Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

PHIL HAYNES/ NO FAST FOOD

Ο ντράμερ Phil Haynes δεν είναι χθεσινός. Βρίσκεται 30 χρόνια στη σκηνή και δισκογραφεί από το 1986, καθώς υπήρξε μέλος του Paul Smoker Trio (με τον Paul Smoker στην τρομπέτα και τον Ron Rohovit στο μπάσο). Μάλιστα στο ντεμπούτο άλμπουμ τους, που είχε τίτλο “QB”, συμμετείχε και ο Anthony Braxton στο άλτο σαξόφωνο. Με το σχήμα αυτό ο Haynes θα πάει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ενώ από το 1991 και μετά θα συνεχίσει τόσο με εμφανίσεις σε projects τρίτων, όσο και με τα προσωπικά του γκρουπ, με τα οποία θα γράψει μέχρι σήμερα περισσότερα από δέκα άλμπουμ. Το τελευταίο του έχει τίτλο In Concert [CornerStoreJazz, 2014] είναι διπλό και ζωντανό (ηχογραφημένο το 2012 στο Rochester της Νέας Υόρκης και στο Milheim της Pennsylvania) και περιλαμβάνει στην line-up (εκτός από τον ίδιο τον Haynes που παίζει ντραμς), τον σαξοφωνίστα (τενόρο, σοπράνο) και φλαουτίστα David Liebman και τον μπασίστα Drew Gress. Ο Liebman –για τον οποίον, ορισμένες φορές, έχεις την αίσθηση πως τον συναντάς παντού– είναι βεβαίως ο… Liebman, ένας μουσικός που ξεκινά από τις μπάντες του Miles Davis, του Elvin Jones και του John McLaughlin νωρίς στα seventies για να καταλήξει σε κάθε χώρο του improv-jazz επιστητού, ενώ και ο Gress έχει και αυτός την ιστορία του, καλώς καταγραμμένη δίπλα στους Fred Hersch, John Abercrombie, Don Byron, John Surman και πολλούς άλλους.
Στο “In Concert” οι τρεις μουσικοί, υπό το όνομα No Fast Food, προσφέρουν ένα ξεχωριστό set, το οποίον αντιλαμβανόμαστε ως τέτοιο όχι μόνο εξ αιτίας των τριών οργάνων (οι ίδιοι φαίνεται πως είναι επηρεασμένοι από τo New Elvin Jones Trio, με Elvin Jones, Joe Farrell και Jimmy Garrison), αλλά κυρίως της διάθεσής του να επεκταθούν προς πάσα αισθητική κατεύθυνση, χρησιμοποιώντας όλη την εμπειρία τους στον «συμφωνημένο», αλλά και στον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό. Έτσι, υπάρχουν tracks που καλύπτουν όλες τις… ταχύτητες, από τους φουριόζους και «πανικόβλητους» διαξιφισμούς, μέχρι τα μεσαία tempi και τις μπαλάντες, ενώ και τα τρία όργανα, που ακούγονται και μαζί και μόνα, προσφέρουν ξεχωριστές στιγμές ομαδικής και σολιστικής δράσης, με τον Liebman να παρουσιάζει, ως συνήθως, απίστευτα πράγματα (όπως στο σχεδόν 8λεπτο “The code” που… αναπλάθει με ευρηματικότητα τα timbre του τενόρου). Βεβαίως και οι άλλοι δύο μουσικοί, το rhythm section δηλαδή, έχει ένα ρόλο εντελώς δημιουργικό προσφέροντας ακόμη και καινοφανή ηχοχρώματα, όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν. Για παράδειγμα στο “Zen lieb”, το… native φλάουτο του Liebman διαχέεται πάνω από ένα… new age υπόστρωμα, ανακαλώντας στη μνήμη μου τις εγγραφές του R. Carlos Nakai – ένα έξοχο, ένα εντυπωσιακό κομμάτι. Σε γενικές γραμμές θα χαρακτήριζα το πρώτο CD περισσότερο improv και πιο κοντά στα αναμενόμενα ακουστικά πρότυπα, και το δεύτερο περισσότερο… περιπετειώδες, με ιδιαίτερη προσέγγιση στον μελωδικό τομέα (από το τενόρο βασικά, αλλά και το φλάουτο του Liebman) και με το rhythm section να κεντρίζει διαρκώς το ενδιαφέρον με τους συνεχείς ρούλους του Haynes και το πλήρες παίξιμο του Gress στο κοντραμπάσο.
Αν έβαζα βαθμολογία, το δεύτερο CD δεν θα μπορούσε να πέσει κάτω από το «άριστα»…
Επαφή: www.philhaynes.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου