Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

JONNY NEL συγκρότημα από την Θεσσαλονίκη

Καινούριο συγκρότημα είναι οι Jonny Nel. Σχηματίστηκαν πρόπερσι στη Θεσσαλονίκη και σχεδόν αμέσως μπήκαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν τα πρώτα τους τραγούδια. Το παρθενικό CD τους υπό τον τίτλο In this Prison Im Dreaming of Angels (2012), που είναι ανεξάρτητης παραγωγής, περιλαμβάνει 13 δικά τους κομμάτια, τα οποία διακρίνονται για τον πηγαίο, αφηγηματικό χαρακτήρα τους.
Οι Jonny Nel είναι επηρεασμένοι, βασικά, από το αμερικανικό rock τύπου Crazy Horse, Neil Young, (ύστερους) Byrds και όσους το ακολούθησαν στα eighties ή και πέραν αυτών, ενσωματώνοντας στην πορεία και κάποια έτερα στοιχεία, που μπορεί να οδηγούν σε κάπως «μεταλλικές» ή και progressive καταστάσεις. Τα ατού τους είναι, κυρίως, η συνθετική επάρκεια (όπερ σημαίνει στέρεες μελωδίες, καλούς φωνητικούς αρμονικούς σχεδιασμούς), η στιχουργική απλότητα, τα παιξίματά τους, ενώ το μειονέκτημα (ας το πω έτσι) έχει να κάνει με τις ερμηνείες, που θέλουν περισσότερο δούλεμα. Είναι κρίμα δηλαδή το υλικό τους (που μπορεί να αναδειχθεί ακόμη περισσότερο και μέσα από μία πιο υπεύθυνη παραγωγή) να προδίδει απλώς και μόνον τις ικανότητές τους και όχι να τις διατρανώνει. Χρειαζόμαστε τέτοια συγκροτήματα. Συγκροτήματα που να ξέρουν να γράφουν τραγούδια, τα οποία να έχουν σκοπό και νόημα (όπως το “The song of Eli” ή το “The grind of life”) και γι’ αυτό νομίζω πως οι Jonny Nel θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια, ώστε να εμφανιστούν ακόμη καλύτεροι στο μέλλον. Το συγκρότημα αποτελούν οι Ιωάννης Ιωάννου κιθάρες, πιάνο, φωνή, Αλέξανδρος Ιωάννου ντραμς, κρουστά, πιάνο φωνή, Δημήτρης Δημητρακόπουλος φωνή, κιθάρες, πιάνο και Στρατής Σγουρέλλης μπάσο, ενώ στην ηχογράφηση προστέθηκαν τσέλο (Ιάσων Ιωάννου) και γυναικεία φωνητικά (Έλενα Κρασάκη).

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΛΙΤΣΗΣ – ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΛΥΒΑΣ χαμήλωσε

Το 1981 πήγαινα στο Λύκειο και δεν είχα στερεοφωνικό. Έτσι, την έβγαζα κυρίως με κασέτες. Αγόραζα ό,τι μπορούσα ν’ αγοράσω και ό,τι εύρισκα, ενώ αντέγραφα κιόλας από τα δισκάδικα. Επειδή μ’ ενδιέφερε να έχω και τα εξώφυλλα με τα στοιχεία των τραγουδιών, οι κασέτες που αγόραζα ήταν συνήθως των εταιρειών, σφραγισμένες και με dolby. Έπαιζαν καλά. Και ακόμη παίζουν, μετά από… 33 χρόνια. Το 1981 είχα ήδη αρχίσει παραλλήλως με το… απ’ έξω rock ν’ ακούω και ελληνικό, δίνοντάς του από τότε μία δική μου διάσταση. Έτσι, μαζί με τα συγκροτήματα της εποχής (Φατμέ, Sharp Ties, Scraptown…) αγόραζα και άλμπουμ (σε κασέτες) όπως τα «Μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού (που τον ήξερα λόγω Σαββόπουλου) ή την «Απόπειρα» του Νίκου Καλλίτση με την Αφροδίτη Μάνου (που και αυτήν την ήξερα από τον Σαββόπουλο, αφού συμμετείχε στην «Ρεζέρβα»). Δηλαδή, το ελληνικό ροκ για μένα ήταν κάτι ευρύτερο – δεν ήταν απλώς τα γκρουπ ή ορισμένοι τραγουδοποιοί, αλλά ακόμη και το «έντεχνο» σχήμα όταν ροκάριζε, το οποίο ερχόταν από τις προηγούμενες δεκαετίες: «συνθέτης / στιχουργός-ποιητής / ερμηνευτής / session μουσικοί». (Φυσικά, στην πορεία το πράγμα ξεφτιλίστηκε, καθώς άκουγες «ροκ» από τους πάντες, αλλά δεν είναι, τώρα, αυτό το θέμα μας). Κριτήριο, βασικά, ήταν ο στίχος (όταν δεν μιλούσαμε για το “Get that beat” ή για το “Execution”…). Άμα ο ελληνικός στίχος με άγγιζε, ή με ενδιέφερε, δεν ασχολιόμουν με το… παραμέσα. Ποιος έχει γράψει τι, ποιος παίζει τι και όλα τα υπόλοιπα. Αυτά έρχονταν μετά. Έτσι, ακούγοντας στο ραδιόφωνο (γιατί αυτό θα πρέπει να συνέβη) το έξοχο «Πίσω από τα καθημερινά» με τη φωνή της Αφροδίτης Μάνου, τράβηξα αμέσως για το δισκάδικο προκειμένου να ψάξω για την κασέτα. Και όντως. Κάπως έτσι αγόρασα, άκουσα, και απόλαυσα το άλμπουμ «Απόπειρα» [Lyra YLP 3339] με τα τραγούδια του Νίκου Καλλίτση, που βασίζονταν σε ποιήματα των Γιάννη Κοντού και Αντώνη Κολυβά, και τα οποία απογείωνε με τις ερμηνείες της η Αφροδίτη Μάνου. (Να μην πω πόσο με είχαν επηρεάσει εκείνα τα άσματα ως μαθητή, αφού στίχους ολόκληρους τους είχα χρησιμοποιήσει τότε ακόμη και στο μάθημα της Έκθεσης, με… άριστα αποτελέσματα). Η «Απόπειρα» ήταν λοιπόν ένας σημαντικός ελληνικός ροκ δίσκος της δεκαετίας του ’80 και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τον είχα συμπεριλάβει και στο βιβλίο μου Ραντεβού στο Κύτταρο, το 1996. Στην δεκαετία του ’90, κάποια στιγμή, αγόρασα και το LP και τότε μπόρεσα να πληροφορηθώ τα… ενδότερα στοιχεία του άλμπουμ, τα οποία, ως πληροφορία, απουσίαζαν από την κασέτα. Έμαθα δηλαδή πως την ορχήστρα αποτελούσαν, ένας κι ένας σημαντικοί έλληνες ροκάδες (μουσικοί δηλαδή που είχαν θητεύσει σε συγκροτήματα) όπως οι Θεολόγος Στρατηγός και Κώστας Στρατηγόπουλος κιθάρες, Νίκος Αντύπας ντραμς, κρουστά, Γιώργος Ζηκογιάννης μπάσο, Κώστας Γανωσέλης πλήκτρα, ενώ συμμετείχε και ο συνθέτης Νίκος Καλλίτσης παίζοντας πιάνο. Επίσης από το βινύλιο είχα πληροφορηθεί πως οι στίχοι του Γιάννη Κοντού προέρχονταν από τα βιβλία του Στη Διάλεκτο της Ερήμου [Κέδρος, Αθήνα 1980] και Φωτοτυπίες [Κέδρος, Αθήνα 1977] και του Αντώνη Κολυβά από την συλλογή του Γράμμα στον Κάρολο [Διάσταση, 1980].
Ένα από τα ζητήματα που θέλω να θίξω και που σχετίζεται με την «Απόπειρα» έχει να κάνει με το γεγονός πως στο συγκεκριμένο άλμπουμ μελοποιήθηκαν στίχοι συγχρόνων (τότε) ποιητών. Την εποχή της… κασέτας μπορεί αυτό να μην το είχα αξιολογήσει, τώρα όμως το θεωρώ πολύ σημαντικό. Θεωρώ σημαντικό δηλαδή κάθε εποχή να… μελοποιεί τους ποιητές της. Θα μου πείτε «χρειάζεται;». Αν η μελοποίηση είναι ωραία θα πω πως «ναι, χρειάζεται». Είμαι της άποψης πως ο ποιητικός λόγος πρέπει να γίνεται τραγούδι, όταν μπορεί να γίνει, ακόμη και όταν εκείνος (ο λόγος) χρειάζεται να «προσαρμοστεί» (με τη σύμφωνη γνώμη του ποιητή) προκειμένου να βοηθηθεί π.χ. η αποτύπωση μιας μελωδίας. Οι σύγχρονοι συνθέτες μας λοιπόν πρέπει/οφείλουν να σκύψουν στους νεότερους και στους πιο «αγνώστους» (ας τους πω έτσι) ποιητές, αφήνοντας κατά μέρος τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη, ή τον Καββαδία, οι οποίοι έχουν μελοποιηθεί επαρκώς και δεινοπαθούν εσχάτως. Τώρα θα μου πείτε πως αν πρόκειται να δεινοπαθήσουν και οι νεότεροι με τίποτα... ραπαρίσματα της κακιάς ώρας τότε, καλύτερα, ας αφήσουν κι εκείνους…
Ο Νίκος Καλλίτσης είχε ξεκινήσει την καριέρα του στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60, κυκλοφορώντας μερικά έντεχνα/ λαϊκά 45άρια. Από το δίκτυο συνέλεξα τα: 1. «Βαρκούλα ήταν με πανί (Νίκος Καλλίτσης - Μιχάλης Παπανικολάου)/ Σαν άμμος (Νίκος Καλλίτσης - Μιχάλης Παπανικολάου)» [Lyra 1264, 1967] με την Ρενάτα Καπερνάρου, 2. «Έτσι σ’ αγάπησα (Ν. Καλλίτσης)/ Κάνε μου κυρά τη χάρη (Ν. Καλλίτσης)» [Lyra 1269, 1967] ξανά με την Ρενάτα Καπερνάρου και 3. «Δε σε μπορώ (Ν. Καλλίτσης)/ Με μια βροχή (Ν. Καλλίτσης)» [Lyra 1288, 1968] με τον Γιάννη Πουλόπουλο. Αργότερα (και πριν την «Απόπειρα») έκανε κι άλλα πράγματα, όπως ακόμη περισσότερα έκανε και μετά την «Απόπειρα» (όποιος ενδιαφέρεται να πληροφορηθεί γι’ αυτά ας δει το σχετικό λήμμα της Βικιπαίδεια). Το σημαντικό είναι πως ο Καλλίτσης δεν έγραψε απλώς τις μουσικές στα ποιήματα των Κοντού και Κολυβά, αλλά επιπλέον έκανε και τις ενορχηστρώσεις. Διαβάζοντας δηλαδή τους στίχους τού δημιουργήθηκε η ανάγκη να επενδύσει με άξονα το rock. Έτσι, και παρ’ όλες τις αναγκαίες μετατροπές που συνέβησαν προκειμένου τα λόγια να «ταιριάξουν» με τις μουσικές ώστε να γίνουν τραγούδια, η «Απόπειρα» δεν παύει να είναι μία σημαντική πρόταση επικοινωνίας του ελληνικού ροκ με την πιο μοντέρνα ποίηση (της «γενιάς του ’70» εν προκειμένω).
Γιατί τα θυμήθηκα όλα τούτα; Θα σας πω. Ο Γιάννης Κοντός είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μου ποιητές και παίρνοντας αφορμή από την «Απόπειρα» τον «έψαξα» από πολύ νωρίς (σχεδόν από τα μαθητικά μου χρόνια). Έχω κάμποσα βιβλία του και ανατρέχω σ’ αυτά, όταν υπάρχει λόγος… Αντιθέτως, ο Αντώνης Κολυβάς ήταν μία άγνωστη περίπτωση. Ακόμη και σήμερα, ακόμη και τώρα, αν «χτυπήσεις» το όνομά του στο δίκτυο δεν θα βρεις σχεδόν τίποτα. Το… 99,99% των αναφορών σχετίζονται με την «Απόπειρα» και με τα δύο ποιήματά του που μελοποιούνται εκεί, το «Ιδού εγώ εν απογνώσει» και το «Χαμήλωσε». Είχα, λοιπόν, την τύχη να εντοπίσω πριν λίγο καιρό το βιβλίο του Αντώνη Κολυβά, από το οποίον είχαν αποσπαστεί τα δύο αυτά κομμάτια (από ’κει μαθαίνω πως είχε προηγηθεί η συλλογή του Πέτρινα Φύλλα το 1979), πράγμα που με χαροποίησε ιδιαιτέρως. Κυρίως γιατί διάβασα ολοκληρωμένα τα ποιήματα, σκεπτόμενος ακόμη περισσότερα. Το «Ιδού εγώ εν απογνώσει» (το ποίημα ΙΙ από το μέρος Γράμμα στον Κάρολο) μελοποιείται σχεδόν αυτολεξεί από τον Καλλίτση, ενώ το «Χαμήλωσε» (από το μέρος Εγώ, ο στόχος) βασικά δεν έχει τίτλο, αποτελώντας τμήμα ενός ευρύτερου ποιήματος στο οποίο πρωταγωνιστούν τρία πρόσωπα: το ένα, πιθανώς, να είναι ο ίδιος ο ποιητής, το δεύτερο η Ειρήνη, και το τρίτο η μάνα (του ποιητή;). Σε κάποιο σημείο ο ποιητής απευθύνεται στην Ειρήνη, όπου ανάμεσα σε διάφορα της λέει: 

Δεν συγχωρώ,
τη δικαιοσύνη που μόνο υπόσχεται.
Την ακτινοβολία των εκφύλων.
Την ικανοποίηση των στροφών.
Τη λογική τής –κάθε– δημοκρατίας.
Την άνοιξη που μπορεί να περιμένει.
(…)
Τώρα οι φίλοι μου,
Καταναλώνουν τη ζωή τους στον υπόγειο.
Αλλάζουν μεταξύ τους διευθύνσεις
κι απ’ ό,τι ξέρω
κανείς δεν έγραψε ποτέ.
Συνωστίζονται στους διαδρόμους
τεντώνουν τα κεφάλια απορημένοι
και φοβούνται
φοβούνται πολύ οι φίλοι μου.

Αλήθεια Ειρήνη
πώς το φοράς αυτό το τρύπιο νυχτικό;

Τον λόγο έχει η Ειρήνη…

Χαμήλωσε.
Από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα
δε διακρίνεται η αλήθεια.
Μη σφίγγεις τα χρώματα στη φούχτα σου.
Δε βλέπεις που το κόκκινο
θέλει να δραπετεύσει;
Άφησέ το.

Τις φλόγες απ’ τις υψικάμινους
και τη σκουριά των καραβιών
ξεκρέμασε από το λαιμό σου
και πήγαινε ανάμεσά τους
κατάλευκος.

Άνοιξε το πουκάμισό του
κι όλα πλημμύρισαν φύκια καστανά
και θαλασσινό θόρυβο.

Μια λέξη κρέμεται από τη θήκη τής μέσης
κι ένα όνειρο.

Μόνο αυτός θα ελευθερώσει
τις τελευταίες αναστολές.
Τον συνδράμουν άγρια ρουθουνίσματα
εκατομμυρίων αλόγων.

Ήλιος που περνά από ταραγμένες κοιλάδες
θα κατεβαίνει ήσυχα σαν ύπνος
στις καρδιές των κυκλάμινων.
Το πρόσωπό του είναι βράχια
σμιλεμένοι
άγγελοι πρωτοστάτες.

Σαν έτοιμος που άπειρα υποφέρει
κίνησε. Πάει πια.
Βαδίζει ανατολικά
με τη καλπάζουσα άνοιξη
και τους ανέμους
που τώρα σαλπίζουν εξέγερση.

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

οι NOISE FIGURES είναι δύο

Μοιάζει με κατόρθωμα αυτό που παρουσιάζουν οι Noise Figures στον πρώτο φερώνυμο δίσκο τους [Inner Ear, 2013], αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο από τη στιγμή που υπάρχουν οι Black Keys. Δύο μουσικοί, ο Γιώργος Νίκας που τραγουδά και παίζει ντραμς και ο Στάμος Μπάμπαρης που παίζει κιθάρες και τραγουδά, είναι όλα και όλα τα μέλη του γκρουπ – ένα γκρουπ, όπως αντιλαμβάνεστε, από το οποίον απουσιάζει ο μπασίστας (μα ακόμη και ο κιμπορντίστας, που θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αναπληρώνει τον μπασίστα, όπως συνέβαινε συχνά στα 80s π.χ.). Οπότε τι γίνεται στην περίπτωσή μας; Εντάξει, υπάρχουν κι άλλα ροκ συγκροτήματα και μάλιστα duo (οι Black Keys δεν είναι οι μόνοι), που εμφανίζονται δίχως μπασίστα· αν και αυτό δεν λέει κάτι (δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες). Αφήνω δε το γεγονός, εξ όσων αντιλήφθηκα, πως όλο και αυξάνονται αυτού του τύπου τα σχήματα –που μοιάζουν με προϊόντα της… κρίσης, όταν οι λόγοι δεν είναι απλώς αισθητικοί–, υποβαθμίζοντας, κατά μίαν έννοια, το συνολικό ροκ πακέτο, «στριμώχνοντάς» το μεταξύ τυμπάνων και κιθάρας.
Για μένα, πάντως, το βασικότερο πρόβλημα στην περίπτωση των Noise Figures είναι άλλο. Δεν είναι δηλαδή αυτές καθ’ αυτές οι μπασογραμμές του bass guitar, που εν πάση περιπτώσει κάπως μπορεί να αναπληρωθούν, αφού o κιθαρίστας κάνει ό,τι περνάει από τον… αντίχειρά του (και κυρίως από το πόδι του) χώνοντας όσο μπάσο εφφέ και παραμόρφωση μπορεί να βγάλουν τα πεντάλια. Εκείνο, που δεν κάθεται, πάντα καλά είναι ο όγκος της εγγραφής, ο συνολικότερος ήχος, που μοιάζει ενίοτε… επί ξύλου κρεμάμενος· λείπει κάτι.
Είναι γερό ντούο οι Noise Figures, δεν το συζητώ, και το garage-punk/blues που παίζουν στέκεται και με το παραπάνω, ως συνθέσεις, ως ιδέες, ως ό,τι θέλετε, έχω τη γνώμη όμως πως ο μπασίστας, στην περίπτωσή τους, θα τους έκανε περισσότερο καλό, παρά κακό. Και αν γουστάρουνε τους Sonics, όπως φημολογείται, ξέρουν πως εκτός του (μπασίστα) Andy Parypa υπήρχε εκεί, ακόμη και οργανίστας... Εν πάση περιπτώσει, δεν θα τους πω εγώ τι θα κάνουν, εκείνοι αποφασίζουν. Το “Black caravan” που ανοίγει το άλμπουμ είναι κομματάρα (με βομβαρδιστικό μπάσο θα ξέσκιζε τα woofers), ενώ το “Space mountain” που το κλείνει, με τους barrett-ικούς υπαινιγμούς του και με φυσική μπασογραμμή θα ήταν σκέτη απογείωση. Κι έτσι, όμως, είναι το καλύτερο track του άλμπουμ.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

o NAT BIRCHALL κι ένα μέγα jazz άλμπουμ

Παρότι γεννημένος το 1957 –άρα... μιας κάποιας ηλικίας– ο βρετανός σαξοφωνίστας Nat Birchall δεν ήταν ευρύτερα γνωστός, μέχρι πριν λίγο καιρό. Στα πράγματα από τα mid-80s, ο Birchall φαίνεται να δισκογραφεί για πρώτη φορά μόλις το 1999 (το άλμπουμ “The Sixth Sence”), κάνοντας αισθητή την παρουσία, στο εντόπιο αρχικώς circuit, δέκα χρόνια αργότερα (2009), όταν το “Akhenaten” τον έφερε για τα καλά στο προσκήνιο, ενός τρόπου spiritual jazz, με ρίζες στα ιστορικά άλμπουμ του John Coltrane και του Pharoah Sanders από τα sixties. Το World Without Form [Sound Soul and Spirit, 2012] είναι μάλλον το πιο πρόσφατο CD του Nat Birchall κι αυτό που ενδυναμώνει ακόμη περισσότερο την προηγούμενη εντύπωση.
Ρίχνοντας κανείς μια ματιά στην line-up του σχήματος που συνοδεύει τον Βρετανό, έχει, οπωσδήποτε, μία πρώτη «άκρη». Adam Fairhall πιάνο, Corey Mwamba βιμπράφωνο, κρουστά, Nick Blacka μπάσο, Paul Hession ντραμς, Jon Thorne επιπλέον μπάσο σε τρία tracks, Andy Hay επιπλέον κρουστά στα πέντε από τα επτά tracks και Nat Birchall τενόρο, σοπράνο σαξόφωνο και κρουστά. Με πλήθος κρουστών, με τα vibes σε πρώτο πλάνο, συν πιάνο και σαξόφωνα, είναι εν μέρει φανερό το tribal σκηνικό που στήνει ο Βρετανός, το afro πνεύμα δηλαδή που «σκεπάζει» κάθε σύνθεσή του. Σε αργά και νωχελικά tempi, αλλά με παιξίματα που φανερώνουν ένταση εσωτερική, με «χαμένους» σαξοφωνισμούς που ακούγονται κάπως σαν προσευχές, σαν επικλήσεις μέσα σ’ ένα psych-haunted περιβάλλον, με τίτλους κομματιών που δρουν προγραμματικώ τω τρόπω (“The black arc”, “Dream of Eden”, “Divine harmony”, “Return to Ithaca”, “Principle of beauty”…) και βεβαίως μ’ ένα γενικότερο feeling που σε καθηλώνει, όπως οι μεγάλοι δίσκοι των sixties, ο Nat Birchall ολοκληρώνει ένα εξαιρετικό CD – ένα από τα απολύτως ωραιότερα που άκουσα τον τελευταίο καιρό. Φοβερό άλμπουμ!!
Θυμάμαι το κείμενο του Γιάννη Στεφανάκου στο επετειακό Jazz & Τζαζ (#241, 4/2013) για τον εξαίρετο μουσικό, όπως έχω κατά νου και τις εμφανίσεις του στο Duende Jazz Bar, στην Λάρισα, πέρυσι τον Μάιο (11-12/5). Μάλιστα, όπως διαπίστωσα από ένα site ετοιμάζεται κι ένα LP (LP όχι CD) από την λαρισινή εμφάνισή του, που προβλέπεται να τυπωθεί στο δικό του(;) Sound Soul and Spirit label (έχει εμφανισθεί και εξώφυλλο)! Αυτά δεν πρέπει να παραπέσουν. Να έχουμε τον νου μας...
Επαφή: www.natbirchall.com

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΕΜΠΟΝΟΣ για το “Blue Nevus”

Πριν ακούσω το πιο πρόσφατο LP του Σωτήρη Δεμπόνου, έριξα μια ματιά στα κείμενα που είχα γράψει για τους παλαιότερους δίσκους του – ενώ τους ξαναθυμήθηκα κιόλας, ρίχνοντας στο CD-player και στο πικάπ ένα-δυο κομμάτια από τον καθένα. Δύο δεκάιντσα, τα «Του Χάρου τα Δόντια» [Hitch-Hyke, 1996] μαζί με τον Αντώνη Λιβιεράτο και “Film Musik” [Puzzlemusik, 2008] και δύο CD, τα «Ουράκας» [Θεατρικός Οργανισμός Στιγμή, 2000] και “Far West/ Tribal Dances” [Hitch-Hyke, 2007] είναι όλη-κι-όλη η δισκογραφία του Δεμπόνου, με το Blue Nevus [Puzzlemusik, 2013] να αποτελεί την πέμπτη κατάθεσή του (από το 1996 μέχρι σήμερα). Εκείνο το γενικό που έχω να πω είναι πως αν εξαιρέσεις κάπως το “Film Musik”, όλες οι άλλες προτάσεις τού καλού μουσικού έχουν μιαν αισθητική συνάφεια· δεν απέχουν δηλαδή παρασάγγας η μία από την άλλη (κάτι που, προσωπικώς, το προσμετρώ θετικώς).
Ο Δεμπόνος είναι κατ’ αρχάς κιθαρίστας και μαντολινίστας… και το δείχνει. Ως Κεφαλλονίτης, δε, έχει στο αίμα του τα ηχοχρώματα  των συγκεκριμένων οργάνων και βεβαίως την καντάδα κατ’ επέκταση, η οργανική συνοδεία της οποίας είναι, ως γνωστόν, οι κιθάρες και τα μαντολίνα. Έτσι, επηρεασμένος από ’κει σχεδιάζει τα δικά του ευρύτερα «ταξίδια». Στο “Blue Nevus” υπάρχει κατά κύριο λόγο, ως αναφορά, η λεγόμενη americana – μία πιο καθαρή και επικεντρωμένη αναμόχλευση ενός ήχου που μπορεί να ξεκινάει από το “Far West/ Tribal Dances”, και ο οποίος εξελίσσεται, τη απουσία των εφφέ και των έξωθεν παρεμβάσεων, σε κάτι πιο συμπυκνωμένο και συγκεκριμένο. Οι καταλήξεις “blues”, εξάλλου, που έχουν στους τίτλους τους σχεδόν όλα τα tracks του “Blue Nevus”, δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Η διάθεση είναι blues δηλαδή, όχι με την τυπική έννοια, αλλά μ’ εκείνην μιας ηλεκτρισμένης americana/ dawg-jazz που μπορεί να ξεκινάει από τον  David Grissman (“Timid gland blues”) και να καταλήγει στην… anti-americana του Van Dyke Parks – υπό την έννοια μιας λαϊκότροπης avant, με μινιμαλιστικές αναφορές και… επτανησιακό άρωμα (“Spend a penny blues”). Κινούμενο πάνω σε δύο ηχητικούς άξονες, που καθορίζουν η… Farwest Mandolinistic Orchestra και ο Μανώλης Αγγελάκης με την slide κιθάρα του, το “Blue Nevus” είναι ένα ιδιαίτερο LP (315 αντίτυπα «έκοψε» και πακετάρισε η Puzzlemusik), που, για όσους από εμάς μάθαμε ν’ ακούμε μαντολίνα σε συνδυασμό με κιθάρες μέσα από τα άλμπουμ των Band (Levon Helm), των Byrds και των Flying Burrito Brothers (Chris Hillman) δεν μπορεί παρά να αποτελεί μία… αναπάντεχη (ελληνική) συνέχεια. Κάπως έτσι δηλαδή το ευχαριστιέμαι και το ακούω...

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

jazz, improv και avant από την Αυστρία

Έχω αναφερθεί ξανά στους Studio Dan, ένα από τα πιο «προχωρημένα» αυστριακά σύνολα του καιρού. Κατά βάση μιλάμε για μία big band (επί του παρόντος 15μελή, αλλά έχουν υπάρξει και περισσότεροι), η οποία συνδυάζει jazz, improv, modern classic, ακόμη και ηλεκτρονικά στοιχεία. Έχουν ηχογραφήσει ήδη κάποια CD σ’ αυτά τα εννέα χρόνια που υφίστανται ως σχήμα (μπορείτε να ρίξετε μια ματιά εδώ http://diskoryxeion.blogspot.gr/2011/01/studio-dan-creatures-other-stuff.html), αλλά βασικά –όσο κι αν αυτό ακούγεται περίεργο– οι Studio Dan είναι μία μπάντα των live. (Λέω «περίεργο» επειδή, ως πολυμελείς, δεν θα είναι πάντα εύκολο να βρίσκονται μαζί και να παίζουν). Τον Νοέμβριο του 2011 οι Studio Dan εμφανίστηκαν στο jazz & music club Porgy & Bess της αυστριακής πρωτεύουσας, συνυπάρχοντας με μια μορφή του «προχωρημένου» ήχου, τον αμερικανό κιθαρίστα κ.λπ. Elliott Sharp. Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας το ακούμε τώρα, σ’ ένα λίαν περιποιημένο… κατακόκκινο και σχετικώς σύντομο στο χρόνο CD (περί τα 38 λεπτά η διάρκειά του), που έχει τίτλο In the Pelagic Zone[Lotus/ Austro Mechana, 2013] και το οποίο συναρπάζει με την δύναμη και την ευρηματικότητά του.
Υπό την διεύθυνση του τρομπονίστα Daniel Riegler κι έχοντας στη σύνθεσή τους βιολί, βιόλα βιολοντσέλο, κοντραμπάσο, πίκολο, μπάσο κλαρίνο, τρομπέτα, τρομπόνι, κιθάρα, πιάνο, ηλεκτρονικά, ντραμς και κρουστά, οι 15 Αυστριακοί ενισχύονται από το 8χορδο κιθαρομπάσο του Elliott Sharp, προσφέροντας ένα ξεχωριστό έργο, με σαφείς… ελληνικές αιχμές. “In the Pelagic Zone” λοιπόν (στη ζώνη του πελάγους, δηλαδή της ανοιχτής θάλασσας) και ανάμεσα κομμάτια με τίτλους… “Abyssos”, “Bathys” (Βαθύς), “Hadal” (από το Hades, δηλ. Άδης) κ.λπ. Αυτό το αίσθημα της «ανοιχτής θάλασσας», της απεραντοσύνης, αλλά και του αγνώστου, όσον αφορά στο τι θα συναντήσεις, είναι… ακουστικώς φανερά στις μουσικές των Studio Dan και του Elliott Sharp – γενικώς ένα απροσδιόριστο σετ, με συνεχείς εναλλαγές και «εκπλήξεις». Άλλοτε ως μουσική δωματίου, άλλοτε ως ηλεκτρονικό συνονθύλευμα, άλλοτε ως κλασική improv-jazz και άλλοτε ως συνδυασμός όλων τούτων και… άλλων τόσων στο εντυπωσιακό “On the beach” π.χ. –από μόνο του ένας «ορισμός» της σύγχρονης μουσικής, εκεί όπου ό,τι αγαπάμε… συνθλίβεται μέσα σ’ ένα ασφυκτικό free-rock περιβάλλον– το “In the Pelagic Zone” είναι ένα live που φανερώνει πως οι Studio Dan παραμένουν στην εμπροσθοφυλακή ενός ευρωπαϊκού (ας τον πω)… εφευρετικού ήχου· είτε προτείνοντας μόνοι τους, είτε συνεργαζόμενοι με «άλλους».
Επαφή: www.studiodan.at
Γνωστές για τις προχωρημένες jazz και improv κυκλοφορίες τους, η αυστριακή JazzWerkstatt και η ελβετική Unit, συνεργάζονται για την παραγωγή ενός ακόμη ιδιόμορφου CD, που τιτλοφορείται At the Age of Six I wanted to be a Cock (2013). Συνθέτει και αυτοσχεδιάζει το τρίο Andreas Schaerer φωνή, human beat box (το να παριστάνεις το beat box με το στόμα σου), jews harp, Martin Eberle τρομπέτα, slide τρομπέτα, φλούγκελχορν, Peter Rom κιθάρα. Αν, χονδρικώς, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα τρίο του τύπου κιθάρα-τρομπέτα-φωνή (κάτι παράξενο από μόνο του), στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι περισσότερο «μπερδεμένα», υπό την έννοια ότι εκείνο που ακούμε δύσκολα καθυποτάσσεται. Το “At the Age of Six…” είναι ένα «ελεύθερο» προϊόν, όσο και αν κάποια προετοιμασία (χαλαρή ή λιγότερο χαλαρή) φαίνεται να υπάρχει πίσω του. Βασικά, πάντως, πρόκειται για ένα έργο, στο οποίο παίζει πολύ σημαντικό ρόλο η φωνή· είτε εκείνη βρίσκεται σε κατάσταση… lead, είτε ακούγεται ως… rhythm section. Είναι η φωνή, δηλαδή, που καθορίζει πλείστες όσες από τις αναφορές του τρίο, οι οποίες αγγίζουν jazz, blues ακόμη και αφρικανικά ή χιπ-χοπάδικα πρότυπα. Φυσικά, τόσο τα πνευστά όσο και η κιθάρα δηλώνουν «παρών» στην εγγραφή, συμπλέοντας με τη φωνή σ’ ένα, εν τέλει, ακαθόριστο ηχητικό πλάνο, παρά τα σπαράγματα που μπορεί ν’ αναγνωρίσει ο καθένας μας εδώ κι εκεί. Το αποτέλεσμα είναι, σε κάθε περίπτωση, συναρπαστικό. Το “At the Age of Six…”, που διαρκεί κάτι παραπάνω από 40 λεπτά, μοιάζει συχνά μ’ ένα φανταστικό αποκύημα· με tracks που εκκινούν και ολοκληρώνονται μέσα σ’ ένα σύστημα, που περιφρουρείται μονίμως από την ανατροπή και το χιούμορ.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ 50 χρόνια

Αφού όλοι γράφουν τον τελευταίο καιρό για τον Δημήτρη Πουλικάκο, ας (ξανα)γράψω κι εγώ κάτι. Κάτι διαφορετικό εν πάση περιπτώσει, όχι πάλι τα ίδια και τα ίδια – «έζησε 6 χρόνια στο Λονδίνο, πέρασε ζωή και κότα στα Μάταλα, έπαιξε με τους M.G.C., τον Εξαδάκτυλο, έφτιαξε τα Αδέσποτα Σκυλιά…» (Γιώργος Δημητρακόπουλος/ Athens Voice #466, 23-29/1/2014).
Το ότι και η «κουτσή Μαρία» ασχολείται στις μέρες μας με τον Πουλικάκο (από τον Πρετεντέρη και τον Κωστόπουλο, μέχρι τους μαθητευόμενους συντάκτες των εφημερίδων και των sites) δεν έχει να κάνει μόνο με τη σημερινή και την αυριανή συναυλία στο Gagarin 205 (εννοείται), αλλά με το γεγονός πως ο κόσμος ξαναθυμήθηκε τον Πουλικάκο ως κάποιον που αντιπροσωπεύει τη φωνή μιας διαχρονικής, όσο και ελληνικής, κοινωνικής συνείδησης. Ο λόγος του, εκείνος που ήκμασε στο Κύτταρο στις αρχές των seventies μέσω των αντι-χουντικών (ας τα πω έτσι) τραγουδιών του Εξαδάκτυλου, είναι και πάλι επίκαιρος σήμερα, εποχή κατά την οποίαν μία άλλη χούντα, η παγκοσμιοποιημένη χούντα του χρήματος (με τους ανά χώρα αχυρανθρώπους της), αντιλαμβάνεται τους λαούς άλλοτε ως «αναγκαίο κακό» και άλλοτε ως «παράπλευρη απώλεια». (Όπως διαβάσαμε προσφάτως: αν αθροίσεις την περιουσία των 85 πλουσιοτέρων στον κόσμο –περί τα 1,7 τρις δολάρια–, τούτη είναι ίση με την «περιουσία» του μισού πληθυσμού της Γης!). Συμβατός λοιπόν ο λόγος του Πουλικάκου με τις αγωνίες της εποχής έρχεται να προστεθεί στο λόγο εκείνων που βλέπουν την «κρίση», πρωτίστως, ως ένα ζήτημα πολιτισμικής και έπειτα οικονομικής χειραγώγησης. Το είχε αποτυπώσει παραστατικά και ο Αργύρης Μαρνέρος σ’ ένα παλιό του ποίημα (1976): «Γκρινιάζει ο Ρωμηός/ Για τον πικρό καφέ/ Που πίνει/ Τον βαρύ τον αποφεύγει/ Σαν διαβητικός/ Με το άκου άκου/ Με το ρώτα ρώτα/ Μας μάθανε στο μέτριο/ Καιρός ν’ αρπάξουμε/ Το μπρίκι/ Στα ίδια μας τα χέρια.»… Σωστό, αλλά πάντα χρειάζεται προσοχή ώστε να μην (ξανα)καούμε…
Μπορεί λοιπόν ο Πουλικάκος να γιορτάζει 47 χρόνια μουσικής δράσης, όμως τα χρόνια που είναι στη δημοσιότητα είναι 50 συν κάτι μήνες. Και αναφέρομαι στις «συνεργασίες» του στο περιοδικό Το Άλλο Στην Τέχνη (1963), όπως και στο πρώτο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Πάλι που κυκλοφόρησε στις αρχές του ’64. Ο Πουλικάκος, από τους βασικούς συντελεστές του Πάλι, δεν ελάμβανε μόνον τα χειρόγραφα και τις συνδρομές (όπως διαβάζουμε στην σελίδα 1), αλλά δημοσίευε επιπλέον πεζά και μεταφράσεις.
Στο τεύχος 1 λοιπόν διαβάζουμε το πρώτο κεφάλαιο από το… μυθιστόρημά του Το Μικρόν Υποδηματοπωλείον ή αργότερον Υποδηματοποιείον, ένα (μεταφρασμένο) απόσπασμα από τις… Θύρες της Ενοράσεως του Aldous Huxley (ένα βιβλίο «σταθμός» για την ψυχεδελική λογοτεχνία), επίσης ένα απόσπασμα από Τα Τραγούδια του Μαλντορόρ του Comte de Lautréamont, καθώς και το ποίημα The Truth του αμερικανού ποιητή της jazz Ted Joans (1928-2003), μιας διακεκριμένης καλλιτεχνικής μορφής που είχε επισκεφθεί την Αθήνα προς το τέλος του 1963 (παρουσίαση και φωτογραφία του υπάρχουν στο δεύτερο τεύχος τού Το Άλλο Στην Τέχνη). Όπως είχε γράψει ο Άρις Γεωργίου στο τεύχος 1 του περιοδικού συν και πλην (Ιανουάριος 1981) όταν είχε συναντήσει τον αμερικανό ποιητή στο Παρίσι: «Ο Ted Joans θυμήθηκε με νοσταλγία τη χρονιά (63) που έζησε στην Ελλάδα, τον Νάνο Βαλαωρίτη, τον Δημήτρη Πουλικάκο και το περιοδικό ‘Πάλι’, που δημοσιεύτηκε ποίημά του». Αυτό το ποίημα σκανάρω για το τέλος…
Δύο ακόμη ντοκουμέντα (το πρώτο έχει ιδιαίτερη αξία) για τον Δημήτρη Πουλικάκο από το δισκορυχείον

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Θ. ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ και ο… κόκκινος Jarrett

Ο Δημήτρης Αρβανίτης υπήρξε ο σχεδιαστής και ο καλλιτεχνικός υπεύθυνος του Jazz & Τζαζ από το τεύχος 1, έως και το υπ’ αριθμόν 150 (Απρίλιος 1993 - Σεπτέμβριος 2005). Μπορεί μέσω του περιοδικού να τον γνώρισα (και προσωπικώς), αφού ως αρχισυντάκτης ήμουν επιφορτισμένος με το καθήκον να του ετοιμάζω το φωτογραφικό υλικό, όμως η «γνωριμία» μας υπήρξε παλαιότερη. «Γνώριζα» τον Δημήτρη Αρβανίτη, όπως και πολλοί άλλοι δηλαδή, από τα εξώφυλλα των δίσκων που φιλοτεχνούσε για την Columbia (κυρίως στην δεκαετία του ’70), ορισμένα εκ των οποίων ξέφευγαν από την (απαιτηθείσα) πεπατημένη της εποχής, που ήθελε τις φωτογραφίες των καλλιτεχνών (έστω και επεξεργασμένες) φάτσα-μόστρα. Το πιο τρανταχτό και αγαπημένο μου εξώφυλλο (του Δημήτρη Αρβανίτη) από εκείνη την εποχή είναι η «Γραφειοκρατία» [EMI/ Columbia, 1976] του Χρήστου Λεττονού· με τις ευμεγέθεις σφραγίδες και τους κωδικούς να δημιουργούν μία καφκική ατμόσφαιρα.
Την σχέση του Δ. Αρβανίτη με την jazz την ανακάλυψα αργά, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν ο Σάκης Παπαδημητρίου μου είχε δώσει τα τέσσερα τεύχη του πολύ καλού περιοδικού συν και πλην (1/1981-11/1982), για να την επιβεβαιώσω εντός μου το 1990, στην Πάτρα, στο Τριήμερο Σύγχρονης Τζαζ (28-30/6) με την Έκθεση Αφίσας (του Δημήτρη Θ. Αρβανίτη) στις Σταφιδαποθήκες Μπάρρυ. Εκεί είδα για πρώτη φορά συγκεντρωμένο το τζαζ έργο του, μένοντας με… ανοιχτό το στόμα μπροστά στην αφίσα του για την συναυλία του Keith Jarrett στον Λυκαβηττό (29/6/1983).
Κάποτε είχα ρωτήσει τον Δημήτρη Αρβανίτη, ποιο ήταν το αγαπημένο του εξώφυλλο απ’ όσα είχε φιλοτεχνήσει για το Jazz & Τζαζ. Μπορεί να μου είχε πει δυο-τρία, αλλά εκείνο που έχει μείνει στη μνήμη μου είναι το «άσπρο» τεύχος 29/30 (8-9/1995), που είχε την Björk μπροστά. Θυμάμαι, επίσης, να τον ρωτώ για την αφίσα του Keith Jarrett και για το πώς θα μπορούσε να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να γίνει, κάποια στιγμή, εξώφυλλο του περιοδικού· δεν ήταν εύκολο. Εκείνη την περίοδο το concept του Jazz & Τζαζ (ίδιο εξώφυλλο περιοδικού, ίδιο εξώφυλλο CD – κάτι αυστηρό από τη φύση του, που υπαγορευόταν από το CD) μας έδενε τα χέρια. Αργότερα, όταν το concept άλλαξε, ήταν πια αργά. Παρά ταύτα δύο τουλάχιστον φορές ο… κόκκινος Jarrett με την αφάνα του έγινε εξώφυλλο περιοδικού.
Η πρώτη(;) φορά (τοποθετώ ερωτηματικό επειδή πάντα μπορεί να υπάρχει κάτι που να μου διαφεύγει) συνέβη στο περιοδικό της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας 7 (τεύχος 459) της 5/9/2010. Ο Δ. Αρβανίτης σχεδίαζε το 7, και με αφορμή μια συνέντευξη του Keith Jarrett στον Γιώργο Χριστοδουλόπουλο βρήκε την ευκαιρία να κάνει την αφίσα του εξώφυλλο.
Η δεύτερη φορά είναι σήμερα! Περνώντας το πρωί από το Τεχνικό Επιμελητήριο στο Σύνταγμα είδα σ’ ένα παγκάκι της Ερμού ένα LiFO (#370, 23/1/2014). Είχα καιρό να πιάσω τυπωμένο LiFO στα χέρια μου, και τούτο εδώ δεν μπορούσε παρά να ήταν μια μεγάλη έκπληξη. Μπροστά ο… κόκκινος Jarrett του Δημήτρη Αρβανίτη! Στην στήλη Οι Αθηναίοι φιλοξενούμενος είναι ο σημαντικός έλληνας γραφίστας, ο οποίος, προφανώς, και καλώς δηλαδή, είχε λόγο για το εξώφυλλο. Και το εξώφυλλο δεν μπορεί παρά να ήταν ένα…
Κι επειδή μία από τις δουλειές μου ήταν, για χρόνια, το να εντοπίζω ανακρίβειες και λάθη σε κείμενα (και δεν εννοώ τα ορθογραφικά), το μάτι μου (ο διάολος το βάζει) θα πάει πάντα σ’ εκείνα (στα λάθη). Στο εξώφυλλο της LiFO, δεξιά με άσπρα γράμματα, στο ύψος των γυαλιών του Jarrett διαβάζουμε: «Ο ΚΙΘ ΤΖΑΡΕΤ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ/ Αφίσα του Δημήτρη Αρβανίτη για την αθηναϊκή συναυλία του μουσικού τον Ιούλιο του 1983» (το ίδιο επαναλαμβάνεται και στην σελίδα 4). Η συναυλία του Keith Jarrett έγινε τον Ιούνιο του 1983 στον Λυκαβηττό (ημέρα Τετάρτη στις 29 εκείνου του μήνα, εκείνου του έτους), 9-10 μέρες μετά από τα... κλαρίνα και τον Αγγελόπουλο.

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΑΛΙΑΤΣΟΣ / ΤΑΝΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ έργα

Το κλείσιμο του Jazz & Tζαζ, το περασμένο φθινόπωρο, επέφερε μιαν αναστάτωση στη διαχείριση των CD που είχαν ήδη φθάσει στο περιοδικό – μ’ ένα μεγάλο μέρος τους να παραμένει… ανενεργό, αφού δεν είχε πλέον νόημα να μοιραστεί στους αγαπητούς συντάκτες. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν να «πήξω». Έπρεπε λοιπόν να διαχειριστώ, εγώ, αυτόν τον όγκο του υλικού για δύο, βασικά, λόγους: και γιατί, πάντα, θα μ’ ενδιαφέρει ν’ ακούω (οτιδήποτε), αλλά και γιατί αισθανόμουν, συνάμα, κι ένα είδος υποχρέωσης (με τη σωστή έννοια) έναντι των καλλιτεχνών, τα CD των οποίων είχαν παραμείνει πια στα χέρια μου. Με άλλα λόγια έπρεπε να βρω χρόνο να τ’ ακούσω, και από ’κει και πέρα να καταγράψω κάποιες σκέψεις στο δισκορυχείον (τώρα πια). Δύο απ’ αυτά τα CD, που έμειναν «πίσω», ήταν οι «Ανεπαίσθητες Αποκλίσεις» του Μανώλη Γαλιάτσου και το “Forest Stories” της Τάνιας Γιαννούλη και του Paulo Chagas
Στις «Ανεπαίσθητες Αποκλίσεις» [Largo, 2013] ο Μανώλης Γαλιάτσος συνεχίζει να βαδίζει στον μοναχικό δρόμο του, καλύπτοντας «εδάφη» μουσικής (ορχηστρικής μουσικής), εκκινώντας από πολιτικοκοινωνικές (συχνά) ή αισθητικές (εν προκειμένω) αφετηρίες. Το αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση είναι η δημιουργία αξιοπρόσεκτων θεματικών άλμπουμ, με την έννοια (όχι με την εικόνα) που είχαν εκείνα στην… art-rock δεκαετία του ’70 (όταν οι λαϊκοί… Πλανήτες του Gustav Holst, συμπορεύονταν με την rock κουλτούρα της περιόδου). Υπάρχει θέμα δηλαδή, ή μάλλον θέματα, που καθώς διαδέχονται το ένα το άλλο, δημιουργούν το συνολικό πλαίσιο, το οποίον λειτουργεί συμπληρωματικώ τω τρόπω όσον αφορά στο οριστικό ακρόαμα. Έτσι, παρά την απουσία του λόγου, ο λόγος δηλώνει παρών, μέσω των αφηγήσεων, που καταγράφονται ως συνοδευτικές παραπομπές στο ένθετο· προσωπικώς από ’κει ξεκίνησα την… ακρόαση κι εκεί κατέληξα. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Μανώλης Γαλιάτσος: «Οι ιστορίες που εκτίθενται εδώ αποτελούν αυθεντικά αποσπάσματα από το κρυφό βιβλίο των Ανεπαίσθητων Αποκλίσεων. Μπορεί να το διαβάσει μόνον όποιος καταφέρει να το ξεφυλλίσει, δίχως διόλου να το αγγίξει». Πρόκειται, κατά βάση, για εννέα σύντομες, καλογραμμένες ιστορίες που φαίνονται επηρεασμένες άλλοτε από τις φανταστικές αφηγήσεις των Borges και Casares, άλλοτε από τον Poe, ενώ κάποια από εκείνες («Η λίμνη μέσα του») θα μπορούσε να ήταν επεισόδιο ακόμη και του κλασικού The Twilight Zone. Είναι οι ιστορίες λοιπόν που οδηγούν τον συνθέτη να καταγράψει τη συνέχειά τους με ήχους, ή μήπως συμβαίνει το αντίθετο; Ή, μήπως, μουσική και γραπτός λόγος εκπηγάζουν ταυτοχρόνως, στηρίζοντας και αναδεικνύοντας το ένα το άλλο; O ίδιος ο συνθέτης αναφέρει: «Οι ιστορίες που αντιγράφτηκαν (σε αρκετά συντομευμένη μορφή) από το βιβλίο των Ανεπαίσθητων Αποκλίσεων, μεταφέρθηκαν εδώ για λόγους καθαρής προσωπικής απόλαυσης. Αυτό σημαίνει πως όποιος θέλει μπορεί να τις αγνοήσει πλήρως, η Μουσική είναι πάντα σε θέση να πει περισσότερα. Άλλωστε, δεν υπήρξαν οι ιστορίες η μήτρα των μουσικών, το ακριβώς αντίθετο συνέβη». Σε κάθε περίπτωση η φαντασία, η «άλλη» σκέψη, είναι ένας βασικός παράγοντας που κινητοποιεί τον Γαλιάτσο ώστε να γράψει, να συνθέσει και να ερμηνεύσει. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον κυριαρχεί η μουσική· και είναι εκείνη που ενδυναμώνει εντυπώσεις και αισθήματα, δημιουργώντας τον δικό της κόσμο, που, εν αντιθέσει με τον γραπτό λόγο, είναι απολύτως πραγματικός. Εννοώ πως η μουσική (ως αυτάρκης από τη φύση της) εξελίσσεται με τους δικούς της κανόνες, έχει τη δική της πορεία και λογική· δεν είναι «φανταστική», είναι ρεαλιστική. Σ’ αυτό το κράμα φαντασίας-πραγματικότητας στηρίζεται το concept του άλμπουμ, που, ως τίτλος, μένει να τοποθετηθεί (και) από τον αναγνώστη-ακροατή.
Οι «Ανεπαίσθητες Αποκλίσεις» είναι μία ακόμη ψηφίδα στο ορχηστρικό έργο του Μανώλη Γαλιάτσου, έτσι όπως αυτό καταγράφεται από το 2007 και μετά. Έχοντας δίπλα του σταθερούς, γενικώς, συνεργάτες (Σωκράτης Άνθης τρομπέτα, Γιάννης Παπαγιάννης όμποε, Renato Ripo βιολοντσέλο…), ο συνθέτης δημιουργεί μουσική αισθητικών, αλλά και τεχνικών απαιτήσεων (με τις τελευταίες να μένουν, ανά περιπτώσεις, σχετικώς ακάλυπτες). Αφήνοντας και τη δική μου σκέψη ελεύθερη, φαντάζομαι τον Μανώλη Γαλιάτσο, δίχως να του λείπει τίποτα (από οικονομικής ή τεχνικής πλευράς), να διαπρέπει στα κορυφαία στούντιο της Cinecittà των seventies
Το Forest Stories [Rattle, 2012] είναι ένα άλμπουμ για… ακρόαση. Εννοώ πως ηρεμείς, αναπαύεσαι, ακούς και ονειρεύεσαι, ή εν πάση περιπτώσει «φεύγεις». Φτιαγμένο από την ελληνίδα πιανίστα Τάνια Γιαννούλη και τον πορτογάλο χειριστή των πνευστών Paulo Chagas, το “Forest Stories” βρήκε στέγη σε μιαν εταιρεία της Νέας Ζηλανδίας(!), στην οποίαν ηχογραφεί κι ένας άλλος Έλληνας (γνωστός σε κάποιους στην πατρίδα), ο Γιάννης Ψαθάς (John Psathas)· όμως αυτός ζει και εργάζεται εκεί, δεν μένει στην Αθήνα ή την Λισσαβώνα.
Το εν λόγω CD, το οποίον επιγράφεται από τους δύο μουσικούς ως… improvised music for piano and wind instruments, είναι, επίσης, ένα άλμπουμ «κλίματος». Δεν γνωρίζω αν είναι… κλίματος ECM (όπως μετά από μια πρώτη ακρόαση ομολογείται), είναι όμως ολοφάνερα τα αργά tempi, οι λιτές μελωδικές γραμμές, η σαφήνεια και απλότητα της αφήγησης, που το χαρακτηρίζουν σε όλη του την έκταση. Όλα τούτα, δε, αφορούν (και είναι έτσι – το επιβεβαιώνει η ίδια η Γιαννούλη στο ένθετο) σε μιαν αναπαράσταση, ή μάλλον καλύτερα σε μιαν ηχητική αντιστοίχιση των ήχων του δάσους, αλλά κυρίως των αισθημάτων που δημιουργούνται σ’ έναν επισκέπτη του, και τα οποία (αισθήματα) ταυτίζονται υποθέτω με την ανάγκη για μια ουσιώδη και φυσική επικοινωνία. Έτσι, ουσιωδώς και φυσικώ τω τρόπω, συνυπάρχουν στο “Forest Stories” οι δύο μουσικοί, αυτοσχεδιάζοντας στο πιάνο και τα (ποικίλα) πνευστά, δημιουργώντας ιδιότυπα και, ενίοτε, υποβλητικά περιβάλλοντα. Οι μουσικές, με άλλα λόγια, παρότι αυτοσχεδιαστικές, δεν χάνουν το ευρύτερο επικοινωνιακό τους χάρισμα, αφού οι δύο οργανοπαίκτες αναζητούν στην προσέγγισή τους όλα εκείνα τα στοιχεία, που θα καταστήσουν τους ήχους τους «κοινό σημείο». Με το πιάνο να μελωδεί, όταν δεν δημιουργεί απλά ρυθμικά υπόβαθρα και με τα πνευστά (ιδίως το φλάουτο) να συμμετέχουν σε μία πνευματική-παγανιστική γιορτή, το “Forest Stories” είναι ένα άλμπουμ «περιβαλλοντικής μουσικής», ένα σενάριο ηχητικού πρωτογονισμού που εμμένει στο πηγαίο και το ουσιώδες.

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

δύο βινύλια της Missing Vinyl

Τον Απρίλιο του 2013 η Missing Vinyl (ξανα)τύπωσε για την Ελλάδα, και όλον τον κόσμο, ένα από τα ωραιότερα concept-rock άλμπουμ ψυχεδελικής ατμόσφαιρας, που κυκλοφόρησαν ποτέ στην ηπειρωτική Ευρώπη, το Agemos Trip to Mother Earth [Philips, 1968] των Ολλανδών Group 1850. Τυπώθηκαν 500 audiophile κόπιες gatefold βινυλίου 180 γραμμαρίων που περιείχαν και το ειδικό χάρτινο «γυαλί», με τη βοήθεια του οποίου θα μπορούσες να δεις, όπως πρέπει, το τρισδιάστατο front cover. Αν κι έχω αναφερθεί ξανά στο δισκορυχείον σ’ αυτό το LP, το πράττω εκ νέου, λόγω της επανέκδοσης της Missing Vinyl
Στα χρόνια του ’80 ήταν σχεδόν αδύνατον ν’ ακούσεις κάπου τους Group 1850. Το “Agemos…” δεν είχε επανεκδοθεί και τα original αντίτυπα ήταν απίθανο να φθάσουν στην Ελλάδα, ενώ όταν το άλμπουμ άρχισε να εμφανίζεται σε καταλόγους, στα τέλη των 80s και τις αρχές των 90s, έπρεπε να δώσεις πάνω από 60 χιλιάρικα για μία EX κόπια. Ήταν τότε όμως (1991), όταν είχε σκάσει η πρώτη CD-reissue σε μια γερμανική(;) εταιρεία ονόματι SPM, παρέχοντας σε πολλούς την ευκαιρία (και σ’ εμένα) ν’ ακούσουν τους Ολλανδούς με ολοκληρωμένο τρόπο. Θυμάμαι, επίσης, να έχω τσεκάρει το γκρουπ τόσο από μια κασέτα που είχε μοιραστεί μ’ ένα τεύχος του fanzine Psychagogos/ Ψυχαγωγός εκεί γύρω στο ’87-’88 –επρόκειτο για ένα πολύ ωραίο τραγούδι τους, από τις 45 στροφές, όταν λέγονταν ακόμη Groep 1850–, όσο και από το… παλαιό βιβλίο του Vernon Joynson After the Acid Trip/ The Flashbacks/ The Ultimate Psychedelic Music Guide [Borderline Productions, Telford (UK) 6/1988], εκεί όπου οι Ολλανδοί ήταν ένα από τα οκτώ μόλις(!) γκρουπ, που αποτελούσαν το κεφάλαιο Odds and Ends (με τα μη αγγλο-αμερικανικά ονόματα). Αργότερα το “Agemos…” θα κυκλοφορήσει σε LP και σε CD από την ολλανδική Pseudonym και πριν λίγους μήνες, για τελευταία έως τώρα φορά, από την Missing Vinyl.
Το άλμπουμ, που στιχουργικώς έχει «ενιαίο θέμα», από μουσικής πλευράς είναι ένα αμάλγαμα βρετανικών ήχων (Pink Floyd, Moody Blues, Procol Harum, Tomorrow…), αλλά και κάποιων «ζαππικών ακροτήτων», αφήνοντας, ίσως, περισσότερο αμερικανική αίσθηση (Δυτική Ακτή) –κι αυτό είναι ένα παράξενο– παρά ευρωπαϊκή (δηλ. αγγλική). Τα κομμάτια είναι ένα κι ένα, με το “A point in this life” (από την B Side) να ανακαλεί στη μνήμη μου ακόμη και τον… χατζιδακικό «Καπετάν Μιχάλη» (1966)· και δεν είναι απλώς το τσέμπαλο που παραπέμπει εκεί, αλλά κάποιες μικρές φράσεις που είναι ίδιες! Φυσικά, η εισαγωγή με τα αξιοθαύμαστα “Steel sings” και “Little fly” είναι υπεράνω κριτικής, ενώ και το πιο «απαιτητικό» κομμάτι του άλμπουμ, το μεγαλεπήβολο “I put my hands on your shoulder” που ακολουθεί σε κερδίζει οπωσδήποτε με το πρώτο μέρος του, πριν επεκταθεί προς μία παραληρηματική κατάσταση (εκεί όπου πρωταγωνιστούν οι αγγλο-ολλανδικοί διάλογοι, τοποθετημένοι «πάνω» σ’ ένα Floyd-ικό drum σόλο). Στη δεύτερη πλευρά όλα τα κομμάτια «μετράνε» – από το bluesyYou did it too hard” (για το “A point in this life” τα είπαμε), μέχρι τις ωραιότατες μπαλάντες “Refound” και “Reborn”.
Το “Agemos Trip to Mother Earth” είναι στηριγμένο σε στίχους μελών του γκρουπ, όπως και του ποιητή Hans Wesseling (περιγράφεται το ταξίδι του Agemo από τον πλανήτη Irotas στην Μητέρα Γη και οι περιπέτειές του –περιπέτειες έρωτος και άλλες– σ’ ένα σκηνικό που βάλλεται από τους πολέμους και τις ανθρώπινες δολοπλοκίες). Από μουσικής πλευράς είναι δύσκολο να πεις πόσοι οργανοπαίκτες ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας το concept (καθότι μπερδεύεσαι και από την «παρέα» που εικονίζεται στο εξώφυλλο). Σίγουρα ανάμεσά τους ήταν οι Daniel van Bergen στις κιθάρες και Peter Sjardin σε φωνή φλάουτο και όργανο, ενώ το rhythm section πρέπει να το αποτελούσαν οι Ruud van Buuren μπάσο και Beer Klaasse ντραμς· τα λέω αυτά, επειδή καμμιά πληροφορία για την line-up του γκρουπ δεν αναφέρεται στον φάκελο και άρα μόνον εικασίες μπορεί να γίνουν.
Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70, τα άλμπουμ των Eloy –βασικά το “Inside” [Harvest, 1973], το “Floating” [Harvest, 1974] και το “Ocean” [Harvest, 1977]– είχαν μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα, αφού τυπώνονταν από την EMIAL και ακούγονταν… κατά τι λιγότερο από εκείνα των Pink Floyd. Αλλά και τα επόμενα long play των Γερμανών τα εντόπιζες μονίμως σε ελληνικές εκτυπώσεις (ακόμη και στα eighties), δείχνοντας την αγάπη του εγχώριου κοινού για το… ταξιδιάρικο (progressive) ροκ, ιδίως όταν αυτό συνδεόταν με «φανταστικές» καταστάσεις. (Το όνομα Eloy προερχόταν από τους Eloi, που μαζί με τους Morlocks αποτελούσαν τις δύο φυλές του απώτατου μέλλοντος στην Χρονομηχανή του H.G. Wells). Και όμως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα για τους Eloy, αφού μέχρι να βρουν τον μουσικό βηματισμό τους, είχαν κυκλοφορήσει ένα LP, το πρώτο τους και φερώνυμο Eloy [Philips, 1971], που ταίριαζε περισσότερο σε σκληροτράχηλες rock καταστάσεις, τύπου Uriah Heep και Lucifers Friend, ή και των «δικών μας» Eden Rocs. Παρά ταύτα εκείνο το “Eloy” απέκτησε ιδιαίτερη φήμη μέσα στα χρόνια – και ως πρώτη προσπάθεια του γερμανικού γκρουπ, αλλά και εξαιτίας του gimmix cover του, που αποτύπωνε έναν… σκουπιδοτενεκέ. Σαράντα δύο χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του (ήταν 1971), αυτό το άλμπουμ επανεκδίδεται από την ελληνική Missing Vinyl (σε συνεργασία με την ολλανδική Music on Vinyl), με το ίδιο gimmix cover, σε audiophile εκτύπωση, 180 γραμμαρίων.
Το άλμπουμ, και ας το (ξανα)πω από την αρχή, δεν έχει σχέση, από ηχητικής πλευράς, με όλα τα υπόλοιπα των Eloy. Κινείται σε «σκληρές» φόρμες, θυμίζοντας τα βρετανικά hard progressive συγκροτήματα της εποχής. Βαρύγδουπο rhythm section (Wolfgang Stöcker μπάσο, Helmuth Draht ντραμς), ανελέητοι κιθαρισμοί (Frank Bornemann, Manfred Wieczorke), πλήκτρα, πιάνο και hammond (που δεν τα παίρνεις πάντα χαμπάρι), καθώς και φωνή (ήτοι στίχοι στην αγγλική με γερμανικό αξάν) από τον Erich Schriever. Πριν περιπλανηθούν λοιπόν στα «κοσμικά» τους περιβάλλοντα οι Eloy ήταν ένα συγκρότημα της εποχής, που παρότι επηρεασμένο (στιχουργικώς) από την Χρονομηχανή (άκου το “Eloy”, που κλείνει την πρώτη πλευρά), βρίσκει τον τρόπο να δείξει το αληθινό προοδευτικό προφίλ του τόσο με το (απλό στη σύλληψή του) αντιπολεμικό “Song of a paranoid soldier”, όσο και με τα hippy επαναστατημένα “Voice of revolution” και “Isle of sun”. Αυτό το τελευταίο είναι, μάλλον, το ωραιότερο τραγούδι του δίσκου, με το hammond να κάνει αισθητή την παρουσία του και με το όλον κλίμα να προοιωνίζει τα δυναμικά space-prog άλμπουμ που θ’ ακολουθούσαν. Αλλά και το τελευταίο track του LP, το “Dillus Roady” (γραμμένο για έναν roadie του συγκροτήματος) είναι ξεχωριστό, με… βάρβαρους κιθαρισμούς μπροστά, συνεχές hammond στο background και ωραία «κοψίματα», που δίνουν άλλη χάρη στο τραγούδι. Να λοιπόν δύο εξαιρετικές στιγμές early 70s γερμανικού rock (όχι krautrock – δεν είναι kraut όλα τα γερμανικά rock συγκροτήματα), από ένα γκρουπ που θα γράψει έκτοτε τη δική του ιστορία.
Επαφή: www.veamusic.com