Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

γερμανικής προέλευσης

Τρία «δυνατά» CD, τρεις γερμανικές παραγωγές. Όψεις της σύγχρονης jazz με «μπιγκ-μπαντικό», αυτοσχεδιαστικό-ζαππικό και αφρικανικό ενδιαφέρον.
ALAN BROADBENT AND NDR BIGBAND: America the Beautiful [Jan Matthies Records, 2014]
Πιανίστας, συνθέτης και ενορχηστρωτής με έργο τρανό που απλώνεται στο χρόνο, ο 67χρονος Νεοζηλανδός Alan Broadbent είναι μία περίπτωση που αξίζει κανείς να την ψάξει από την αρχή. Με καριέρα πεντηκονταετή, που ξεκινάει βεβαίως από την ιδιαίτερη πατρίδα του για να απλωθεί με τον καιρό σε Ευρώπη και Αμερική, ο Broadbent ίσως είναι περισσότερο γνωστός από τις ποικίλες συνεργασίες του (όπως με το Charlie Haden Quartet West βασικά, ή με τις κυρίες Irene Kral, Natalie Cole, Sheila Jordan και Diana Krall), παρά από την προσωπική δισκογραφία του που αριθμεί και αυτή 2-3 δεκάδες άλμπουμ! Ένα δικό του τελευταίο γυρίζει τώρα στο player, ένα πολυεπίπεδο έργο που ολοκληρώνεται με την συμβολή της γνωστής μας NDR Big Band, της τζαζ ορχήστρας δηλαδή της ραδιοφωνίας του Αμβούργου. Ηχογραφημένο στο διάστημα 2-5/4/2013 (υπάρχει κι ένα track από την 29/10/2013) στο NDR Studio 1 του Αμβούργου, το “America the Beautiful” είναι ένα 74λεπτο ακρόαμα, που φέρνει ξανά τον νεοζηλανδό μουσικό σε επικοινωνία με μια μεγάλη ορχήστρα, 40+ χρόνια μετά την αποφοίτησή του από την μπάντα-σχολείο του Woody Herman (1972). Με υλικό πρωτότυπο, αλλά και με τις πάμπολλες «αναφορές» να λειτουργούν ως υπενθύμιση όχι μόνον της προσωπικής ιστορίας του Broadbent, αλλά και της πορείας της… symphonic  jazz τον τελευταίο μισόν αιώνα, το εν λόγω CD είναι ένα απολαυστικό κατασκεύασμα, που θα ενθουσιάσει τους jazzheads με την πολυποίκιλη πληρότητά του (τεχνική και συναισθηματική).
Ο Broadbent συνθέτει έχοντας συγκεκριμένες «αρχές» κατά νου· δίχως τούτο να σημαίνει πως το “America the Beautiful” είναι ένα έργο από το οποίον απουσιάζει εντελώς το αυτοσχεδιαστικό στοιχείο. Ως παραδείγματα αναφέρω το lead track Between the lines”, που περιγράφεται σαν μια μελέτη πάνω στην εισαγωγή των Dizzy Gillespie/ Charlie Parker για το “All the things you are” του Jerome Kern (ηχογραφημένο κατά πρώτον την 28/2/1945 για την Savoy;) το “Sonata for sweepea” που αντανακλά τα διδάγματα των πλουμιστών μελωδιών των Strayhorn-Ellington και το “Woodynme” με την πιο ελαφρά προσέγγιση του Woody Herman, με το στέρεο ρυθμικό και αρμονικό υπόβαθρο. Μία από τις ωραιότερες συνθέσεις του CD είναι οπωσδήποτε το 10λεπτο “The long white cloud”, που αποτελεί μετάφραση (όπως διαβάζω στο ένθετο) της λέξης των Maori aotearoa” (έτσι αποκαλούν οι ιθαγενείς το Βόρειο Νησί της Νέας Ζηλανδίας). Πρόκειται για κομμάτι με έντονο συναισθηματικό φορτίο, περιγράφει συγκεκριμένες φάσεις της ζωής του Alan Broadbent, όντας και το περισσότερο… μπιγκ-μπαντικό κομμάτι του CD. Με το φοβερό σόλο του Christof Lauer στο τενόρο σαξόφωνο και τα breaks των πνευστών (τρομπέτες, σαξόφωνα, τρομπόνια) να μεταπλάθουν την «κυματιστή» μελωδία, το “The long white cloud” είναι, απλώς, ένα συναρπαστικό track. Αλλά μήπως το ίδιο δεν μπορείς να ισχυριστείς για το “Mendocino nights”, μία σύνθεση που ξεκινά με μια μακριά εισαγωγή στο πιάνο από τον ίδιον τον Broadbent, για να ακολουθήσει η NDR Big Band σε χαμηλούς τόνους και σε κάπως νοσταλγικό ύφος, ή για το έσχατο “America the Beautiful” ένα bop με πληθωρικό ορχηστρικό background, που αποτελεί το «ευχαριστώ» του νεοζηλανδού συνθέτη προς την… μαμά Αμερική, που εξέθρεψε τα καλλιτεχνικά του όνειρα. Kαι για να μην υπάρξει παρανόηση ο Broadbent σημειώνει στο ένθετο, που ακριβώς εντοπίζεται αυτή ακριβώς η «ομορφιά» (στην φύση, στην γενναιοδωρία του αμερικανικού πνεύματος) και που όχι (στην στρατιωτικο-βιομηχανική δύναμη φερ’ ειπείν). Σαφής.
ANDREAS SCHAERER’S HILDEGARD LERNT FLIEGEN: The fundamental rhythm of unpolished brains [enja/ yellowbird, 2013]
Για τον ελβετό μουσικό Andreas Schaerer έγραψα πριν λίγους μήνες στο δισκορυχείον με αφορμή το άλμπουμ “At the Age of Six I wanted to be a Cock” [JazzWerkstatt/ Unit, 2013], την συνεργασία του δηλαδή με τον τρομπετίστα Martin Eberle και τον κιθαρίστα Peter Rom. Εκεί σημείωνα πως επρόκειτο για ένα άλμπουμ που έμοιαζε συχνά μ’ ένα… φανταστικό αποκύημα, με tracks που εκκινούσαν και ολοκληρώνονταν μέσα σ’ ένα σύστημα περιφρουρημένο από την ανατροπή και το χιούμορ. Συναντώ ξανά, τώρα, τον Andreas Schaerer (φωνή, beatboxing, ανθρώπινη τρομπέτα, συνθέσεις) ως leader ενός παράλληλου σχήματος, των Hildegard Lernt Fliegen (HLF), το οποίον αποτελούν οι Matthias Wenger άλτο, σοπράνο, φλάουτο, recorder, Andreas Tschopp τρομπόνι, τούμπα, recorder, φωνή, Benedikt Reising βαρύτονο, άλτο, μπάσο κλαρίνο, recorder, Marco Müller μπάσο και Christoph Steiner ντραμς, κρουστά. Το (νέο) αποτέλεσμα διαφέρει-και-δεν-διαφέρει από το προηγούμενο. Η ανατροπή και το χιούμορ υπάρχει κι εδώ, με την διαφορά πως όλα είναι περισσότερο φανερά και… κατανοητά, και κυρίως περισσότερο «ζαππικά». Ναι, ο Frank Zappa και οι Mothers of Invention είναι μία ισχυρή αναφορά για τους HLF, δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν διαφοροποιούνται κιόλας (εννοείται) από την ανατρεπτική «ζαπποειδή» μανιέρα. Δηλαδή, για να γίνω πιο σαφής, δεν είναι η πολιτικολογία που αφυπνίζει ή περιγράφει… επαναστατικές (κοινωνικές) καταστάσεις, αλλά μία πολύ ιδιαίτερη βοκαλιστική προσέγγιση, που τοποθετεί