Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

KEN THOMSON AND SLOW/FAST

Αν υπάρχει κι έχει νόημα ο όρος progressive-jazz στην εποχή μας, τότε η jazz του μπασοκλαρινετίστα και αλτοσαξοφωνίστα Ken Thomson είναι τέτοια. Είναι progressive δηλαδή – και όχι αναγκαστικώς με την βρετανική έννοια των seventies (περνάει κι από ’κει), αλλά μέσα από μιαν ευρύτερη αναδιάταξη και προσαρμογή εις σώμα ένα jazz, rock και σύγχρονων κλασικών στοιχείων. Το αποτέλεσμα είναι ένα CD, το Settle [NCM East], έξι συνθέσεων (όλες του Thomson) η κάθε μία εκ των οποίων ανοίγει κι ένα διαφορετικό «παράθυρο» σ’ αυτό το ευρύτατο ηχητικό πλαίσιο, που απασχολεί από καιρό. Jazz, rock και κλασική… Πόσα και πόσα δεν έχουν ειπωθεί/ηχογραφηθεί τα τελευταία 45 χρόνια μέσα και γύρω απ’ αυτό το «κεφάλαιο»… Και όμως… τέλος δεν υπάρχει. Και δεν μπορεί να υπάρξει, όταν συνθέτες και εκτελεστές με γνώσεις και φαντασία, παίρνουν τη σκυτάλη στα χέρια τους και προχωρούν σε δρόμους «άλλους»… Φυσικά σ’ αυτή την διαδρομή, στην συγκεκριμένη διαδρομή εννοώ, δεν είναι μόνος του ο Ken Thomson. Έχει δίπλα του άξιους συμπαραστάτες όπως τον τρομπετίστα Russ Johnson, τον κιθαρίστα Nir Felder, τον μπασίστα Adam Armstrong και τον ντράμερ Fred Kennedy, οι οποίοι, ως Slow/Fast (το όνομα της μπάντας), έχουν διακριτούς ρόλους στην δόμηση του “Settle”.
Εκείνο που πρέπει να πω από την αρχή είναι πως εδώ, στην περίπτωση του “Settle”, κυριαρχούν οι... συνθέσεις. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι ποσοστό αυτοσχεδιασμού χωρά στο έργο του Thomson, εκείνο όμως που γνωρίζω και ακούω είναι μια μουσική που ενώ είναι εύληπτη στο αυτί, είναι ταυτοχρόνως και «αλλιώτικη» στην διαμόρφωσή της, καθότι όλα φαίνονται «υπολογισμένα». Ηλεκτρική jazz δωματίου θα μπορούσε να είναι ένας καλός προσδιορισμός εκείνου που ακούμε, με τις τρεις λέξεις («ηλεκτρική», “jazz”, «δωματίου») να έχουν τη δική τους συμμετοχή-παρουσία στην τελική ισοζυγία. Υπάρχει λοιπόν, από την μια μεριά, η ηλεκτρική κιθάρα του Felder (από τους ανερχόμενους κιθαρίστες της σκηνής που έχει παίξει με όλη την σύγχρονη «αφρόκρεμα»), ο οποίος, είτε με το ρυθμικό παίξιμό του είτε με το lead, ενσωματώνει στις «ευγενείς» συνθέσεις του Thomson μία rock διάσταση. Όταν μάλιστα τα tempi ανεβαίνουν, τότε, και σε συνδυασμό με το ρυθμικό τμήμα, το αποτέλεσμα ξεφεύγει – εννοώ πως παρέχεται η αφορμή και στα υπόλοιπα lead όργανα (τα πνευστά) να συνδράμουν προς την κατεύθυνση μιας μουσικής απολύτως συναρπαστικής, που να μπορεί να τεντώνει τις αισθήσεις (το εισαγωγικό, 10λεπτο και φερώνυμο “Settle” είναι ένα καλό δείγμα). Σε άλλες πάλι συνθέσεις, ο Thomson εμφανίζεται να κινείται περισσότερο προς την «δωματίου» μεριά, με το μπάσο κλαρίνο να παίζει «κυκλικά» μελωδικά soli, πριν αναλάβει και πάλι η κιθάρα για να… αποπροσανατολίσει το άκουσμα. Το παίξιμο του Felder έχει, εδώ, ένα βασικό χαρακτηριστικό. Ενώ βρίσκεται σχεδόν παντού, δεν κυριαρχεί. Με riffs, με ξαφνικούς αρπισμούς, με «κοντές» φράσεις, ώρες-ώρες και με κάποια Fripp-οειδή συμπεριφορά, η κιθάρα δεν παύει να είναι το όργανο που υποσκάπτει τόσο την jazz, όσο και την «δωματίου» μεριά. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που πρέπει να είναι… όπως, επί παραδείγματι, στο “Bend towards light” με το… brechtian punk των Slow/Fast να χτυπάει κόκκινο, ή στο “Spring” ας πούμε, με το ανορθόδοξο παίξιμο στο μπάσο να πυροδοτεί την γενικότερη… ανοιξιάτικη έκρηξη. 
Απαιτητικές μουσικές οπωσδήποτε, χωρίς να είναι επί τούτου «δύσκολες».
Επαφή: www.ktonline.net

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου