Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

ευρωπαϊκές ιδιαιτερότητες

Δύο άλμπουμ, ένα από τον νότο της Ευρώπης (Ιταλία) κι ένα από τον βορρά (Νορβηγία) με ευανάγνωστα… εθνικά χαρακτηριστικά.
MOSKUS: Mestertyven [HUBRO CD2535, 2014]
Πιανιστικό jazz τρίο από την Νορβηγία, οι Moskus (Anja Lauvdal πιάνο, Fredrik Luhr Dietrichson μπάσο, Hans Hulbækmo ντραμς) προσφέρουν ένα δεύτερο CD/LP που θέλει (κι αυτό) να πλασαριστεί εντός των (εκατοντάδων) αναλόγων. Είναι αλήθεια δηλαδή –και να το ξαναπώ επί τη ευκαιρία– πως τα jazz-piano-τρίο γνωρίζουν τεράστια άνθηση, «σκάνε» απ’ οποιοδήποτε μικρό ή μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, μοιάζοντας κάπως με… τρίο της κρίσης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε δηλαδή πως τα σχήματα αυτού του τύπου εμφανίζουν το (συνδυαστικό) προσόν να είναι και ολοκληρωμένα αισθητικώς, αλλά και να μετακινούνται εύκολα σε χώρους (ή και χώρες), αναπαράγοντας και αναμεταδίδοντας τις μουσικές τους. Τούτο δε πράττουν και οι Moskus, αφού για τις ανάγκες του δεύτερου άλμπουμ τους δεν θα προτιμήσουν κάποιο στούντιο, αλλά μιαν εκκλησία, την Risør kirke, ένα ξύλινο οίκημα του 17ου αιώνα στην πόλη Risør (καμμιά διακοσαριά χιλιόμετρα ΝΔ του Όσλο), γνωστή (ίσως, σε ορισμένους) και από το Risør Chamber Music Festival.
Οι μουσικές των Moskus είναι οπωσδήποτε… βορειοευρωπαϊκές. Τα πιανιστικά passages, οι μελωδίες δηλαδή που αναπτύσσει η Anja Lauvdal, διαθέτουν εν αφθονία το μινιμαλιστικό στοιχείο (αρκούν λίγες νότες σε μέσο ή αργό τέμπο για να περιγράψουν συναισθήματα και καταστάσεις), το οποίο επιτείνουν αδρές μπασογραμμές, όπως και μια κρουστή ποικιλία, η οποία ακολουθεί με πίστη την βασική θεώρηση. Αυτή η εκφραστική παλέτα, που είναι απολύτως συμβατή με τη φύση και το τοπίο, επιτείνεται και από το… εκκλησιαστικό στούντιο, το οποίο συμμετέχει επί ίσοις όροις στο τελικό ηχογραφικό αποτέλεσμα. Εννοώ πως η ακουστική της Risør kirke είναι τέτοια που «επιτρέπει» στο πιάνο ν’ ακούγεται κάπως «τραχύ» μέσα στην ούτως ή άλλως nordic περιβολή του, με το μπάσο και τα κρουστά να αποκτούν ένα… εξώκοσμο «βάθος», δίνοντας ώθηση σ’ ένα άκουσμα λεπτών και συγκρατημένων συναισθηματικών εναλλαγών.
Επαφή: www.hubromusic.com
COLLETTIVO APOSTROPHE: Sempre più lontano [IT. Musica Mancina, 2013]
Καινούριο συγκρότημα από μουσικούς με παρελθόν, όπως και καινούριο παρθενικό CD. Η μπάντα είναι ιταλική, αποκαλείται Collettivo Apostrophe (σωστά μαντέψατε, όσον αφορά στον «ζαππικό» υπαινιγμό), με το “Sempre più lontano” να αποτελεί –ας το πω από την αρχή– ένα άλμπουμ «κόσμημα» της σύγχρονης ηλεκτρικής jazz. Το (υπερ)τονίζω, επειδή δεν είναι πια (εδώ και χρόνια δηλαδή) κάτι σύνηθες. Δεν είναι σύνηθες στον… παραδοσιακό χώρο του fusion, να αρθρώνονται καθημερινώς τέτοιου τύπου προτάσεις. Το ιταλικό τρίο, γιατί περί αυτού πρόκειται, σχηματίστηκε πέρυσι από τους Marco Giaccaria φλάουτο, βιολί, μπουζούκι, Eugenio Mirti ακουστικές, ηλεκτρικές κιθάρες και Sergio Ponti ντραμς και σχεδόν αμέσως μπήκε σ’ ένα στούντιο του Τορίνου, προκειμένου να ηχογραφήσει τα οκτώ (πρωτότυπα) θέματα του “Sempre più lontano”. Λίγα λόγια για το παρελθόν των τριών μουσικών, επειδή έχει σημασία.
Ο Marco Giaccaria δηλώνει παρών σε περισσότερες από 40 ηχογραφήσεις (με τους Éire Nua Flute Band, τον κιθαρίστα Claudio Lodati, τους Skip Healy κ.ά.), ο Eugenio Mirti υπήρξε μέλος των ροκάδων Matka στα 90s, ιδρύει τους Ropa 11 το 2005, ενώ ασχολείται και με την μουσική δημοσιογραφία, γράφοντας κριτικές στο ιταλικό περιοδικό JAZZiT, με τον Sergio Ponti να δηλώνει περισσότερο… προγκρεσιβάς παίζοντας με τους Ian Anderson, David Jackson, Martin Barre, Mike Keneally κ.ά. Έτσι λοιπόν, και με τέτοια βιογραφικά, δεν μπορεί παρά το rock, στις ποικίλες εκφάνσεις του (από το blues-rock, μέχρι τα progressive και τα ψυχεδελικά ηχοχρώματα), να πρωταγωνιστεί στις συνθέσεις των Collettivo Apostrophe, οι οποίες γειτνιάζουν όχι μόνο με την «ζαππική» αίσθηση της ανατροπής, αλλά και με τις σύγχρονες κιθαριστικές και άλλες τινές αναζητήσεις (οι Pat Metheny και Bill Frisell θα είναι πάντα δύο αναφορές). Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη. Κάτι, που δίνει, και αυτό, έναν ξεχωριστό «αέρα» στα κομμάτια των Ιταλών – και αναφέρομαι στα ethnic στοιχεία που παρεισφρέουν εδώ κι εκεί. Πώς μπορείς π.χ. να παραβλέψεις το μπουζούκι στο “Blues carnaval” από την μια μεριά, πώς μπορείς να παραβλέψεις, γενικώς, το “Blues carnaval”, που ακούγεται ώρες-ώρες σαν παραλειπόμενο από το “Reflections” (Μάνος Χατζιδάκις και New York Rock & Roll Ensemble), ή το “Blackshout blues/ Marcus” από την άλλη, έναν περίτεχνο συνδυασμό blues και native american ηχοχρωμάτων, μία συναρπαστική «συνομιλία» βασικά ανάμεσα στο φλάουτο και την κιθάρα; Γενικώς, δεν υπάρχει track στο “Sempre più lontano” που να πέφτει κάτω από το «εξαιρετικώς ενδιαφέρον», που να μην προέρχεται από κάτι που να αφορά στους πάντες. Το σημειώνω, ακούγοντας την έσχατη δεκάλεπτη, φερώνυμη σύνθεση που ξεκινά κάπως σαν… barock δοκιμαστικό τού “Tomorrow never knows”, για να εξελιχθεί προς έναν progressive κυκεώνα με την ηλεκτρική κιθάρα και το βιολί να αυτοσχεδιάζουν με έμπνευση πάνω σε μία σκάλα μινόρε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου