Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

6η (και τελευταία) ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

Ξεκινώντας να γράφω αυτά τα κείμενα για τις Ολυμπιάδες Τραγουδιού (την 14/10/2010 έγινε η πρώτη ανάρτηση), δεν περίμενα πως θα είχαν τόση αναγνωσιμότητα (μέσα στα πλαίσια που κινείται το δισκορυχείον). Μας διάβασαν και μας… διαμοίρασαν λοιπόν, ενώ μέχρι και… κατεστημένες φυλλάδες «δανείστηκαν» φωτογραφίες μας (χωρίς να αναφέρουν την πηγή – εννοείται) προκειμένου να πλαισιώσουν τινές, σχετικές, δικές τους αρλούμπες ή ανακρίβειες. Το θέμα είναι πως για πρώτη φορά στον Τύπο (γραπτό και ηλεκτρονικό) χύθηκε φως γύρω από το τι ακριβώς ήταν οι συγκεκριμένες πολιτιστικές εκδηλώσεις, που είχαν αποκτήσει στον καιρό τους παγκόσμιο ενδιαφέρον – περιγράφηκε δηλαδή με… καλλιτεχνικώς ορθό τρόπο η πραγματικότητα εκείνου που ήταν, άνευ κόμπλεξ και κολλημάτων. Φυσικά, κι επειδή από την σαχλαμάρα ποτέ δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει, ορισμένοι δημοσιογραφούντες του τελευταίου καιρού στην προσπάθειά τους να εμφανιστούν… δημοκρατικότεροι των δημοκρατών και προοδευτικότεροι των προοδευτικών (παίρνοντας αφορμή και από το χρυσαυγίτικο φαινόμενο) και όντας ανίκανοι να ξεχωρίσουν την ήρα από το στάρι μπέρδεψαν στο ξερό τους το κεφάλι τις Ολυμπιάδες Τραγουδιού με άλλες τινές εκδηλώσεις του χουντικού καθεστώτος, αδυνατώντας να αντιληφθούν το βεληνεκές εκείνου του θεσμού, που έφερνε κοντά στο ελληνικό κοινό, και μάλιστα «ζωντανά», μέγιστα ονόματα του παγκοσμίου ελαφρού, ποπ (ή και ροκ) τραγουδιού της εποχής (είτε αναφέρεται κανείς στους διαγωνιζόμενους, είτε στους guests). Έτσι, εκείνο που πρέπει να ξανατονίσω, επειδή η επανάληψη, που θα πάει, θα γίνει… μήτηρ μαθήσεως, είναι πως οι Ολυμπιάδες Τραγουδιού δεν είχαν ουδεμία σχέση με το… καρναβάλι της Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων ή άλλες τινές φαιδρότητες του καθεστώτος (επέτειοι της 21ης Απριλίου κ.λπ.). Αποτελούσαν, δε, (οι Ολυμπιάδες) μαζί με το Φεστιβάλ Αθηνών (το οποίον η χούντα το διατήρησε, το στήριξε και το προώθησε), την Πολεμική Έκθεση του Ζαππείου (1968), τους επαίνους της Ακαδημίας Αθηνών και τα λογοτεχνικά βραβεία του (χουντικού) Υπουργείου Παιδείας (με την συντριπτική πλειονότητα των βραβευθέντων να τα αποδέχονται…) προϊόντα της «Πνευματικής Ελλάδος», όπως διεμήνυε και το καθεστωτικό περιοδικό Θέσεις και Ιδέαι (τόμος Α, τεύχος 4, Απρίλιος 1969). Έτσι, λοιπόν, κι ενώ ουδεμία συσχέτιση υπάρχει μεταξύ των (παγκοσμίων) Ολυμπιάδων Τραγουδιού και των Εορτών Πολεμικής Αρετής (στόχος των οποίων ήταν η «εσωτερική κατανάλωση») βγαίνουν διάφοροι άσχετοι και γράφουν ό,τι τους κατέβει. Διαβάστε παρακάτω και θα καταλάβετε τι εννοώ (τα bold γράμματα δικά μου)…
1. «Την ώρα που ο κόσμος όλος ερχόταν ανάποδα στα τέλη του ’60 –το Βιετνάμ, η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, ο Μάης του ’68, η έξοδος των χίπις, το LSD, οι μεγάλες συναυλίες της ροκ στο Σαν Φρανσίσκο κ.ά.–, εμείς εδώ συνεχίζαμε το ‘πάρτι’ με άγρια ξενύχτια, βουνό τα πιατικά στην Παραλιακή και παρελάσεις αρμάτων στις Ολυμπιάδες Τραγουδιού».
Χάρη Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα Σαββατοκύριακο, 21-22 Απριλίου 2012
2. «Η αισθητική βαρβαρότητα, ο εκχυδαϊσμός κάθε τι θεωρουμένου υψηλού και αγαθού έφθασε στον κολοφώνα της δόξας του με τις ολυμπιάδες του τραγουδιού και με τις πανηγύρεις του τύπου ‘Η πολεμική αρετή των Ελλήνων’ που έγιναν για την επέτειο του πραξικοπήματος. Μπροστά σε τεράστια λύρα η οποία αντί χορδών έχει πυρσούς, η Κλειώ Δενάρδου, από τις αγαπημένες αοιδούς της εποχής, άδει εν μέσω Παναθηναϊκού Σταδίου ‘Πού να 'ν' ο ίσκιος σου, Θεέ, να 'ρθω να προσκυνήσω’…».
Αναστασία Λαμπρία στο protagon.gr
3. «Πλάνα από τις γιορτές πολεμικής αρετής της χούντας στο Καλλιμάρμαρο, αλλά και από εκδηλώσεις όπως η Ολυμπιάδα Τραγουδιού, αποτυπώνουν την ακραία κακή έως φαιδρή αισθητική της χουντικής προπαγάνδας».
Από δελτίο Τύπου της εκπομπής της ΕΡΤ Το Πολιτιστικό Έγκλημα της Χούντας με την Ρένα Θεολογίδου
4. «Η γελοιωδέστερη όλων καλλιτεχνική έκφραση των συνταγματαρχών ήταν οι εκδηλώσεις που ελάμβαναν χώρα στο Παναθηναϊκό Στάδιο προς τιμήν της ‘πολεμικής αρετής των Ελλήνων’... Εν μέσω χειροκροτημάτων και μπροστά σε μια λύρα, που για χορδές είχε πυρσούς, η Κλειώ Δενάρδου τραγουδούσε το ‘Που να ν ο ίσκιος σου Θεέ, να ρθω να προσκυνήσω’... Αρχαίες τριήρεις και το πολεμικό ‘Αβέρωφ’, φτιαγμένα από φελιζόλ σύρθηκαν μέσα στο Στάδιο πάνω σε στρατιωτικά οχήματα, ενώ στον λόφο του Αρδηττού αξιωματικοί από όλα τα σώματα καθώς και εύζωνοι περιέβαλλαν μεγαλοπρεπώς το ομοίωμα του πτηνού».
Στέλλα Κεμανετζή, ethnos.gr.
Όταν η Χάρη Ποντίδα γράφει για «παρελάσεις αρμάτων στις Ολυμπιάδες Τραγουδιού» (θα τις είδε στο Ben-Hur και μπερδεύτηκε…), όταν η Αναστασία Λαμπρία μιλάει για «αισθητική βαρβαρότητα» και «εκχυδαϊσμό» (και… δεν αναφέρεται στα σώου και τα ριάλιτι της ιδιωτικής TV!), όταν στο δελτίου Τύπου της πάλαι ποτέ ΕΡΤ διαβάζουμε για «ακραία κακή έως φαιδρή αισθητική» (ενώ η αισθητική της Eurovision π.χ., την οποίαν μάς κάνει κατάπλασμα επί αιώνες η ΕΡΤ είναι… ακραία καλή και υψηλή– σαν δεν ντρέπονται λέω εγώ) και όταν η Στέλλα Κεμανετζή τα έχει όλα μπουρδουκλωμένα στο κεφάλι της ανακατεύοντας... ψάρι με κρέας, τότε το μόνο που μένει να αναρωτηθώ είναι σε τι ακριβώς δημοσιογράφους έχουμε εναποθέσει την (κριτική) ενημέρωσή μας. Ή όπως έγραφε, μ’ ένα κάποιο νόημα, και ο Λάκης Μπέλλος στο Πάμε Λουκέτο στην Εφημερίδα των Συντακτών (16/3/2014): «Ενοικιάζεται από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο το Παναθηναϊκό Στάδιο, γνωστό και ως Καλλιμάρμαρο, λόγω εκποίησης της χώρας.(…) Στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν για την τέλεση μέρους των Παναθηναίων προς τιμήν της θεάς Αθηνάς και τώρα για τον τερματισμό του μαραθώνιου δρόμου από τον Γεώργιο Παπανδρέου.(…) Έγινε στον χώρο ο τελικός μπάσκετ ΑΕΚ-Σλάβια σε μνημειώδη περιγραφή Βασίλη Γεωργίου και πρόκειται να διεξαχθεί ο τελικός Τσάμπιονς Λιγκ Ολυμπιακού-Ρεάλ Μαδρίτης.(…) Επίσης στο στάδιο αυτό διοργανώθηκε για κάποια χρόνια και η Ολυμπιάδα Τραγουδιού από τον Νίκο Μιχαλολιάκο, η οποία διακόπηκε.(…)» (για τους στόκους μπορεί και να είναι... αλήθεια). Πάμε όμως και στην ουσία…
Η 6η και τελευταία Ολυμπιάς Τραγουδιού διεξήχθη στο Παναθηναϊκό Στάδιο το τριήμερο 13,14, 15 Ιουλίου 1973, ήταν υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών (το οποίον «έχτισε» η χούντα και διατήρησε η δημοκρατία) και είχε ως καλλιτεχνικό διευθυντή της τον Γιώργο Οικονομίδη. Από την εισαγωγή του πολυσέλιδου έντυπου προγράμματος διαβάζουμε…
«Η επιτυχημένη πορεία ενός ετησίου καλλιτεχνικού θεσμού συνεχίζεται και εφέτος. Είναι η έκτη χρονιά κατά την οποίαν διακριθέντες τραγουδιστές από 40 διαφορετικές χώρες του κόσμου θα φθάσουν στην Αθήνα για να διαγωνισθούν στο μοναδικό καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο για την Απολλώνια δάφνη της πιο ωραίας νίκης του διεθνούς πενταγράμμου. Η ιδέα της Ολυμπιάδος του Τραγουδιού που γεννήθηκε σ’ αυτή την χώρα του ήχου, του φωτός και του θεού Απόλλωνα βρήκε από τα πρώτα βήματά της ιδιαίτερη παγκόσμια ανταπόκρισι. Η κατοπινή εξέλιξι του θεσμού έδειξε πόσο αναγκαία ήταν η ιδέα της Ολυμπιάδος Τραγουδιού και πόσο διψούσε ο διεθνής καλλιτεχνικός κόσμος για μια τέτοια συνάντησι άμιλλας μέσα σε ένα εθνικό στίβο με τόση μακραίωνη παράδοσι και ιστορία στην τέχνη και στον πολιτισμό. Ίσως αυτό το αγκάλιασμα των νέων ήχων που φθάνουν και διαγωνίζονται στον διαιώνιο χώρο της Παλλάδος Αθηνάς, με τους απόηχους της ιστορίας και των παραδόσεων έφεραν τόσο γρήγορα την επιτυχία σε αυτό το ξεκίνημα, σε αυτό το θεσμό που άρχισε σαν μια ωραία έμπνευσι και έφθασε να γίνη ένας απαραίτητος ετήσιος παγκόσμιος καλλιτεχνικός διαγωνισμός. Τώρα η Ολυμπιάδα Τραγουδιού είναι μια καλά οργανωμένη και καθιερωμένη ετήσια καλλιτεχνική τέλεσι που οδηγεί αποτελεσματικά στην αλληλοκατανόησι και συνενώνει με δεσμούς φιλίας νέους από δεκάδες χώρους όλου του κόσμου. Είναι μια υψηλή καλλιτεχνική λειτουργία που οι ήχοι της σκορπίζονται με τα ερτζιανά κύματα (σ.σ. μπααα…) σ’ όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη φέρνοντας μηνύματα από την πατρίδα της μελωδίας σε κάθε γωνιά της γης. Έτσι η πορεία του θεσμού συνεχίζεται. Κάθε χρόνο η μια επιτυχία προστίθεται στην προηγούμενη. Το μέλλον αυτού του θεσμού προοιωνίζεται πιο λαμπρό από ότι το φαντάστηκαν οι εμπνευσταί του».
Το να συνέδεες, βεβαίως, έναν καλοκαιρινό διαγωνισμό τραγουδιού –που οργανωνόταν στην Ελλάδα κι είχε παγκόσμιο βεληνεκές– με τους Απόλλωνες και τις Παλλάδες πήγαινε ταμάμ με την τουριστική προβολή της χώρας, αφού τις Ολυμπιάδες παρακολουθούσαν πάμπολλοι «ξένοι», που ως γνωστόν είναι ευεπίφοροι στο... αρχαίο πνεύμα αθάνατο. Και βεβαίως η χούντα δεν θα μπορούσε να προβάλλει ένα τέτοιο γεγονός χρησιμοποιώντας στην καμπάνια της τον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο ή τον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη, φορτώνοντας χώρους και σκηνές με τον ανάλογο ελληνικο-χριστιανικό διάκοσμο. Τα αρχαιοελληνικά στοιχεία δηλαδή που εμφανίζονταν στις Ολυμπιάδες (στα σκηνικά ή σε κάποια εμβόλιμα χορευτικά θεάματα) και που... παραξενεύουν μερικούς αδαείς, είχαν ξεκάθαρο τουριστικό και ουχί… παγανιστικό χαρακτήρα. Και όπως είχα γράψει και παλαιότερα (σε όλες τις προηγούμενες… ολυμπιακές αναρτήσεις)… οι Ολυμπιάδες Τραγουδιού μπορεί να υπήρξαν… έμπνευση ενός δικτατορικού καθεστώτος στην προσπάθειά του να ασκήσει πολιτιστική πολιτική, ποντάροντας ταυτοχρόνως και σε μία έξωθεν «καλή μαρτυρία», αλλά από την άλλη δεν μπορεί να αποσιωπάται και να διαστρεβλώνεται το γεγονός πως και στις έξι διοργανώσεις έδωσαν το παρόν διακεκριμένοι καλλιτέχνες και συγκροτήματα (ως guests) και πως ακούστηκαν κάμποσα καλά τραγούδια (από τους διαγωνιζόμενους, πολλοί και πολλές εκ των οποίων ήταν μεγάλες φίρμες στις χώρες τους), τα οποία δεν είχαν ουδεμία σχέση με ό,τι θα ονομάζαμε έτσι επιτιμητικώς, ή υποτιμητικώς, ως χουντοτράγουδα.
Η οργανωτική επιτυχία των Ολυμπιάδων Τραγουδιού οφειλόταν βασικά στις ομάδες ανθρώπων που δούλευαν γι’ αυτές, και στις οποίες συναντούμε γνωστά και πολύ γνωστά ονόματα (κάθε καλλιτεχνικού χώρου) της εποχής. Για παράδειγμα στην οργάνωση της 6ης Ολυμπιάδας συμμετείχαν από διάφορες θέσεις ο Γιώργος Οικονομίδης και ο Τάκης Καμπάς, οι σκηνοθέτες Ίων Νταϊφάς και Γιώργος Τζαβέλλας(!), οι συνθέτες Ζακ Ιακωβίδης, Μενέλαος Θεοφανίδης και Γιώργος Χατζηνάσιος, ο δημοσιογράφος Νότης Κύτταρης, ο σκηνοθέτης του θεάτρου Τάκης Μουζενίδης(!), οι διευθυντές ορχήστρας Τάκης Αθηναίος και Κώστας Κλάββας και άλλοι διάφοροι. Επίσης στην Επιτροπή Βραβεύσεως που ήταν 24μελής, και διεθνής, προΐστατο ο σπουδαίος Κώστας Γιαννίδης (την Ελλάδα εκπροσωπούσε ο Γιώργος Κατσαρός), ενώ στην Ειδική Επιτροπή Επιλογής του Δημοφιλέστερου Τραγουδιστού συναντάμε ανάμεσα σε άλλους τους Απόστολο Μαγγανάρη (ο «πάπας» του ελληνικού περιοδικού Τύπου), Λευτέρη Κογκαλίδη, Νέστορα Μάτσα, Κώστα Πρετεντέρη, Κική Σεγδίτσα και Γιάννη Μαρή! Τώρα, οι βλάκες μπορεί να τους βγάλουν όλους αυτούς χουντικούς, ακόμη και τον Μαρή που είχε βρεθεί στο βουνό δίπλα στο ΕΑΜ, βοηθώντας στην συνέχεια και στην διαλεύκανση της δολοφονίας του Λαμπράκη. Πάμε όμως και στο ζουμί…
Στην 6η Ολυμπιάδα τραγουδιού συμμετείχαν 40 χώρες, διαγωνίστηκαν δηλαδή 40 τραγούδια τα οποία θα μοιράζονταν τρία μεγάλα βραβεία (1ον, 2ον και 3ον, για συνθέτη, στιχουργό και ερμηνευτή το κάθε ένα), επτά τιμητικές διακρίσεις και τρία «ειδικά βραβεία» (Καλλίτερος Ερμηνευτής, Ενορχήστρωση, Δημοφιλέστερος Ερμηνευτής)… μην αφήνοντας κανέναν παραπονούμενο. Το  πρώτο βραβείο λοιπόν πήγε στον Καναδά και στο τραγούδι “Kamouraska” που ερμήνευσε η Julie Arel, το δεύτερο απονεμήθηκε στην Αρούμπα (νησιωτικό κράτος στην Καραϊβική, στις ολλανδικές Αντίλλες, βορείως της Βενεζουέλας) και στο τραγούδι “Dirty lady” που ερμήνευσε ο J.B. Euson (πήρε και το βραβείο του Δημοφιλέστερου Ερμηνευτή), τρίτο βραβείο κατέλαβε το γιουγκοσλαβικό τραγούδι “The last day of summer” που ερμήνευσε η Radoyka, τέταρτο ήταν το “May the sun never set” με τον Miki Antony που τραγούδησε για την Μεγάλη Βρετανία κ.ο.κ. Από τις υπόλοιπες συμμετοχές ξεχωρίζω κάποια πολύ γνωστά, απλώς γνωστά ή όχι και… τόσο άγνωστα ονόματα όπως τον Luis Aguilé (Αργεντινή), την Lisa Linn (Δανία), την Danièle Vidal (Γαλλία), την Bobbi Marchini (Αυστραλία), την Natalie Cole (ΗΠΑ) στο ξεκίνημα της καριέρας της που με το “Tell me to my face” κατέλαβε την 8η θέση, την Aliza Azikri (Ισραήλ), τον Les Carlton (Μπαρμπάντος), την Sarolta Zalatnay (Ουγγαρία) για την οποίαν έχω αφιερώσει ξεχωριστή ανάρτηση, την Laila Westersund (Σουηδία), την Seija Simola (Φινλανδία) και βεβαίως τον Τέρη Χρυσό, που τραγούδησε για την Ελλάδα το «Σ’ αγαπώ δυο φορές» των Κώστα Ξενάκη-Βασίλη Φωτεινάκη.
Τα περισσότερα από τα τραγούδια της 6ης Ολυμπιάδας αποτυπώθηκαν και στην δισκογραφία, γεγονός αποδεικτικό της σημασίας που έδιδαν οι καλλιτέχνες στην συγκεκριμένη «συμμετοχή». Από ένα πρώτο ψάξιμο εντόπισα τα εξής:
1. Το πρώτο βραβείο Kamouraska” με την Julie Arel υπάρχει στο LP της “Merci À Toi” [CAN. Capitol ST 70045, 1976]. Άγνωστο αν κυκλοφόρησε σε 45άρι στην Ελλάδα ή τον Καναδά.
2. Το δεύτερο βραβείο “Dirty lady” με τον J.B. Euson κυκλοφόρησε σε ελληνικό 45άρι ως “Dirty lady/ Julie” [International Polydor Production 2121 179, 1973], αλλά και σε ολλανδικό ως “Dirty lady/ I can see clearly now” [Polydor 2050 264, 1973].
3. Το τραγούδι της Γαλλίδας Danièle VidalJe pense a lui” υπάρχει στο 45άρι “Je suis une chanson/ Je pense a lui” [Riviera 121 503], με το πρώτο κομμάτι να είναι σύνθεση του Χάρη Χαλκίτη σε στίχους Boris Bergman.
4. Το βραζιλιάνικο τραγούδι “Paz sem cor” με τον Agostinho Dos Santos ακούγεται στο φερώνυμο LP του [BR. Continental SLP 10.118, 1973]
5. Το ελληνικό τραγούδι «Σ’ αγαπώ δυο φορές» υπάρχει στο LP του Τέρη Χρυσού «Αρλεκίνος» [Pan-Vox X 33 SPV 10156, 1073].
6. Το ιταλικό τραγούδι “Il coraggio di tornare” με τον Roberto Callegaro ακούγεται στο 45άρι “Giochi/ Il coraggio di tornare” [Ariston AR 0603, 1973].
7. Το φινλανδικό τραγούδι “I’ll cry today” με την Seija Simola υπάρχει στο 45άρι “I’ll cry today/ Everything comes up in time” [PRO 4, 1973]
8. Επίσης έχουν δισκογραφηθεί το “Camina, camina” με τον Αργεντινό Luis Aguilé, το “No tomorrow” με την Αυστραλέζα Bobbi Marchini σε ετικέτα Albert Productions, τοTu y yo formamos una multitude” της Βενεζουελανής Elaiza Romero από το γκρουπ του πατέρα της Aldemaro Romero Y Su Onda Nueva στο οποίο έχω αναφερθεί σε ξεχωριστή ανάρτηση στο δισκορυχείον, το “Me marchare” του Ισπανού Juan Manuel σε προσωπικό LP του, το “Anastasia” με τον Ολλανδό Leon de Graaff (μάλλον ως “Too bad Anastasia”) σένα LP τού 1971, τοByłam ptakiem” με την Πολωνή Zdzisława Sośnicka, μάλλον το “Alerg printer stele spre tine” με τον Ρουμάνο Aurelian Andreescu, το “To be or not to be” με την Τουρκάλα Ayla Algan… πιθανώς δε και τα υπόλοιπα.  
Όμως και η παρουσία των guests ήταν αξιοπρόσεκτη, αφού στην 6η Ολυμπιάδα τραγούδησαν οι Peppino Di Capri, Silvie Vartan και Johnny Hallyday, Rocky Roberts και Coleman, Digno Garcia y sus Carios και Aldemaro Romero and his Onda Nueva Group.
Τέλος, υπήρξε κι ένα οδυνηρό γεγονός που σημάδεψε εκείνη την διοργάνωση. Η συμμετοχή της Βραζιλίας ήταν το τραγούδι “Paz sem cor”, που θα απέδιδε ο Agostinho Dos Santos. Δύο ημέρες πριν ξεκινήσει η Ολυμπιάδα ο Dos Santos βρισκόταν στην πτήση Rio De Janeiro-Παρίσι, καθ’ οδόν προς την Αθήνα. Το Boeing 707 στο οποίον επέβαινε θα πραγματοποιούσε λόγω βλάβης αναγκαστική προσγείωση λίγο έξω από το αεροδρόμιο Orly, κατά τη διάρκεια της οποίας θα σκοτώνονταν 123 άτομα – ανάμεσά τους και ο βραζιλιάνος τραγουδιστής (ήταν 11 Ιουλίου 1973). Την 14η Ιουλίου το “Paz sem cor” θα ακουγόταν στην Αθήνα κανονικά, μετά από ένα λεπτό σιγής, μόνον από την ορχήστρα… 