κατ’ ευθείαν το άλμπουμ στον χώρο μιας… ευτράπελης πρωτοπορίας. Οι μουσικοί (και κυρίως ο Schaerer) «παίζουν» διαρκώς με τα timbre των οργάνων και κυρίως με τις φωνές, οι οποίες αναδεικνύονται σε πρωταγωνιστή του “fundamental rhythm…” είτε τούτες βγαίνουν «μπροστά» κανονικά και… μπρεχτικά, είτε αναλώνονται (με την καλή έννοια) σε πειραματισμούς, «στραγγαλισμούς» και «λάθη». Το σίγουρο είναι πάντως πως, κάθε φορά, το… κοντέρ μηδενίζει, για να πιάσει κορυφή ξανά σε κάθε επόμενο track. Και ως ένα τέτοιο αληθινό επίτευγμα για τους HLF αναφέρω το έσχατο “Epilogue - Rezeusler”, ένα εκπληκτικό τραγούδι τύπου “Youkali” (Kurt Weill), περασμένο μέσα από το bandoneon του Michael Zisman, που δεν μπορεί ν’ αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Για το artwork του Peter Bäder δεν χρειάζεται να πω τίποτα – το βλέπετε…
STEFAN BAUER VOYAGE: Geographia [JazzHaus Music, 2013]
Η “Geographia” του βιμπραφωνίστα Stefan Bauer είναι ένα «παράξενο» άλμπουμ που σχετίζεται με την παρουσία του γερμανού μουσικού σε παραστάσεις στην Γκάνα και την Ακτή Ελεφαντόδοντος χρόνια πριν. Ηχογραφημένη στην Κολωνία τον Απρίλιο του ’12, η συγκεκριμένη δουλειά στηρίζεται, ισχυρώς, στο percussion section με τον ίδιον τον Bauer να χειρίζεται βιμπράφωνο, μαρίμπα, glockenspiel και τον Roland Schneider ντραμς, κρουστά, αμφότεροι πλαισιωμένοι από τους Michal Cohen φωνή, Chris Bacas σοπράνο και Pepe Berns μπάσο (τα μέλη των Voyage) – αν και στην πράξη οι συμμετέχοντες στην εγγραφή είναι ακόμη περισσότεροι (τους ακούμε σε σαξόφωνα, φωνές και κρουστά). Πολύ μικρής, μέσης και μεγαλύτερης διάρκειας οι 13 συνθέσεις του CD (έξι ανήκουν στον Bauer, μία στην Michal Cohen, μία στην Rama Mani, ενώ οι υπόλοιπες πέντε είναι αυτοσχεδιαστικές) εμπεριέχουν οπωσδήποτε το δυτικο-αφρικανικό πνεύμα, σε συνδυασμό όμως με καρνατικές και άλλες «δυτικές» αναφορές. Ένα fusion λοιπόν, στηριγμένο σε vibes, γενικότερα κρουστά και φωνές, με τα σαξόφωνα να αφήνουν ένα πιο καθαρό jazz ίχνος και με κομμάτια όπως το 9λεπτο “Aluva” (σύνθεση της Cohen) να δημιουργούν μία συναρπαστική exotica ατμόσφαιρα. Αν και ο τρόπος και ο ήχος των Voyage μου έφερε στο νου παλαιότερες δουλειές του σουηδού κρουστού Bengt Berger, όπως ας πούμε το “Bitter Funeral Beer” [ECM, 1981], υπάρχει κάτι τελικώς στην «Γεωγραφία» (σε κομμάτια όπως το “Old maps, new routes”), που δημιουργεί μία διαφορετική αίσθηση. Είναι, βασικά, μία απόπειρα χαρτογράφησης ενός σημερινού «τετάρτου κόσμου» μέσα από τους άψογα ενσωματωμένους ambient ήχους, που μεταφέρουν στο κύριο σώμα των ηχογραφήσεων των Voyage θραύσματα της καθημερινής ζωής.
Επαφή: www.jazzhausmusik.de  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου