Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

GREY MOUSE δελτίο (ελληνορωσικού) τύπου

Ρωσικό neo-psych συγκρότημα με στοιχεία heavy rock είναι οι Grey Mouse – ένα συγκρότημα που υφίσταται από δεκαετίας (τουλάχιστον). Μέσα σ’ αυτό το διάστημα οι Ρώσοι κατόρθωσαν να ηχογραφήσουν τρία ολοκληρωμένα άλμπουμ, το “No Masks!” [Jagi Jagi, 2005], το “Blind & Ugly” [BRP, 2008], καθώς και το Trip[Mylodon, 2012], με το τελευταίο εξ’ αυτών να τυπώνεται τώρα και στην Ελλάδα για πρώτη φορά σε 180άρι βινύλιο (και 300 συνολικώς αντίτυπα) από την παράλληλη ετικέτα της Anazitisi Records, την 69Watt. Μέλη των Grey Mouse είναι η Victoria Barsukova φωνή, ο Andrew Batalin κιθάρα, ο Alex Chunikhin μπάσο, ο Kirill Chunikhin ντραμς, κρουστά και ο Maxim Shutikov σιτάρ, ντιτζερίντου, jam harp, ενώ δίπλα τους παρατάσσεται και ο Andrew Bochko επίσης σιτάρ (σε τρία κομμάτια). Το “Trip” περιέχει έξι μέσης διάρκειας tracks (τρία ανά πλευρά) κι ας τ’ ακούσουμε ένα-ένα…
ToUltima Thule” που ανοίγει το άλμπουμ είναι ένα heavy-sitar track, που χρωστά πολλά στους Cream όσον αφορά στο heavy μέρος (λέω για τους Cream και όχι, προς ώρας, για τα δεκάδες ανάλογα σχήματα που ακολούθησαν), βεβαίως στα φωνητικά της Barsukova που… οριενταλίζουν (κατά τα διάφορα ψυχεδελικά και progressive πρότυπα) και βεβαίως στο σιτάρ του Bochko, που χρωματίζει με διακριτικότητα την όλη σύνθεση. Το “Asylum” που ακολουθεί «στονάρει» ακόμη περισσότερο (ανακαλώ στη μνήμη μου το “Mahesha” των Three Man Army όσον αφορά στην… riff-ολογία), ενώ και τα φωνητικά της Barsukova μου θύμισαν –όχι περισσότερο από κάθε άλλη φορά– την Silvana Aliotta των Ιταλών Circus 2000. (Άσχετο. Η Aliotta είχε ελληνική καριέρα και κάποια στιγμή θα γράψω περισσότερα). Η Side One θα κλείσει με το “Lullaby” εκεί όπου ντιτζερίντου και jam harp μάς εισάγουν στο να-το-πούμε παραμυθένιο περιβάλλον, το οποίον σταδιακώς αποκτά βαρυμεταλλικά χαρακτηριστικά (με τις κιθάρες του Batalin να… καταπλακώνουν οτιδήποτε και με το rhythm section να βομβαρδίζει). Ένα πρώτο συμπέρασμα; Οι Grey Mouse έχουν «ήχο» και «υλικό». Σημαντικό.
Το 8λεπτο “White noise radio” που ανοίγει την Side Two δεν μας αποκαρδιώνει – τουναντίον. Το συγκρότημα εξακολουθεί να κινείται στο γνωστό και αναμενόμενο heavy περιβάλλον, με την Barsukova να ίπταται πάνω από τα κιθαριστικά riffs με τα… τριπάτα και τρυπάτα φωνητικά της, και με την σύνθεση να αποκτά άλλα χαρακτηριστικά στην εξέλιξή της (εκεί όπου οι ψυχεδελικοί Pink Floyd φαίνεται να έχουν έναν κάποιο, υπόγειο, ρόλο). Αλλά και το “Snow (Spiral walk)” είναι ένα κομμάτι που συνδυάζει τα καλύτερα στοιχεία της heavy-psych (τύπου Amon Düül II π.χ. και “Tanz Der Lemminge” ή και Bevis Frond ακόμη-ακόμη) με τους ανηλεείς κιθαρισμούς και τα… σιταριστικά breaks. Το έσχατο “The way” απλώς επιβεβαιώνει τη βάση όλων αυτών που δεν είναι άλλο από το heavy blues (των Cream), έτσι όπως εκείνο απέκτησε στην πορεία τα πιο «κοσμικά» χαρακτηριστικά του.
Ένα δεύτερο και οριστικό συμπέρασμα. Οι Grey Mouse είναι ένα εξαιρετικό συγκρότημα. Και το κυριότερο; Ο δίσκος τους έχει έξι κομμάτια που κινούνται σε υψηλό επίπεδο. Πυκνότητα στην αφήγηση, παιξίματα παθιασμένα και συνθέσεις που μένουν – όχι πασαλείμματα. Τέτοια άλμπουμ μόνο να τα ευχαριστηθείς μπορείς.

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

GÜNTER WALLRAFF αλυσοδεμένος στην Αθήνα

Αναζητώντας, βρίσκοντας και γράφοντας-αντιγράφοντας κάτι για το οποίον θα διαβάσετε τις επόμενες ημέρες (πάντα εδώ στο δισκορυχείον), είπα να κάνω μια… παράκαμψη επαναφέροντας στη μνήμη ορισμένων (ή κάνοντάς το γνωστό σε άλλους) ένα γεγονός ξεχωριστής (ουσιαστικής και συμβολικής) σημασίας, που συνέβη στο κέντρο της Αθήνας πριν 40 χρόνια. 
Οι περισσότεροι γνωρίζουν, υποθέτω, τον γερμανό συγγραφέα και δημοσιογράφο Günter Wallraff (γενν. το 1942), πιθανώς όμως λιγότεροι να έχουν κατά νου τις ελληνικές περιπέτειές του, τον Μάιο του 1974 (επί χούντας Ιωαννίδη), όταν μπαίνει στη χώρα και αποφασίζει να αλυσοδεθεί στην Πλατεία Συντάγματος, διαμαρτυρόμενος βασικά για τις διώξεις, τις φυλακίσεις, τις εκτοπίσεις και τους βασανισμούς των αριστερών (κυρίως αυτοί) που αντιστέκονταν στο καθεστώς. Ο Γκίντερ Βάλραφ αλυσοδέθηκε, λοιπόν, στο κάτω μέρος της πλατείας και άρχισε να μοιράζει προκηρύξεις στους περαστικούς, πριν χτυπηθεί και συλληφθεί από τις αρχές για να οδηγηθεί στη φυλακή, εν συνεχεία σε δίκη και μετά ξανά στη φυλακή (αφού καταδικάσθηκε). Όπως έγραψε και ο Τύπος: «Ο Γερμανός κατηγορείτο ότι την 2.30 μ.μ. της 15ης Μαΐου 1974 κατελήφθη εις την Πλατείαν Συντάγματος να έχη προσδεθή επί στύλου της ΔΕΗ δια χονδρής αλύσεως και να διανέμη εις τους συγκεντρωθέντας προκηρύξεις αντεθνικού περιεχομένου. Δια της ενέργειάς του αυτής ο Βάλλφαμ (σ.σ. τον γράφουν λάθος), κατά το κατηγορητήριον, προέβη εις αντεθνικήν προπαγάνδα, προκάλεσε φόβον και ανησυχίαν εις τους πολίτας, καθώς και διατάραξιν της δημοσίας τάξεως» (Μακεδονία της 24/5/1974).
Ο Günter Wallraff καθώς αλυσοδένεται στο Σύνταγμα...
Παρά την συνηγορία υπεράσπισης του Γεωργίου Αλεξ. Μαγκάκη, o Wallraff θα καταδικαστεί σε 14 μήνες φυλακή από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών (23/5/1974) «δια αναρχικήν δράσην (και) διανομήν προκηρύξεων ανθελληνικού-αντεθνικού περιεχομένου». Να ένα απόσπασμα από την απολογία του, έτσι όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ε (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία) στον Ιό της Κυριακής, την 29/6/1997. Το απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο-συλλογή περιπετειών του Wallraff Enthüllungen [Steidl, Göttingen 1992], που μεταφράστηκε αργότερα και στην Ελλάδα ως Αποκαλύψεις/ Κείμενα ενός ανεπιθύμητου δημοσιογράφου [Μαύρη Λίστα, Αθήνα 1999]:
«Όταν εργαζόμουν στη γερμανική βιομηχανία γνώρισα έλληνες εργάτες. Έμαθα να εκτιμώ το ταμπεραμέντο τους, τη μεγαλόκαρδη φιλοξενία τους, τις μορφές έκφρασης με το χορό και το τραγούδι, το θαυμασμό τους για τον Θεοδωράκη, που η χούντα έχει κάθε λόγο να απαγορεύει τη μουσική του. Έμαθα να αγαπώ την Ελλάδα, χωρίς να την έχω ποτέ επισκεφθεί. Έμαθα ταυτόχρονα και το φόβο των Ελλήνων εργατών – ακόμα και στη Γερμανία. Το φόβο από τους χαφιέδες της χούντας που τους κατέδιδαν όταν οργανώνονταν στα συνδικάτα ή επέκριναν το καθεστώς.(…) Για την κατηγορία ότι αναμίχθηκα ως ξένος σε “εσωτερικές υποθέσεις του ελληνικού κράτους” υποστηρίζω ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορεί να ακυρωθεί από εθνικά σύνορα, είτε μέσω διαταγμάτων, είτε με την τρομοκρατία.(…) Με βασάνισαν. Ήθελαν να τους πω με ποιους Έλληνες ήρθα σε επαφή. Δυο ειδικοί με πολιτική περιβολή –μάλλον της ΕΣΑ, δεν μου συστήθηκαν– χτύπησαν το κεφάλι μου στην κόχη του τραπεζιού και στο πάτωμα μέχρι που μάτωσε. Με χτύπησαν και με την αλυσίδα που είχα δεθεί. Με χτύπησαν στο στομάχι και τη σπλήνα. Με χτύπησαν με μια σιδερένια ράβδο στα δάχτυλα του ποδιού. Τα σημάδια στο κεφάλι και τα δάχτυλα είναι ακόμα ορατά. Από τότε έχω συνεχώς πονοκεφάλους. Γνωρίζω ότι ως πολίτης ξένης χώρας και μετά από διάβημα της πρεσβείας μου είχα διακριτική μεταχείριση. Αν ήμουν Έλληνας θα είχα παραδοθεί στην ΕΣΑ, όπου θα είχα βασανιστεί μέχρι θανάτου, και δεν θα είχα τη δυνατότητα να παρουσιαστώ ενώπιόν σας». Το άρθρο του Ιού κλείνει με φωτογραφία του Wallraff κατά την απελευθέρωσή του από τις ελληνικές φυλακές μετά από 77 ημέρες κράτησης, κάτι που συνέβη στις αρχές Αυγούστου του ’74 – λίγο μετά την πτώση της δικτατορίας δηλαδή.
...μοιράζοντας προκηρύξεις (πηγή: DasErste.de)
Επιστρέφοντας στην Δυτική Γερμανία ο Günter Wallraff θα συνεργαστεί με τον συνάδελφό του Eckart Spoo στη συγγραφή του βιβλίου Unser Faschismus nebenan/ Griechenland gestern - ein Lehrstück für morgen [Kiepenheuer & Witsch, Köln 1975], δηλ. «Ο Φασισμός της διπλανής πόρτας / H Ελλάδα του χθες - ένα Μάθημα για το αύριο», το οποίο, αν και προφανούς ελληνικού ενδιαφέροντος, δεν μεταφράστηκε ποτέ στην χώρα μας. Αν… παρ’ ελπίδα, με ενημερώνετε…
Στο εξώφυλλο ο Wallraff πεσμένος μπρούμυτα στις πλάκες του Συντάγματος καθώς συλλαμβάνεται από αστυνομικούς με πολιτικά...
Στα χρόνια που ακολουθούν η φήμη του Wallraff εξαπλώνεται, αφού ο προσωπικός τρόπος που αντιμετωπίζει την δημοσιογραφία (αλλάζοντας ταυτότητα, υποδυόμενος ρόλους μπαίνοντας στο πετσί τους, αλλά ταυτοχρόνως και στο… στόμα του λύκου, δηλαδή των γερμανών αφεντικών του, ξεσκεπάζοντας τον διαχρονικό εργασιακό μεσαίωνα της πατρίδας του) δημιουργεί ένα «μύθο» γύρω από το όνομά του. Η συνέντευξή του στο αμερικανικό περιοδικό Mother Jones (Feb./March 1979) και στον… επαναστάτη για την πλάκα της Abbie Hoffman το αποδεικνύει.
Πάντως, στην δεκαετία του ’80 ο γερμανός ακτιβιστής έγινε αρκετά γνωστός και ως συγγραφέας πια στην χώρα μας, καθώς τυπώθηκε το πολύ επιτυχημένο βιβλίο του Στο Περιθώριο… [Στάχυ, Αθήνα 1986], εκεί όπου περιγράφονται οι απίστευτες περιπέτειές του, όταν μεταμφιεσμένος σε τούρκο εργάτη βρίσκεται να δουλεύει για διάφορες εταιρείες, αποκαλύπτοντας τοιουτοτρόπως (και για ακόμη μία φορά) την βρωμιά της γερμανικής παραγωγικής μηχανής. Κάτι που είχε συμβεί εξάλλου και με παλαιότερα βιβλία του (Der Aufmacher, 1977), όπως θα συνέβαινε και με μεταγενέστερα (Από τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο/ Η αθέατη πλευρά του γερμανικού θαύματος, εκδόσεις Τόπος 2011).

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

οι SNAILS (και) σε βινύλιο

Ψάχνοντας το πράγμα λίγο παραπάνω διαπίστωσα πως για τους αθηναίους γκαραζιέρηδες Snails δεν πρέπει να έχω γράψει ποτέ (ούτε στο Jazz & Τζαζ παλαιότερα, ούτε στο δισκορυχείον). Τούτο το θεωρώ ανεπίτρεπτο –ναι– για δυο-τρεις λόγους, αλλά κι επειδή έχω και ακούω το CD τους The Snails [Action Records AR 412] σχεδόν από τότε που κυκλοφόρησε, τον Μάιο του 2012 (και όχι το 2011 όπως αναφέρεται στο discogs). Τώρα, όπως διάβασα στο facebook, οι Snails κυκλοφορούν εκείνο το προ διετίας CD σε βινύλιο (στην σουηδική εταιρεία Beluga Music), ενώ πληροφορίες αναφέρουν πως ετοιμάζουν και καινούριο. Ευκαιρία λοιπόν να… επανορθώσω, γράφοντας λίγα λόγια για ένα από τα καλύτερα garage-punk συγκροτήματα του καιρού μας (να πω του… ελληνικού καιρού μας; – έστω), που το γνωρίζει εξάλλου καλώς και η συναυλιακή Αθήνα. Αν και η σημερινή σύνθεση του γκρουπ (Chris φωνή, κιθάρα, Lampros K. κιθάρα, φωνητικά, Dimitris μπάσο, Anestis ντραμς, φωνητικά) είναι λίγο διαφορετική από εκείνην του CD/LP (ντράμερ στην ηχογράφηση είναι ο Vassilios L., ενώ υπάρχει και ο Kostas που παίζει φυσαρμόνικα – οι υπόλοιποι τρεις είναι οι ίδιοι) η ουσία, φρονώ, πως δεν αλλάζει. Οι Snails είναι μια μπάντα που μόνο να την απολαύσεις μπορείς· στο σπίτι σου από τον δίσκο, ή στο κλαμπ από το live
Κρίνοντας, λοιπόν, απ’ αυτό που ακούω λέω πως το συγκρότημα δεν πράττει τίποτ’ άλλο από το να… επιβάλλεται δια του ήχου του. Χωρίς φιοριτούρες, χωρίς ανέξοδες καινοτομίες, και με προσήλωση στις μεγάλες μπάντες των αμερικανικών sixties που «έφτιαξαν» το είδος (The Seeds, The Sonics, The Music Machine, Count Five… για να ονομάσω τις πιο γνωστές και σίγουρα τις πιο σημαντικές), καθώς και σ’ εκείνες που το επανατοποθέτησαν στα eighties πια (οι Last Drive π.χ. είναι μιαν αναφορά για κάθε ελληνικό garage punk σχήμα – όχι πως δεν είναι οι Fuzztones δηλαδή ή οι Vietnam Veterans, που δεν ήταν ακριβώς garage), οι Snails αποδεικνύονται «μανούλες» στα rock τραγούδια των τριών ακόρντων. Καθώς, μάλιστα, διαθέτουν και επιπλέον βοήθειες σε φωνές και κρουστά (Angel Lo Verde, Dimitris Beleniotis – από Cardinals, Walking Screams κ.λπ.), οι φίλοι μας παρουσιάζονται υπερπλήρεις σ’ ένα άλμπουμ που κερδίζει πολλά και από την παρουσία της φυσαρμόνικας, που προσφέρει τα μέγιστα στο… screaminand shoutin’.
Ξεκινώντας από τα δικά τους κομμάτια θα έλεγα πως tracks όπως τα “Sidewalks”, “Haifa nights” (με τις oriental αναφορές), “Tide”, “Dancing with zombies” και “Universal soldier” (δίχως να υστερεί κανένα, μα κανένα, από τα υπόλοιπα) είναι από ’κείνα που τ’ ακούς και τα ξανακούς δίχως να το σκέφτεσαι, ενώ και οι τρεις διασκευές –οι garage ύμνοι “Im five years ahead of my time” των Third Bardo και “Satisfaction guaranteed” των Mourning Reign, καθώς και το φοβερό “Gypsy woman” του Ricky Nelson– αποδίδονται με θαυμαστή πληρότητα και ενάργεια, από μια μπάντα που ξέρει που πατάει και τι ζητάει.
Άιντε λοιπόν να τους ακούσουμε σιγά-σιγά και στην δεύτερη προσπάθειά τους (δηλαδή την τρίτη, καθότι έχει προηγηθεί κι ένα 45άρι)…

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

πείραμα εις διπλούν

Το distance and decay είναι το δεύτερο άλμπουμ του ρωσοεβραίου πειραματιστή Grisha Shakhnes ο οποίος είναι γεννημένος στην Μόσχα αλλά ζει στο Τελ-Αβίβ, όπως διάβασα στο discogs. Τυπωμένο σε CD για την organized music from Thessaloniki του Κωστή Κηλύμη το εν λόγω άλμπουμ αποτελείται από τέσσερα πειραματικά-εικοκοκλαστικά tracks μεγάλης, γενικώς, διάρκειας. Το πρώτο έχει τίτλο “so close to home” και διαρκεί περί τα 26 λεπτά, δεύτερο είναι το “air” που πλησιάζει τα 20, τρίτο είναι το “concrete” που αγγίζει τα 22 και τέταρτο το “slow life” που κι αυτό διαρκεί κάτι λιγότερο από 9 λεπτά. Το πρώτο που σκέφθηκα να κάνω, πριν προχωρήσω σε μία ολοκληρωμένη ακρόαση τού “distance and decay”, ήταν να δω/διαπιστώσω αν οι τίτλοι ήταν κάπως… προγραμματικοί (τουλάχιστον οι τρεις από τους τέσσερις). Είπα ν ακούσω λοιπόν τόπους-τόπους τα tracks, όμως συμπέρασμα δεν έβγαλα. Μπορεί και να είναι πάντως… Μπορεί, δηλαδή, το “air” να σχετίζεται με… όσα φέρνει ο άνεμος, μπορεί το “concrete” να είναι όντως… concrete (αυτό είναι, μάλλον, το πιο σίγουρο απ’ όλα), ενώ και το “slow life” πιθανώς να… απεικονίζει κάποια αργή βιολογική μεταβολή. Μία προσεκτικότερη ακρόαση, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τα προαναφερθέντα…
Το μακροσκελέστατο όλων “so close to home” ξεκινά από το «μηδέν» για να δώσει ώθηση σταδιακώς σ’ ένα σύστημα θορύβων, με διαρκή περιοδικά γεμίσματα, που μπορεί να αφορούν σε οιμωγές σαξοφώνων, σφυρίγματα, ποικίλους καθημερινούς ήχους, field recordings δηλαδή που μετατρέπονται σε concrete μέσα στην γενικότερη ηχητική ιδιοκατασκευή, υπόγειες ρυθμικές ακολουθίες που επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα κάπως αληθοφανές background, κλασικά ηλεκτρακουστικά bleeps (βόμβοι, «σκισίματα», «τριξίματα» κ.λπ.), φωνητικά σπαράγματα, θορύβους μηχανοστασίου υψηλού volume και άλλα συναφή, που δημιουργούν οπωσδήποτε ένα ερμητικό όπως και… ερημικό περιβάλλον. Στο “air” η γενικότερη αντίληψη δεν αλλάζει. Αυτό που κυριαρχεί μπορεί να είναι το… σφύριγμα ενός αποσυμπιεσμένου αερίου, μανιπουλαρισμένο καταλλήλως ώστε να δίνει την αίσθηση ενός βιομηχανικού ίσο. Οι διάφοροι μικροθόρυβοι που παρεμβαίνουν τονίζουν αυτό ακριβώς το συνεχές, που διαρκεί περί τα επτά λεπτά. Από ’κει και κάτω η βασική συχνότητα αλλάζει. Υπάρχει, πάντα, ο «πίσω» θόρυβος, αλλά «μπροστά» ακούς… μουσικές (μουσικές που έρχονται από μακριά) και που ανακατεύονται στη διαδρομή με electro παρηχήσεις, ανεπαίσθητα ή λιγότερο ανεπαίσθητα «κομπρεσέρια» κ.λπ. Γενικώς, θα έλεγα πως ο «αέρας» γίνεται αντιληπτός... Το “concrete” διαμορφώνεται μέσα από επιτόπιες μεμονωμένες εγγραφές, οι οποίες επεξεργασμένες από τον Shakhnes σου δίνουν την αίσθηση του συνεχούς. Εδώ, θα μπορούσε ν’ ακούμε ηχογραφημένους θορύβους από σμήνη πουλιών, πιθανώς βροχή, όπως και διαφόρους άλλους φυσικούς ή μη ήχους σ’ ένα διαρκές όσο και εκκωφαντικό κρεσέντο. Στο τελευταίο track, το “slow life”, τα πάντα εξελίσσονται σ’ ένα ισοσταθμισμένο περιβάλλον, με σταδιακή, αλλά χαμηλή αύξηση του volume και… άηχο κλείσιμο (ό,τι ακούγεται θα μπορούσε να αφορά μόνο στον θόρυβο από μια ταινία εγγραφής). Ένας παλμογράφος, περαιτέρω, θα μας βοηθούσε να αντιληφθούμε αν, εδώ, πρόκειται για την απεικόνιση της ζωής (και του τέλους) κάποιου εμβίου όντος καθώς η ζωή προχωρεί… σε αργή κίνηση…
Διακόσια CD για τους πιστούς…
Τριών ιντσών CD-R «χτυπημένο» σε 100 κόπιες (σε ωραία triple-folded μικροσυσκευασία), το Sightseerτου βρετανού πειραματιστή Seth Cooke αποτελείται από εννέα tracks ελάχιστης (έξι δευτερόλεπτα) μικρής και μέσης διάρκειας (ανάμεσα ένα 7λεπτο κι ένα 5λεπτο κομμάτι). Υπάρχουν διάφορα «στιγμιότυπα» πίσω από τις ηχητικές προτάσεις του Cooke, ένα στίγμα των οποίων δίνει ο ίδιος μέσω του track list. “Cape coast seashell bowed on minster-on-sea shore” π.χκαι τι ακούμε; Παφλασμούς κυμάτων, οι οποίοι… διαρρηγνύονται από την βουή ενός κοχυλιού. Αλήθεια; (Δηλαδή μία field recording). Ψέμα; (Δηλαδή μία electro-κατασκευή). Μήπως ένας συνδυασμός και των δύο; Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος. “Window shopping”. Ο τίτλος δεν φαίνεται και πολύ χρήσιμος. Είσαι επιβάτης σε μετρό και ηχογραφείς τον ήχο των βαγονιών στις ράγες, κοιτάζοντας από το παράθυρο; Πιθανώς. Τούτο, στο ένα μισό της διάρκειας, καθότι στην πορεία συμβαίνουν και άλλα… θριλερικά. “Santa Barbara Christian Field Recording Association” (είναι το 7λεπτο track). Εδώ, πραγματικά, δεν ξέρεις τι να υποθέσεις. Βιομηχανικοί θόρυβοι, απότομες παύσεις, βόμβοι, γεννήτριες συχνοτήτων, αυξομειώσεις στο volume, γενικώς ουδεμία σχέση με την… Αγία Βαρβάρα. “Fake tan” (το 5λεπτο). Η αρχή εκκωφαντική. Στα 10 δευτερόλεπτα η ένταση σχεδόν εκμηδενίζεται, ένας ήχος σαν σφύριγμα έρχεται από μακριά, σχεδόν σταθερής έντασης (δηλαδή ανεπαισθήτως αυξανόμενης), ο οποίος (ήχος) διατρέχει όλο τον χρόνο που του παρέχεται. Στην πορεία, δε, παραλληλίζεται με συστάδα θορύβων, αυξάνοντας τον «όγκο» του. “Hotel for November”. Τι να πω για τούτο; Δεν ξέρω ποιος θα ήθελε να επισκεφθεί το Stanley Hotel (του Kubrick, όχι το κανονικό) ή το μοτέλ του Norman Bates… (Για το άκουσμα, πάντως, δεν υπάρχει πρόβλημα).

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

μικρά και μεγαλύτερα τζαζ σχήματα

Λίγα λόγια για δύο αμερικανικά τζαζ άλμπουμ, από ’κείνα που άκουσα και ξεχώρισα το τελευταίο διάστημα…
JIM STRANAHAN LITTLE BIG BAND: Migration to Higher Ground [Tapestry, 2014]
Η μικρή μεγάλη μπάντα του σαξοφωνίστα Jim Stranahan είναι… δύο ειδών. Στα πέντε από τα εννέα κομμάτια του CDMigration to Higher Ground” εμφανίζεται ως 11μελής/12μελής, ενώ στα υπόλοιπα τέσσερα ως 6μελής. Και αυτό έχει, θα μπορούσα να πω, μιαν αιτιολογία, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές studio sessions (η πρώτη live). Έτσι, κατά βάση, μία μεσαία και μια μικρή ορχήστρα (με κάποια κοινά μέλη αμφότερες) καλούνται να αποδώσουν τις συνθέσεις του Stranahan (εκτός από τα originals υπάρχουν και μερικά covers), οι οποίες κινούνται σε πολλά και διαφορετικά στυλ (με τα «μπιγκμπαντικά» κομμάτια χονδρικώς να προηγούνται και με τα «μικρο-μπιγκμπαντικά» να έπονται).
Ξεκινώντας από το “Mambo facil” εκείνο που αντιλαμβάνεσαι αμέσως είναι ο… χορευτικός προσανατολισμός της ορχήστρας, η οποία, επί του προκειμένου, σ’ ένα swinging latin track, αποδεικνύεται… η καταλληλότερη. Με το πνευστό τμήμα επτά μουσικών να κρατάει όλο το μελωδικό βάρος τής σύνθεσης και βεβαίως τα soli και τους αυτοσχεδιασμούς, και με το τμήμα… πιάνο, κιθάρα, μπάσο, ντραμς να στηρίζει άψογα την ρυθμική πλατφόρμα, το “Mambo facil” δεν μπορεί παρά να είναι μία ιδανική εισαγωγή. Στο επόμενο “Bayou bounce” τα ρυθμικά (funky) και μελωδικά στοιχεία από τις μουσικές της Νέας Ορλεάνης είναι κάτι παραπάνω από εμφανή, ιδίως με τον ρόλο που επιφυλάσσεται στο sousaphone (όργανο που κρατάει τον ρόλο της τούμπας και το οποίον έχει εδώ σημαίνουσα ρυθμική συμβολή). Αλλά και στο “Paul and Dave” ο Jim Stranahan δείχνει πόσο τον απασχολεί, ως bandleader, μια «κλασική» συνέχεια, καθώς σκύβει πάνω από το έργο των Paul Desmond και Dave Brubeck, συνθέτοντας στηριγμένος στα διδάγματά τους. Έξοχο το φερώνυμο afro-cubanMigration to higher ground”, αναδεικνύεται σε κομμάτι-στυλοβάτης του CD, αφού ενώνει βασικά τα δύο σχήματα. Έτσι, το “Blues and a half” γραμμένο για σεξτέτο εμφανίζει «Monk-ικές» μελωδικές ακολουθίες, με το “In your own sweet way” του Dave Brubeck να είναι όχι απλώς το τελευταίο «μπιγκμπαντικό» track του άλμπουμ, αλλά κι εκείνο που προσφέρει μερικά από τα ωραιότερα «πνευστά» soli. Τα επόμενα τρία tracks αφορούν στο σεξτέτο και είναι τα “St. Thomas” του Sonny Rollins, “Straight from the source” (πρωτότυπη σύνθεση) και “Donna Lee” του Charlie Parker. Ο Jim Stranahan έχοντας τον γιο του Colin Stranahan στα ντραμς, τον Glen Zaleski στο πιάνο και τον Rick Rosato στο μπάσο (ένα ήδη αναγνωρισμένο πιάνο-τρίο, με δική του δισκογραφία), συν το πνευστό τμήμα φυσικά (ο ίδιος σε σοπράνο, άλτο και τενόρο, o Brad Goode σε τρομπέτα και ο Wade Sander σε τρομπόνι), δείχνει τις ιδιαίτερες ικανότητές του όχι μόνο στη διασκευή των κλασικών (η απόδοση του “Donna Lee” είναι άψογη, με το ρυθμικό τμήμα να κάνει ωραία δουλειά), αλλά και στον τρόπο διαχείρισης του tempo και του groove στο δικό του “Straight from the source”.
Γενικώς το “Migration to Higher Ground” είναι ένα μεστό και ευχάριστο άλμπουμ, προϊόν μιας ομάδας μουσικών που έχουν αναδείξει την (μελετημένη) απλότητα σε «μέσον» για την επιτυχία.
Επαφή: www.caprirecords.com
ELLEN ROWE QUINTET: Courage Music [PKO, 2014]
Το τι σημαίνει «σύγχρονη jazz» βασικά για τους αμερικανούς μουσικούς των πανεπιστημίων (ή και για τους μουσικούς-πανεπιστημιακούς) είναι γνωστό παλαιόθεν – ή τουλάχιστον εδώ και κάποιο καιρό. Επί της ουσίας συζητούμε για μιαν «έντεχνη» ανάγνωση της τζαζ, για μιαν απόπειρα να προσαρμοστούν «κλασικά» διδάγματα στα μελωδικά και ρυθμικά πρότυπα της μεγάλης μαύρης μουσικής, με το τελικό αποτέλεσμα να περικλείει ισχυρές συναισθηματικές εντάσεις πάντα μέσα σ’ ένα κλίμα… ολοκληρωτικού λυρισμού. Αν αυτό είναι ένα γενικό πλάνο, αν πρόκειται για τον κανόνα δηλαδή, τότε οι μουσικές της Ellen Rowe δεν ξεφεύγουν –και καλώς!– από αυτόν ακριβώς τον κανόνα.
Πιανίστα με σοβαρές σπουδές, καθηγήτρια στο University of Michigans School of Music (είναι επικεφαλής του University of Michigan Jazz Ensemble) και ακόμη δεινή αλπινίστρια (στο βιογραφικό της διάβασα πως ανέβηκε εσχάτως στην Aconcagua την υψηλότερη κορυφή των Άνδεων – δεν είναι άσχετο), η Ellen Rowe και στο νεότερο “Courage Music” καταθέτει όλα εκείνα που κάνουν τόσο την ίδια όσο και την μουσική της διακριτά από μακριά. Όπως είχα γράψει πριν καιρό για το παλαιότερο άλμπουμ της “Wishing Well” [PKO, 2010]: «η λυρική ομορφιά των συνθέσεων της πιανίστα Ellen Rowe, όπως και η φαινομενική πολυπλοκότητά τους (κρυμμένη, και αυτή, κάτω από τα ‘ουράνια’ μελωδικά πέπλα), σε καμμία περίπτωση δεν αδυνατίζουν την πεποίθηση, πως, τελικώς, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα καθαρό και συνάμα ‘εσωτερικό’ jazz άλμπουμ, από ’κείνα που πάντα θα ευδοκιμούν στην αμερικανική ενδοχώρα».
Το ίδιο, δε, θα ισχυριζόμουν και για το “Courage Music”, ένα άψογα δομημένο άλμπουμ δέκα συνθέσεων, με τις οκτώ από αυτές να ανήκουν στην ίδια την Rowe, μία στην συνεργάτιδά της Ingrid Jensen και μία να αφορά στην εκδοχή του κουιντέτου της στο “All of you” του Cole Porter. Κουιντέτο, ναι, αυτό είναι το βασικό σχήμα στο “Courage Music”, μία ομάδα δηλαδή αποτελούμενη εκ των Ellen Rowe πιάνο, Andrew Bishop τενόρο, κλαρινέτο, Ingrid Jensen τρομπέτα, φλούγκελχορν, Kurt Krahnke μπάσο και Pete Siers ντραμς, και η οποία αρέσκεται να μετατοπίζεται πότε από το νέο-bop προς την… τζαζ δωματίου και πότε από ένα σχήμα που πατάει στην παράδοση προς ένα άλλο που να την ξεπερνά. Τούτο, το τελευταίο, το υποστηρίζω εν σχέσει με τις συνθέσεις της “If time stood still” (ένα μελωδικότατο track, θλιμμένης γραμμής, που καθηλώνει και λόγω του κλαρινέτου του Andrew Bishop) και “Golindrinas de los Horcones” (σχετίζεται με το σκαρφάλωμα τής Rowe στις Άνδεις και περιγράφει συγκεκριμένες συναισθηματικές εντάσεις – ανεξαρτήτως, πρόκειται για μια διμερή σουίτα με την Ingrid Jensen να προσφέρει συναρπαστικά παιξίματα). Ένα άλλο track ή μάλλον… δύο έχουν τίτλο “… and miles to go”. Τα tracks αυτά (το part 1 έχει διάρκεια 1:36, ενώ το part 2 6:24) αποδίδονται από το University of Michigan Chamber Jazz Ensemble, μέλος του οποίου είναι κι ένας μουσικός ονόματι Alekos Syropoulos που παίζει άλτο σαξόφωνο – ένας νεαρός ελληνικής καταγωγής με δυνατό βιογραφικό, όπως διάβασα και στο southpasadenamusic.com. Στηριγμένα στο άλτο του Syropoulos και στο τενόρο κάποιου Yuma Uesaka τα “… and miles ago” είναι ενορχηστρωμένα για κάπως μεγαλύτερο σχήμα, γεγονός που δείχνει την ευελιξία της Rowe και την άνεσή της συγχρόνως να κινείται προς κάθε κατεύθυνση του τζαζ επιστητού. Η μπαλάντα “Gentle spirit” που κλείνει το CD έχει από την μια μεριά το τρομπόνι ενός guest (Paul Ferguson) να πρωταγωνιστεί, και από την άλλη την σεμνή πιανιστική παρουσία της συνθέτιδας, που θέτει, ως συνήθως, και τις βάσεις για έναν οργανωμένο αυτοσχεδιασμό.

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

ΚΑΝΑΔΑΣ psych music στα τέλη των 60s

Στον Καναδά, στο δεύτερο μισό του ’60, το ψυχεδελικό rock ήταν μια πραγματικότητα τόσο σ’ ένα overground circuit (με συγκροτήματα να καταγράφουν επιτυχίες, βάζοντας τραγούδια τους στο… εθνικό top όπως οι Paupers και βεβαίως σε… τοπικότερα tops, όπως οι Collectors στο Τορόντο), όσο και στο ανεξάρτητο ή περίπου ανεξάρτητο κύκλωμα (με τις δεκάδες μπάντες να ηχογραφούν, συνήθως, σε μικρές εταιρείες). Τα συγκροτήματα που ακούγονται πιο κάτω είναι όλα από τον Καναδά, εκτός από τους Steppenwolf που ήταν… σχεδόν Καναδοί (σχηματίστηκαν στο L.A. το 1967), αφού αποτελούνταν από τρεις Καναδούς και δύο Αμερικανούς… 
1. THE COLLECTORS – Early morning 
από το LP “Grass & Wild Strawberries” [New Syndrome WS 1774, 1969] 
2. BENT WIND – Sacred cows 
από το LP “Sussex” [Trend T-1015, 1969]  
3. THE JARVIS STREET REVUE – Magic Man
από το LP “Mr. Oil Man” [Columbia ES 90020, 1970]
4. THE BRITISH NORTH-AMERICAN ACT – Don’t run away 
από το LP “In the Beginning…” [Now RSS-6700, 1969]  
5. A PASSING FANCY – Your trip 
από το LP “A Passing Fancy” [Boo BST 6801, 1968]  
6. THE PAUPERS – It’s your mind 
από το LP “Magic People” [Verve Forecast FTS-3026, 1967]  
7. STEPPENWOLF – A girl I knew 
από το LP “Steppenwolf” [Dunhill/abc DS 50029, 1968]  
8. 49th PARALLEL – Magician 
από το LP “49th Parallel” [Maverick MAS 7001, 1969]  
9. IT’S ALL MEAT – Crying into the deep lake 
από το LP “It’s All Meat” [Columbia ELS-374, 1970]  
10. MASHMAKHAN Letter from Zambia 
από το LP “Mashmakhan” [Columbia ELS-365, 1970]

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

LEONARD BERNSTEIN τι είναι η τζαζ

«Στη σειρά των μορφωτικών προγραμμάτων του από την τηλεόραση ο Λέοναρντ Μπερνστάιν μίλησε για πολλά μουσικά θέματα: για την “Πέμπτη Συμφωνία” του Μπετόβεν, για την τζαζ, τον Μότσαρτ, τη διεύθυνση ορχήστρας, την αμερικανική μουσική κωμωδία, την μοντέρνα μουσική, την όπερα, τον Μπαχ και άλλα. Τα θέματα αυτά φανερώνουν και την ποικιλία των ενδιαφερόντων του Μπερνστάιν που μεγάλωσε ακούγοντας τζαζ και κλασική μουσική, όπερες και λειτουργίες, τραγούδια και συμφωνίες. Σε μια από τις τελευταίες αυτές παρουσιάσεις, στο κυριακάτικο πρόγραμμα Omnibus της CBS, ο Μπερνστάιν ανέλαβε να ξεκαθαρίσει στο κοινό της τηλεόρασης ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΤΖΑΖ. Ή, όπως λέει ο ίδιος, “να εξετάσουμε τα μουσικά σπλάχνα της τζαζ για να βρούμε μια και καλή τι την κάνει τόσο διαφορετική από τις άλλες μορφές μουσικής”. Ο δίσκος αρχίζει με τον πιο χαρακτηριστικό ήχο όλων των περιόδων της τζαζ το Take theATrain, παιγμένο από την ορχήστρα του Ντιούκ Έλλιγκτον. Ακολουθούν μικρά δείγματα από την ποικιλία των ήχων και των μορφών της τζαζ: μπλουζ, ντίξιλαντ, τσάρλεστον, σουίγκ, μπούγκι, μπίμποπ, κούουλ και μάμπο. Η Μπέσι Σμιθ τραγουδάει το Empty Bed Blues, ηχογραφημένο το 1928 με τον Τσάρλι Γκρην τρομπόνι και τον Πόρτερ Γκραίηγκερ στο πιάνο. Με βάση αυτό το μπλουζ, ο Λέοναρντ Μπερνστάιν εξηγεί τα χαρακτηριστικά της μελωδίας της τζαζ, την μπλου κλίμακα, τις μπλου νότες, τα τέταρτα τόνου, παίζοντας ταυτόχρονα πολλά παραδείγματα στο πιάνο ή τραγουδώντας.
Μετά προχωράει στο ρυθμό, τη συγκοπή, τα ηχοχρώματα των οργάνων και της φωνής με ειδικά παραδείγματα, φτιαγμένα από τον ίδιο και τους μουσικούς που συγκέντρωσε για το δίσκο – τον Μπακ Κλαίητον τρομπέτα, Λώρενς Μπράουν τρομπόνι, Μπάστερ Μπαίηλυ κλαρίνο, Κόλμαν Χώκινς τενόρο σαξόφωνο, Φρεντ Γκρην κιθάρα, Έντι Τζόουνς μπάσο, Γκας Τζόνσον ντραμς και με τον ίδιο στο πιάνο.
Συνεχίζει με την ανάλυση της φόρμας και της αρμονίας της τζαζ μιλώντας για τα δωδεκάμετρα μπλουζ, τον αυτοσχεδιασμό, τις παραλλαγές της κλασσικής μουσικής και χρησιμοποιώντας παραδείγματα βασισμένα στη μελωδία Sweet Sue. Το τραγούδι αυτό παίζεται από τρεις ορχήστρες σε τελείως διαφορετικό στυλ, δηλαδή σε ντίξιλαντ, σουίγκ και κούουλ από τον Μπιξ Μπάιντερμπέκε, τον Μπένυ Γκούντμαν και τον Μάιλς Ντέιβις αντίστοιχα.
Ο Λέοναρντ Μπερνστάιν καταλήγει στο ότι τα όρια ανάμεσα στη λεγόμενη “σοβαρή μουσική” και στην τζαζ γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα, ότι η τζαζ είναι μια μουσική που ανανεώνεται αδιάκοπα και τέλος ότι “είναι μια φρέσκια και ζωντανή τέχνη του παρόντος με γερό παρελθόν και συναρπαστικό μέλλον”». 
Σάκης Παπαδημητρίου
(από το οπισθόφυλλο του δίσκου)
Έμαθα την ύπαρξη αυτού του LP [CBS 82387, 1977] όταν έπεσε στα χέρια μου το πρώτο τεύχος του Jazz & Τζαζ (όχι τον Απρίλιο του ’93 – πρέπει να ήταν προς το τέλος εκείνης της χρονιάς). Ήταν ένα κείμενο του Σάκη Παπαδημητρίου για τον Leonard Bernstein (1918-1990) εκεί όπου, ανάμεσα σε άλλα, αναφερόταν και το originalWhat is Jazz” [Columbia CL 919] που είχε κυκλοφορήσει προς το 1956-57 στην Αμερική με τον ίδιον τον Bernstein, φυσικά, να επεξηγεί τα «τι» και τα «πώς» της jazz. Έγραφε χαρακτηριστικώς ο Παπαδημητρίου: «Ο δίσκος έχει εξαντληθεί εδώ και πολλά χρόνια, αλλά κασέτα πάντα μπορεί να βρεθεί». Έτσι… εξαντλημένο έχω βρει το άλμπουμ κάμποσες φορές έως τώρα στο Μοναστηράκι και το οποίον αγοράζω πάντα, όταν το εντοπίζω σε αστείες τιμές. Όχι δηλαδή πως δεν αξίζει κάτι παραπάνω (και εννοώ ως άκουσμα, όχι συλλεκτικώς), αλλά, να, όσο λιγότερα δίνεις για κάτι που σ’ ενδιαφέρει τόσο πιο πολύ το ευχαριστιέσαι.
Ο Παπαδημητρίου σε… spoken word (και στηριγμένος προφανώς σε όσα λέει ο Bernstein) εξηγεί τα διάφορα της jazz, σ’ ένα δίσκο βινυλίου που είχε ως παραγωγό τον Στέλιο Ελληνιάδη (πιθανώς, πίσω, να βρισκόταν και ο Τάσος Φαληρέας), ως επιμελητή του cover τον Μίλτο Καρατζά και που σηματοδοτούσε (και αυτός) την εποχή της… τρίτης άνθησης της jazz στην Ελλάδα (με το Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου στην Πλάκα, το περιοδικό ΤΖΑΖ, τις ραδιοφωνικές εκπομπές και τις εκδόσεις του Σάκη Παπαδημητρίου κ.λπ.). Όλα αυτά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70.
Κάτι ακόμη. Υπάρχει κι ένα γερμανικό 2LP με τον… ίδιο τίτλο, το “Was Ist Jazz?” [MPS 88.032-2, 1977] που έχει επιμεληθεί ο Joachim-Ernst Berendt (1922-2000) – ο πιο διάσημος promoter της jazz στην παλαιά Δυτική Γερμανία (αργότερα και στη Γερμανία). Αυτό το διπλό LP είναι ακόμη πιο προσωπικό και... αναλυτικότερο από το αμερικανικό και το ελληνικό, με τον Berendt στο ρόλο του Bernstein (ή του Παπαδημητρίου) να επεξηγεί και να προτείνει διάφορα (ακόμη και Sun Ra, ακόμη και Globe Unity Orchestra, ακόμη και Fred McDowell…). Αλλά γι’ αυτό το 2LP και γενικότερα για τον Joachim-Ernst Berendt (προχειρομεταφρασμένο βιβλίο του οποίου κυκλοφορεί και στη γλώσσα μας) θα γράψω άλλη φορά…

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ πληθωρικοί κιθαρισμοί

Κιθαρίστας (κλασικός και ηλεκτρικός) είναι ο Χρήστος Ανεστόπουλος και το καλαίσθητο CD του, ανεξάρτητης παραγωγής, υπό τον τίτλο wish you could stay…” έχει την κιθάρα του για πρωταγωνιστή. Όχι, δεν πρόκειται για ένα solo-guitar άλμπουμ, αλλά για κάτι ευρύτερο. Είναι, εξάλλου, ουκ ολίγοι οι μουσικοί που συμμετέχουν στην ηχογράφηση (David Lynch τενόρο, Βασίλης Στεφανόπουλος κοντραμπάσο, Παναγιώτης Κωστόπουλος ντραμς, Γιάννης Παναγιωτόπουλος λύρα, ούτι, Γιώργος Δαραβέλης σαξόφωνα, Γιώργος Ντούρης βιολί, Αλέξανδρος Ρουβάς τρομπόνι, Αλέξης Μαχαίρας μπάσο, Μάκης Φεγγούλης ντραμς, Χάρης Πεγιάζης κοντραμπάσο, Κώστας Σπυράτος κρουστά, Χρήστος Ανεστόπουλος ακουστική, δωδεκάχορδη, ηλεκτρική κιθάρα), όπως είναι πολλά και διαφορετικά και τα προφίλ των συνθέσεων του Ανεστόπουλου που παρατάσσονται στο “wish you could stay…”.
Αν και, προσωπικώς, έχω τη γνώμη πως η υπόθεση τής ethnic-jazz έχει ολοκληρώσει πια την… αισθητική αποστολή της και τίποτα καινούριο δεν είναι εύκολο πια ν’ ακούσεις από ’κει που να μπορεί να σε εκπλήξει, εντούτοις υπάρχουν μερικά σημεία στο “wish you could stay…”, που επιχειρούν (και το κατορθώνουν) να κάνουν την διαφορά (το συντομότατο εισαγωγικό “intro” για πολίτικη λύρα, ούτι και μπεντίρ π.χ. ή το έσχατο “perfect no perfect”) – και το λέω τούτο έχοντας κατά νου πως τα ωραιότερα και πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του CD προέρχονται από άλλους χώρους. Είναι εξαιρετικό ας πούμε το “Tholo”, με το τενόρο του David Lynch να φέρνει στο νου τoν… space Gato Barbieri των early seventies και τον Ανεστόπουλο να σολάρει εν συνεχεία έχοντας κατά νου… λέω εγώ… τον Carlos Santana (ή κάτι ανάλογο τέλος πάντων), και ακόμη το “Red roses” (ένα progressive blues, που θα το «κόλλαγα» ευχαρίστως στο “Tholo”), ή ακόμη και τα δύο “Once upon a time” που κινούνται σ’ ένα πιο… Mode Plagal style. Περαιτέρω, άλλα tracks ηχούν κάπως… πιο contemporary (“Staffys song”), και άλλα κάπως… πιο πειραματικά, όπως το “wish you could stay… (intro)” φερ’ ειπείν.
Αυτό που θέλω να πω είναι πως ο Πατρινός Χρήστος Ανεστόπουλος έκανε ένα CD με όσα αγαπάει – με όσα διαφορετικά στυλ αγαπάει εννοώ. Τούτο ναι μεν μπορεί να προδίδει πολλά και διαφορετικά ενδιαφέροντα, αλλά δεν λειτουργεί, πάντα, προς τη «σωστή» κατεύθυνση – προς την κατεύθυνση της αισθητικής συγκρότησης ενός άλμπουμ με ενιαίο χαρακτήρα εννοώ, για να μην παρεξηγηθώ. Έχω τη γνώμη δηλαδή πως μια πιο επικεντρωμένη δουλειά θα φανέρωνε ακόμη περισσότερο το ταλέντο του Ανεστόπουλου, μιας και ορισμένα από τα θέματα που ακούγονται εδώ είναι, πράγματι,  για… πολλά αστέρια.
Επαφή: chrisane@otenet.gr