Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΓΡΕΠΟΝΤΗΣ Κυριακή απόγευμα

Ο κόσμος-όλοι μας γνωρίζουμε τον Γιάννη Νεγρεπόντη (1930-1991) βασικά μέσα από τους στίχους του που έγιναν τραγούδια. Αν, μάλιστα, αναφερόμαστε σε «κύκλους» τραγουδιών, τότε δεν γίνεται να λησμονήσουμε τα «Μικροαστικά» του (1973) και τα «Απλά Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας» (1975) σε μουσικές Λουκιανού Κηλαηδόνη και βεβαίως «Τα Νέγρικα» σε μουσικές Μάνου Λοΐζου, που είχαν μελοποιηθεί ήδη από το 1966, αλλά δισκογραφήθηκαν το 1975. Ο Νεγρεπόντης, που έγραψε πολλά βιβλία, ποιητικά και πεζά, ανήκε στην μεγάλη οικογένεια της Αριστεράς κι είχε εξορισθεί επί δικτατορίας (1967-1970) στη Γυάρο και τη Λέρο. Τα περισσότερα από τα ποιήματά του διακρίνονταν για την άμεση σχέση τους με την καθημερινότητα (κάποια μοιάζουν με ποιητικά χρονογραφήματα), βεβαίως για την ανθρωπιά τους, συχνά σε συνδυασμό μ’ ένα έξυπνο, ειρωνικό και περιπαιχτικό ύφος, που τα μετέτρεπε σε… δηλητηριώδη. Πολέμιος των κοινωνικών συμβάσεων, όπως και της μικροαστικής αντίληψης και ηθικής, ο Γιάννης Νεγρεπόντης έδειξε από την πρώτη κιόλας ποιητική συλλογή του που είχε τίτλο Πρόσωπα και Χώρος [Λογοτεχνικός Όμιλος Φοιτητών, Αθήνα 1958], το είδος του (ποιητικού) λόγου, που θα τον ενδιέφερε να αναπτύξει στην πορεία. Ένας λόγος μεστός νοημάτων, που θα περιστρεφόταν σχεδόν σε μόνιμη βάση γύρω από τα… πρόσωπα και τον τρόπο που (τα πρόσωπα) κινούνταν στο χώρο. Αντιγράφω πέντε ποιήματα από ’κείνο το πρώτο βιβλίο του… 
Υπάρχουν δικαιολογητικά 
Οι πολλές συναλλαγές
μ’ αυτά όλα τ’ αδηφάγα όντα
που είναι οι προϊστάμενοι
και οι υφιστάμενοι
οι εισπράκτορες, η οικογενειακή ζωή
οι πωλητές κι’ οι αγοραστές
κάποτε μόνη μια γραβάτα
ή ένας λεκές στο πουκάμισο
το ψηλό σκαμνί του μπαρ
ή μόνο το εισιτήριο του λεωφορείου
στριμμένο επίμονα σ’ ένα μικρό ρολό
αυθαίρετης σχέσης επιφανειακά
τον αποστέρησαν απ’ την τραγικότητα
της προσμονής κάποιου «νυν απολύεις…».

Δεν είναι λοιπόν τόσο όσο νομίζουμ’ εύκολο
να μιλάμε για όλους και για όλα. 

Ζιζάνια και χρηστοί 
Όλοι σταθήκαμε με σεβασμό
μπροστά στον αριθμό των στεφάνων
όταν τον ψέλναν στη Μητρόπολη.
«Στον αλησμόνητο πατέρα μας τα τέκνα»
«Στον Πρόεδρό μας οι συνάδελφοι»
«Στο σύμβουλο του Σωματείου μας
οι εργατοπατέρες (οι διωρισμένοι)»
«Στον προστάτη μας οι χήρες και τα ορφανά»
«Στον επίτιμο Πρόεδρο του Συλλόγου:
Πληγέντες απ’ την αναπροσαρμογή!»
Και μερικά μεγαλοσχήμων.

Φανταστείτε από πόσες μεριές έτρωγε
είπαν μερικοί
όμως οι πολλοί μέτραγαν τα στεφάνια
οι αφελείς!.. 

Ναι; 
Σκεφτήκατε ποτέ, κύριε, σεις ακριβώς,
σε σας μιλάω τον συγκεκριμένο, μόνιμο
υπάλληλο μιας υπηρεσίας, σκεφτήκατε
ποτέ πόσο κοστίζει η αυτοπεποίθησή σας;

(ακριβώς… κάθε μήνα ένα μηνιαίο μισθό).

Και βρίσκετε πως αξίζει, κύριε… 

Δε μπόρεσε – δεν πειράζει… Καλύτερα… 
Στο κάτω-κάτω τι είχε
έξω από ένα ταλέντο –κι’ αυτό συζητήσιμο–
κι’ όμως πίστευε για τον εαυτό του
πως ήταν κάτι το σπουδαίο
κάτι το… ούτε ο ίδιος μπορούσε να προσδιορίσει.
Ώσπου ευρέθη κάποιος μαρξιστής αληθινός
όχι απ’ αυτούς τους αμαθείς κοινωνιολόγους
που μαρξισμόν, αρριβισμόν και γλύψιμον
συγχέουν, και του εμίλησε για Ντοστογιέφσκυ
Μπαλζάκ, Σταντάλ, Φλωμπέρ και άλλους
τα πλείστα «αντιδραστικούς».

Το ίδιο βράδι έπαθεν αποπληξία.
Δεν μπόρεσε να τον χωνέψει τέτοιο μαρξισμό
τόσο μακρυά απ’ τον δικόν του!.. 

Ανεργία 
Τη στιγμή που βάζεις το κλειδί
στην κλειδαρότρυπα
γυρίζοντας τη νύχτα μόνος σπίτι σου
για το βραδινό ύπνο
όλα της μέρας τα ψέματα
και τα προσχήματα διαλύονται.

Η νύχτα με το σχήμα κρεββατιού
σεντονιών που είναι εύπλαστα
στα πιο απίθανα γεωμετρικά σχέδια
της ψυχολογίας ενεδρεύει
και το πολύ κακό
που αν και γνωρίζεις το άνισο τού αγώνα
το ύπουλο
ανοίγεις την πόρτα σου κάθε φορά
σαν να ’ναι μια άλλη βραδιά
γυμνός από κάθε χειρονομία, υπόσχεση
κι’ από κάθε ψευδαίσθηση γυμνός
από κάθε τι που λέμε ανθρώπινο.

Και το ζήτημα να μην είναι
αν θ’ αντέξεις ή κι’ ως πότε
αλλά να πρέπει ν’ αντέξεις.

(Η «Ανεργία» δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό Κούρος, τεύχος 2, Φλεβάρης-Μάρτης 1960)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου