Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

ο SOCOS μελοποιεί ΝΤΙΝΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟ

Αυτό που πράττει ο Socos στο CD «το πρώτο απ’ το δεύτερο και το δεύτερο απ’ το τρίτο…» [Puzzlemusik, 2014] δεν συνηθίζεται στην σύγχρονη σκηνή. Επιχειρεί να μελοποιήσει με τον πιο… κυριολεκτικό τρόπο ορισμένα ποιήματα –του Ντίνου Χριστιανόπουλου εν προκειμένω– και όχι να δημιουργήσει «ατμόσφαιρες», αφήνοντάς τα (αφήνοντας τα ποιήματα εννοώ) πάνω τους να επιπλέουν. Η προσπάθεια, δηλαδή, εμπεριέχει στοιχεία πρωτοτυπίας (έτσι πρέπει να το πούμε τελικώς), τα οποία… διογκώνονται λόγω (και) της ακουστικής ενοργάνωσης. Κιθάρες και μόνον κιθάρες. Ή μάλλον, πιο σωστά, κιθάρες και φωνές. Socos και Μαρίνος Τζιάρος. Τώρα, αν η φωνή του Τζιάρου, και μάλιστα κάτω από το συγκεκριμένο «ένδυμα», φέρνει στον νου μου, ενίοτε, τον Χάρη Κατσιμίχα (όχι τον Πάνο) είναι κάτι που δεν μπορώ να το εξηγήσω – αν και σε κάθε περίπτωση δεν το επισημαίνω ως ντεζαβαντάζ. Απεναντίας, η φωνή «ζεστή» και με το συγκεκριμένο ηχόχρωμα έχω την αίσθηση πως δημιουργεί μιαν επιπρόσθετη οικειότητα.
Σε οκτώ ποιήματα λοιπόν του Ντίνου Χριστιανόπουλου, διαφόρων περιόδων, επιλέγει να τοποθετήσει μουσική ο Socos (Το έγκλημα της μοναξιάς, Βολέματα καταστροφής, Όσο με πληγώνεις, Όλο και πιο πολύ, Ρήμαγμα, Η θάλασσα, Αναστολή, Τέλος) – ποιήματα που δοκιμάζουν, αν θέλετε, τις ικανότητες και τις δυνατότητες των μελοποιών, γενικώς, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν ολοκληρωμένα άσματα. Γράφω «δοκιμάζουν», γιατί η ποίηση του Χριστιανόπουλου δεν φαίνεται εκ πρώτης να μετατρέπεται, με εύκολο τρόπο, σε τραγούδι. (Το υποστηρίζω, δίχως να παραγνωρίζω τινές επιτυχείς μελοποιήσεις στίχων –βασικά από τον Σταύρο Κουγιουμτζή– τού θεσσαλονικιού ποιητή). Ο Socos, πάντως, εμπνέεται από τους συγκεκριμένους στίχους και την ποίηση, κατορθώνοντας να δώσει ένα άλμπουμ μοναδικό θα έλεγα στην σύγχρονη παραγωγή. Προσπαθώντας να «κατεβεί» βαθιά σε κάθε λέξη, σε κάθε στίχο, σε κάθε στροφή, ο φίλος μας αποδεικνύει πως γνωρίζει τι ακριβώς μελοποιεί, και άρα που πρέπει να διπλασιάσει, να τριπλασιάσει ή και να πολλαπλασιάσει λέξεις, στίχους ή στροφές, ώστε να δημιουργήσει άλλοτε υποτυπώδη, αλλά λειτουργικά «ρεφρέν», και άλλοτε ουσιαστικά κουπλέ, τα οποία να αποδίδουν όλες τις διακυμάνσεις της ποίησης του Χριστιανόπουλου.
Είχα γράψει παλαιότερα, με αφορμή τον δίσκο ενός άλλου σύγχρονου τραγουδοποιού, ότι μου κάνει εντύπωση το γεγονός πως η σύγχρονη σκηνή μοιάζει να αγνοεί το σχήμα φωνή-κιθάρα. Μπορεί η ατμόσφαιρα της «Εκδρομής» του Μαμαγκάκη και ο όγκος του «Φορτηγού» του Σαββόπουλου (αφήνω τα ακόρντα της «Δημοσθένους Λέξις») να… καταπίνουν, 40-50 χρόνια τώρα, οτιδήποτε στο πέρασμά τους, όμως αυτό δεν πρέπει να αποθαρρύνει νεότερους μουσικούς να δοκιμάσουν στον «τρόπο», αγνοώντας ταυτίσεις, συγκρίσεις, ή οτιδήποτε άλλο. Το «σχήμα» φωνή-κιθάρα δεν είναι πρόχειρο, ούτε lo-fi (αν ορισμένοι νομίζουν κάτι τέτοιο). Απεναντίας, είναι πολύ απαιτητικό. Πρέπει να έχεις ούμπαλα για να φτιάξεις τραγούδια, τα οποία να μπορείς, εν συνεχεία, να τα υποστηρίξεις μόνο με μιαν ακουστική κιθάρα. Τα πολλά όργανα, τα «κόλπα», τα εφφέ, οι μείξεις, οι «επεξεργασίες» και όλα τα υπόλοιπα μπορεί να έχουν την σημασία τους (όταν την έχουν), όμως κάποιες φορές κουκουλώνουν το πρωτογενές υλικό… παραπλανώντας δημιουργούς και ακροατές. Ο Socos έχοντας αντιληφθεί πως έχει στην φαρέτρα του σοβαρό πρωτογενές υλικό (ξεχωρίζω το «Όσο με πληγώνεις», το «Όλο και πιο πολύ» και την «Αναστολή», χωρίς να αδιαφορώ –ποσώς– για κανένα από τα υπόλοιπα tracks) δεν κωλώνει στο να υιοθετήσει το απλούστερο και λειτουργικότερο των σχημάτων συνοδείας για να υποστηρίξει τη δουλειά του, που ταυτίζεται εν προκειμένω και με την μοναχική όσο και απέριττη ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Το αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει απλώς. Το «πρώτο απ’ το δεύτερο και το δεύτερο απ’ το τρίτο…» είναι το σημαντικότερο άλμπουμ μελοποιημένης ποίησης που έχω ακούσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Για να μην πω... εδώ και χρόνια.
Επαφή: puzzlemusik@gmail.com

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ χίππυς και χίππισες

Όπως έχω γράψει και παλαιότερα το… φαινόμενο των hippies στην Ελλάδα των τελών της δεκαετίας του ’60 απέλαβε, εξ αρχής, τεράστιας απήχησης, κάτι το οποίον αποδεικνύεται από το γεγονός πως ο… ελληνικός χιππισμός είχε ιδιαίτερη πέραση στον κινηματογράφο, στο θέατρο και αλλαχού. Παρ’ όλη, δηλαδή, την προσπάθεια ορισμένων εντύπων και φυλλάδων να τρομοκρατήσουν τον κόσμο δεν σταμάτησαν να γυρίζονται ταινίες (Θου-Βου Φαλακρός Πράκτωρ Επιχείρησις Γης Μαδιάμ, Η Θεία μου η Χίππισα, Μαριχουάνα Στοπ, Ένας Χίππυς με Τσαρούχια, Ένας Χίππυς με Φιλότιμο…), ν’ ανεβαίνουν θεατρικά (Χίπισσα Ιωάννα, Χίππιδες και Ντιρλαντάδες…) ή να γράφονται βιβλία (Οι Δύο Χίππεις…). Από κοντά βεβαίως και τα ανάλογα οικογενειακά ευθυμογραφήματα, τα οποία, ακολουθώντας την μεγάλη παράδοση του Ψαθά και του Τσιφόρου, εντόπιζαν στη νέα τάση ποικίλα στοιχεία καρικατούρας. Έτσι, από την μια μεριά μπορεί να μεγέθυναν τις καταστάσεις (προκειμένου η… ευθυμία να αποκτούσε έναν ολοένα και μεγαλύτερον όγκο), αλλά από την άλλη έλεγαν και αλήθειες με τον τρόπο που μόνον τα ευθυμογραφήματα μπορεί να πράξουν.
Ένα τέτοιο βιβλίο ήταν και το Σελφ Σέρβις του θεατρικού συγγραφέα και δημοσιογράφου Δημήτρη Χρονόπουλου (1907-1992), που πρέπει να κυκλοφόρησε το 1970 ή έστω το ’71 (δεν αναγράφονται εκδοτικός οίκος και έτος έκδοσης στις σελίδες του). Λέω «πρέπει» επειδή μία από τις ιστορίες τού Σελφ Σέρβις έχει τίτλο Λοχίας Σταμούλης, με αναφορές φυσικά στο τραγούδι «Ο Σταμούλης ο λοχίας» των Γιώργου Κατσαρού-Πυθαγόρα, που είχε τραγουδήσει το 1970 ο Γιάννης Καλατζής. Ο Χρονόπουλος, ο οποίος είχε γράψει πρόζα (Η Κληρονομιά της Θάλασσας, Υπηρέτης του Λαού…), ραδιοφωνικά θεατρικά (Ο Καποδίστριας…), σενάρια για τον κινηματογράφο (Διπλή Θυσία…), ενώ είχε διετελέσει, για πολλά χρόνια, στέλεχος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ήταν ένας φιλελεύθερος άνθρωπος (αυτό αντιλαμβάνομαι από τα γραπτά του) με αστικές πολιτικές απόψεις, που μεμφόταν όχι μόνον τις συγκεντρωτικές εξουσίες αλλά και τους... διαφωτιστές, ψάχνοντας συγχρόνως το πραγματικό νόημα της δημοκρατίας. Παραθέτω, λοιπόν, το ευθυμογράφημά του Χίππυς και Χίππισες τονίζοντας με bold γράμματα κάποια σημεία, τα οποία κρίνω ως εξαιρετικώς ενδιαφέροντα…

το εξώφυλλο του βιβλίου είναι φιλοτεχνημένο από τον ΚΥΡ
Ομολογώ ότι πολλές φορές εφιλοδόξησα να γίνω χίππυς αλλά δεν το κατόρθωσα. Ιδίως όταν σηκώνομαι από το κρεββάτι και είμαι άπλυτος και αξύριστος αρχίζω να αισθάνομαι εντός μου ρεύματα χιππισμού. Αλλά βεβαίως δεν κατορθώνω να φθάσω τα εξαιρετικά αυτά όντα, χάρις εις τα οποία, πιστεύω, απέκτησαν τόσην διάδοσιν τα απορρυπαντικά, που καθαρίζουν τους λεκέδες και συγχρόνως συντηρούν την Τηλεόρασι.
Αντιθέτως προς όσα καταμαρτυρεί η κοινωνία εναντίον του ευγενούς γένους των χίππυς, εγώ προσωπικώς αισθάνομαι μεγάλην συμπάθειαν προς αυτούς. Πιστεύω μάλιστα ότι οι χίππυς και οι χίπισσες έχουν ιστορικήν σχέσιν με ημάς του Έλληνας, οι οποίοι μέχρι πρό τινος δεν εσαπουνιζόμεθα, ούτε επλενόμεθα, ούτε εμπανιαριζόμεθα επαρκώς, αρκούμενοι εις ένα πρόχειρο νίψιμο, λέγοντας την φράσιν «νίψου κι’ αποφάγαμε», ενώ άλλοι εφρόντιζαν απλώς να νίψουν τας χείρας των από τα κατά καιρούς συμβαίνοντα. Ευτυχώς όμως τώρα αυτά τα νιψίματα κατηργήθησαν επί της εποχής του Προέδρου… Νίψον.
Οι χίππυς λοιπόν, περισσότερον Ελληνοπρεπείς από τους Έλληνες, έμειναν πιστοί στις εθνικές μας παραδόσεις. Ούτε σαπούνι, ούτε νερό, ούτε μπάνιο. Και, επί πλέον, επειδή υπήρξαμε λαός πτωχός και υπανάπτυκτος, οι αδελφοί χίππυς εξακολουθούν να φορούν τις αμφιέσεις των αειμνήστων προγόνων μας, δηλαδή προβιές, σαλβάρια, σάλια, μπέρτες και μερικοί, περισσότερον εθνικόφρονες, ίσως φθάσουν και μέχρι φουστανέλλας. Υπό τας συνθήκας αυτάς, νομίζω ότι οι χίππυς είναι άξιοι ιδιαιτέρου σεβασμού και αναγνωρίσεως, φθάνει να στέκεστε κάπως μακρυά, ώστε να μη σας πιάνη η εκ της προσωπικότητός των αναδιδομένη θεία ευωδία.
Αλλά και αν δεν υπήρχαν εθνολογικοί και ιστορικοί λόγοι, πάλι θα ήσαν οι χίππυς άξιοι της συμπαθείας μας, εάν η εμφάνισίς των οφείλεται εις αδεκαρίαν, συνέπεια της οποίας υπήρξεν η υδροφοβία, η σαπουνοφοβία και οι λοιπές φοβίες της εποχής μας. 
Οι λεγόμενοι κοινωνικοί παρατηρηταί –οι οποίοι συχνάζουν συνήθως στα καφενεία– λένε ότι οι χίππυς αποτελούν εκδήλωσιν διαμαρτυρίας εναντίον του «κατεστημένου». Εγώ, αντιθέτως, νομίζω ότι το κίνημά των αποτελεί μάλλον διαμαρτυρίαν εναντίον της Εταιρείας Υδάτων, των επιχειρήσεων σαπωνοποιίας και των καταστημάτων ειδών υγιεινής. Διότι με το άλλο «κατεστημένο» δεν έχουν καμμία δουλειά οι ιππόται αυτοί της ελεεινής μορφής, οι οποίοι άλλωστε είναι και ολιγαρκείς. Ιδίως κατά το καλοκαίρι μία ντοματίτσα, ένα τσαμπί σταφύλι και λίγο ψωμοτύρι συνθέτουν το γεύμα τους, ενώ τα παγκάκια του Ζαππείου αποτελούν τον ιδεώδη κοιτώνα γι’ αυτούς. 
Εγώ δεν είδα κανέναν χίππυς και καμμία χίπισσα να κάνουν διαδήλωσι διαμαρτυρίας, να υποβάλλουν αιτήματα, να κρατούν πλακάτ, να φωνάζουν, να ωρύονται και να ζητούν να φύγουν οι Αμερικανοί από το Βιετνάμ και οι διαφημίσεις από την Τηλεόρασι. Οι φουκαράδες κάθονται ήσυχα και φρόνιμα, βρωμούν και ζέχνουν, δίνουν το αίμα τους, όχι υπέρ πίστεως της πατρίδος αλλά στην τράπεζα αίματος, αφού δεν μπορούν να μπουν σε άλλη τράπεζα, ερωτεύονται μεταξύ των και κινούνται δια του ώτο-στοπ. Κατά συνέπειαν, είναι άξιοι συγχαρητηρίων, προσοχής και… απολυμάνσεως. 
Εξ άλλου, τι θα πη «κατεστημένο» εναντίον του οποίου λέγεται ότι στρέφονται οι αγωνισταί του χιππισμού; Κατά την επικρατούσαν ορολογίαν, «κατεστημένο» ονομάζεται εις την νεωτάτην ελληνικήν το καθεστώς. Άραγε εναντίον αυτού στρέφονται οι αδελφοί χίππυς και οι αδελφές χίππισσες;
Εάν είναι έτσι, το πράγμα αλλάζει. Διότι τότε, πολύ φοβούμαι ότι θα αυξηθούν οι τάξεις του σωτηρίου κινήματος του χιππισμού.

σκίτσο του Κώστα Βλάχου από το βιβλίο
Μπορεί σε ορισμένους, που δεν έχουν ασχοληθεί μ’ αυτά τα πράγματα, να επικρατεί η εντύπωση πως επειδή την εποχή εκείνη, στην Ελλάδα, υπήρχε δικτατορία, οι πληροφορίες που κατέφθαναν γύρω από τα θέματα των hippies ή της αντικουλτούρας γενικότερα ήταν από μηδαμινές έως ανύπαρκτες. Τούτο είναι μύθευμα, για τον απλό λόγο πως η χούντα ήταν πάντα υπόλογη στην προστάτιδά της Αμερική, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα ακόμη και πριν το 1970 (πριν την… φιλελευθεροποίησή της δηλαδή) να προβάλλονται καταστάσεις και γεγονότα που συνέβαιναν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού (ή γενικότερα στην Δύση), επειδή είχαν απλώς και μόνον αμερικανική (δυτική) προέλευση. Πριν κάποιο καιρό είχα αναφερθεί στην σχετική θεματολογία ενός οικογενειακού περιοδικού της εποχής, των Εικόνων της δεύτερης περιόδου (Μάρτιος-Αύγουστος 1968 – μπορείτε να ξαναδείτε εδώ http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/01/blog-post_14.html), ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ακόμη και οι Μοντέρνοι Ρυθμοί αναφέρονταν συχνά σε θέματα που αφορούσαν στους hippies, το flower power κτλ., την ώρα κατά την οποίαν και στο επίπεδο των εκδόσεων υπήρχαν «αμερικανικά» βιβλία που έβλεπαν με «άλλο» μάτι τους hippies και την counterculture. Να αναφέρω ενδεικτικώς, και μόνον ενδεικτικώς, το… Ρόμπερτ Κέννεντυ/ Για έναν καλύτερο κόσμο [Πεντάς, Αθήνα 1968] στο κεφάλαιο του οποίου Οι νέοι, το Βιετνάμ, η φτώχεια και η ανεργία διαβάζουμε για τους«χίππις που αρνούνται την ευημερία και τη δράση» για την «αγανάκτηση των νέων που δεν είναι φαινόμενο μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες» για τους «σπουδαστές στην Πράγα που έχουν εκλέξει, για το δικό τους ετήσιο φεστιβάλ που διοργανώνουν, ως ήρωά τους, όχι κανένα μαρξιστή-λενινιστή αλλά ένα μοντέρνο ποιητή μπήτνικ, τον Άλλεν Γκίνζμπεργκ»… και άλλα διάφορα. Ακόμη και στα πιο… ακίνδυνα βιβλία όπως το Πολιτική Συγκρότηση και Προεδρικές Εκλογές Στις Ηνωμένες Πολιτείες [Φέξης, Αθήνα 1968] του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου (ο προδικτατορικός βουλευτής της Ένωσης Κέντρου και αργότερα Υπουργός Εξωτερικών επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη) διαβάζουμε για το συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σικάγο (26-29/8/1968), για τις κόντρες σε σχέση με την πολιτική που θ’ ακολουθούσαν οι Δημοκρατικοί για το Βιετνάμ (τα «γεράκια» ήθελαν την κλιμάκωση των επιχειρήσεων, ενώ οι υπόλοιποι την βαθμιαία ελάττωσή τους), για τα επεισόδια που πήγαιναν παραλλήλως με το συνέδριο, για τον Δήμαρχο Richard J. Daley και για τον τρόπο που αντιμετώπισε τις ταραχές κτλ. Και φυσικά δεν χρειάζεται ν’ αναφερθώ εδώ, επειδή το έχω ξαναπράξει (βλ. http://diskoryxeion.blogspot.gr/2010/01/ed-sanders-rock-n-roll.html), στην έκδοση των βιβλίων του Norman Mailer Οι Στρατιές της Νύχτας/ τόμος πρώτος [Νέοι Στόχοι, Αθήνα 1970] και τόμος δεύτερος [Νέοι Στόχοι, Αθήνα 1971] που βασίζονταν στον περίφημο Εξορκισμό του Πενταγώνου (4/10/1967), ένα παράξενο happening, που πήρε μεγάλη δημοσιότητα μέσα στο αντιπολεμικό κίνημα, οριοθετώντας σε μεγάλο βαθμό την όψη της αντικουλτούρας, ούτε καν στην έκδοση τού Ψυχή στον Πάγο [ΒΙΠΕΡ/Papyros Press Ltd, Αθήνα 1971] του Eldridge Cleaver (υπουργός πληροφοριών της… κυβέρνησης του Γκέτο και από τα ηγετικά στελέχη του Black Panther Party – βλέπεις εδώ http://diskoryxeion.blogspot.gr/2012/08/listen-whitey.html)…
Είχε δίκιο λοιπόν ο Δημήτρης Χρονόπουλος όταν μεμφόταν στο ευθυμογράφημά του τους έλληνες χίππηδες, γράφοντας πως δεν είδε ποτέ«κανέναν χίππυς και καμμία χίπισσα να κάνουν διαδήλωσι διαμαρτυρίας, να υποβάλλουν αιτήματα, να κρατούν πλακάτ, να φωνάζουν, να ωρύονται και να ζητούν να φύγουν οι Αμερικανοί από το Βιετνάμ…», διερωτώμενος, συγχρόνως, αν οι έλληνες χίππηδες στρέφονταν τελικώς εναντίον του κατεστημένου ή όχι. Δεν χρειάζεται να (ξανα)πω πως οι χίππιδες και οι… ψυχεδελάδες ήταν τόσο… επικίνδυνοι για το (χουντικό) κατεστημένο, όσο τουλάχιστον κι οι… ντιρλαντάδες! 

«Τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη γράφονται συνθήματα του ΡΗΓΑ στους τοίχους της Νομικής, της Φιλοσοφικής και της Φυσικομαθηματικής, ενώ τις ίδιες μέρες πέφτουν προκηρύξεις με αντιδικτατορικό περιεχόμενο στην Πάντειο. Στις 8 Δεκέμβρη γράφονται στο Πολυτεχνείο τα συνθήματα 1-1-4, Δημοκρατία, Κάτω η Χούντα, ενώ στις 10 στον ίδιο χώρο πέφτουν προκηρύξεις που καλούν τους φοιτητές να ενταχθούν στο ΡΗΓΑ. Στις 22 του Γενάρη οι εσωτερικοί τοίχοι της Εμπορικής γεμίζουν από συνθήματα του ΡΗΓΑ. Ένα τεράστιο σύνθημα που γράφτηκε στις τελευταίες μέρες του Γενάρη καλύπτει τον εξωτερικό τοίχο του Πολυτεχνείου και γράφει: ΖΗΤΩ ΟΙ ΒΙΕΤΚΟΓΚ».
(Θούριος, Αρ. Φύλλου 1, Φλεβάρης; 1968 – τα κεφαλαία δεν είναι δικά μου).
Δηλαδή, την τιμή της νεολαίας (το 1968) θα έσωζε για ακόμη μία φορά η underground (ήτοι παράνομη) Αριστερά, την ώρα κατά την οποίαν οι μπάντες του ψυχεδελοχιππισμού (M.G.C. κ.ά.) διασκέδαζαν… το μεγάλο, ανώνυμο πλήθος που χαιρόταν, χωρίς αγωνίες αυτή τη χρονιά (σ.σ. 1968) τη θεότρελη Αποκριά… όπως προπαγάνδιζαν και τα χουντικά επίκαιρα της περιόδου... (πάτα www.youtube.com/watch?v=Aq0UwrKduxM&feature=related). Δεν μέμφομαι, εννοείται, όποιους έπαιζαν (ή παίζουν) μουσική για να χορέψει ο κόσμος (μπράβο τους και καλά έκαναν!), αλλά να παρουσιάζονται αυτοί οι «όποιοι» κάπως σαν… τους εξόριστους ή τους βασανισθέντες αντιστασιακούς (και μάλιστα όχι από τους εαυτούς τους, αλλά από μερικούς σημερινούς… δημοσιοκάφρους και ιστορικούς του κώλου!) πάει πολύ, όταν μέχρι και οι ευθυμογράφοι μας (από εκείνη ήδη την εποχή) τους είχαν πάρει χαμπάρι!!

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

η παραίτηση ΚΟΥΒΕΛΗ

Παραιτήθηκε από την ηγεσία της ΔΗΜΑΡ ο Φώτης Κουβέλης. Κάποιοι (λίγοι) κλαίνε. Κάποιοι (περισσότεροι) κάνουν πλάκα και γελάνε (εξ όσων διαβάζω στα social media). Κάποιοι δεν κάνουν τίποτα από τα δύο. Εγώ είμαι απ’ αυτούς.
Δεν αντιλήφθηκα ποτέ τον πραγματικό και ουσιαστικό λόγο ύπαρξης της ΔΗΜΑΡ (γιατί κάποιον άλλο τον κατάλαβα…). Και όπως είχα γράψει και παλαιότερα (17/4/2012) –πριν από τις εκλογές εκείνου του Μαΐου και του Ιουνίου, όταν ακόμη παιζόταν η συμμετοχή του κόμματος στον κύκλο εξουσίας «η ΔΗΜΑΡ δεν θα έχει απολύτως κανένα λόγο ύπαρξης (προσωπικώς δεν είμαι εντελώς σίγουρος αν και τώρα έχει, αλλά τούτο δεν είναι της στιγμής) αν απεμπολήσει την μία και τελευταία πολιτική συνέπεια. Να προσφέρει, δηλαδή, αριστερό άλλοθι στην κρατική βία, στη σκληρότητα της εφαρμοσμένης πολιτικής, στην αναλγησία έναντι του κατατρεγμένου (Έλληνα ή μετανάστη), στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στους φράχτες στον Έβρο, στα πανεπιστήμια της αγοράς, στις εξοπλιστικές μίζες, στα ηλεκτρικά χαράτσια, στα διαλυμένα σχολεία και νοσοκομεία…».
Η ΔΗΜΑΡ του Φώτη Κουβέλη έπραξε ακριβώς το αντίθετο. Συνέπραξε σε μια δεξιά νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, δεμένη χειροπόδαρα στο άρμα των αγορών (και των δανειστών), βάζοντας την υπογραφή της στην καταστροφή του ελληνικού λαού, στην ανεργία του 28 και 60%, στην διόγκωση του χρέους, στην ληστρική φορολογία, στο κλείσιμο χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, στην διάλυση των ασφαλιστικών ταμείων, στην δήμευση των σπιτιών μας, στην εξαφάνιση της μεσαίας τάξης, στους Μπαλτάκους, στην παγιοποίηση του ρατσισμού και του νεοναζισμού της Χρυσαυγής στο κέντρο της πολιτικής ζωής… Αυτά και άλλα ήταν τα κατορθώματα του κόμματος (που τα μοιράζεται εξ ίσου, εννοείται, με τους υπόλοιπους, πρώην, δύο συνεταίρους του).
Αργότερα, ένα χρόνο αργότερα, κι ενώ είχε τελεστεί πια το... θεάρεστο έργο, η ΔΗΜΑΡ το σκάει από την κυβέρνηση (λόγω ΕΡΤ) επιδεικνύοντας ακόμη μία δόλια συμπεριφορά κίβδηλης, τώρα, αριστεροσύνης. Επιχείρησε την εξιλέωση, την μετάνοια του «εγκληματία». Δυστυχώς, όμως, για ’κείνη (και ευτυχώς για όλους μας) δεν βρέθηκε… εξομολόγος, κι έτσι η μετάνοια δεν έπιασε. Στην πρώτη εκλογική ευκαιρία (λίγες ημέρες πριν) ο κόσμος καταδίκασε στην αφάνεια το εν λόγω κόμμα μ’ ένα ποσοστό της τάξεως του 1%, βάζοντας ταφόπλακα, συγχρόνως, και στην πιο ανύπαρκτη πολιτική έννοια των τελευταίων ετών την λεγόμενη κεντροαριστερά. Τώρα, ακούγεται πως το απολίτικο ΠΟΤΑΜΙ, η κουτσουρεμένη ΕΛΙΑ και ό,τι απέμεινε από την ΔΗΜΑΡ (ένας στενός κομματικός μηχανισμός δηλαδή, κάποια πρόσωπα) οφείλουν να αναλάβουν πρωτοβουλίες για το... βρυκολάκιασμα του χώρου. Εννοούν, την προετοιμασία ενός σχηματισμού που θα είναι έτοιμος να συμπράξει και πάλι με την Δεξιά, να παίξει το ίδιο και απαράλλαχτο έργο στις πλάτες των πονεμένων. Όπως ακριβώς… στις πλάτες των πονεμένων… παίχτηκε το έργο και το 2012.

Ορισμένοι αναλυτές της δεκάρας μάς λένε –το ξαναέγραψα αυτό– πως η ΔΗΜΑΡ καταποντίστηκε λόγω της ταλάντευσής της ανάμεσα στο κυβερνητικό «μέσα» κι «έξω», και κατ’ ουσίαν λόγω της αποχώρησής της από την κυβέρνηση Σαμαρά. Πρόκειται για τρανταχτή όσο και ύπουλη (ναι, ύπουλη) διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Αυτό θα μπορούσε να το υποστηρίξει κάποιος μόνο σ’ εκείνη την περίπτωση όπου τα δύο κόμματα εξουσίας, η ΝΔ και το  ΠΑΣΟΚ/ΕΛΙΑ, επιβραβεύονταν στις κάλπες. Συνέβη, όπως είδαμε, το ακριβώς αντίθετο. Το τωρινό κυβερνητικό μπλοκ είχε… 29,7% + 12,3% = 42% τον Ιούνιο του 2012, για να καταλήξει στο… 22,7% + 8% = 30,7%, χάνοντας δηλαδή 11,3% δύο χρόνια αργότερα. Πώς λοιπόν θα επιβραβευόταν η ΔΗΜΑΡ με την διαρκή παρουσία της στην κυβέρνηση, όταν το ΠΑΣΟΚ/ΕΛΙΑ οδεύει, για τον ίδιον ακριβώς λόγο, προς εξαφάνιση και η άλλοτε κραταιά ΝΔ… είναι πια ένα μικρομεσαίο κόμμα;

Βγήκαν κάποιοι και είπαν πως η παραίτηση τού Φώτη Κουβέλη τού ανοίγει τον δρόμο προς την Προεδρία. Πρέπει να δούμε τι θα πει και ο ίδιος βεβαίως (αν και πριν λίγο καιρό δεν είχε εκδηλώσει κανένα απολύτως ενδιαφέρον για την συγκεκριμένη θέση), αλλά σε κάθε περίπτωση μία τέτοια υποψηφιότητα είμαι σίγουρος πως θα ακύρωνε στα μάτια πολλών τον Φώτη Κουβέλη ακόμη και ως πρόσωπο (και όχι μόνον ως πρόεδρο κόμματος). Θα συμμετείχε σε μια διαδικασία (αν φθάσουμε έως εκεί δηλαδή) διαστρέβλωσης, επί της ουσίας, των πολιτικο-κομματικών συσχετισμών μέσα στην κοινωνία.
Βουλευτικές εκλογές πρέπει να γίνουν εντός του καλοκαιριού, αλλά αν είναι να παρεμποδιστούν, με την εκλογή Προέδρου από την παρούσα βουλή, ακόμη και τον χειμώνα του 2014-15, θα μιλάμε και πάλι για ’κείνο το γνωστό δίλημμα –στον πιο τρανό βαθμό του αυτή τη φορά– ανάμεσα στο ηθικό και το νόμιμο. Πώς είναι δυνατόν ένα κόμμα, η ΔΗΜΑΡ π.χ., που δεν αντιπροσωπεύει τίποτα στην κοινωνία, να έχει 14 βουλευτές και ν’ αποφασίζει για το οτιδήποτε, πόσω μάλλον για την εκλογή ενός Προέδρου Δημοκρατίας; Ή, πώς είναι δυνατόν ο… Πρόεδρος όλων των Ελλήνων, να είναι κάποιος που τερμάτισε τον ενεργό πολιτικό βίο του με το καταφρονεμένο 1% (αν υποτεθεί πως ο Φώτης Κουβέλης ενδιαφερθεί για τον εν λόγω θώκο); Αφήνω, το γεγονός, πως αυτός ο Πρόεδρος, όσο «διακοσμητικός» και να ’ναι, θα πρέπει επιτέλους να είναι ένας νέος άνθρωπος – να συμβολίζει και ηλικιακώς το νέο. Να ’ναι ένας 50άρης π.χ. και όχι ένας αποτυχημένος και ξεγραμμένος γηραλέος, που το «σύστημα» αποφασίζει με το έτσι θέλω να τον καλοταΐζει μέχρι τα ογδοντα-βάλε του.

νέες τζαζ κυκλοφορίες

FELIPE SALLES: Ugandan Suite [Tapestry, 2014]
Συζητώντας για τις σχέσεις βραζιλιάνικης και αφρικανικής μουσικής είναι σαν να συζητάμε για τις σχέσεις… ρεμπέτικου και λαϊκού. Επί της ουσίας, και πέραν των επιμέρους ορισμών και βεβαίως διαφοροποιήσεων, δεν νοείται η μία-το ένα, άνευ της άλλης-του άλλου. Παρά ταύτα υπάρχει κάτι στις σχέσεις βραζιλιάνικης και αφρικανικής μουσικής, που πάνω στην βιασύνη τής αυταπόδεικτης σχέσης τους κάπως παραμερίζεται. Για ποιαν ακριβώς αφρικανική μουσική μιλάμε, όταν οι μουσικές τής Αφρικής είναι χιλιάδες; Σωστό. Γι’ αυτό ας διευκρινίσω, προς χάριν και της κριτικής που θα ακολουθήσει, πως οι afro ήχοι που έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της brazilian music του 20ου αιώνα, ήταν, κυρίως, εκείνοι της Δυτικής Αφρικής. Από ’κει ξεκινούσαν τα δουλεμπορικά, πριν 300 χρόνια για να καταλήξουν στα λιμάνια της Bahia, χωρίς τούτο να σημαίνει πως δεν μετέβησαν και σκλάβοι από την Αγκόλα ή ακόμη και από την Μοζαμβίκη (στην Ανατολική Αφρική) κατακλύζοντας τις Πολιτείες Rio de Janeiro και Minas Gerais. Αυτά σε πολύ αδρές γραμμές, και παίρνοντας αφορμή βεβαίως από την “Ugandan Suite” του (λευκού) βραζιλιάνου (από το São Paulo) σαξοφωνίστα φλαουτίστα και μπασο-κλαρινετίστα Felipe Salles. Ηχογραφημένη και μιξαρισμένη στις ανατολικές ΗΠΑ, στο Acton της Μασαχουσέτης και την Νέα Υόρκη, η πενταμερής «ουγκαντέζικη σουίτα» δεν επιχειρεί να συγκεράσει, απλώς, κάποια στοιχεία σύγχρονης βραζιλιάνικης μουσικής με ήχους από την Ουγκάντα, αλλά να δώσει ένα ευρύτερο fusion έργο, που έχει ως βασικό φορέα του την jazz. Δηλαδή, ο Salles εμφανίζεται πρωτίστως ως ένας jazz μουσικός και λιγότερο ως ένας… Βραζιλιάνος ή Ουγκαντέζος.
Όλα ξεκίνησαν από ένα ερευνητικό ταξίδι του βραζιλιάνου μουσικού (περαιτέρω Assistant Professor της Τζαζ και των Αφροαμερικανικών Μουσικών Σπουδών στο Amherst της Μασαχουσέτης) στην χώρα αυτή της Ανατολικής Αφρικής το 2011, όπου ανάμεσα στην… wildlife και τις λοιπές ξεναγήσεις ήλθε σε επαφή και με αυτόχθονες οργανοπαίκτες, ψάχνοντας περαιτέρω τους τοπικούς ήχους όχι μόνον στην ύπαιθρο, αλλά και σε πανεπιστημιακές πηγές (στα Makerere University και Kyambogo University στην πρωτεύουσα Kampala). Αποτέλεσμα αυτής της ερευνητικής απόπειρας ήταν η δημιουργία της “Ugandan Suite”, εκεί όπου το συνολικό ρυθμικό υπόβαθρο είναι ουγκαντέζικο (χειρίζονται τα πάσης φύσεως κρουστά ο Damascus Kafumbe και ο Βραζιλιάνος Rogerio Boccato), μεταφερμένο στα αμερικανικά στούντιο από κάθε περιοχή της αφρικανικής χώρας. Πάνω σ’ αυτούς τους χορευτικούς ρυθμούς οι ονομασίες των οποίων λογικώς δεν λένε τίποτα σε κανέναν (temenaibuga, irongo, nalufuka, imbalu, kadoli, baakisimba…) έρχονται να προστεθούν τα soli και οι αυτοσχεδιασμοί του Salles σε τενόρο, βαρύτονο, φλάουτο και μπάσο κλαρίνο, όπως και του πανταχού παρόντα David Liebman σε ξύλινο φλάουτο σοπράνο και τενόρο σαξόφωνο. Έτσι, και με βάση το rhythm section –που, πλην των παραδοσιακών κρουστών, περιλαμβάνει και το κλασικό μπάσο-ντραμς σχήμα, όπως και μια σειρά «χειροκροτητών» που κρατούν ρυθμούς με τα χέρια (ανάμεσά τους και κάποιος Lucas Apostoleris)– διαμορφώνεται μία αφρο-αμερικανική μουσική σπουδή, με «κεφάλαια» πολυφωνίας, «συνομιλιών», δομικών αυτοσχεδιασμών, τονικών πειραματισμών κ.λπ., που μπορεί να αφορούν όχι μόνο σ’ έναν συγκεκριμένο σπουδαστικό κύκλο, αλλά και οποιονδήποτε ακροατή του «ψαγμένου» fusion.
Επαφή: www.sallesjazz.com
HOLLY HOFMANN: Low Life/ The Alto Flute Project [Capri, 2014]
Έχοντας δίπλα της σημαντικούς σολίστες, όπως τον πιανίστα Mike Wofford, τον μπασίστα John Clayton, τον ντράμερ Jeff Hamilton και τον κιθαρίστα Anthony Wilson, η Holly Hofmann προσφέρει με το “Low Life” ένα πέρα για πέρα αξιοπρόσεκτο CD. Με φυσικό ατού το γεγονός πως είναι φλαουτίστα –χειρίζεται δηλαδή ένα από τα πιο γλυκόλαλα όργανα (όταν τούτο συμβαίνει, και εδώ συμβαίνει)– η Hoffman γνωρίζει πώς να τιθασεύει τις ποικίλες αναφορές της (τον Gabriel Fauré βασικά, αλλά και όλη την σχετική τζαζ πινακοθήκη), προτείνοντας μία σειρά εννέα συνθέσεων (μία δική της, κάποιες των συνεργατών της, ορισμένες versions) αναδεικνύοντας λυρικά και γενικότερα ρομαντικά στοιχεία. Χωρίς άστοχους εντυπωσιασμούς, που θα μπορούσε να ξεπηδούν μέσα από κοινότοπες fusion κατευθύνσεις, η αμερικανίδα φλαουτίστα καταθέτει ένα χαμηλών τόνων έργο, προφανούς, όμως, εσωτερικής δύναμης. Με όχημα τις δικές της μελωδικές ικανότητες, την καθαρή εκφραστική διατύπωση, και βεβαίως με την αρωγή τής άψογης ρυθμικής συνοδείας, κατορθώνει να επιβάλλει ένα κλίμα ηχητικό που ναι μεν την διαφοροποιεί αισθητικώς από πολλούς προπάτορες του τζαζ φλάουτου, αλλά συγχρόνως την εντάσσει κιόλας σ’ αυτήν την χορεία των παικτών, που διατύπωσαν το αλφαβητάρι του οργάνου δεκαετίες πριν (Eric Dolphy, Roland Kirk, Herbie Mann και Hubert Laws, για να ονοματίσω λίγους). Μάλιστα, η σκέψη τής Hofmann να κινηθεί προς την «φλαουτική» αποτύπωση με μιαν αίσθηση τραγουδοποιίας και όχι, ας πούμε, μέσα από μια «μποσα-νοποίηση» ή «μπαλαντο-ποίηση» του ρεπερτορίου της (που θα φάνταζαν και ως «εύκολες λύσεις» ενδεχομένως), δείχνει πως η Αμερικανίδα έχει μία συνολική «εικόνα» για τον ήχο της και για τον τρόπο που καθίσταται αυτός δισκογραφικό δεδομένο. Τελικώς, ένα είναι σίγουρο. Οι συνθέσεις των Anthony Wilson, John Clayton, Ray Noble, Mulgrew Miller, Pat Metheny (έξοχο το “Farmers trust”) καθώς και όλων των υπολοίπων δεν θα μπορούσε να βρουν ισχυρότερο σύμμαχο από το φλάουτό της.
Επαφή: www.caprirecords.com
NICKY SCHRIRE: To the Spring [Private Pressing, 2014]
Από τις τραγουδίστριες που άκουσα την προηγούμενη χρονιά και μου άφησαν εξαιρετική εντύπωση, η Nicky Schrire μπορεί να είναι το νέο μεγάλο όνομα της vocal jazz στην Αμερική. Φυσικά, σπουδαία τραγουδίστρια είναι ήδη, μα αν συμβεί να γίνει και «μεγάλη» τούτο δεν μπορεί να εξαρτάται μόνον από εκείνη… και αντιλαμβάνεστε τι εννοώ. Έχοντας ακόμη το “Space and Time” στ’ αυτιά μου (υπάρχει κριτική, εδώ στο δισκορυχείον, δημοσιευμένη την 21/10/2013), παρατηρώ πως με το νεότερο “To the Spring”, ένα ημίωρο ηχογράφημα που κυκλοφορεί μόνο σε digital-EP (και σε κάποια, λίγα υποθέτω, promo CD), η Schrire αποδεικνύει πόσο μετράει όχι μόνον ως ερμηνεύτρια, αλλά και ως τραγουδοποιός. Με σχήμα συνοδείας απλό (Fabian Almazan πιάνο, Desmond White μπάσο) η νεαρά μουσικός προτείνει ένα σετ έξι τραγουδιών, που φανερώνουν τις πολλές και ποικίλες αναφορές της (είναι η jazz, η μπαλάντα, το folk, η pop…) περασμένες μέσα από τις διαρκείς ερμηνευτικές μεταμορφώσεις της. Γιατί, τούτο είναι το πιο ουσιαστικό που μπορεί να ειπωθεί για την Nicky Schrire. Η ικανότητά της να μεταμορφώνεται από μια… ντίβα της pop σε μια ιδιοσυγκρασιακή βοκαλίστα, και από μια… folk μούσα (στο “Father”, ας πούμε, το ωραιότερο τραγούδι του EP της) σε μια jazz improviser. Φυσικά, προς αυτή την κατεύθυνση βοηθά τα μέγιστα το σχήμα πιάνο-μπάσο, που είναι όσο ελαστικό απαιτείται, προκειμένου να γίνει κατορθωτή η συγκεκριμένη διαδρομή.
JC SANFORD ORCHESTRA: Views from the inside [Whirlwind Recordings, 2014]
Η JC Sanford Orchestra είναι μια σύγχρονη ορχήστρα, απ’ όποια πλευρά και να το δει κανείς. Οι 17 μουσικοί που συνεργάζονται μαζί της, υπό την διεύθυνση του συνθέτη και τρομπονίστα JC Sanford, πράττουν τα πάντα, ώστε ν’ αποδείξουν πως η μουσική είναι μία (όπως λέμε), ακόμη και στην περίπτωση εκείνη όπου η jazz, μια κάποια jazz τέλος πάντων, τείνει να πάρει κεφάλι. Μπορεί μια πρώτη ένδειξη γύρω από τι ακριβώς θ’ ακολουθήσει να μας το δίνει η συγκεκριμένη line-up (οι μουσικοί χειρίζονται από όμποε, κόρνο, φλάουτο, σαξόφωνα και τρομπέτες, μέχρι ακορντεόν, βιμπράφωνο, βιολί, τσέλο και ηλεκτρονικά), όμως, και όπως είναι φυσικό, μόνο μετά την πρώτη ακρόαση θ’ αρχίσει να αποκαλύπτεται το τι ακριβώς συμβαίνει στο “Views from the Inside”. 
Η ορχήστρα του JC Sanford δεν είναι μια ορχήστρα προφανής. Στην πράξη πρόκειται για ένα σύνολο «σύγχρονης μουσικής» με ισχυρές αναφορές στην «κλασική του 20ου αιώνα», βεβαίως στην jazz (από το swing, μέχρι την «ελεύθερη» sixties επέκτασή της), μα ακόμη και στο soundtrack, την pop ή και το rock – εκείνο τέλος πάντων το αμερικάνικο… κλασικό rock, που μπορεί να αντιπροσωπεύεται περίτρανα από συνθέτες όπως ο Billy Joel. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας περιφοράς, ενός τέτοιου «ταξιδιού» δεν μπορεί παρά να είναι συναρπαστικό. Οι συνθέσεις του Sanford, από την πρώτη έως και την τελευταία, διατηρούν εντός τους το αναγεννητικό και το… απερίγραπτο (είναι δύσκολα περιγράψιμες δηλαδή), εκπλήσσουν με την δομή και την συγκρότησή τους, ενθουσιάζουν με τις διαρκείς και ολοκληρωμένες μεταλλάξεις τους και εντυπωσιάζουν με τα θαυμαστά οργανικά ντεμαράζ, αλλά και τα απολύτως «επικεντρωμένα» soli των οργάνων. Μέσα από ένα σύνολο δώδεκα κομματιών, που διαρκούν από μερικά δευτερόλεπτα έως και δεκαπέντε λεπτά, εκείνο που αποδεικνύεται είναι το «ταξιδευτικό» προφίλ της μουσικής του Sanford – ενός ανθρώπου που έχει «βγει» από τον… ναό New England Conservatory, που έχει συνεργαστεί στενά με την Alice Coltrane και τον Jack DeJohnette και που έχει ακούσει συνθέσεις του να ερμηνεύονται από τον John Abercrombie, τον Dave Liebman, τον Lew Soloff κ.ά. Στην μεγαλύτερη σε διάρκεια σύνθεση, την φερώνυμη με τον τίτλο του CD, παρακολουθούμε πώς πυροδοτεί η αρχική μελωδία (αποδιδόμενη από το κλαρινέτο και το μπάσο κλαρινέτο του Ben Kono), την γενικότερη έκρηξη της ορχήστρας, έναν συνδυασμό… Φόβου, Δύναμης και Αρμονίας, όπως αναφέρει και ο Andrew Green στις σημειώσεις του εξωφύλλου.
Μία εξαιρετική περίπτωση συνθέτη και βεβαίως παραγόμενης μουσικής, που αξίζει να προσεχθεί.
Επαφή: www.jcsanford.com

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

όταν μια συζήτηση μετατρέπεται σε επαναστατική πράξη…

Το βίντεο που θα παρακολουθήσετε στο τέλος του κειμένου μού το έδειξε πριν λίγες ημέρες ο Νεκτάριος του δισκάδικου A Strange Attractor. Κάτι έλεγα για την αθλιότητα των ελληνικών (προεκλογικών και μετεκλογικών) τηλεοπτικών talk shows – εκεί όπου για να καταφέρεις να πεις την άποψή σου, ανάμεσα σε 5-6 που μιλούν ο ένας πάνω στον άλλον, θα πρέπει πρώτα να τάξεις λαμπάδα στην Μεγαλόχαρη. «Έλα» μού είπε ο Νεκτάριος «έλα να δεις ένα γερμανικό βίντεο στο YouTube». Αν και δεν κατάλαβα πολλά επί τόπου, είδα… κι έπαθα...  Όταν επέστρεψα στο σπίτι θέλησα να το ψάξω περισσότερο το πράγμα στο internet (κατέληξα στο angelfire.com) και… κάτι με τον translator του Google, κάτι μ’ ένα γερμανοελληνικό λεξικό που το έχω από το Πολυτεχνείο, προσπάθησα να καταλάβω τι ακριβώς είχε συμβεί σ’ εκείνη την τηλεοπτική εκπομπή με το εντελώς απροσδόκητο κλείσιμο…
Δεκέμβριος του 1971, στο τηλεοπτικό στούντιο της WDR (WestDeutscher Rundfunk, Δυτικογερμανική Ραδιοφωνία δηλαδή). Επτά καλεσμένοι που σχετίζονται από διάφορες θέσεις με την μουσική, συζητούν για την… μουσική φυσικά, αλλά και για τις σχέσεις της με την πολιτική. Για τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό, για την (αχαλίνωτη) μουσική βιομηχανία και για τον τρόπο που καθορίζει τις σχέσεις εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου μέσα στο ροκ περιβάλλον. Τρόχιζαν τα… ξίφη τους (κάποιος τρόχιζε κάτι άλλο...): o Rolf-Ulrich Kaiser (ίσως ο σημαντικότερος promoter του krautrock – ιδοκτήτης της Ohr, της Kosmische Musik, της Pilz κ.λπ.), ο Nikel Pallat (τραγουδιστής ενίοτε, σαξοφωνίστας και μάνατζερ των Ton Steine Scherben, πιθανώς το πιο γνωστό πολιτικό rock γκρουπ της εποχής, κινούμενο σε ξεκάθαρη αντικαπιταλιστική/αναρχική κατεύθυνση), ο Conny Veit (κιθαρίστας και άλλα διάφορα που εμφανίστηκε με τους Gila και τους Popol Vuh βασικά), ο Bodo Albes (μάνταζερ των Frumpy), o Wolfgang Hamm (συνθέτης και συγγραφέας), ο Hans G.Helms (“experimental writer, composer, and social and economic analyst and critic”, όπως διαβάζω στην Wikipedia) και ο Heinz-Klaus Metzger (μουσικοκριτικός). Η συζήτηση κάποια στιγμή φαίνεται πως φούντωσε, με τον Pallat να κατηγορεί τον Kaiser πως με τις παραγωγές του υπηρετούσε την βιομηχανία και τον καπιταλισμό περισσότερο και όχι την αντικουλτούρα και τους καταπιεσμένους –λεπτομέρειες μπορούν να γράψουν και οι αναγνώστες μας που γνωρίζουν την γερμανική– αν και φαίνεται πως ο τελευταίος είχε, εξ αρχής, άγριες διαθέσεις. Τον παρακολουθούμε να… καλύτερα δείτε το βίντεο, μην σας χαλάσω την έκπληξη… ξεκολλώντας, στο τέλος, ακόμη και τα μικρόφωνα, που, κατά πώς τα λέει(;), ήταν περισσότερο χρήσιμα στους έγκλειστους για κοινωνικές δράσεις, ανθρώπους του underground και όχι στους πάσης φύσεως παράγοντες, κατηγορώντας ευθέως την τηλεόραση για πρόδηλη κοινωνική καταπίεση (συμπληρώστε ή διορθώστε όσα γράφω).
Αυτά τα ωραία… στην Δυτική Γερμανία του ’71.