Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

INGRID SCHMOLINER προετοιμάζοντας το πιάνο

Το όνομα τής Ingrid Schmoliner αναφέρθηκε μόλις το προηγούμενο Σάββατο με αφορμή το άλμπουμ “PARAphore” των Para, ενός avant σχήματος το οποίο αποτελούν υπενθυμίζω (πλην της Schmoliner) η Έλενα Κακαλιάγκου και ο Thomas Stempkowski. Τώρα, ένα προσωπικό LP της αυστριακής πιανίστα έρχεται να μας απασχολήσει, ένα LP για προετοιμασμένο πιάνο αποτελούμενο από έξι συνθέσεις – τρεις ανά πλευρά. (Να πω, με την ευκαιρία, πως οι vinyl-issues ξανακαλύπτουν σιγά-σιγά κ α ι το τοπίο της σύγχρονης ηχητικής γκάμας, με τα «δύσκολα» long plays να παρατάσσονται, πια, δίπλα στις πιο δημοφιλείς και εμπορικές κυκλοφορίες).
Το “Kарлицы Cюита” [Corvo, 2014] –δεν γνωρίζω ποια μπορεί να είναι η αναγκαιότητα του κυριλλικού τίτλου– ανοίγει με το 5λεπτο “Stampa”, ένα ρυθμικό track, που ακούγεται κάπως σαν δοκιμαστικό των CAN (“Mother sky” και τα λοιπά). Είναι άξιον απορίας –πάντα οι ήχοι που προέρχονται από ένα prepared piano θα είναι άξιοι απορίας– με ποιον ακριβώς τρόπο η Schmoliner δημιουργεί αυτήν την αίσθηση του «καμπανωτού» μπάσου και κυρίως πώς κατορθώνει να αναπαραστήσει ένα τοιούτο rhythm section (μπάσο-ντραμς) μόνο με το πιάνο της. Το 8λεπτο “Grul” μοιάζει κάπως… παραμυθένιο. Σαν soundtrack ενός παραμυθιού για μεγάλους, πάντως, καθότι υπάρχει εντός του και μιαν αίσθηση ιεροτελεστίας. Ναι, είναι οι… καμπάνες που σκάνε από παντού και οι οποίες, με τις συμβολές τους, δημιουργούν αυτήν την κάπως «μυστική» ατμόσφαιρα. Στο επίσης 8λεπτο “Balaena mysticetus” η Schmoliner μάς μεταφέρει στους… μακρινούς ωκεανούς, σ’ ένα περιβάλλον στο οποίο ζει η φάλαινα… Balaena mysticetus. Ό,τι ακούμε –ένα κάπως υπόκωφο σύστημα… βόμβων και αναδράσεων (όλα από το πιάνο προέρχονται)– έχει συμβεί προφανώς για να κινητοποιήσει, στο μέτρο του δυνατού, οικολογικώς. Το κάπως aggressive και θορυβωδώς εκστατικό “Baba Jaga” υποτίθεται πως εκφράζει κάτι από το… απολλώνιο σκότος τής φερώνυμης θεότητας των αλπικών ορέων. Αλλά γιατί «υποτίθεται» και γιατί «κάτι»; Η δομή του κομματιού είναι τέτοια, ώστε να επιτρέπει την μετατροπή της υπόθεσης σε βεβαιότητα. Το 12λεπτο “Teadin” είναι το μοναδικό κομμάτι του άλμπουμ στο οποίο εκτός από το πιάνο, χρησιμοποιείται και e-bow. Σε κανένα άλλο track δεν υπάρχει ηλεκτρονική επεξεργασία ή παρέμβαση, ούτε overdubs, αφού όλα τα κομμάτια είναι γραμμένα σε πραγματικό χρόνο. Εδώ, λοιπόν, η ηλεκτρονική-ambient επέκταση είναι προφανής, όπως προφανής είναι και η οριοθέτηση ενός χώρου, στον οποίον κυριαρχεί το… αέναον μέσω της εκφραστικής λιτότητας. Το έσχατο “Zampamuatta” είναι μία επιστροφή στο “Stampa” (το lead track του LP). Η αρχική ρυθμική γραμμή υποσκάπτεται από διαρκή θορυβώδη («εσωτερικά» του πιάνου) patterns, απαιτητικής, φρονώ, «προετοιμασίας».
Το γεγονός ότι το “Kарлицы Cюита” κλείνει (σχεδόν) με τον τρόπο που ανοίγει σημαίνει πως η Schmoliner είχε κάτι πολύ συγκεκριμένο στο νου της, έναν «κύκλο» τον οποίο εξύφανε με τρόπο απολύτως προσωπικό και, οπωσδήποτε, αισθητικώς αυτάρκη. Τι ακριβώς ήταν/συμβόλιζε αυτός ο «κύκλος» μένει, ίσως, να διευκρινιστεί… αν και, πιθανώς, να μην είναι αυτό το σημαντικότερο…
Επαφή: www.corvorecords.de

1 σχόλιο:

  1. Α. Τακόρη… τέτοιου τύπου σχόλια (σαν αυτό που έστειλες) δεν δημοσιεύονται. Για να φιλοξενήσω μια διαμάχη, ακόμη και στην περίπτωση που μπορεί να μην με αφορά αυτή, θα πρέπει να γνωρίζω με ποιους έχω να κάνω (και το… Α. Τακόρης εμένα δεν μου λέει τίποτα). Το blog, όπως έχω ξαναγράψει, δεν παρέχει χώρο για ξεκαθαρίσματα λογαριασμών, όταν οι αντίδικοι (ή ο ένας από τους δύο) θέλουν να «χτυπιούνται» ανώνυμα. Λύστε αλλού τις διαφορές σας…

    ΑπάντησηΔιαγραφή