Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑΣ σε τραγούδια της Κέρκυρας

Τα 3/5 της τελευταίας line-up των Κόρε.Ύδρο. (Π.Ε. Δημητριάδης φωνή, κιθάρες κ.λπ., Μάριο Πλασκασοβίτης πιάνο, κιθάρες κ.λπ., Ντέλος Πέτρου μπάσο, ντραμς, Farfisa κ.λπ.,) μαζί με τους Νίκο Ραράκο κιθάρες και Χριστίνα Παπαλίτσα τσέλο αποτελούν σήμερα ένα καινούργιο γκρουπ που ακούει στο όνομα Τα Παιδιά της Παλαιότητας. Τώρα, αν αυτοί οι… νέοι Κερκυραίοι αποτελούν ή όχι μια μετεξέλιξη των παλαιοτέρων δεν έχει και τόσο σημασία – υπό την έννοια πως εκείνο που έχει νόημα να διακριβωθεί είναι αν τα «12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες» [Inner Ear, 2014] κομίζουν κάτι καινούριο, κάτι «άλλο» στο σύγχρονο ελληνικό ροκ, ή γύρω από το ροκ, τραγούδι. Εγώ θα πω πως «ναι, κομίζουν κάτι άλλο» και αυτό θα επιχειρήσω να εξηγήσω/αναπτύξω στο κείμενο που ακολουθεί. Στο ψητό λοιπόν…
Ακούμε δεκάδες ελληνικά συγκροτήματα, τα τελευταία χρόνια (να μείνω μόνο στα τελευταία) από την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, την Κρήτη, τα νησιά, τον κάμπο, τα όρη και τα βουνά της πατρίδας και «όλα» ακούγονται (όταν τραγουδούν στην αγγλική) σαν να προέρχονται από το Λονδίνο, το Καράκας ή τη Μόσχα… (δίχως να έχουν, σώνει και καλά, ρόλο «φτωχού συγγενούς»… κάθε άλλο μάλιστα). Αν, τώρα, τυγχάνει να τραγουδούν και στην ελληνική, και πάλι δεν γίνεται να καταλάβεις αν προέρχονται από την Δράμα, τη Σπάρτη ή την Καβάλα… Τι γίνεται εδώ πέρα; Τι συμβαίνει; Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η εξωτερική ομοιομορφία; (Γιατί εσωτερική ανομοιομορφία υπάρχει, κι ας είναι υποταγμένη). Τι απέγινε η… ιδιοσυστασία του μικρού τόπου, της κωμόπολης, της μικρής ή της μεγαλύτερης πόλης; Τι σημαίνει πλέον τοπική ιστορία, τοπικά ήθη κι έθιμα, τοπική εορτή και λατρεία; Όλοι… από την Νέα Υόρκη μέχρι την Αθήνα και από την Γιοκοχάμα μέχρι την… Κωλοπετινίτσα θα πρέπει να ασχολούμαστε με το iphone 6 και τις Android Apps; Κι αν πρέπει ν’ ασχολούμαστε εν τοιαύτη περιπτώσει μπορεί να γίνουν όλα τούτα «σκέψεις», «έργα», «λόγια» ή «τραγούδια»; Από πού θ’ αντλήσει ο νέος έλληνας τραγουδοποιός –γιατί αυτός μας ενδιαφέρει εδώ– αν δεν αντλήσει απ’ ό,τι του εμπιστεύθηκαν εκείνοι που τον μεγάλωσαν, απ’ όσα ο ίδιος αντιλαμβάνεται (ή πρέπει να αντιλαμβάνεται) ως ζωτικά στοιχεία μιας ύπαρξης που δεν είναι απλώς «σημερινή», αλλά κρατάει από τα βάθη των αιώνων; Τι σημαίνει ζω «στο σήμερα», όταν αγνοώ την… μικροϊστορία του τόπου μου, όταν δεν αντιλαμβάνομαι εκείνο που ραγίζει τις καρδιές των γειτόνων μου, καθώς ανακινείται η μνήμη;