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

TOM CHANG groove με ινδοπρέπεια

Ένα από τα πιο μεστά και ενδιαφέροντα jazz CD που άκουσα τον τελευταίο καιρό είναι το Tongue & Groove[Raw Toast Records, 2014] του κιθαρίστα Tom Chang. Μάλλον για ντεμπούτο πρόκειται, κι αν είναι όντως έτσι τότε έχουμε να κάνουμε μ’ ένα  άλμπουμ που… ξεφεύγει του αναμενομένου. Η βάση της μουσικής σκέψης του καναδού κιθαρίστα περικλείεται στην φράση… «παίζω την μουσική που μου αρέσει ν’ ακούω»… πράγμα που από πρακτικής πλευράς σημαίνει ένα είδος jazz με πολλά… jazz και rock (και ουχί jazz-rock) αυτοσχεδιαστικά στοιχεία, «σημαδεμένο» καταφανώς από την ινδική μουσική παράδοση. Πριν προχωρήσω ας δώσω την line-up τής μπάντας που ακούγεται στο “Tongue & Groove”, προκειμένου να έχουμε μία πρώτη ηχητική εικόνα. Greg Ward άλτο σαξόφωνο, Jason Rigby τενόρο σαξόφωνο, Chris Lightcap μπάσο, Gerald Cleaver ντραμς, Akshay Anatapadmanabhan kanjira, mridangam, Subash Chandran konnakol και βεβαίως Tom Chang κιθάρα (τα kanjira, mridangam και konnakol είναι ινδικά κρουστά). Το CD, που έχει διάρκεια λιγότερη των 50 λεπτών, αποτελείται από δέκα συνθέσεις – εννέα πρωτότυπες του Chang και μια διασκευή στο “Variations for piano Op.27” του Anton Webern. Τις ακούω μία-μία…  
Το πρώτο track έχει τίτλο “Spinal tap/ Goes to 11” και παρότι διαρκεί λίγο παραπάνω από τρία λεπτά έχει έναν ξεκάθαρο progressive χαρακτήρα. Έτσι, απολαμβάνουμε την κιθάρα, από την μια μεριά, σε μπροστινό και πίσω επίπεδο να… φωνασκεί ή να μελωδεί συγχρονισμένη κατά μίαν έννοια με το τενόρο του Jason Rigby, την ώρα κατά την οποίαν η στέρεα και «κρατημένη» ρυθμική γραμμή, από την άλλη, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για «εκπλήξεις». Στο “Djangolongo” υπάρχει μία σύνθετη ρυθμική βάση (δυτική και ινδοπρεπής) πάνω στην οποίαν απλώνονται τα soli ηλεκτρικής κιθάρας και σαξοφώνου, με τα ντραμς να «γεμίζουν» σποραδικώς και με το κομμάτι να ολοκληρώνεται μέσα από ένα σύμπλεγμα… ρυθμικής γαλήνης. Το “Variations for piano Op. 27”, με διάρκεια μόλις 2:40, έχει επιλεγεί, βασικά, λόγω της μελωδικής και ρυθμικής γραμμής του με τα σαξόφωνα και την κιθάρα να ανταποκρίνονται στo εύπλαστον του πράγματος. Ακόμη πιο σύντομο στο χρόνο (μόλις 1:15) είναι το “Sleepwalker” που ακολουθεί, κομμάτι που μοιάζει να αποτελεί μια συνέχεια της «Webern-ικής» ελευθερίας. Το φερώνυμο “Tongue & groove” ξεκινά μ’ ένα βοκαλιστικό και κρουστό σόλο από τον Subash Chandran, για να εξελιχθεί σ’ ένα τυπικό indo-jazz track, με τους Ward στο άλτο και Chang στην κιθάρα να ίπτανται πάνω από ένα σύνθετο ρυθμικό τμήμα, που αφήνει βεβαίως πολλά αυτοσχεδιαστικά περιθώρια. Ανάσα με το μόλις 1:50 “Scatterbrain”… ανάσα πριν το ογκώδες (12:22) “Bar codes”, ένα από τα high-lights του CD, ένα αργό track με ωραία «περπατητή» μπασογραμμή, μέσα από το οποίον αναπηδά ένα καθαρόαιμο blues, με στοιχεία από την… Ornette Coleman-ική παράδοση. Το τρίλεπτο “The logos” είναι ένα επίσης αργό track, μια μπαλάντα, κάπως κινηματογραφικής αφήγησης, με το μπάσο του Lightcap να πρωταγωνιστεί, ενώ το 8λεπτο “Entangoed heart” αποτελεί μία από τις ωραιότερες συνθέσεις του CD, κινούμενο σε γρήγορο τέμπο και με διαρκές «υπόγειο» groove. ToTongue & Groove” θα ολοκληρωθεί με το “Spinal tap Tk.2”, που, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, είναι ένα εναλλακτικό take του εισαγωγικού ροκάδικου “Spinal tap”.
Πολύ ενδιαφέρουσα η πρόταση του Tom Chang, με στοιχεία που δεν εντοπίζονται «κάθε μέρα» στις κυκλοφορίες τής νεοϋορκέζικης jazz scene.

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΜΑΤΣΙΟΥΛΗΣ ξανά στο στούντιο

Περίπου τέτοια εποχή, πριν τέσσερα χρόνια (Απρίλιος και Ιούλιος του 2010), έγραφα εδώ στο δισκορυχείον για τον Σωτήρη Κοματσιούλη, έναν από τους αγνοημένους «ήρωες» του εγχώριου ροκ. Χονδρικώς, είχαν προηγηθεί μια συνέντευξη που είχαμε κάνει για το Jazz & Τζαζ (δημοσιεύτηκε στο τεύχος 207) με αφορμή, τότε, την κυκλοφορία του άλμπουμ του «Σαν τον Άνεμο» [B-Other Side/ Lost Archives] και φυσικά η «γνωριμία» μου μαζί του μέσα από ένα 45άρι φετίχ της ιστορίας του δικού μας ροκ, το «Επιδρομή από τον Άρη/ Σαν τον άνεμο» που είχε κυκλοφορήσει στην Pan-Vox, το 1972. Φυσικά, ανάμεσα στο 1972 (ή και πριν απ’ αυτό) και το 2010 είχαν μεσολαβήσει πολλά άλλα γεγονότα και καταστάσεις, γνωστά ή κάπως γνωστά μόνο στους ρέκτες του χώρου, ή και εντελώς άγνωστα σε όλους. Λίγοι, ας πούμε, γνωρίζαμε πως ο Σωτήρης Κοματσιούλης ως Steve Gemos έκανε «άλλη» παράλληλη καριέρα στην Αγγλία και την Ελλάδα ήδη από τα μέσα του ’70, ενώ σχεδόν κανένας δεν είχε πληροφορηθεί την συζυγική σχέση του με την ηθοποιό Μαρία Βασιλείου (την «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού), ή την γνωριμία του με τον Robert Wyatt και τους 10cc, αφού μόνον όταν αποφάσισε ο ίδιος να μιλήσει, για όλα αυτά, τότε και μόνον τότε έγιναν γνωστά. Κάπως έτσι δηλαδή τ’ αγνοούσα κι εγώ, παρότι θα μπορούσα να τα είχα πληροφορηθεί πολύ νωρίς, όταν είχα δει κατά τύχη τον Σωτήρη Κοματσιούλη να τραγουδά λαϊκά σ’ ένα μαγαζί της Κυψέλης το 1988 ή ’89! Παρότι γνώριζα, από τότε, την περίπτωσή του –είχα ακούσει δηλαδή το παλαιό 45άρι του, που μου άρεσε πολύ, ήδη από τα μέσα του ’80– η τάση μου να μην «ενοχλώ» τους καλλιτέχνες (ο Γιάννης Μπέζος, να το ξέρει, δεν κινδυνεύει από ’μένα να τον τραβήξω φωτογραφία ή να τον συγχαρώ ως… Ζάχο Δόγκανο) μού στέρησε την χαρά μιας έγκαιρης γνωριμίας. Φυσικά, ποτέ δεν είναι αργά… και δεν ήταν αργά. Το λέω τούτο, γιατί ο Κοματσιούλης είναι ένα εξαιρετικό παιδί, ένας άνθρωπος με ευαισθησίες και με ήθος, ένας ροκάς με απόψεις, ένας αληθινός διασκεδαστής.
Πριν λίγο καιρό, λοιπόν, ήταν ο ίδιος ο Σωτήρης που μου έδωσε ν’ ακούσω την πιο καινούρια δουλειά του, η οποία βρίσκεται ήδη στα σκαριά ώστε να «κοπεί» άμεσα σε βινύλιο. Άκουσα λοιπόν ένα πλήρες σχεδόν 50λεπτο άλμπουμ, στο οποίο περιλαμβάνονται 13 τραγούδια – γνωστά, τα περισσότερα, από τις δύο προηγούμενες δισκογραφικές εκδόσεις (το 45άρι του ’72 και το LP του 2010). Έτσι, και παρότι τα πιο πολλά από τα κομμάτια τα είχα ξανακούσει μπορώ κάλλιστα να μιλήσω για μια καινούρια δουλειά, αφού δεν είναι απλώς η ηχογράφηση σημερινή, είναι και τοιουτοτρόπως διατυπωμένη ώστε να μπορούμε να μιλάμε για ένα από τα πιο απολαυστικά (μένω στη λέξη) long plays ελληνικού, ελληνόφωνου ροκ (υπάρχουν και δύο αγγλόφωνα tracks στο σύνολο) του τελευταίου καιρού.
Η τραγουδοποιία του Κοματσιούλη είναι ποτισμένη από τις ποιότητες των late sixties-early seventies (την καλώς εννοούμενη αθωότητα στις περιγραφές, την τέχνη και την τεχνική μέσω των οποίων γράφονταν οι τραγουδάρες της εποχής, τον κοινωνικό στίχο κ.λπ.), οι οποίες στην πορεία συνδυάζονται με την ροκ τραχύτητα μερικών νέων (και πολύ καλών) μουσικών (παίζουν παπάδες οι άνθρωποι), που βρέθηκαν δίπλα στον Σωτήρη, ανεβάζοντας τα κομμάτια του στα ύψη. Από τα highlights του άλμπουμ θα έλεγα πως είναι τα –άγνωστα σ’ εμένα– δύο τραγούδια των Lovers (το «Έφυγε το καλοκαίρι» που το ακούμε και στο τέλος και το «Δεν ξέρεις το μάθημα»), της μπάντας δηλαδή που είχε ο Κοματσιούλης στα late sixties, και τα οποία, βάσει των λεγομένων του ιδίου, είχαν ηχογραφηθεί εκείνη την εποχή, έχοντας κοπεί ως ελάχιστα «δείγματα» σ’ ένα 4-tracks EP η τύχη του οποίου, εννοείται, αγνοείται. Είναι άλλο πράγμα δηλαδή ν’ ακούς στίχους του στυλ… «Γιατί μικρό κορίτσι είσαι μόνο και θλιμμένο/ στα μάτια έχεις θλίψη κι είσαι πάλι δακρυσμένο/ σταμάτησε το δάκρυ και γέλασε γλυκά/ ξανά θα ’ρθει η αγάπη να σου φέρει τη χαρά.(…) Πηγαίνεις στο σχολείο δίχως να διαβάσεις λέξη/ δε βλέπεις το βιβλίο και βυθίζεσαι στη σκέψη/ το μάθημα δεν ξέρεις και όλοι απορούν/ σε βλέπουν να υποφέρεις και δεν ξέρουν τι να πουν»… υπό τους ήχους μιας σκληρής, σημερινής, rock παρέας. Αυτή η «αντίφαση» λειτουργεί εποικοδομητικώ τω τρόπω και σε κομμάτια γνωστά όπως στον… θρυλικό xian-rock ύμνο «Επιδρομή από τον Άρη», δείχνοντας τι έχει λησμονήσει στην πορεία το ελληνόφωνο ροκ (το κομμάτι ακούγεται ολοκληρωμένο και με παραπάνω στιχάκια… «πίσω τα λεφτά τους οι τοκογλύφοι ζητούν/ ψάχνουν στα σκουπίδια τα γραμμάτια να βρουν» κ.λπ.), ενώ και άλλα τραγούδια, όπως το «Μην κλαις κοριτσάκι» ή «Ο Κοσμάς» κερδίζουν σε δύναμη και συναισθηματικό δόσιμο μέσα από την νέα άποψη.
Ο Σωτήρης Κοματσιούλης γράφει και σήμερα τραγούδια. Νέα… και επηρεασμένα από τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Έπρεπε όμως, πρώτα, να «ξεμπερδέψει» μ’ αυτά τα παλαιά κομμάτια του. Να τα δει και να τ’ ακούσει έτσι όπως ίδιος τα φανταζόταν, με τη βοήθεια μιας σημερινής ροκ μπάντας που σκίζει. Ελπίζω, σύντομα, και σε βινύλιο…

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

όλα τα επεισόδια…

Τον τελευταίο καιρό αντιμετωπίζω σοβαρά προβλήματα με το στομάχι μου. Δεν ξέρω τι παθαίνω, αλλά μόλις αντικρίζω «δελτίο ειδήσεων» του Μέγκα –κάποιες φορές αρκεί και μόνο το μουσικό σήμα– μού έρχεται εμετός. Πάω στην τουαλέτα, κλειδώνομαι, και δεν βγαίνω από ’κει αν η ώρα δεν πάει εννέα. Οδυνηρή κατάσταση. Αν κι έχω δοκιμάσει τα πάντα, τα αποτελέσματα είναι μηδαμινά. Βεβαίως, ο γιατρός έκανε το παν – δεν μπορώ να πω… Ακόμη και… Kόντρα μου συνέστησε να βλέπω, στις στιγμές των μεγάλων κρίσεων, μα και τούτη η θεραπεία κατέληξε σε αποτυχία. Δεν ξέρω πλέον τι να κάνω… Η μόνη λύση που μου μένει είναι να πετάξω την τηλεόραση από το παράθυρο. Καθώς, όμως, επεξεργάζομαι νέους τρόπους επιβίωσης άνευ… Λιάγκα και The Voice, ευθύς το μετανιώνω…
Πλησιάζουν εκλογές και με βλέπω να ρίχνω ΣΥΡΙΖΑ για πρώτη φορά στη ζωή μου. Εκεί θα με οδηγήσουν –το βλέπω– τα «δελτία ειδήσεων» του Mέγκα. Ποιος, εγώ, που δεν γουστάρω με τίποτα τις λεγόμενες… ανανεωτικές αριστερές και τα ρέστα· ιδίως από τα χρόνια του ’90 και μετά όταν σύρθηκαν πανευρωπαϊκώς πίσω από τις… σοσιαλδημοκρατίες των φιλελέδων, συμμαχώντας με την Νέα Τάξη και την στρατιωτική, ανά τον κόσμο, βία. Μία φορά μόνο ψήφισα Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, όταν ήταν ενιαίος (εποχή… ΚυρκοΦλωράκηδων) στις πρώτες εκλογές του ’89. Στις δεύτερες (11/1989) είχα ρίξει «λευκό», ενώ στις τρίτες (1990), μη ξέροντας τι να κάνω όντας και στα χακί, είχα διπλώσει… Οικολόγους-Εναλλακτικούς. Έκτοτε, έριξα μια φορά ΚΚΕ (το 1993) και μετά το ’93 ποικίλα μικρά κόμματα (πάντα της κατακαημένης Αριστεράς)· κάτι πρέπει να ρίχνουμε δηλαδή, για να μην υποστηρίζουμε εμμέσως πλην σαφώς (δια του άκυρου, του λευκού ή της αποχής) τον δικομματικό Βροντόσαυρο. Και να που φθάσαμε... Εγώ, που δεν ρίχνω σε κάλπη «μεγάλο» κόμμα, να το σκέφθομαι πλέον, επειδή επιθυμώ, όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου, να τιμωρήσω –όχι τα μνημόνια, την Μέρκελ, τον Σόιμπλε και τα ρέστα– αλλά το… Μεγκάλο Κανάλι. Μάλιστα, από κουβέντες που έχω με φίλους, έχω διαπιστώσει πως βρίσκονται και άλλοι στη δική μου θέση. Υπάρχει και αναπτύσσεται δηλαδή ένα νέο είδος «αγανακτισμένων», που αυτοπροσδιορίζονται ως… αντιμεγκαλιστές. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Κάποιους θα τους αναγνωρίσετε κιόλας… όχι από τον… Ρίζο στην μασχάλη, αλλά από τα… σημάδια στο κεφάλι. Κάθε βράδυ στις 8, τα κοπανάνε στους τοίχους ομαδικώς…

Προσέξτε τι έγινε τώρα μ’ αυτήν την κυρία Σαμπιχά Σουλεϊμάν, που μπήκε στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ για τις Ευρωεκλογές από την πόρτα, για να βγει εν συνεχεία από το παράθυρο.... Θεωρήθηκε λοιπόν πως το συγκεκριμένο γεγονός είναι ό,τι χρειάζεται προκειμένου να στηριχθεί μία ακόμη κριτική (ταπεινότατη στη βάση της, για να είμαι ευγενής) προς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Έφθασαν στο σημείο άνθρωποι που δεν έχουν δει ποτέ Ρομά στη  ζωή τους (μόνο στις ταινίες του Κουστουρίτσα… κι αυτό παίζεται), που δεν έχουν μιλήσει ποτέ ή βρεθεί εκ του σύνεγγυς με κάποιους εξ αυτών, που έχουν γραμμένα πατόκορφα, όλα αυτά τα χρόνια, τα ζητήματα της «μειονότητας» στην Θράκη, τα οποία δεν απασχόλησαν ποτέ (εννοείται) τα ανύπαρκτα «δελτία» τους, να υπεραμύνονται της Σουλεϊμάν και των όσων έχει κάνει η συγκεκριμένη κυρία για τη ράτσα της, μόνο και μόνο για να την βγουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι άνω ποταμών. Μόνον από τσαντίρι δεν είδαμε τον… Great Pretender να εξαπολύει τους αντι-συριζαϊκούς του μύδρους.
Βεβαίως, για να είμαστε δίκαιοι, έχει κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ ουκ ολίγες απερισκεψίες (είπαμε, θέλω να είμαι ευγενής). Εντάξει. Νέο κόμμα… εξουσίας είναι, σιγά-σιγά θα αποκτήσει το know-how, αν και στην περίπτωσή του μιλάμε για απίστευτες χοντράδες. Καταρτίζεις π.χ. Ευρωψηφοδέλτιο. Τι λέει η κοινή λογική; Συνεννοείσαι με τους υποψηφίους, μιλάς με τις τοπικές κοινότητες, πληροφορείσαι από ’δω κι από ’κει, δένεις… και μετά βγαίνεις και ανακοινώνεις. Αυτοί οι Συριζαίοι τι κάνουν; Συζητούν φόρα παρτίδα πότε με τον Λαζόπουλο, πότε με τον Λαπαβίτσα, πότε με τον Βαρουφάκη, κι ενώ τα κάνουν σκατά με την Σουλεϊμάν, καταλήγουν, τελικώς, στον 92χρονο Μανώλη Γλέζο. Δόξα και τιμή, αλλά ο καθείς θα αναρωτηθεί (και δεν είναι ντροπή)… τι χρωστάει ο άνθρωπος και τον ταλαιπωρούν σ’ αυτή την ηλικία; Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Και όχι τίποτ’ άλλο, αλλά δίνουν τροφή και στους… μεγκαλιστές, οι οποίοι άλλο που δεν θέλουν για να ξεσαλώσουν με το τίποτα. Λίγο νεράκι χύνεται κι εκείνο γίνεται… Ποτάμι για το μύλο των ΒενιζελοΣαμαράδων.

Ανάμεσα σ’ όλα τούτα, λοιπόν, ανακύπτουν ξανά-μανά και τα ίδια παλαιά ζητήματα. Τι σημαίνει «θρησκευτική μειονότητα» ή «θρησκευτική πλειονότητα»; Τι σημαίνει «Έλληνας Ορθόδοξος» ή «Έλληνας Μουσουλμάνος»; Αυτές είναι ανοησίες. Υπάρχουν σκέτο «Έλληνες» (δεν αναφέρομαι στους μετανάστες). Και είναι όσοι ζουν στα πάτρια επί δεκαετίες, μετέχουν της ελληνικής παιδείας, σκέφτονται στην… και μιλούν την ελληνική γλώσσα, συναλλάσσονται με το ελληνικό κράτος, απευθύνονται στις ελληνικές υπηρεσίες κ.ο.κ. Τι μας ενδιαφέρει, τώρα, που πιστεύει ο καθένας; Αν κάποιος είναι Μουσουλμάνος να πάει στο Τζαμί του να προσευχηθεί (να του το φτιάξουμε αν δεν υπάρχει) και να μην μας ζαλίζει. Το ίδιο, δε, να κάνει και ο Ορθόδοξος. Να πάει στην Εκκλησία του κι εκείνος και ν’ αρχίσει να ψάλει τα απολυτίκια. Δεν μας ενδιαφέρει κύριοι σε ποιον θεό πιστεύετε – είναι προσωπικό σας θέμα. Σεβόμαστε και τιμούμε όλους τους Πανάγαθους, όπως και κάθε μικρό ή μεγάλο ποίμνιο που προσεύχεται σ’ Αυτούς, άλλα, εν πάση περιπτώσει, έχουμε κι άλλα σοβαρότερα ζητήματα για ν’ ασχοληθούμε. Και αν κάποιος, βεβαίως, ζει εκατό χρόνια στην Ελλάδα, αλλά παρά ταύτα νοιώθει Τούρκος (κάπου φταίμε κι εμείς γι’ αυτό φυσικά), μιλώντας εξ ονόματος οιασδήποτε «τουρκικής μειονότητας», τότε ας πάει να πληρώνει φόρους στον Ερντογάν – δεν τον κρατάει κανένας με τον ζόρι εδώ πέρα. Οι Ρομά, οι μουσουλμάνοι και όποιοι άλλοι οφείλουν να φοιτούν (τα παιδιά τους εννοώ) σε ελληνικά σχολεία, γιατί μόνον έτσι θα μπορέσουν να ενταχθούν ισότιμα στην κοινωνική ζωή του τόπου. Το λέω, γιατί τα λεγόμενα «διαπολιτισμικά» είναι άλλης λογικής σχολειά, αφορούν δηλαδή στους μετανάστες… δεν αφορούν στους Έλληνες (ορθόδοξους, ρομά, μουσουλμάνους… βουδιστές, ειδωλολάτρες, ή ό,τι άλλο…). Νομίζω δηλαδή. Καθόμαστε, λοιπόν, και ασχολούμαστε με το τι κάνει η κυρία Σουλεϊμάν για τους Ρομά (με γεια της με χαρά της), και δεν εξετάζουμε τι πράττει ή δεν πράττει το ελληνικό κράτος για το ζήτημα. Εκεί πρέπει να ασκηθεί πίεση (στους φορείς), ώστε να υπάρξουν αποτελέσματα. Όλα τα υπόλοιπα είναι λόγια του αέρα.

Κι ενώ στον (αθηναϊκό) Δήμο μου, που ζω και ψηφίζω, πράσινοι και γαλάζιοι υποψήφιοι, που βρίσκονταν στα μαχαίρια την προηγούμενη τετραετία, κατεβαίνουν τώρα σε κοινό… ΣαμαροΒενιζελικό ψηφοδέλτιο (μου έρχεται και πάλι εμετός…), σκάει από το πουθενά και ο… συμμαθητής μου ο Άρης (θα μπορούσε και να ήταν…) και ανακοινώνει πότε τον Βαζέχα και πότε τον Μπατίστα (σπάστε τα δοκάρια!), προκειμένου να λυθούν πάραυτα τα προβλήματα της Αθήνας, την ώρα κατά την οποίαν στην πόλη μας την Πάτρα κατεβαίνει… ποδοσφαιρική ομάδα υποψηφίων δημάρχων (έντεκα στον αριθμό!), ενώ στον διπλανό Πύργο, με πληθυσμό μόλις 35 χιλιάδες νοματαίους, κατέρχονται δύο… μπασκετικές πεντάδες!
Επιχειρούν οι υποψήφιοι να την χωθούν στο Δημόσιο –ερώτηση κάνω– και μάλιστα… χωρίς ΑΣΕΠ τώρα που οι δουλειές πάνε κατά διαόλου, ή μήπως σ’ αυτόν τον τόπο γεννήθηκε, τελικώς, η… δημοκρατία;

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

saunterer - ιστορίες με μουσική υπόκρουση

Από τη λάθος πλευρά είναι ο τίτλος ενός βιβλίου, που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Απόπειρα. Συγγραφέας ο blogger Χρήστος Πελτέκης ή άλλως saunterer, διαχειριστής του ιστολογίου orphan-drugs. Το βιβλίο, στις 126 σελίδες του, περιλαμβάνει σύντομες ιστορίες (να τις πω διηγήματα), ποιήματα, ένα θεατρικό (έναν τηλεφωνικό διάλογο, που λειτουργεί ως ταχυδραματικό μονόπρακτο), καθώς και εκτενείς σημειώσεις στις οποίες αποκαλύπτονται όλες, ή σχεδόν όλες, οι μουσικές και λογοτεχνικές αναφορές του συγγραφέα· γιατί –και πρέπει να το πω από την αρχή–, το Από τη λάθος πλευρά είναι ένα βιβλίο στενά δεμένο με την μουσική κατά πρώτον.
Έτσι, στις μουσικές αναφορές του saunterer περιλαμβάνονται οι Slim Wild Boar, The Morlocks, Robert Johnson, Nick Cave and The Bad Seeds, Tav Falco, Leonard Cohen, Νίκος Παπάζογλου, Bob Dylan, Die Haut, Billie Holiday, Sixteen Horsepower, Roky Erickson, Serpent Power, Last Drive, Κώστας Δούσιας, Townes Van Zandt, Dead Moon, Ramones κ.ά., ενώ στις λογοτεχνικές τιμώνται οι William S. Burroughs, Abbie Hoffman, Tristan Corbière, Thomas Pynchon, Νίκος Καββαδίας, Τάσος Λειβαδίτης, Bernard-Marie Koltès, Jorge Luis Borges, Albert Camus, Herman Melville... αν και σημαντικότερη όλων (αναφορά) φαίνεται πως είναι ο άγγλος μουσικός και συγγραφέας Phil Shoenfelt. Μέλος των post-punk Khmer Rouge, ο Shoenfelt ίσως είναι περισσότερο γνωστός από την συνεργασία του με τον Mark E. Smith, ή και την προσωπική δισκογραφία του, την ώρα που μέλος του ιδίου γκρουπ (των Khmer Rouge) υπήρξε και ο Claus Castenskiold έργο του οποίου αποτελεί και το εξώφυλλο του βιβλίου (ως εικαστικός ο Castenskiold έχει φιλοτεχνήσει covers για άλμπουμ των Fall, Gun Club κ.ά.).
Έτσι λοιπόν, κι ενώ μπορεί να δίνεται η εντύπωση με όλα τούτα πως το Από τη λάθος πλευρά είναι ένα βαρυφορτωμένο βιβλίο, πνιγμένο μέσα σ’ έναν κυκεώνα «αστερίσκων», στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Ο saunterer είναι ολιγογράφος και με αφοπλιστικό τρόπο απλός, αφού όλες οι παραπάνω «αναφορές» είναι προφανείς και όχι λογοτεχνικώς κρυμμένες μέσα στις ιστορίες, ή τα ποιήματά του, λειτουργώντας, κατά το μάλλον ή ήττον, σαν τα… samples στην μουσική. Αυτή η τακτική δίνει στα γραφόμενα τού saunterer μια ζωντάνια και μιαν αμεσότητα, κάνοντάς τα οικεία πρώτα-πρώτα σε συγκεκριμένους μουσικόφιλους και ενδεχομένως σε διαφόρους άλλους. Γενικώς, το κλίμα του βιβλίου είναι «μαύρο», μ’ έναν τρόπο όμως που αφήνει πλείστα όσα περιθώρια… ανάτασης, μιας και οι ποικίλοι υπαινιγμοί (κυρίως στις ιστορίες) μπορεί να ερμηνεύονται «έτσι» ή «αλλιώς»· για παράδειγμα τα κείμενα Άσος, Ταξίδι και Another Ship in the Night (Orientia tsutsugamushi), στα οποία συνδυάζεται πολύ εύστοχα ένα είδος τρόμου, με την ειρωνεία κι έναν καθαρτήριο σαρκασμό. Εν ολίγοις, βρίσκω τις σύντομες ιστορίες του saunterer πολύ μεστές· ίσως περισσότερο από τα ποιήματά του – χωρίς να σημαίνει πως και τούτα στερούνται ενδιαφέροντος. Μάλιστα, έχω την εντύπωση πως μερικές απ’ αυτές (στις ιστορίες αναφέρομαι) μπορεί να λειτουργήσουν ως «βάση» ίνα εμφυσηθεί στην πορεία μεγαλύτερη πνοή στα γραπτά του με… ανεξιχνίαστα αποτελέσματα. Να πω… εν αναμονή;

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

ο WADADA LEO SMITH στην TUM

Σε δημιουργική έξαρση βρίσκεται τα τελευταία χρόνια ο τρομπετίστας της jazz-avant Wadada Leo Smith, κυκλοφορώντας το ένα άλμπουμ μετά το άλλο. Για τρία απ’ αυτά (τα άλμπουμ) που εμφανίστηκαν στην φινλανδική TUM Records το 2011, το ’12 και το ’13 θα γράψω στη συνέχεια. Ξεκινώ από το πιο πρόσφατο…
Το Occupy the World [TUM, 2013] είναι ένα διπλό CD, που γίνεται σε συνεργασία με την ορχήστρα TUMO , μία big band βασικά αποτελούμενη από κορυφαία (φινλανδικά) ονόματα. Να μερικοί από τους 21 συνολικώς συμμετέχοντες: Verneri Pohjola τρομπέτα, ηλεκτρονικά, Juhani Aaltonen φλάουτα, Fredrik Ljungqvist σαξόφωνα, κλαρινέτα, Kalle Kalima ηλεκτρικές κιθάρες, John Lindberg κοντραμπάσο και διάφοροι άλλοι. Ας πω λοιπόν από την αρχή πως (και) αυτό το άλμπουμ του αμερικανού συνθέτη-ακτιβιστή –ο πλήρης τίτλος του οποίου θα μπορούσε να είναι… “Occupy the world for life, liberty and justice” (ο τίτλος του τελευταίου track δηλαδή)– είναι ένα «στρατευμένο» δημιούργημα, όχι πολύ διαφορετικό (ηχητικώς) από ένα προηγούμενο, για το οποίον είχα γράψει κι εδώ στο δισκορυχείον (στο προπέρσινο “Ten Freedom Summers” αναφέρομαι).
Το πρώτο CD προτείνει τρεις συνθέσεις. Την 17λεπτη “Queen Hatshepsut”, την 16λεπτη “The bell-2” και την 21λεπτη “Mount Kilimanjaro”. Όπως αντιλαμβανόμαστε οι διάρκειες είναι μεγάλες, πράγμα που σημαίνει ποικιλία ηχητικών καταστάσεων, γραμμένα μέρη και αυτοσχεδιαστικά, αλλαγές ρυθμών και tempi, έντονα-δυναμικά passages, όπως και άλλα «χαμηλά», στιγμές με εμφανή ελεγειακά στοιχεία (κάπως σαν επικήδειοι), αλλά και «επαναστατικά» ξεσπάσματα, που επαναφέρουν στα πρέποντα επίπεδα τις… λεηλατημένες ισορροπίες. Η Φαραώ Χατσεψούτ συνδέθηκε με την ειρηνική ανάπτυξη της Αιγύπτου τον 15ον αι. π.Χ., έχοντας μάλλον θετικό πρόσημο στην Ιστορία (όπως λέγεται). Προφανώς, ο Smith επικαλείται από την μια μεριά μιαν αφροκεντρική ρίζα της μουσικής του, ενώ από την άλλη υπογραμμίζει την ανάγκη για μια δημιουργική κινητικότητα προς όφελος των πολλών. Μουσικώς, τούτα αναπαρίστανται μέσω, κυρίως, των ομαδικών αυτοσχεδιασμών, που βγάζουν κατά τόπους απροσμέτρητη δύναμη. Tο “The bell-2” αποτελεί μία ας την πω συνέχεια ενός ιστορικού κομματιού του Leo Smith, του “The bell”, που είχε δισκογραφηθεί κατά πρώτον από τον Anthony Braxton στο LP του “3 Compositions for New Jazz” [Delmark] το 1968. Το γεγονός πως το “2” έχει περί τα έξι λεπτά μεγαλύτερη διάρκεια από το “1” οφείλεται σε ένα συνθετικό «άπλωμα», που καθοδηγείται από ποικίλες ρυθμικές ενότητες, με τα ηλεκτρονικά και το improv κλείσιμο να προσδίδουν στο κομμάτι μία ξεχωριστή ταυτότητα. Αλλά και το “Mount Kilimnajaro” σχετίζεται με το παρελθόν, αφού αποτελεί, κατά μίαν έννοια, συνέχεια του “Africana world” από το CD τού Leo Smith Lake Biwa” [Tzadik, 2004]. Το κομμάτι δεν έχει τυχαίως υπότιτλο “Love and compassion for John Lindberg”. Ο κοντραμπασίστας Lindberg είναι από τους παλαιότερους (τωρινούς) συνεργάτες του σημαντικού τρομπετίστα, κι αυτή η σύνθεση είναι ειδικά γραμμένη για το κοντραμπάσο του (το κοντραμπάσο του Lindberg εννοώ, που παίρνει εδώ φωτιά) και βεβαίως την Ορχήστρα.
Στο δεύτερο δισκάκι καταγράφονται δύο συνθέσεις, η 25λεπτη “Crossing on a southern road” και η 33λεπτη “Occupy the world for life, liberty and justice”. Η πρώτη είναι αφιερωμένη στον σαξοφωνίστα Marion Brown (1931-2010) παλαιό φίλο και συνεργάτη του Leo Smith. Εδώ γίνονται κάπως πιο φανερές οι ενορχηστρωτικές αντιλήψεις του αφροαμερικανού συνθέτη, κυρίως όσον αφορά στην παρουσία των ηχητικών «όγκων» μέσα από τα διάφορα οργανικά επίπεδα. Έχουμε, έτσι, ένα «πίσω» section, το οποίον αποτελούν τα strings, η άρπα, οι κιθάρες και τα κρουστά, το «μεσαίο» (πιάνο, ακορντεόν, διάφορα πνευστά), κι ένα που τίθεται «μπροστά» (ρόλος, στον οποίον ανταποκρίνεται η τρομπέτα). Δεν χρειάζεται να σημειώσω πως τα sections αυτά δεν είναι «καθαρά», και πως εμπλέκεται το ένα «μέσα» στο άλλο. Η σύνθεση “Occupy the world for life, liberty and justice” απασχολούσε τον Wadada Leo Smith από καιρό, όπως ο ίδιος αναφέρει στο ένθετο του άλμπουμ της TUM, – και όλο και κάτι προσέθετε ή αφαιρούσε, κάθε φορά που καταπιανόταν μ’ αυτήν. Αφιερωμένη στο νεοϋορκέζικο κίνημα Occupy Wall Street, που στόχο έχει την εξάλειψη των ανισοτήτων στην κοινωνία (το λέω κάπως «χοντρά») μέσα από ποικίλες καθημερινές δράσεις, η εν λόγω σύνθεση είναι κάτι σαν την «κιβωτό της διαθήκης» του μουσικού τρόπου τού Leo Smith, αφού η διαρρύθμισή της (τα «μέρη», ο τρόπος άρθρωσης των μελωδιών, οι ρυθμικές εναλλαγές, οι ενορχηστρώσεις, τα παραγόμενα ηχοχρώματα, που… ακούγονται κάπως σαν τομή ανάμεσα στην avant και την improv-jazz) συνοψίζει με τη μία το corpus του αφροαμερικανού συνθέτη, band leader και τρομπετίστα.
Το επόμενο CD έχει τίτλο Ancestors (2012) και υπογράφεται από τους Wadada Leo Smith & Louis Moholo-Moholo. Ο Louis Moholo-Moholo είναι βεβαίως ο γνωστός μας νοτιοαφρικανός ντράμερ και περκασιονίστας Louis Moholo (Chris McGregors Brotherhood of Breath, Assagai, Spirits Rejoice κ.λπ., κ.λπ.), ο οποίος τα τελευταία, μάλλον, χρόνια… διπλασίασε το επώνυμό του. Το αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας (Smith/ Moholo-Moholo) μπορεί να είναι το πρώτο (μάλλον) που βλέπει το φως της δισκογραφίας, όμως οι δύο μουσικοί γνωρίζονται από τις αρχές των seventies, όταν οι Creative Construction Company (το free form γκρουπ των Anthony Braxton, Leo Smith κ.ά.) βρέθηκαν στο Λονδίνο για συναυλίες, ερχόμενοι σ’ επαφή με την αυτό-εξόριστη νοτιοαφρικανική jazz κοινότητα. Στο παρόν, οι Smith και Moholo-Moholo παρουσιάζουν πέντε δικές τους συνθέσεις που διαρκούν περί την μία ώρα, και για τις οποίες δύσκολα μπορεί να πει κανείς πως απουσιάζει κάτι (η πληρότητά τους δηλαδή είναι προφανής). Και τούτο λόγω της πολυρυθμικής πρακτικής του αφρικανού, ο οποίος εκμεταλλευόμενος ποικίλες μικροτεχνικές (ακόμη και την παύση) κατορθώνει να δημιουργήσει ένα αυτοδύναμο ρυθμικό background, πάνω στο οποίον η τρομπέτα του Leo Smith έρχεται να προσθέσει τα δικά της ηχοχρώματα. Τα κομμάτια είναι αφιερωμένα σε συγκεκριμένα πρόσωπα «αναφορές» των δύο μουσικών (James Baldwin, Jackson Pollock, Siholaro – ο πατέρας του Moholo-Moholo) ή καταστάσεις που σχετίζονται με την… πνευματική επικοινωνία και διακρίνονται, φυσικά, για την αυτοσχεδιαστική ανάπτυξη και εξέλιξή τους. Ειδικώς στο τελευταίο και φερώνυμο με τον τίτλο του άλμπουμ αυτή ακριβώς η αυτοσχεδιαστική δεξιότητα αποκτά χαρακτηριστικά απόλυτης «ελευθερίας».
Το γκρουπ Wadada Leo Smiths Mbira αποτελείται από τους Wadada Leo Smith, Min Xiao-Fen και Pheeroan akLaff. Με τον ντράμερ akLaff ο Smith συνεργάζεται από το 1976 και τους New Dalta Ahkri, ενώ με την Κινέζα Xiao-Fen που χειρίζεται pipa (το κινέζικο λαούτο, που παίζεται όρθιο) γνωρίστηκε τα πιο πρόσφατα χρόνια. Η στούντιο ηχογράφηση, που μας απασχολεί εδώ, προέρχεται από το 2007 (Kirkkonummi Φινλανδίας), για να κυκλοφορήσει σε CD ως “Dark Lady of the Sonnets” από την TUM το 2011. “Dark lady of the sonnets” ήταν ο τίτλος ενός ποιήματος που είχε γράψει ο LeRoi Jones (Amiri Baraka) το 1962 αφιερωμένο στην Billie Holiday (υπάρχει στο βιβλίο του Black Music του 1968). Προφανώς και το συγκεκριμένο κομμάτι είναι αφιερωμένο στην Billie Holiday, με την ισχυρή παρουσία της Xiao-Fen να τραγουδά στίχους γραμμένους από τον Smith, παίζοντας pipa. Το κομμάτι που έχει διάρκεια περί τα 11 λεπτά ξεκινά ως… φωνητική ελεγεία με «σιωπηλή» ηχητική συνοδεία, για να εξελιχθεί από τη μέση και μετά, με τρόπο δυναμικό, μέσα σ’ ένα «ελεύθερο» πλαίσιο. Γενικώς, το CD εμφανίζει πλείστα όσα improv χαρακτηριστικά, με τα κομμάτια να διακρίνονται για τον ομαδικό, αυτοσχεδιαστικό τους χαρακτήρα. Έτσι, και παρ’ όλη την «πνευματικότητα» που μπορεί να επιφέρει στο jazz setting ένα παραδοσιακό όργανο όπως η pipa, τα κομμάτια του άλμπουμ στηρίζονται στην συναισθηματική και παικτική «ένταση», που επιβάλλεται μέσω της πολυρυθμίας του akLaff, αλλά και του τρόπου που την εισπράττουν οι Smith και Xiao-Fen.
Επαφή: www.tumrecords.com