Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ κείμενα-μεταφράσεις

Πριν μερικές ημέρες έφυγε από τη ζωή (πρέπει να ήταν γύρω στα 68) μία «μορφή» της εγχώριας μουσικής δημοσιογραφίας, ο Κώστας Θεοφιλόπουλος.
Παρένθεση. Έχω την πληροφορία από δύο διαφορετικές μεριές και μπορώ να πω πως την αναμεταδίδω με βεβαιότητα. Παρά ταύτα αν δεν είναι έτσι, αν έχω υποπέσει σ’ ένα τόσο ολέθριο και βαρύτατο λάθος, είμαι εδώ, εκτίθεμαι, και φυσικά είμαι έτοιμος να υποστώ τις οποιεσδήποτε ηθικές ή νομικές συνέπειες. Το λέω, επειδή δεν έχω προσωπική-προσωπική γνώση του γεγονότος, ούτε κατέστη δυνατόν να βρω μια σχετική ανακοίνωση στα μέσα και τον Τύπο. Τούτο, το τελευταίο, θα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολο, αν όχι απίθανο. Τέλος, υπάρχουν άνθρωποι που με διαβάζουν και που μπορεί να γνωρίζουν τα σχετικά ή να μπορεί να μάθουν – ένας είναι ο Μανώλης Νταλούκας. Θα παρακαλούσα, λοιπόν, επωνύμως πάντα, μα εντελώς επωνύμως, όσοι μπορούν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν την είδηση, να το πράξουν. Για την είδηση ή την μη είδηση, όχι για μένα. Κλείνει η παρένθεση.
Περιοδικό Κούρος, Μάης 1971
Αν και ο όρος «μουσική δημοσιογραφία» περιορίζει αρκετά τα ενδιαφέροντα του Κώστα Θεοφιλόπουλου, έτσι όπως εκείνα καταγράφηκαν στα λιγοστά μάλλον κείμενά του, στην δεκαετία του ’70 (κυρίως), προτάσσω την συγκεκριμένη δραστηριότητα, επειδή ήταν από ’κείνες, τις λίγες, που διαμόρφωσαν τη σχέση μου με τη μουσική, και με την γραφή γύρω από τη μουσική, από πολύ νωρίς – από τα πρώτα χρόνια του ’80 όταν έπεσαν, δηλαδή, στα χέρια μου για πρώτη φορά ένα-δυο τεύχη του περιοδικού ΤΖΑΖ, εντός των οποίων έλαμπαν τα δικά του κείμενα.
Η γραφή του Κώστα Θεοφιλόπουλου ήταν μεστή, «βαριά» και απαιτητική. Προϋπέθετε και απαιτούσε την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη, και κυρίως την απαλλαγή του από διάφορες χίμαιρες, που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται, στο χώρο του rock, στην Ελλάδα του δεύτερου μισού των seventies. O λόγος του σφιχτός και με στόχευση, έβαζε διάφορα πράγματα στη θέση τους. Θυμάμαι π.χ. την κριτική του για τις… ροκ εκπομπές του Τρίτου Προγράμματος (αρχές του ’79) και θα ήθελα για αρχή να μεταφέρω ένα πρώτο απόσπασμα. Έγραφε ο Θεοφιλόπουλος (περιοδικό ΤΖΑΖ, τεύχος 6, Μάρτιος 1979):
«Από τα τέλη Δεκεμβρίου (σ.σ. του 1978) εορταστικά(;) το Τρίτο Πρόγραμμα έχει αρχίσει σποραδική αναμετάδοση εκπομπών ροκ-εν-ρολ. Φαίνεται ότι τελικά η ορμητικότητα της μουσικής μπόρεσε να ξεπεράσει τους ‘ιδεολογικούς φραγμούς’ και τα οικονομικά εμπόδια που προφασίζονταν οι διάφοροι υπεύθυνοι προγραμματισμού εδώ και ενάμισι χρόνο. Η προσωπική εμπειρία που είχα –σε δύο ξεχωριστές φάσεις– σχετικά με τη δημιουργία μιας τακτικής εκπομπής ροκ-εν-ρολ μού άφησε ουσιαστικές αμφιβολίες τόσο για τις πολυδιαφημισμένες ποιοτικές απαιτήσεις του διευθυντή του προγράμματος κ. Μ. Χατζιδάκι όσο και για τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπιζαν οι στενοί του συνεργάτες την προβληματική παρουσία του ροκ-εν-ρολ μέσα στο ακαδημαϊκά φορμαλιστικό σχήμα του Τρίτου. Γι’ αυτό και απέφυγα, εσκεμμένα, να παρακολουθήσω τις πρώτες εκπομπές ροκ-εν-ρολ που παρουσιάστηκαν στο διάστημα ενός μήνα (με θέματα αρκετά δύσκολα, όπως το ‘Amazing grace’ της Aretha Franklin, το ‘Blonde on Blonde’ του Bob Dylan, τους Beatles κ.ά.). Όμως στις 2 Φεβρουαρίου 1979 υπέκυψα στον πειρασμό και παρακολούθησα ένα αφιέρωμα στον Elvis Presley από τον κ. Δ. Δανίκα, κριτικό κινηματογράφου στο Ριζοσπάστη, που κράτησε 90 λεπτά. Όταν τελείωσε κατάλαβα πως κάποιος μόλις είχε κατατσαλαπατήσει τα μπλε καστόρινα παπούτσια μου. Τα εισαγωγικά σχόλια του κ. Δανίκα –σε τόνο έκθεσης ιδεών– άρχιζαν με τη συνθηματική αποκάλυψη ότι ο Elvis Presley δεν ήταν μόνο ‘αγοραίος’ (που στην ηθικοπλαστική γλώσσα της ψευτο-ιντελιγκέντσιας σημαίνει ‘κακός’), αλλά και κάτι άλλο. Για μια στιγμή αυτό το κάτι άλλο μού φάνηκε να μένει μετέωρο. Και βέβαια… μια και περίμενε τη σειρά του. Γιατί σε λίγο ακούστηκε η έκφραση-θεσμός ‘η γενιά μας’ (ποια γενιά μας ακριβώς; – ή αυτό είναι άλλο θέμα;). Μετά το δεύτερο αυτό σύνθημα κοινότητας και συνενοχής το ‘κάτι άλλο’ μπόρεσε να προσδιοριστεί: ο Elvis είναι μια μεταφορά της Αμερικής. Θαυμάσια. Μόνο που η άσκηση λύθηκε με τη βοήθεια τυφλοσούρτη και συγκεκριμένα την ανάγνωση ενός αρκετά μεγάλου κομματιού από την ‘Πρισλειάδα’ του Greil Marcus. Δυστυχώς όμως για τον κ. Δανίκα το κείμενο του Marcus δεν έχει γραφτεί για να χρησιμοποιείται σα τυφλοσούρτης. Ζητάει πολλά: κατα-νόηση και συμμετοχή». Τα ενδιαφέροντα είναι από εδώ και κάτω (με τις ανακρίβειες του Δανίκα να σπάνε κόκκαλα), αλλά δεν είναι της στιγμής…
Ο Κώστας Θεοφιλόπουλος πρέπει να δημοσίευσε για πρώτη φορά στο περιοδικό Κούρος (τεύχος 2, Μάης 1971). Εκεί υπάρχει και το μοναδικό βιογραφικό του που γνωρίζω, συνταγμένο, μάλλον, από τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Αντιγράφω:
«KOSTAS THEOPHILOPOULOS. 25 ετών. Κοντός. Άνεργος. Αρίστευσε στο Κολλέγιο Αθηνών (αρρένων), αλλά εγκατέλειψε την τελευταία στιγμή τις σπουδές του στο Παρίσι. (ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ). Με σκοτεινό παρελθόν και σκοτεινότερο ή φωτεινότερο μέλλον; Ο ΧΡΟΝΟΣ θα το δείξει. Κοιτάει συνεχώς το ΡΟΛΟΪ του. Μέχρι πριν από λίγο είχε να κάτση ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ στην ίδια θέση. Γράφει πάντοτε στα αγγλικά. HEY BABE!... DON’T YOU DO IT SO FAST-DON’T YOU WANT IT SO LAST. Πίσω από μια αντιπαθητική εμφάνιση κρύβεται μια χρυσή καρδιά». Ακολουθεί ένα σύντομο κείμενο του Θεοφιλόπουλου, στην αγγλική. Η περιγραφή μιας κατάστασης… χημικής υπερέντασης.
Σ’ ένα επόμενο τεύχος του Κούρου (#12, Νοέμβρης 1972), ο Θεοφιλόπουλος μεταφράζει ένα απόσπασμα από το βιβλίο The Marihuana Papers/ Edited by David Solomon [New American Library, 1966] με κείμενα των Timothy Leary, Charles Baudelaire, Paul Bowles, Allen Ginsberg, Terry Southern, William S. Burroughs και άλλων. Το απόσπασμα έχει τίτλο Points of distinction between sedative and consciousness-expanding drugs (δηλ. Σημεία διακρίσεως μεταξύ κατασταλτικών και φαρμάκων διευρύνσεως του πεδίου συνειδήσεως) και ανήκει στον William Burroughs. Το κείμενο είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο γιατί δεν τσουβαλιάζει όλα τα drugs μαζί, αλλά και γιατί δίνει μία πολύ σοβαρή επεξήγηση του τι σημαίνει ψυχεδελική τέχνη. Στη μουσική, στο σινεμά, στη λογοτεχνία παντού. (Για περισσότερες λεπτομέρειες εδώ… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2014/02/william-s-burroughs-70s.html).
Ο Κώστας Θεοφιλόπουλος συμμετέχει με κείμενό του στο ένατο τεύχος του περιοδικού Σήμα (αφιέρωμα Η ΣΚΗΝΗ), που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του ’75. Το ανάγνωσμα είχε τίτλο «Το Τέλειο Έγκλημα / Προβλήματα Επι-κοινωνίας» και ήταν γραμμένο από τους Κώστα Θεοφιλόπουλο, Νώντα Βασιλάκο και Νίκο Μανουσάκη (στο Σήμα τα ονόματα των άλλων δύο έχουν μπερδευτεί αφού αναφέρονται ως… Νίκος Βασιλάκος και Νώντας Μανουσάκης – εξακριβωμένο αυτό από δυο-τρεις διαφορετικές πηγές). Πρόκειται για ένα κείμενο επηρεασμένο σ’ ένα μέρος του από την λογοτεχνία του Burroughs, ενώ σ’ ένα άλλο μοιάζει να έχει περισσότερο… πρακτικό χαρακτήρα. Ιδίως στην περίπτωση της εξιστόρησης τού… Έπους του Βόλου (ένα ντοκουμέντο της ελληνικής drug culture των seventies), της περιπέτειας δηλαδή μιας παρέας Αθηναίων να προμηθευτεί ναρκωτικά (βασικά το διεγερτικό Ritalin) από βολιώτικα φαρμακεία στις αρχές του ’73 και όλων εκείνων, τέλος πάντων, που θα ακολουθούσαν…
Τον Δεκέμβριο του 1977 κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του περιοδικού ΤΖΑΖ. Από το τεύχος 3 (Ιούνιος ’78) ο Θεοφιλόπουλος «πιάνει δουλειά» όπως λέμε, ξεκινώντας μία σειρά κειμένων, που δεν άπτονταν, στενά, της jazz, κοιτάζοντας βασικά προς τη μεριά του rock. Επρόκειτο, απλώς, για τα σοβαρότερα, έως τότε, κείμενα που είχαν δημοσιευτεί στον τόπο μας από έλληνα γραφιά γύρω από την pop, το rock και τα λοιπά… Ο τίτλος του πρώτου εκείνου κειμένου ήταν… Τα Ονόματα: Ποπ και Ροκ, και η αρχή του ήταν έτσι:
«Το 1956 ο Elvis Presley με μια σύνθεση του Otis Blackwell που ονομάζεται Dont be cruel καταφέρνει να χτυπήσει συγχρόνως το πρώτο νούμερο και στα τρία είδη τσαρτς που υπάρχουν – ένα για το κάντρυ, ένα για το ρυδμ εντ μπλουζ και ένα για το ποπ. Η σημασία αυτού του γεγονότος είναι κεντρική. Ένα συγκεκριμένο τραγούδι παρουσιάζεται σαν η κοινή βάση για τρία διαφορετικά μουσικά ιδιώματα που, ως τότε τουλάχιστον, είχαν το καθένα ένα ξεχωριστό κοινό. Αυτό το ενιαίο κοινό που δημιουργείται παίρνει την απόφαση να αγνοήσει τους διαχωρισμούς του παρελθόντος. Γι’ αυτό, μπορούμε να υποθέσουμε ότι από το 1959 και ύστερα, βαθμιαία, η λέξη ποπ και η λέξη ροκ χρησιμοποιούνται αδιάφορα, σα να καλύπτουν την ίδια αισθητική πραγματικότητα. Συχνά, όταν κάποιος μιλάει για ποπ, κάποιος άλλος καταλαβαίνει ότι αναφέρεται σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει ροκ, και αντίστροφα. Ποπ και ροκ παρουσιάζονται σαν αυτόματα συνώνυμα. Όμως αυτή η αυτοματισμένη συνωνυμία αφήνει μια πικρή γεύση στον μελετητή. Σκοπός μου σ’ αυτό το κείμενο είναι να δείξω τους λόγους που την προκαλούν.(…)».
Θα ακολουθούσαν άλλα κείμενα στα επόμενα τεύχη (άρθρα, μεταφράσεις και κριτικές βιβλίων) γύρω από τις early days του rock, της συσχέτισής του με το blues κ.λπ., με κορυφαίο όλων… To Τελευταίο Βαλς: Το Φορτίο και η Λύτρωση (ΤΖΑΖ #6, Μάρτιος 1979). Πρόκειται για μία διεισδυτική ανάλυση της συναυλίας των Band (The Last Waltz), του άλμπουμ που προέκυψε από ’κει και της ταινίας του Martin Scorsese – ένα κείμενο που διαβάζεται και σήμερα με το ίδιο ή και μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Σ’ ένα Ιδεοδρόμιο της εποχής (#31, 2/7/1979) ο Λεωνίδας Χρηστάκης γράφει για την Μαρία Μήτσορα. Σε κάποιο σημείο διαβάζουμε: «Από το 1971 την έχω συναντήσει 17 φορές στο δρόμο, πάντα συνοδευόμενη από τον Κώστα Θεοφιλόπουλο, που κι εκείνος είχε συνεργαστεί στον Κούρο με μια μετάφραση σχετική με τα ναρκωτικά του Ουίλλιαμ Μπάρροουζ (σήμερα είναι τακτικός συνεργάτης του περιοδικού ΤΖΑΖ)…». Το πρώτο βιβλίο της Μήτσορα Άννα Να Ένα Άλλο [Άκμων, Αθήνα 10/1978] είναι αφιερωμένο στον Κώστα Θεοφιλόπουλο.
Τα τέλη της δεκαετίας του ’70 είναι μία καλή εποχή για τον Θεοφιλόπουλο. Γράφει και μεταφράζει για το ΤΖΑΖ, τον Σύγχρονο Κινηματογράφο, είναι ανακατεμένος στο Αμφί (όπως και η Μήτσορα εξάλλου), ετοιμάζει τον πρόλογο για το βιβλίο Έλβις: Πρισλειάδα [Σειρά Αυτοσχεδιασμός, Αθήνα 1978] του Γκρέιλ Μάρκους (ένα κεφάλαιο του Mystery Train), ενώ δίνει κι ένα ωραίο κείμενο στο τραμ (#9, Μάης 1978) υπό τον τίτλο «Τσογλαναρία: Μια καινούρια τρυφερότητα». Εκεί, ανάμεσα σε άλλα, τα χώνει στον Νίκο Παπαδάκι, εκδότη του περιοδικού Σήμα, γιατί αναδημοσίευσε αποσπασματικά το κείμενό του «Το Τέλειο Έγκλημα / Προβλήματα Επι-κοινωνίας» από το τεύχος 9 (Σεπτέμβριος 1975) στο τεύχος 18 (Ιούλιος-Αύγουστος 1977). Γράφει χαρακτηριστικώς:
«Προχθές την Τετάρτη όμως ήμουνα συγχυσμένος. Σκεφτόμουνα αυτόν τον βλάκα τον Δασκαλάκο βλαχο-αιγαιοπελαγίτη, αβανγκαρντίστα της πιο σίγουρης αξίας που μεταξύ Ύδρας και Πανελληνίου Εκθέσεως τη βγαίνει και ως εκδότης Καλλιτεχνικού –καλλιτεχνικού με κεφαλαίο– περιοδικού. Τέχνη όχι αστεία, πολύ ψηλή στάθμη και αξιοπρέπεια, για πολύ λίγους, ας είναι και αγράμματοι. Και τώρα όμως δεν πάνε να κάνουνε ό,τι θέλουν. Τι με νοιάζει εμένα. Αλλά με νοιάζει γιατί ο χαζολεβέντης πήρε ένα κείμενό μου που με το ζόρι είχε δημοσιεύσει πριν δύο χρόνια και με το έτσι θέλω όταν είδε ότι τον βόλευε το ’κοψε, κράτησε μόνο τα αξιοπρεπή κομμάτια και το ξαναπέταξε σε μια άθλια επανέκδοση. Έτσι και να μπορούσα να βούταγα κανένα τούβλο και να του κατέβαζα τη βιτρίνα του παλιομάγαζου-καλλιτεχνικού κέντρου απ’ όπου καθησυχάζει και αυτοναρκώνεται μέσα στη σοβαροφανή ρουτίνα της Ποιότητας και του Εγκύρου».
Μία από τις τελευταίες «έντυπες» παρουσίες του Θεοφιλόπουλου, που μου έρχεται τώρα στο νου, είναι η μετάφρασή του (μαζί με τον Νίκο Σαββάτη) του βιβλίου του τρομπετίστα της jazz-avant Leo Smith Σημειώσεις για τη φύση της μουσικής [Περιοδικό ΤΖΑΖ/ Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1982]. Μετά, από ’κει και πέρα εννοώ, τον έχασα. Δεν θυμάμαι, δηλαδή, να διάβασα κάτι δικό του, αν και δεν το αποκλείω εντελώς… Μπορεί, δηλαδή, να υπάρχει και κάτι άλλο, που να μην μου έρχεται τώρα στον νου ή να μην το γνωρίζω…
Μέσα στα χρόνια προσπάθησα να εντοπίσω τον Κώστα Θεοφιλόπουλο και να συζητήσω μαζί του. Δεν έγινε κατορθωτό, όχι γιατί δεν μπόρεσα να τον βρω, αλλά επειδή σεβάστηκα, εν τέλει, το γεγονός της απόσυρσής του από τον δημόσιο γραπτό λόγο και δεν ήθελα να επιχειρήσω να «σπάσω» εκείνη την απόφασή του. Δεν ήθελα να τον ενοχλήσω.
Α, και κάτι ακόμη, που παρ’ ολίγο να το ξεχάσω. Ο Κώστας Θεοφιλόπουλος, μαζί με τον Δημήτρη Πουλικάκο και τον Τάσο Φαληρέα, έγραψε τους στίχους στο τραγούδι του Εξαδάκτυλου «Τα παιδιά ειν’ εντάξει» το 1971. Το όνομά του είναι τυπωμένο στην ετικέτα του μικρού δίσκου…

4 σχόλια:

  1. Δυστυχώς, η είδηση είναι αληθινή. Ο Κώστας Θεοφιλόπουλος, αυτοκτόνησε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μάλιστα…
      Έφτασαν και στα δικά μου αυτιά κάποιες λεπτομέρειες, αλλά τι σημασία έχουν τώρα πια…
      Σ’ ευχαριστώ, πάντως, για την επιβεβαίωση αυτής της θλιβερής είδησης.

      Υπήρξε «μορφή» ο Θεοφιλόπουλος. Και μακάρι κάποια στιγμή να έβγαινε ένα βιβλίο με τα δικά του κείμενα, ώστε να τον μάθει περισσότερο ο κόσμος. Ένα βιβλίο σαν την «Χαριστική Βολή» με τα κείμενα του Φαληρέα.

      Διαγραφή
  2. πολύ ενδιαφέρουσα φιγούρα,δεν την ήξερα,
    ένιωσα απέραντη στενοχώρια ακούγοντας και την συνέντευξη του σε άλλο μπλογκ
    ίσως αγαπητέ φώντα αν τον έβρισκες,έβρισκε και αυτός έναν καλό φίλο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όπως γράφω και στην προτελευταία παράγραφο της ανάρτησης…

      «Μέσα στα χρόνια προσπάθησα να εντοπίσω τον Κώστα Θεοφιλόπουλο και να συζητήσω μαζί του. Δεν έγινε κατορθωτό, όχι γιατί δεν μπόρεσα να τον βρω, αλλά επειδή σεβάστηκα, εν τέλει, το γεγονός της απόσυρσής του από τον δημόσιο γραπτό λόγο και δεν ήθελα να επιχειρήσω να ‘σπάσω’ εκείνη την απόφασή του. Δεν ήθελα να τον ενοχλήσω».

      Εξάλλου, όσα πρόλαβε να αφήσει (εννοώ τα γραπτά του) αντανακλούν πλήρως τον τρόπο που σκεφτόταν εν σχέσει με τη μουσική, όπως και με διάφορες άλλες καταστάσεις.

      Διαγραφή