Παλαιά, πριν εκατό χρόνια ας πούμε, είχαμε το ηπειρώτικο δημοτικό, που δεν μπορούσε κανείς να το μπερδέψει με το ρουμελιώτικο ή το μοραΐτικο. Στην πορεία αυτή η βεβαιότητα, δεν μετατράπηκε απλώς σε αίσθηση… εξαφανίσθηκε εντελώς. Όλα έγιναν «ένα». Ομογενοποιήθηκαν μέσα από τον καταναλωτική λαίλαπα, το μανιπουλάρισμα και την προπαγάνδα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, που καταδίκασε το μερικό προς όφελος του γενικού, ισοπεδώνοντας ιστορίες και αξίες. Λοιπόν, για να το πω με απλά λόγια. Τα Παιδιά της Παλαιότητας έκαναν έναν δίσκο, που από την αρχή έως το τέλος του… μυρίζει Κέρκυρα. Την… Θεία Κέρκυρα. Όχι την Κέρκυρα του Κάβου ή του Rothschild, αλλά την Κέρκυρα της πίστης, του Αγίου, της θρησκείας (και της θρησκοληψίας), των θαυμάτων και των ταμάτων, των άδολων ανθρώπων, των ταραγμένων καντουνιών, των… θεσπέσιων κηδειών, της μαγείας και της λατρείας. Είναι μια Κέρκυρα που υπάρχει (και σήμερα) και για την οποίαν τραγουδούν Τα Παιδιά της Παλαιότητας, προτείνοντας έναν δίσκο που ΔΕΝ θα μπορούσε να δημιουργηθεί πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό για ’μένα είναι το σημαντικότερο όλων – και είναι αυτό το οποίον προηγείται οποιασδήποτε επιμέρους κρίσης ή ανάλυσης. Έτσι, και για να μην υπάρξει παρεξήγηση, το συγκρότημα φροντίζει, από την αρχή, από το εξώφυλλο κιόλας, να διασαφηνίσει το concept του, μέσω μιας φωτογραφίας από την αυγουστιάτικη λιτανεία του σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνος, με τις σειρές των πιστών να περιμένουν καθιστοί στα πλακάκια της πλατείας, για να περάσει από πάνω τους… το θαύμα. Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι τι ακριβώς πιστεύουμε (και αν πιστεύουμε) εμείς ή ο καλλιτέχνης, αλλά τι ακριβώς πιστεύουν οι άλλοι· καθώς οι άλλοι είναι ο κόσμος, δεν είμαστε εμείς…

Ο Π.Ε Δημητριάδης είναι ένας αποφασισμένος παρατηρητής εκείνων που συμβαίνουν, βαθιά, στις ανυπόκριτες ψυχές του λαού. Αυτές επιδιώκει να εντοπίσει και να αναδείξει. Συγκινείται από την πίστη προς το θείο, αντιλαμβάνεται και κατανοεί την ανάγκη της λατρείας και της προσευχής, αντιμετωπίζει με κατανόηση την εκκλησιαστική άγραφη παράδοση, σεβόμενος την «άλλη άποψη», την αίρεση ή την πνευματική αντιστροφή, επειδή κι εκείνες αποτελούν μια το ίδιο βαθιά πίστη προς το ίδιο (ή το αντίθετο). Ενσωματώνει, επίσης, στην στιχουργική τέχνη του τον φόβο του πιστού προς τον Σατανά, κατανοώντας, υποθέτω, την αναγκαιότητα των αγιασμών π.χ., ή των εξορκισμών. Αποδέχεται, δηλαδή, μια θρησκευτική ή θρησκοληπτική διαδικασία, όχι επειδή αναγκαστικώς ο ίδιος πιστεύει σ’ αυτήν, αλλά επειδή τούτες ακριβώς οι διαδικασίες προσφέρουν ένα άνωθεν ή χθόνιο, κατά περίπτωση, αποτύπωμα σε μια κοινωνία, που δεν αφήνει τη συνείδησή της (και όχι οπωσδήποτε το σώμα της) να ενσωματωθεί.. Έτσι, αν στο τελευταίο άλμπουμ των Κόρε. Ύδρο. εικονιζόταν στο εξώφυλλο ο Σατανάς υπό τον Σταυρό (εικόνα από το ταβάνι του Αγίου στην Κέρκυρα), σε τούτο, το πρώτο των Παιδιών της Παλαιότητας, η ξεθωριασμένη φωτογραφία της λιτανείας είναι μιαν υπενθύμιση της Καρτερίας, της Ευχής και της Ελπίδας. Πως τα πράγματα, ακόμη και αν δεν αλλάξουν (όσο θα θέλαμε) δεν πρόκειται ποτέ να μείνουν ίδια («Μαραμένα λουλουδάκια/ πέφτουν από το ταβάνι/ στο όνειρό μου τα μαζεύω/ μα δε φτάνουν για στεφάνι»).

Το «12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες» είναι οπωσδήποτε (και) ένα άλμπουμ που αγκαλιάζει τη Μνήμη. Την κερκυραϊκή μνήμη, έτσι όπως εκείνη συνεχίζει να επικαθορίζει τον βίο των ανθρώπων (κάποιων ανθρώπων τέλος πάντων). Ακόμη και οι «Μνήμες ’85» (της αλήστου πασοκοκρατίας) εγώ θα πω πως δεν ασκούν επί της ουσίας κριτική (ο λόγος του Δημητριάδη δεν μου μοιάζει για πολιτικός, ακόμη και όταν αναφέρεται στην… ακαδημία των ρουσφετιών), εμμένοντας στην ερωτική άλω της προσωπικότητας του Ανδρέα και στον τρόπο που… εκείνος μετέφερε το θαύμα. Αυτό είναι και το μοναδικό, γενικό, συμπέρασμα (που εμπεριέχει όλα τ’ άλλα) μετά τις απανωτές ακροάσεις των… τραγουδιών από τις κατακόμβες. Ποιο;
Μα η μεταφορά του Θαύματος στην καθημερινή ζωή, και πώς εκείνο μπορεί να διασφαλίσει μιαν εσωτερική ισορροπία κάνοντας ευτυχισμένους, έν τινι μέτρω, τους ανθρώπους.
Επαφή: www.inner-ear.gr

1 σχόλιο:

  1. Πριν λίγες μέρες (3/9) ανέβηκε στο YouTube, στο κανάλι ράδΥο Κορέα του συγκροτήματος, ένα βίντεο τού «Μνήμες ’85»…

    https://www.youtube.com/watch?v=UaC27WtngZU

    …με οπτικό υλικό που παρωδεί το ΠΑΣΟΚ της εποχής (και τον Ανδρέα βεβαίως), και με ηχητικό τελείωμα το «Καλημέρα ήλιε» του Μάνου Λοΐζου… Ακολουθούν κάτι γέλια…

    Θα πω κάτι, και είναι σοβαρό. Αν το συγκρότημα παρασύρθηκε από επιπόλαια ή ανόητα σχόλια ακροατών του τραγουδιού (πως στο τραγούδι εμφανίζεται ο Ανδρέας σαν Θεός, πως ο Π.Ε. Δημητριάδης νοσταλγεί το ΠΑΣΟΚ κ.λπ.) και θέλησε στην πορεία να επανορθώσει περνώντας, τώρα ένα εντελώς διαφορετικό μήνυμα, φρονώ πως δεν έπραξε σωστά. Το τραγούδι είναι ολοφάνερο τι θέλει να πει (το ξέρει πρώτος εκείνος που το ’γραψε) και κάτω από ποιο, ακριβώς, σκεπτικό δημιουργήθηκε. (Το διατύπωσα και στην ανάρτηση – το κυρίως θέμα είναι το «θαύμα» και όχι το ΠΑΣΟΚ). Φυσικά, ορισμένοι δεν το κατάλαβαν, όπως π.χ. ένας Θάνος Ματζάνας στην Αυγή (12/7/2014), ο οποίος νόμισε πως το τραγούδι μπορεί να γράφτηκε (και) για κάποιον «αθώο έρωτα» του Δημητριάδη, αγνοώντας πως ο άνθρωπος (ο Δημητριάδης) το ’85 ήταν πιτσιρίκι και πως δεν θα μπορούσε να είχε πάει σε συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ με κάποια αγαπημένη του, αλλά μ’ ένα μεγαλύτερο (προφανώς συγγενικό) πρόσωπο… Απαντάει ο Δημητριάδης (πάντα από την Αυγή):

    «Ήμουν ακόμα πολύ μικρός για έρωτες, αναφέρομαι στη γιαγιά μου, τη μητέρα του πατέρα μου, εργάτρια τότε σε ποτοποιία, που με έπαιρνε μαζί της στα φεστιβάλ του ΠΑΣΟΚ στο οποίο είχε μεταπηδήσει από το ΚΚΕ στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Μας μοίραζαν σημαιάκια με τον ήλιο και μπλοκ με πράσινους μαρκαδόρους και ήλιους για να χρωματίσουμε, είναι μια από τις πρώτες πολύ έντονες μνήμες μου. ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΙΠΕΔΟ, το τραγούδι είναι αφιερωμένο στη μνήμη της γιαγιάς μου, μιας καταπληκτικής γυναίκας που δυστυχώς έφυγε νωρίς και από την οποία πήρα πολλή αγάπη και άλλα ωραία πράγματα».

    Πώς λοιπόν ενώ το πολιτικό σχόλιο έρχεται σε δεύτερο επίπεδο (και είναι ολοφάνερο αυτό, το ξαναλέω, ακούγοντας το τραγούδι), στο νέο βίντεο της 3/9 (ημέρα της 40χρονης επετείου του ΠΑΣΟΚ υπενθυμίζω), μετατρέπεται σε πρώτο; Τι μεσολάβησε γι’ αυτήν την «απαραίτητη διευκρίνιση» και κάπως σαν «απολογία»; Αν μεσολάβησε κάτι… Λέω λοιπόν του Δημητριάδη πως μ’ αυτήν την κίνηση (του «αντιπασοκικού» βίντεο) υποβάθμισε και εν τέλει «εξαφάνισε» το τραγούδι του άνευ λόγου και αιτίας, και πως, κατ’ εμέ, οφείλει να επανορθώσει, επαναφέροντάς το στο ύψος στο οποίον ανήκει. Χωρίς «Καλημέρα ήλιε» δηλαδή και γέλια…

    (Όσοι διαβάζουν το δισκορυχείον και ειδικώς την ετικέτα “political” ξέρουν τη γνώμη μου για το ΠΑΣΟΚ –αν είμαι θιασώτης του «σοσιαλισμού» του και περαιτέρω νοσταλγός του–, αλλά, εδώ, δεν πρόκειται γι’ αυτό).

    ΑπάντησηΔιαγραφή