχει στρατευθεί στον αντιρεαλισμό» και πως η μοντέρνα έκφραση «αρνείται ακόμα και τη δυνατότητα της ανθρώπινης παραστατικότητας και της έκφρασης ιδεών και νοημάτων στη μουσική». Μάλιστα, στην συνέχεια, και εμβαθύνοντας στις προηγούμενες σκέψεις, σημειώνει πως οι αντιρεαλιστικές αυτές τάσεις της μουσικής «έγιναν πιο δεσποτικές και πιο δικτατορικές στον ιμπεριαλιστικό κόσμο» αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και όντας αποκομμένες από την κοινωνία μετατράπηκαν σε «κηρύγματα της άγνοιας και όπλα της αντίδρασης».
Η κριτική του Finkelstein (διατυπωμένη στα πρώτα χρόνια του ’50) μπορεί να είναι σκληρή, αλλά δεν στερείται ουσιαστικού νοήματος. Έπρεπε, δηλαδή, να περάσει μία τουλάχιστον 15ετία-20ετία ακόμη ώσπου η πειραματική μουσική, η avant-garde, η μοντέρνα ή όπως αλλιώς την πούμε (όλοι οι όροι δεν υπονοούν το ίδιο πάντως) επιχειρήσει και καταφέρει να συνδεθεί με το καθημερινό δεδομένο, έτσι όπως εκείνο εκφραζόταν μέσα από το φοιτητικό και αντιπολεμικό κίνημα, τα κινήματα απελευθέρωσης των μειονοτήτων κ.λπ., την γενικότερη ανάγκη δηλαδή για μία αλλαγή του προσανατολισμού της κοινωνίας μέσω μιας «άλλης» κουλτούρας.
Στο τελευταίο Χ (δέκατο) κεφάλαιο του βιβλίου που επιγράφεται, όπως ανέφερα και παραπάνω Η Μουσική στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Finkelstein καταπιάνεται ανάμεσα σε άλλα με την μουσική των μαύρων γράφοντας πως… «ένα μεγάλο μέρος, το μεγαλύτερο, ίσως, απ’ τ’ αμερικανικά λαϊκά τραγούδια και τη μουσική χορού, η μουσική δηλαδή εκείνη που σήμερα είναι δεμένη με το όνομα της ‘Τιν-παν Άλλεϋ, έχει πυρήνα της τη δημιουργική συμβολή της νέγρικης μουσικής. Μια φορμαλιστική βιομηχανοποιημένη μουσική, όπως είναι στο μεγαλύτερο μέρος της η μουσική της ‘Τιν-παν Άλλεϋ’, δεν είναι ικανή να επινοήσει, να εμπνευσθεί και να δημιουργήσει. Πρέπει να δανειστεί, να κλέψει το υλικό της από κάπου, και να το οικειοποιηθεί, τυποποιώντας το. Η Τιν-παν Άλλεϋ δανείζεται από παντού(…) μολαταύτα, οι μελωδικές στροφές, οι ρυθμοί κι η ενορχήστρωση, που είναι τυπικά ‘αμερικάνικα’ στοιχεία, παίρνονται από τα λαϊκά τραγούδια και τους χορούς του νέγρικου λαού». Για να καταλήξει πως… «δε θα μπορέσει να υπάρξει μεγάλη ρεαλιστική μουσική στις Ηνωμένες Πολιτείες, προτού οι συνθέτες κατανοήσουν πως η μουσική πρέπει να είναι μέσο για την απεικόνιση της ζωής και της μάχης των ιδεών, προτού καταπέσει κι αφανιστεί ο τεχνητός φράχτης που χωρίζει το ‘λαϊκό’ απ’ το ‘κλασικό’, και προτού σπάσουν τα δεσμά που εμποδίζουν τη μουσική εξέλιξη του λαού των Αμερικανών Νέγρων».
Ας τα έχουμε αυτά κατά νου και σήμερα, παρότι… η ζήση δε γυρνάει replay κι οι δρόμοι τρέχουν χιαστί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου