Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ! ΕΥΤΥΧΕΣ ΤΟ 2015!

Πριν λίγο καιρό μου ζητήθηκε από το avopolis.gr να γράψω κάτι με αφορμή τα 18 χρόνια του site. Να αναφερθώ σε κάποιο μουσικό γεγονός, που να μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση όλην αυτή την εποχή. Δίσκοι, συναυλίες, internet & μουσική, κάτι άλλο, ό,τι άλλο… Δεν άργησα να σκεφθώ εκείνο το… εκπληκτικό που έζησα, όταν παραβρέθηκα στην πρώτη συναυλία του Ennio Morricone στο Ηρώδειο, τον Ιούλιο (4/7) του 2005. Αυτό το κείμενο μεταφέρω κι εδώ...
Ποτέ μια συναυλία δεν είναι ό,τι βλέπω και ό,τι ακούω στη στιγμή, αλλά, πολύ περισσότερο, ένα σύστημα αξιών που σχετίζεται με το χθες και προβάλλεται στο αύριο. Κάτω απ’ αυτό το σκεπτικό, σχεδόν πάντα, παρακολουθώ live που γνωρίζω εκ των προτέρων το εκτόπισμά τους, αδιαφορώντας για το κοινώς λεγόμενο «ρίσκο» και την «έκπληξη». Έτσι, ποτέ, απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, δεν έχω φύγει από συναυλία με ξινισμένα μούτρα ή ανικανοποίητος. Είμαι πάντα χαλαρός, πλέοντας σ’ ένα σύστημα χαζής/χαρούμενης πνευματικότητας, περίπου αεροβατώντας. Το ίδιο και όταν προσέρχομαι και βεβαίως κατά τη διάρκεια, όπου συμμετέχω, συνήθως, έχοντας κλειστά τα μάτια. Έτσι αυτοσυγκεντρώνομαι…

Ο Ennio Morricone ήταν ακριβώς εκείνο που περίμενα ν’ ακούσω και να δω. Ό,τι είχα απορροφήσει χρόνια τώρα από τις ταινίες και τους δίσκους. Αυστηρός, τελειομανής, με διδακτορικό στο φινίρισμα, μέγας γνώστης του αρμονικού σχεδιασμού, σπάνιος μελωδός. Ακόμη, ένας άνθρωπος με υψηλή αισθητική, αλλά δίχως αισθητικές παρωπίδες, σχεδόν μ’ έναν άγιο ψυχισμό, από τον οποίον αποδρούσαν όλες οι φάσεις της Σελήνης. Ίσως, δε, να είναι μοναδικός συνθέτης (και) σήμερα στον κόσμο, που μπορεί να εμφανίσει το έργο του μπροστά σ’ ένα οποιοδήποτε κοινό, κάνοντάς το να πετάξει. Ο Νταλί θα ζωγράφιζε Ίκαρους γαλάζιους να εγκαταλείπουν τις κερκίδες…

Όσον αφορά εμένα; Άνοιξα τα μάτια μου ελάχιστες φορές κατά τη διάρκεια του κονσέρτου και η μία ήταν στα… κύματα του στυλ στην «Οικογένεια Σικελών». Ήθελα να δω την πλάτη του «θεού», πίσω από τα νοτισμένα τζάμια… 

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

γιατί γίνονται εκλογές;

Είναι ένα ερώτημα, όπως και να το κάνουμε, που έχει μεγάλη σημασία, αφού στην απάντησή του θα μπορούσε να στηριχθεί τόσο η προεκλογική καμπάνια της κυβέρνησης, όσο και της αντιπολίτευσης.
Εκλογές δεν έγιναν όπως ισχυρίζεται ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος… «λόγω του εκβιασμού των θεσμών» (από τη μεριά της αντιπολίτευσης), αλλά επειδή η κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχε, πολύ δύσκολα θα ψήφιζε τα νέα μέτρα.
Αυτή είναι η αλήθεια, και τούτο το είχαν ξεκαθαρίσει οι βουλευτές της συμπολίτευσης, όταν μαθεύτηκε πως το καινούριο «πακέτο» θα περιελάμβανε αύξηση του ΦΠΑ σε φάρμακα, βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, λογαριασμούς ΔΕΚΟ, και ακόμη κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ των νησιών, κατάργηση του ΕΚΑΣ, επανεξέταση όλων των παραμέτρων του ασφαλιστικού με βασικό στοιχείο την κατάργηση της 15ετίας –όπερ σημαίνει πως σύνταξη δεν θα δουν ποτέ οι άνθρωποι που μπαίνουν σήμερα, κακήν-κακώς, στην αγορά εργασίας, αφού έτσι όπως είναι διαμορφωμένες οι συνθήκες θα πρέπει κάποιος να είναι… μάγος, ώστε να συμπληρώσει σε 20 χρόνια 6000 ένσημα– και άλλα διάφορα το ίδιο επώδυνα, το ίδιο αντιαναπτυξιακά. 
Έτσι, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς προτίμησε να «παίξει» με το θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας (μεταφέροντας την εκλογή από τον Μάρτιο του ’15, τον Δεκέμβριο του ’14), γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως… «Πρόεδρος δεν βγαίνει».

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/apopseis/54229

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΡΑΣ ακόμη ένα δισκάκι

Το έκτο δισκάκι από τα «Γεροντοπείσματα» δεν είναι 45άρι, αλλά 33άρι. Επτάιντσο, αλλά 33άρι, με δύο tracks ανά πλευρά (άπαντα σε μουσική και στίχους Δημήτρη Καρρά). Το πρώτο τέτοιο φορμά που τυπώθηκε στην Ελλάδα ήταν το ανάλογο των Morka πίσω στο 1972, το τελευταίο είναι αυτό του Δημήτρη Καρρά. Η πρώτη πλευρά κινείται περισσότερο σε νεολαϊκούς δρόμους, ενώ η δεύτερη περιλαμβάνει μπαλάντες (με ακορντεόν, πιάνο, βιολί, κιθάρες κ.λπ.). Ας πούμε, όμως, λίγα λόγια παραπάνω για κάθε ένα από τα τραγούδια…
Το «Βαριά φωνή» (μουσική, στίχοι από τον Καρρά) είναι τραγουδισμένο από τον Μπάμπη Στόκα. Η ενορχήστρωση διατηρεί… εντεχνο-παραδοσιακά στοιχεία φέρνοντας στη μνήμη συνθέσεις του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Ακόμη και ο Στόκας τραγουδά, εδώ, με φωνή που δεν αναγνωρίζεται αμέσως. Ακόμη και οι στίχοι, έχω την αίσθηση πως κρατούν κάτι από την «άπλα» της επαρχιακής Ελλάδας.
Τo «Στου κέντρου τον τεκέ» είναι ενορχηστρωμένο για κιθάρα, μπαγλαμά, μπουζούκι, κρουστά και φλάουτο. Οι Bandallusia έχουν γυναικεία φωνή μπροστά (Ηλιάνα Πασπάλα), που αποδίδει με την πρέπουσα αποφασιστικότητα στίχους σαν και τούτους: «(…) μόνο εμένα ετοιμάζουν για θυσία/ πάλι σε μένανε θα κάτσουν τη στραβή/ και χρόνια έχω μια βάσιμη υποψία/ πως είμαι ελεύθερη μέσα σε φυλακή(…».
Η Πένυ Ραμαντάνη είναι η τραγουδίστρια των Όναρ και μαζί με τον Θεολόγο Κάππο τραγουδούν το «Γέλια πλαστικά». Κλασικό διαλογικό τραγούδι, με πολύ ωραία μελωδική ανάπτυξη και επίσης ωραία ενορχήστρωση (βιολί, σαξόφωνο…). Ο Κάππος δεν είναι πολύ πειστικός στην ερμηνεία του, αλλά ok… Το τραγούδι, πάντως, είναι πολύ καλό – και μάλλον το ωραιότερο από τα τέσσερα τού EP.
Στο τελευταίο «Θεαθήναι» τραγουδούν η Λόλα Γιαννοπούλου και βασικά ο Νίκος (Ατόφιος) Χριστοφίδης. Λιτή ενορχήστρωση (κιθάρα, μπάσο, κρουστά, βιολί), η οποία επενδύει το ελαφρό ραπάρισμα του Χριστοφίδη, καθώς και μια φράση μελωδική που τραγουδά (σαν σχόλιο ή σαν επωδό) η Γιαννοπούλου. Ενδιαφέρον ως «άποψη».

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

ο JACKIE MITTOO στα 60s και τα early 70s

Άκουσα ξανά, πριν λίγες ημέρες, εγγραφές ενός μάγου των πλήκτρων, του τζαμαϊκανού οργανίστα Jackie Mittoo (1948-1990) κι είπα να γράψω λίγα λόγια για την εντυπωσιακή περίπτωσή του. Ας ξεκινήσω λοιπόν από το άλμπουμ Tribute to Jackie Mittoo [Heartbeat, 1995]…
Το συγκεκριμένο 2CD δεν είναι ένας φόρος τιμής, με τη συνήθη δισκογραφική έννοια του όρου. Δεν μαζεύτηκαν, δηλαδή, φίλοι του τζαμαϊκανού μουσικού, προκειμένου να ξαναπαίξουν τα κομμάτια του, να ανασυστήσουν το groovy πλαίσιο των συνθέσεών του, να τον θυμηθούν εν πάση περιπτώσει ή να τον «κλάψουν». Είναι απλώς μια διπλή συλλογή με την φροντίδα του Coxsone Dodd (1932-2004) –ο άνθρωπος που ανέδειξε το ταλέντο του Jackie Mittoo (και όχι μόνον αυτού) μέσω του Studio One στο μεγαλύτερο μέρος των sixties/early seventies– μία από τις πρώτες (συλλογές) που επανέφεραν το όνομα του άσσου μουσικού σε καθημερινή χρήση. Τριάντα ένα θέματα λοιπόν και είκοσι σελίδες σημειώσεων συνθέτουν ένα πρώτης τάξεως best, ίσως το καλύτερο που κυκλοφόρησε ποτέ υπό το όνομα του τζαμαϊκανού οργανίστα.
Και θα μου πείτε, εύλογα, οι συλλογές της Universal Sound The Keyboard King at Studio One (2000) και της Soul Jazz Last Train to Skaville (2003) τι ρόλο παίζουν τελικώς; Σε τι κοντράρουν, που υπερτερούν ή που χάνουν εν σχέσει μ’ εκείνη της Heartbeat; Οι απαντήσεις μοιάζουν εύκολες. Κατ’ αρχάς και στις τρεις συλλογές δεν συναντάμε επικαλύψεις. Έπειτα, τα compilations της Soul Jazz/Universal Sound έχουν πιο «τραβηχτική» σχεδίαση –είναι πολύ προσεγμένο το εικαστικό μέρος τους δηλαδή– και όχι εις βάρος της ουσίας, το tribute όμως στον Jackie Mittoo έχει γίνει υπό την πλήρη εποπτεία του Dodd, πράγμα που σημαίνει ότι η ιστορία στην περίπτωσή μας είναι γραμμένη από πρώτο χέρι. Βεβαίως και τα CD/LP της Soul Jazz είχαν τις ευλογίες του Dodd, δεν ήταν όμως παραγωγές δικές του. Συμπέρασμα; Heartbeat... και ακούστε άφοβα (αδιαφορώντας για το μέτριο, ή μάλλον κακό εξώφυλλο της). 
Μένοντας ακόμη λίγο στα… διαδικαστικά θα έλεγα πως ένα μόνιμο πρόβλημα των ηχογραφήσεων του Jackie Mittoo αποτελεί ο υπομνηματισμός τους. Ποτέ ακριβώς έγιναν οι εγγραφές, ποιοι βρέθηκαν δίπλα του στα υπόλοιπα όργανα, πού εκδόθηκαν για πρώτη φορά (Τζαμάικα ή Μεγάλη Βρετανία), σε ποιες ετικέτες και άλλα τέτοια... Αυτή η ασάφεια, που, αν θέλουμε να είμαστε εντελώς ουσιαστικοί, μικρή σχέση έχει με την αλήθεια (μ’ εκείνο το θεσπέσιο που ακούμε εννοώ) εξηγείται από τη γενικότερη στάση του Dodd και τον τρόπο με τον οποίο δούλευε στο στούντιο. In house μπάντες, άπειρα sessions, εκατοντάδες δίσκοι (45άρια βασικά) – αδύνατον να καταγράψεις με κάποιες λεπτομέρειες ή πολύ περισσότερο να τις θυμάσαι. Έτσι λοιπόν, κι εδώ, μην περιμένετε κάτι διαφορετικό. Ας επιχειρήσω απλώς κάποιες προσεκτικές υποθέσεις…
Κατ’ αρχάς πρέπει να μιλάμε για υλικό, που στην συντριπτική πλειονότητά του προέρχεται από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60. Ο Mittoo βρίσκεται ψυχή τε και σώματι στον αστερισμό της Stax, γκρουβάροντας σ’ ένα ύφος reggae/soul θυμίζοντας τον Booker T και τους MGs. Όχι σπανίως, για να μην νομιστεί ότι κάτι πάει λάθος, προσθέτει στις συνθέσεις του πνευστά και ενίοτε φωνή, ευρισκόμενος έτσι ακόμη πιο κοντά στον αμερικανικό ήχο της εποχής, περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλο τζαμαϊκανό performer της γενιάς του. Βεβαίως, και εδώ βρίσκεται η ιδιαιτερότητά του, ενώ οι επιρροές του είναι σαφείς αποκλείεται να τον μπερδέψεις με Αμερικανό. Τα ρυθμικά του 2/4, είτε σε ska, είτε σε πιο αργό reggae tempo, διαπερνούν σχεδόν όλα τα κομμάτια του – έτσι ως υπόστρωμα, επί των οποίων απλώνει με σιγουριά τους αυτοσχεδιασμούς του στο hammond.
Η φαντασία του, δε, δεν έχει όρια, αφού κατορθώνει να κάνει κάθε τι διαφορετικό, ξεκινώντας πάντα από το σημείο μηδέν, καταλήγοντας κάπου σε κάποια άλλη αισθητική περιοχή ανεξερεύνητη. Να γιατί οι συνθέσεις του, συχνά δίλεπτες ή τρίλεπτες, αγαπήθηκαν όσο λίγες από τη γενιά των breakbeats και των funky parties, επηρεάζοντας βεβαίως μέσα στα χρόνια, ολόκληρα κινήματα όπως εκείνα της acid jazz ή της soul-funk. Ο Jackie Mittoo είτε με τους Soul Brothers, είτε με τους Skatalites, είτε με τους Soul Vendors, είτε με τους Sound Dimension έπλασε εκπληκτικά οργανικά (και κάποια άσματα) τριάντα ένα εκ των οποίων ανθολογούνται στη συλλογή της Heartbeat (σχεδόν όλα πρωτότυπα). Υπάρχει ανάμεσα ένας Lennon/McCartney, αλλά κυρίως υπάρχει ένα απίστευτο “Nature boy” (Eden Ahbez), που κινείται σ’ ένα στυλ… reggae-exotica.
Δίνω στον ήχο μια ευκαιρία… και ξεχνάω προς ώρας την Ειρήνη…

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ (ΑΠ’ ΟΣΑ ΑΚΟΥΣΑ)

Πάντα αλφαβητικά, χωρίς πολλά λόγια και με τα απολύτως απαραίτητα σχόλια, επιλέγω τα παρακάτω με την ελπίδα να μη μου διέφυγε κάτι σημαντικό (απ’ αυτά που πρόλαβα ν’ ακούσω μέσα στο 2014). Οι λίστες δημοσιεύτηκαν κατά πρώτον στο Lifo.gr την 24/12…

ΤΑ 5 ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΟΥ 2014
1. Allah-Las: Worship the Sun [Innovative Leisure]
2. The Black Keys: Turn Blue [Nonesuch]
3. Mark Lomax Trio: Isis & Osiris [Inarhyme]
(Το τζαζ άλμπουμ της χρονιάς)
4. Τα Παιδιά της Παλαιότητας: 12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες [Inner Ear]
5. Μπάμπης Παπαδόπουλος: Μέσα στον πόνο είν’ η χαρά μεσ’ στη χαρά είναι ο πόνος [Puzzlemusik]
(Στο ίδιο ύψος με τις ιστορικές contemporary guitar παραγωγές της αμερικανικής Takoma Records)

ΤΑ 10 ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ 2014
1. Allah-Las: Had it all
(Θυμίζει άτεχνο ελληνικό garage-punk του ’60, γι’ αυτό μ’ αρέσει)
2. The Black Keys: Weight of love
3. Earth: There is a serpent coming
4. Electric Litany: Feather of ecstasy
(Ελληνικό διαμάντι, κλεισμένο σ’ ένα μοναδικής ομορφιάς εξώφυλλο)
5. The Growlers: Good advice
6. Κώστας Κουκουτάρας: Είναι ο χρόνος πια μηδέν
(Ωραιότατο τραγούδι από ένα θρύλο του εγχώριου cult)
7. My Drunken Haze: Carol wait
8. Τα Παιδιά της Παλαιότητας: Θέμα: αποχαιρετιστήριο
9. Γιώργος Ρωμανός: Τώρα μάλιστα
(Να το ακούσουμε και από βινύλιο)
10. Twink and The Technicolour Dream: You reached for the stars

ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΟΥ 2014
Neil Young: Storytone [Reprise]
(Τραγούδια απίστευτης υπνηλίας. Ακόμη κι εκείνα του Daniel Johnston μπροστά τους μοιάζουν με υψηλή τέχνη.) 

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

THE BLUESMEN OF THE MUDDY WATERS CHICAGO BLUES BAND

Η Spivey Records –δημιούργημα της μεγάλης τραγουδίστριας του «κλασικού blues» Victoria Spivey (1906-1976) και του manager της Leonard Kunstadt– αποτελεί, σήμερα, ένα από τα πιο συλλεκτικά blues labels των sixties. Το γεγονός αυτό οφείλεται, πρώτον, στους λίγους σχετικώς δίσκους που κυκλοφόρησαν υπό την προστασία της (πιθανώς λιγότεροι από σαράντα), δεύτερον στα θαυμάσια χειροποίητα εξώφυλλά της και τρίτον στις εξαιρετικές καταγραφές του blues feeling – καταγραφές που απαθανάτισαν μοναδικά sessions, όπως λόγου χάριν εκείνο του Bob Dylan με τον Big Joe Williams στο LP-συλλογή “Three Kings and a Queen” [Spivey LP-1004], στο οποίο ο Dylan κάνει μία από τις πρώτες ηχογραφήσεις του, παίζοντας φυσαρμόνικα στα “Sitting on top of the world” και “Wichita”, και συνοδεύοντας τον Big Joe στα West forty-sixth street studios, το 1961.
Το LP που επέλεξα γι’ αυτή τη μικρή αναφορά στην Spivey Records έχει τίτλο Taint Nobodys Business What I Do [Spivey LP-1008] είναι ένα απίθανο session της μπάντας που συνόδευε στα μέσα των sixties τον Muddy Waters, των Bluesmen of the Muddy Waters Chicago Blues Band, δηλαδή των Otis Spann τραγούδι, πιάνο, όργανο, GeorgeHarmonicaSmith τραγούδι, φυσαρμόνικα, Luther Johnson τραγούδι, κιθάρα, Samuel Lawhorn κιθάρα, Main Stream(;) κιθάρα και Francis Clay ντραμς, το οποίο ηχογραφήθηκε κάπου στη Νέα Υόρκη, την 25η Νοεμβρίου 1966.
Το άλμπουμ ανοίγει με το ορχηστρικό “Chicago slide”, για ν’ ακολουθήσει το “Creepinsnake” του Luther Johnson, με τον ίδιον στην κιθάρα και το τραγούδι (ένας απέριττος κιθαρίστας, που πέθανε νέος, στα 42 του, το 1976). Το “Lookout Victoria” που ακολουθεί περιέχει ένα ασύνηθες σόλο του George Smith με σφύριγμα δια του στόματος, ενώ από το “You done lost your good thing now” (σύνθεση της Spivey) ξεχωρίζει η «κλαψιάρικη» ερμηνεία του Otis Spann και το σόλο με διπλοπενιά του Johnson. Στο “Take Websters word for it” τραγουδά με αρχοντιά η Spivey, ενώ ο Smith δίνει ένα απίστευτο σόλο στη φυσαρμόνικα με τρομερό vibrato.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το “Aint nobodys business what I do” και τη διακριτική συνοδεία του Spann στο όργανο. Το “Born in Georgia” είναι ένα άψογο, αυτοβιογραφικό rhythm nblues του Luther Johnson, ενώ το “Troubles hurts” που ακολουθεί είναι σύνθεση της Spivey (τραγουδά η ίδια με μια δόση θεατρικότητας). Το “Watermelon man” του Herbie Hancock διασκευάζεται εν συνεχεία με μεγάλη ένταση (ο Hancock δεν αναφέρεται πάντως στα credits για ευνόητους λόγους…) και με διαδοχικά soli από τους Spann, Smith και Johnson. Το “Old ugly man like me” του George Smith ερμηνεύεται από τον ίδιον τον Smith, ενώ το άλμπουμ θα κλείσει με το “Gave it all to me” της Victoria Spivey, από το οποίο ξεχωρίζει πάλι το παίξιμο της φυσαρμόνικας του George Smith.
Όσον αφορά, τέλος, σ’ εκείνο τον τύπο που ακούει στο όνομα(;) Main Stream και που γρατζουνάει που και που καμμιά κιθάρα σε ορισμένα από τα κομμάτια του άλμπουμ, δεν είναι άλλος –όπως σωστά θα το μαντέψατε– από τον Muddy Waters, ψυχή τε και σώματι παρών και σε τούτο το επισκιασμένο session.

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΙΚΑΡΙΔΗΣ + Solaris Ray

Η ερώτηση είναι η εξής. Τι θα γίνει με όλα εκείνα τα CD (ελληνική ή μη), που κυκλοφόρησαν κάποτε (βασικά στα 90s και τα 00s) και που τώρα τα τρώει η μαρμάγκα; Αν για τα βινύλια των 80s (για κάποια έστω) ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ώστε να κάνουν μια νέα πορεία στις μέρες μας (οι Χωρίς Περιδέραιο π.χ. πούλησαν περισσότερο τα τελευταία χρόνια, παρά όταν υπήρχαν στη σκηνή), για τα CD θα έλθει ποτέ αυτή η ώρα, ή, έτσι, απαξιωμένα και… καταρρακωμένα θα στοιβάζονται στα έπιπλά μας, δίχως ποτέ να τα ανακαλύψουν οι «γιοί» μας και οι «κόρες» μας (εννοώ η μετά από εμάς γενιά);
Αυτά σκέφτομαι ανήμερα Χριστούγεννα, καθώς ακούω ένα από τα ωραιότερα xian-rock CD, που ηχογραφήθηκαν ποτέ στην Ελλάδα – το άλμπουμ «Τις Παράξενες τις Μέρες» [FM, 1999] του Νίκου Κατικαρίδη και των Solaris Ray (Μανώλης Ταβλάκης, Δημήτρης Κοντούδης, Γιάννης Αναστασίου, Σωτήρης Παυλίδης). Χριστιανικό ροκ, από έναν τραγουδοποιό (κι ένα συγκρότημα, συν εξωτερικές βοήθειες), που ξέρει να γράφει ωραία λόγια, να συνθέτει και να ενορχηστρώνει με εμφανές ταλέντο και φαντασία και βεβαίως να αποδίδει στο στυλ του καλύτερου Αλκίνοου Ιωαννίδη.
Να μερικοί στίχοι του Νίκου Κατικαρίδη, για να πάρετε μια πρώτη γεύση:
«Έψαξες τον εαυτό σου, τον Θεό που μοιάζει γιός σου/ ό,τι είχες υποτάξει, χάθηκε μακριά/ Κι έχει κάρβουνα που ανάβουν μεσ’ το χώμα που σε θάβουν/ όσο κι αν μετανοήσεις λες πως ‘ίδια η ζημιά’» (από τις «Ανάγκες»)
«Και δειλά σαν πλησιάζω με τυλίγει μια ομίχλη/ από πρόσωπα φευγάτα  που ξεχάσανε τη θλίψη/ πέρασέ με απ’ τις πύλες, απ’ τους δρόμους, τις στοές/ φέρε με στην κάμαρη Σου και θα γίνω ό,τι θες» (από «Τις παράξενες τις μέρες»)
«Στις ανάγκες λιώνω, σβήνω/ και σε μύθους χάνομαι, το αισθάνομαι/ πιο κοντά Σου για να φτάσω/ ξέρω δεν θα ξαποστάσω/ Μα στο ανάστερο της νύχτας/ στο σκοτάδι σίγησα, λύγισα/ κι όταν Σ’ είχα συναντήσει/ τη ζωή μου είχες ζητήσει» (από το «Της φωτιάς»)
Αν υπάρχει ένα ζήτημα με το xian-rock (βάλετε το «ζήτημα» μέσα σε εισαγωγικά αν προτιμάτε) είναι πως στην συντριπτική πλειονότητά τους τα συγκροτήματα και οι καλλιτέχνες του είδους είναι Ευαγγελικοί. Και στην Ελλάδα συμβαίνει αυτό και φυσικά ολούθε στο εξωτερικό (και ιδίως στην Αμερική) εκεί απ’ όπου ξεκινά (μαζικά), το είδος προς τα τέλη των sixties.
Το πρώτο ελληνικό xian συγκρότημα, με δισκογραφική παρουσία, ήταν το φωνητικό κουαρτέτο Αγγελιαφόροι (ηχογράφησαν ένα 45άρι το 1970), για ν’ ακολουθήσει ο Σταμάτης Σπανουδάκης με το LP «Στον Πρώτο Μουσικό» [Seagull, 1977], οι Πάροικοι και δεκάδες άλλοι, ενώ χριστιανικές επιρροές ανιχνεύονται σε πλείστα όσα συγκροτήματα και καλλιτέχνες του πιο κλασικού ελληνικού ροκ (από τους Aphrodites Child και τους Poll, μέχρι τον Κώστα Τουρνά και τον Σωτήρη Κοματσιούλη).
Η περίπτωση του Νίκου Κατικαρίδη είναι από εκείνες που έδωσαν νέα πνοή στο στυλ, την εποχή που οι Ελεύθεροι (κοινώς Παπαροκάδες) έδιναν κι έπαιρναν με το δικό τους ορθόδοξο xian-rock, ακολουθώντας την εμπορική άνοδο του είδους, έτσι όπως αυτή καθοδηγήθηκε και από νεότερα γκρουπ και μουσικούς (Παρεμβολή, Floks, Αβιά κ.λπ.)...
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

μουσικά ελληνοσουηδικά Χριστούγεννα στη Στοκχόλμη του ’80

Tα Χριστούγεννα του 1980 στο δεύτερο κανάλι της σουηδικής τηλεόρασης, το TV2, ο Πάνος Σαββόπουλος μαζί με την Αντιγόνη Δήμου παρουσιάζουν ένα εορταστικό πρόγραμμα, διάρκειας περίπου 100 λεπτών με θέμα τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα τα ελληνικά, όπως τα γιόρταζαν οι Έλληνες στη Σουηδία, αλλά και τα σουηδικά – όπως, επίσης, μπορεί να τα γιόρταζαν οι Έλληνες μαζί με τους Σουηδούς στις μεικτές οικογένειες ή τις παρέες.
Ποιοι ήταν, λοιπόν, οι έλληνες καλλιτέχνες που θα πλαισίωναν εκείνη τη σουηδική, χριστουγεννιάτικη εκπομπή και που θα δημιουργούσαν τον πιο ισχυρό πόλο μιας… εθιμικής τηλεοπτικής περιπέτειας, διανθισμένης με κάλαντα, χριστόψωμα και καλικαντζάρους;
Η Δόμνα Σαμίου με τον Πέτρο Καλύβα στο κλαρίνο, η Ευγενία Φακίνου με τη δική της Ντενεκεδούπολη και ακόμη ο Διονύσης Σαββόπουλος με την Οπισθοδρομική Κομπανία (Ελευθερία Αρβανιτάκη τραγούδι, Γιάννης Εμμανουηλίδης μπουζούκι, Στράτος Στρατηγόπουλος κιθάρα, Άγγελος Σφακιανάκης μπαγλαμάς, Πέτρος Εξαρχάκος ακορντεόν), που εκείνη την εποχή (χειμώνας 1980-81) συνεργάζονταν στον Σκορπιό, στην Πλάκα, στην παράσταση «Γιγανταιώρημα»…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/54133

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

PRINS OBI δισυπόστατες έννοιες

Βασικό μέλος των Baby Guru, ο Prins Obi εμφανίζεται τώρα στη δισκογραφία μ’ ένα χειροπιαστό προσωπικό LP που έχει τίτλοNotions [Inner Ear, 2014]. O ίδιος έχει γράψει μουσική και στίχους σχεδόν σε όλα τα τραγούδια (μόνο το “Couples” είναι γραμμένο σε συνεργασία με τον KU), ενώ στην ηχογράφηση παίρνουν μέρος, πέραν του ιδίου που τραγουδά, παίζοντας πλήκτρα, κιθάρες και κρουστά, οι υπόλοιποι Baby Guru (King Elephant και Sir Kosmiche), ένας ακουστικός κιθαρίστας (Kon Kon), κάποια Christina (φωνητικά σ’ ένα κομμάτι) και ο KU (φωνητικά στο… ημιδικό του “Couples”). Το όλον ακρόαμα –και ας το πω από την αρχή– δεν έχει κάποια σχέση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με τον ήχο των Baby Guru. Είναι μια πιο απλή και κάπως «χειροποίητη» κατασκευή, την οποίαν φέρνουν εις πέρας βασικά τα σύνθια (moog) και τα πλήκτρα. Υπάρχουν βεβαίως και κιθάρες, μπάσο, ντραμς και τα λοιπά όπως προείπαμε, αλλά τα keyboards είναι εκείνα που χαρακτηρίζουν τον ήχο του Prins Obi. Απ’ αυτή την άποψη θα μπορούσε να αναζητηθούν βαθιές ταυτίσεις με την τραγουδοποιία του Brian Eno, ή ελαφρές με κάτι… ξέμπαρκους τύπους σαν τον Lewis (τα άλμπουμ του οποίου “L'Amour” από το 1983 και “Romantic Times” από το 1985 επανεξέδωσε πριν λίγο καιρό η Light in the Attic). Δεν λέω πως ο Prins Obi είχε υπ’ όψιν του τον Lewis – αν είναι δυνατόν… Λέω, απλώς, πως η τραγουδοποιία του έχει κάτι που τον θέτει κάπως… εκτός εποχής. Ένα ψυχεδελικό ρετρό, που κόβει οριζοντίως… βίους και αναβιώσεις.
Μοιάζουν πρωτόλεια τα κομμάτια του Γιώργου Δημάκη (το πραγματικό όνομα του Prins Obi) καθώς συνομιλούν με το «χαμένο», παρότι ορισμένες φορές είναι τόσο εμπνευσμένα αγγίζοντας… εξωπραγματικά όρια. Ναι! Το λέω ακούγοντας το “The warmest colour”, ένα καταπληκτικό τραγούδι, με πολύ ιδιαίτερη μελωδία, κι ένα ρεφρέν που λειώνει στο στόμα σου (μου θύμισε μεγάλες στιγμές των sixties (και ας μην πω τι…). Φυσικά, όλα τα υπόλοιπα tracks δεν είναι του αυτού επιπέδου (δεν θα μπορούσε να ήταν του αυτού επιπέδου), παρά το γεγονός πως υπάρχουν κι άλλες εμπνευσμένες στιγμές στο “Notions”, όπως ας πούμε το “Evening grown”, που έχει άψογη «συντ-μπαρετική» ανάπτυξη, ή και το εισαγωγικό “Weekend lovers”. Γενικώς, ο Syd Barrett, αλλά και ο Van Dyke Parks, είναι από τους φάρους που θα μπορούσε (θα μπορούσε λέω) να φωτίζουν τις πιο σκοτεινές πτυχές του άλμπουμ, ασχέτως αν οι ενοργανώσεις είναι εκείνες που παρέχουν εν τέλει «ταυτότητα» στο οριστικό αποτέλεσμα. Ενδιαφέρον έχει επίσης και το… χορευτικό “Kineta” (το οποίο στο innersleeve αποκαλείται “Notions”).
Ο Prins Obi, γενικώς, συλλέγει ό,τι του κάνει και ό,τι του αρέσει απ’ όλες τις δεκαετίες (sixties, seventies, eighties βασικά), δημιουργώντας αυτό το κάπως αυτοσχέδιο κιμπορντικό patchwork, που ορισμένες φορές γειτνιάζει με την «καλτίλα». Τα όρια, εννοώ, ανάμεσα στην πραγματική δημιουργία και την ηθελημένη απόπειρα να προσεγγίσεις το «είδωλο», προβάλλοντας μια προσωπική αυτάρκεια, δεν είναι πάντα και εντελώς διαχωρισμένα. Το ένα μπερδεύεται μέσα στο άλλο, με το ακρόαμα να σχοινοβατεί ενίοτε ανάμεσα στο αληθινά υψηλό και σε μια κάποια (ανεπιτήδευτη νομίζω) αντανάκλασή του. 
Επαφή: www.inner-ear.gr

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΓΟΠΟΥΛΟΣ «έφυγε» μια ανθρώπινη πολιτική μορφή μέσα στο βούρκο των ημερών

Πέθανε την Παρασκευή το βράδυ ο Νίκος Καργόπουλος (1948-2014), ιδρυτικό στέλεχος του ΑΣΚΕ (Αγωνιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας) και πιο πριν μέλος του ΠΑΣΟΚ. Σπάνια περίπτωση συνεπούς αριστερού ιδεολόγου (με αντιχουντική δράση και μεταπολιτευτική αγωνιστικότητα), ο Καργόπουλος εμφορείτο από τις δημοκρατικές σοσιαλιστικές ιδέες και κυρίως από εκείνη της αυτοδιαχείρισης – κύριο εργαλείο στην προσπάθεια ενός σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Μεταφέρω αυτολεξεί τη χθεσινή ανακοίνωση του κόμματός του πριν συνεχίσω:
«Ο σύντροφός μας, ο φίλος μας και πρωτεργάτης του Αγωνιστικού Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας Νίκος Καργόπουλος έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Η ζωή του ήταν συνυφασμένη με τον ασυμβίβαστο αγώνα για μια Ελλάδα ελεύθερη, εθνικά ανεξάρτητη και κοινωνικά δίκαιη με ήθος, αξιοπρέπεια, ανιδιοτέλεια και ανθρωπιά, χαρίσματα αναγνωρισμένα απ’ όλους όσους τον γνώρισαν. Ο Νίκος είναι παράδειγμα για τους επόμενους που θα συνεχίσουν ν’ αγωνίζονται για τα ίδια ιδανικά, γι’ αυτό θα είναι πάντα δίπλα μας. Καλό ταξίδι σύντροφε και φίλε μας».
Για κάποιους από εμάς, που μεγαλώναμε (και ιδεολογικοπολιτικά) στα πρώτα χρόνια του ’80, που δεν μας ενδιέφερε να ενταχθούμε στην ΚΝΕ ή τον Ρήγα, και που αντιμετωπίζαμε το ΠΑΣΟΚ ως ένα πείραμα προς μια κάποια σοσιαλιστική μετάβαση (έτσι μας έλεγαν) η παρουσία και ο ρόλος του Καργόπουλου, όσον αφορά στη γενικότερη συγκρότησή μας, υπήρξε καθοριστικός. Όλα περιστράφηκαν γύρω από την περίφημη εισήγησή του, την αποκαλούμενη και «αντιεισήγηση Καργόπουλου», που παρουσιάστηκε στην Κεντρική Επιτροπή τού (τότε) κυβερνώντος κόμματος, το καλοκαίρι του ’83 (30-31/7). Ο Νίκος Καργόπουλος δεν ήταν κάποιο τυχαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, αλλά ο γραμματέας της παντοδύναμης Επιτροπής Οργανωτικού (ήταν υψηλά ιστάμενος δηλαδή). Οι παρατηρήσεις και οι διαπιστώσεις του στην «αντιεισήγηση», μέρος της οποίας είχε δημοσιευτεί εκείνη την εποχή στο περιοδικό Σχολιαστής, έφεραν πολλούς από εμάς «στα ίσια μας», δείχνοντάς μας, από τότε, πως το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά ένα ακόμη «πρόσωπο» στη διαχείριση της εξουσίας, ένας μηχανισμός που βρισκόταν στον αντίποδα όλων εκείνων που είχε αφεθεί να εννοηθούν στην προ του ’81 περίοδο. Έλεγε ο Καργόπουλος (Σχολιαστής, #6, 9/1983):
«Οι 18 μήνες διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ μας έχουν γεμίσει βαθιά λύπη και ανησυχία. Είχαμε με πάθος πιστέψει ότι με τις εκλογές της 18.10.1981 θα μπαίναμε στον τρίτο δρόμο για το σοσιαλισμό, για μια κοινωνία που θα ’βρισκαν εφαρμογή οι ιδέες της αυτοδιαχείρησης. Προϋπόθεση γι’ αυτό ήταν στην πρώτη κρίσιμη φάση να γίνουν εκείνες οι θεσμικές και δομικές αλλαγές που θα προσδιόριζαν τα επόμενα βήματα και άλματα, με το λαό πρωταγωνιστή.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αντίθετα , αφού στάθηκε για ένα χρόνο περίπου αναποφάσιστη στο σταυροδρόμι, έκανε σαφές στη συνέχεια ότι ακολουθεί το δρόμο της ενσωμάτωσης στο σύστημα. Έτσι μπήκε στο δρόμο χωρίς γυρισμό που ακολούθησαν όλες οι ‘σοσιαλιστικές’ κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης. Δρόμο, όπου οι συμβιβασμοί θα γίνονται περισσότεροι και σοβαρότεροι με αναπόφευκτη συνέπεια και την αποδυνάμωση της ίδιας της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Η κομματική οργάνωση είναι υποβαθμισμένη. Το λαϊκό κίνημα βρίσκεται στη μεγαλύτερη από το ’74 ύφεσή του και ούτε είναι διατεθειμένο, ούτε μπορεί να στηρίζει την αλλαγή. (…) 
Φυσικά ο λαός αναγνωρίζει τη θετική προσφορά της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Αντίθετα με τις κυβερνήσεις της δεξιάς, που ήταν απόλυτα ευθυγραμμισμένες με την πολιτική γραμμή της Δύσης, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ακολουθεί μια πιο φιλειρηνική και πιο πατριωτική εξωτερική πολιτική. Ταυτοχρόνως, σε ορισμένους τομείς της δημόσιας ζωής προχώρησε με τόλμη στον εκδημοκρατισμό (αναγνώριση Εθνικής Αντίστασης, κατάργηση γιορτών μίσους). Αυτές οι αλλαγές όμως δεν ξεφεύγουν από τα όρια του συστήματος. Έχουν γίνει και στη Δυτική Ευρώπη και μάλιστα από κυβερνήσεις μη σοσιαλιστικές και φυσικά δεν είναι ικανές να ανακόψουν την πορεία προς την ενσωμάτωση.(…)».
Ο Καργόπουλος, που διαγράφεται από το ΠΑΣΟΚ τον Αύγουστο του 1983, ιδρύει το ΑΣΚΕ τον Φλεβάρη του ’84, παραμένοντας εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του, πιστός στις ιδέες του και αδιαφορώντας για τα ποικίλα ιδεολογικά παζάρια, που είχαν ενταθεί εν τω μεταξύ μετά και από την πτώση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Με συνεχείς αυτοτελείς καθόδους στις κατά καιρούς εκλογές, το ΑΣΚΕ μπορεί να μην ξέφυγε ποτέ από το όριο των λίγων χιλιάδων ψήφων, είχε όμως σαφείς και ξεκάθαρες θέσεις σε όλα τα ζητήματα (π.χ. έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση και άρα και από την Οικονομική και Νομισματική), που έμπαιναν κάθε φορά στην ατζέντα – ένα γεγονός που «εμπόδιζε» κατά μίαν έννοια τη συμπόρευσή του με άλλα κόμματα, στερώντας το έτσι από ένα «καλύτερο» εκλογικό αποτέλεσμα.
Τα τελευταία χρόνια, μετά τον μεταναστευτικό πανικό που σφραγίστηκε από το «Δουβλίνο II», και που είχε ως ολέθρια συνέπεια, όσον αφορά στη χώρα μας, τη διόγκωση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής (αυτός ήταν ένας από τους βασικότερους λόγους), το ΑΣΚΕ υπό τον Καργόπουλο κινήθηκε ακόμη περισσότερο προς πατριωτικές κατευθύνσεις, διαφοροποιώντας τη θέση του από άλλα κόμματα της Αριστεράς – που παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες τους συμπλέουν, κατά βάση, με τους ακραίους νεοφιλελεύθερους και τις αγορές, όσον αφορά στη διαχείριση του μεταναστευτικού. Ας μην ανοίξουμε τώρα, πάντως, αυτή την κουβέντα, γιατί το ζήτημα εκτός από σοβαρό είναι και πολύπλοκο...
Στο βίντεο που ακολουθεί βλέπουμε και ακούμε τον Νίκο Καργόπουλο στο 5λεπτο του ΑΣΚΕ, που βιντεοσκοπήθηκε πριν από τις Ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου 2009. Πριν το ξέσπασμα του χάους δηλαδή… Οι κρίσεις δικές σας... Εις μνήμην…

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

ΝΟΤΕΣ το πρώτο μοντέρνο ελληνικό μουσικό περιοδικό*

Για εμάς του μουσικόφιλους έχει ιδιαίτερο νόημα αυτή η ανάρτηση, επειδή θα μας συνδέσει με την αρχή της μουσικής-περιοδικής δημοσιογραφίας στην Ελλάδα. Ας πάμε λοιπόν αρκετά πίσω στο χρόνο, στο 1961, όταν ξεκινά την έκδοσή του το περιοδικό Νότες.
Πάει καιρός από τότε που είχα εντοπίσει ένα τεύχος τού συγκεκριμένου εντύπου στο Μοναστηράκι (το #5 από τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο του ’61), το οποίο έπεσε ξανά μπροστά μου πριν κανα μήνα ψάχνοντας, στο σπίτι πια, για κάτι άλλο. Είπα λοιπόν να το κρατήσω σε προτεραιότητα, εξαιτίας και του χριστουγεννιάτικου εξωφύλλου του, πράγμα που σήμαινε πως θα έπρεπε να γράψω κάτι γι’ αυτό προς τις ημέρες των γιορτών. Το πράττω. Δεν χρειάζεται να πω πως στο δίκτυο δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά ή πληροφορία για τις Νότες, και γι’ αυτό θα παρακαλέσω όποιον αναγνώστη μπορεί να γνωρίζει κάτι περισσότερο να το προσθέσει…
Οι Νότες κυκλοφορούν για πρώτη φορά περί το καλοκαίρι του 1961 (καιρό πριν την εφημεριδούλα του Νίκου Μαστοράκη Δισκοθήκη, που εκδόθηκε την επόμενη χρονιά) με εκδότη-διευθυντή κάποιον Ιωάννη Τσίμπο και υπεύθυνο σύνταξης έναν Νίκο Παπαδημητρίου. Να πω επίσης πως όλα τα κείμενα (του εν λόγω τεύχους) είναι ανυπόγραφα και πως δεν αναγράφονται πουθενά τα υπόλοιπα ονόματα που μπορεί να συμμετείχαν στην έκδοση. Το πρώτο, ναι το πρώτο, κείμενο του περιοδικού, κάπως σαν ειδησούλα, έχει τίτλο «Κομμουνιστικαί Αξιώσεις»(!) και σχετίζεται με τη γενικότερη αντικομμουνιστική προπαγάνδα της εποχής. Αντανακλά, δε, μιαν αντίληψη που διαμορφωνόταν, τότε, στη Δυτική Ευρώπη περί «επιστροφής της σοβιετικής τέχνης στον σταλινισμό» (βλέπε π.χ. το πρώτο τεύχος του αντικομμουνιστικού περιοδικού Σοβιετολογία του Γεωργίου Γεωργαλά, ή Γιωργαλά όπως γραφόταν τότε, από τον Ιανουάριο του 1960). Μεταφέρω ολόκληρο το αρθράκι από τις Νότες:
«Μόνον οι κομμουνισταί μουσικοί της Α. Γερμανίας έχουν το δικαίωμα να παίζουν Μπετόβεν. Αυτό τουλάχιστον βεβαιώνει η εφημερίς “Φόρουμ” της Α. Γερμανίας, συγκρίνουσα τον συνθέτην με τον Φρειδερίκον Ένγκελς και με τον Καρλ Μαρξ. Αι συναυλίαι Μπετόβεν, που δίδονται εις την Δ. Γερμανίαν και ιδίως εις το Δ. Βερολίνον, αποτελούν πραγματική πρόκλησιν, λέγει η καθημερινή αυτή εφημερίς. Ο Μπετόβεν δεν είναι πλέον Μπετόβεν, όταν μεταδίδεται δια του ραδιοφώνου από τον αμερικανικόν τομέα του Βερολίνου και κάθε καλός Γερμανός δημοκράτης οφείλει να αρνήται να ακούη ακόμη και την μουσικήν, την προερχομένην εκ της Δύσεως, συμπεραίνει η εφημερίς».
Στις αρχές του ’60, στην Ελλάδα, η έννοια «μουσική για τη νεολαία» ήταν πολύ περιορισμένη, και αφορούσε βασικά στη λεγόμενη «κλασική». Τούτο το ισχυρίζομαι διαβάζοντας όχι μόνο τις Νότες, αλλά και άλλα νεολαιίστικα έντυπα της εποχής (Σκαπάνη, Πανσπουδαστική...). Παρά ταύτα στις Νότες, που πιθανώς δανείζονταν-μετέφραζαν κείμενα από τα γαλλικά περιοδικά εκείνης της περιόδου (Jazz Magazine, La Discographie Française, Diapason…) εντοπίζονται τα πρώτα δείγματα πραγματικά νεανικής μουσικής θεματολογίας. Υπάρχει ας πούμε κείμενο για τον Johnny Hallyday, το οποίο τιτλοφορείται «Τζώννυ! Είσαι θεός ή δαίμονας; Αλλά ο Τζώννυ Χαλλιντέυ είναι μάλλον δημιούργημα της παντοδυνάμου διαφημίσεως!!». Άλλα άρθρα του τεύχους αφορούν στον Σπύρο Σαμάρα (τον συνθέτη του «Ολυμπιακού Ύμνου» και της «Ρέας»), στη μουσική πόλη Σάλτσμπουργκ, στην «Αΐντα» του Βήλαντ Βάγκνερ (σκηνοθέτης, εγγονός του Richard Wagner), στον Λιστ, στον Olivier Messiaen (ενδιαφέρον κείμενο), ενώ υπάρχουν και παρουσιάσεις δίσκων – πολλοί της κλασικής και ακόμη λόγια για το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Μάνου Χατζιδάκι, όπως και για τραγούδια από τις 45 στροφές της Brenda Lee, του Paul Anka, ή του Johnny Tillotson.
Ο Σπύρος Πιπεράκης στον Βασιλικό Ναυτικό Όμιλο. Πίσω η τότε πριγκήπισσα Σοφία.
Όμως το πραγματικά ενδιαφέρον φωτοκείμενο του συγκεκριμένου τεύχους του περιοδικού Νότες, είναι εκείνο που αφορά στον σπουδαίο έλληνα, αριστερόχειρα, ηλεκτρικό κιθαρίστα Σπύρο Πιπεράκη (1931-2011), γνωστός σε όλους πρώτα ως συνεργάτης του Μάνου Χατζιδάκι. Γίνεται αναφορά… στις τελειότατες εγκαταστάσεις και στο πλήθος των μηχανημάτων του προσωπικού του στούντιο, ενώ τον βλέπουμε σε διάφορες πόζες να παίζει πότε για την Jayne Mansfield, πότε για τις πριγκίπισσες Σοφία (σημερινή βασίλισσα της Ισπανίας) και Ειρήνη, πότε για τον Ντίνο Ηλιόπουλο και πότε για τον Βασιλικό Ναυτικό Όμιλο. Ως γνωστόν οι γαλαζοαίματοι το 1961 αντιπροσώπευαν ακόμη την πιο «καθαρή», υποτίθεται, νεολαιίστικη εικόνα, πράγμα το οποίον το έκαναν κατάπλασμα στον κόσμο ουκ ολίγα περιοδικά της εποχής (από τις Εικόνες, έως τις Νότες).

* Μέχρι να εμφανισθεί κάποιο παλαιότερο αυτό θα είναι το πρώτο.

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

MECHANIMAL electro-rock ωδές

Ξεκίνησα ν’ ακούω το «Secret Science» [Inner Ear, 2014] των Mechanimal με μια κάποια προσμονή είναι αλήθεια, και τούτο γιατί το ντεμπούτο LP τους από το 2012 (δεν ξεχνώ και το 45άρι τους στην αρχή της χρονιάς) είχε δημιουργήσει, και δικαίως, πολύ υψηλές προσδοκίες.
Οι Mechanimal του σήμερα (Freddie Faulkenberry φωνή, Κώστας Ματιάτος κιθάρες, Γιάννης Παπαϊωάννου αναλογικά και ψηφιακά πλήκτρα, φωνητικά, Αγγελική Βρεττού βίντεο) δεν είναι, επί της ουσίας, πολύ διαφορετικοί από εκείνους τους προ διετίας – θα έλεγα, μάλλον, πως δεν είναι καθόλου διαφορετικοί, κάτι που, για ορισμένους, μπορεί να εγείρει ένα ζήτημα.
Υπάρχουν ακροατές που επιθυμούν, φερ’ ειπείν, ένα συγκρότημα να προχωράει, να πηγαίνει «παρακάτω» με κάθε επόμενη δουλειά του. Είναι μια άποψη αυτή… μέσα στην ασάφειά της. Άλλοι θέλουν, όμως, ένα γκρουπ να βαθαίνει στον ήχο που έχει δημιουργήσει, μένοντας πιστό στις βασικές αισθητικές αρχές του. Ναι μεν να τροφοδοτεί με ψιλές και υψηλές παρεμβάσεις το κύριο σώμα της μουσικής του, αλλά στην πράξη να παραμένει ίδιο. Υπάρχει, πάντως, κι ένα τρίτο… Τι πρεσβεύει το ίδιο το γκρουπ. Πώς το ίδιο αντιμετωπίζει την πορεία του στο χρόνο…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/cityvibe/53988

CHRIS FORSYTH & NATE WOOLEY το τρίτο

Ο Αμερικανός Chris Forsyth είναι κιθαρίστας με ήχο ιδιότροπο, που ηχογραφεί εκτενώς την τελευταία δεκαετία. Συνήθως κινούμενος προς μια πειραματική-αυτοσχεδιαστική κατεύθυνση είναι ικανός να δημιουργεί πρωτότυπα εικονοκλαστικά περιβάλλοντα, παράγοντας «χαλιά» κιθαρισμών, με τους βόμβους να έχουν μεγάλο μερίδιο στις ηχητικές επιλογές του. Στο discogs καταγράφονται καμμιά 20αριά CD και LP του, με το πιο πρόσφατο, αυτό που έχει τίτλo “Third” [Rekem Records, 2014], να αποτελεί ελληνική παραγωγή. Αμερικανός, όμως, είναι και ο τρομπετίστας Nate Wooley, ένας από τους πιο αναγνωρισμένους παίκτες της νεοϋορκέζικης σκηνής (πάντα κινούμενος εντός του improv, noise περιβάλλοντος), συνεργάτης μεταξύ άλλων και των John Zorn, Anthony Braxton, Fred Frith και Evan Parker. Άρα συζητούμε για δύο μουσικούς με ευρύ βιογραφικό, οι οποίοι, καθώς συνεργάζονται στο “Third”, το κάνουν ευρύτερο…
Third” λοιπόν, καθότι πρόκειται για την τρίτη συνεργασία των Forsyth & Wooley (είχε προηγηθεί το “The Duchess Of Oysterville” στην πορτογαλική Creative Sources το 2007 και το “The Duchess Is Dead, Long Live The Duchess” στην Chocolate Monk το 2009), ένα LP που αποτυπώνει βασικά ένα κομμάτι – το “Evening rage”, χωρισμένο σε δύο μέρη, καταλαμβάνει τις αντίστοιχες πλευρές του βινυλίου. Η ηχογράφηση είναι ζωντανή (Φιλαδέλφεια, USA, 16/3/2013)… και δεν θα είναι λάθος αν υποθέσουμε πως ό,τι φτάνει στ’ αυτιά μας προέρχεται από την τρομπέτα και την κιθάρα μόνο. Εννοώ, πως τα δύο όργανα πρέπει να ηχογραφούνται σε real time, χωρίς, κατ’ ανάγκην, σύγχρονη ή μεταγενέστερη ηλεκτρονική επεξεργασία. Εξάλλου τίποτα σχετικό δεν αναγράφεται στο οπισθόφυλλο.
Παρά ταύτα θα πω πως αυτός ο χωρισμός δεν είναι τυπικός. Το “Evening rage, Part IΙ” δεν είναι μια γραμμική συνέχεια, σώνει και καλά, του “Evening rage, Part I” – εννοώ πως καταγράφονται πλείστες όσες ανατροπές καθώς αναπτύσσονται οι μουσικές των Forsyth και Wooley, και πως, στην ουσία, η δύναμη κι η αγριότητα, με τους χαμηλούς τόνους και την επικίνδυνη ηρεμία βρίσκονται σε μια διαρκή όσο και διαλεκτική επικοινωνία. Η εισαγωγή, για παράδειγμα, του “I” είναι «ακραία». Ένα βιομηχανικό θορυβώδες παρανάλωμα, που θα μπορούσε να θυμίζει από Sonic Youth μέχρι οτιδήποτε σχετικό ή ανάλογο. Καθώς το track προχωρά ο βόμβος αναγορεύεται σε βασική ηχητική πράξη – με τους δύο improvisers να παράγουν, πράγματι, αδιανόητα ηχοχρώματα. Θέλω να πω πως αν δεν ξέρεις από πού προέρχονται όσα ακούς, θα μπορούσε να υποθέσεις πως αφορούν σ’ ένα  prepared πιάνο κι ένα σετ κρουστών (ή σε κάποιον άλλο συνδυασμό). Οι Forsyth και Wooley δεν νοιάζονται δηλαδή μόνο για την «παροχέτευση» του ήχου τους, αλλά και για το πώς θα μετατρέψουν τα όργανά τους (μια κιθάρα και μια τρομπέτα υπενθυμίζω) σε… παν-όργανα. Στο μέρος “II” τούτο είναι ακόμη πιο εμφανές με τη φαντασία των παικτών να οργιάζει και με τα δύο όργανα ν’ ακούγονται περισσότερα κοντά στη φύση τους (η κιθάρα κυρίως), με την τρομπέτα να παράγει διαρκείς… σειρήνες και βόμβους, εξωθώντας και αυτή την πλευρά στα «άκρα».

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

STEFANO LUIGI MANGIA τραγουδώντας John Cage

Ο ιταλός βοκαλίστας και συνθέτης Stefano Luigi Mangia (γενν. το 1981) ίσως είναι γνωστός σε κάποιους από τα άλμπουμ του στη βρετανική Leo – έχει κυκλοφορήσει εκεί (μαζί με άλλους) τα “Painting on Wood” (2009), “Ulysses” (2012) και “Glad to be Unhappy” (2014). Με σπουδές σε ωδεία και πανεπιστήμια, ο Mangia έχει καταφέρει στα 33 χρόνια του να βρεθεί δίπλα σε επίλεκτα στελέχη της ιταλικής improv σκηνής (Gianni Lenoci, Stefano Battaglia, Paolo Damiani…), συνεργαζόμενος ακόμη και με «αστέρες» του χώρου, όπως τους Carlos Zingaro, Karl Berger, Marcus Stockhausen ή την Joëlle Léandre. Μέρος των γενικότερων σπουδών του αποτέλεσαν βεβαίως οι ποικίλες τεχνικές των βοκαλισμών (άκου π.χ. τις φωνές των Μογγόλων που τραγουδάνε με τον λάρυγγα, όντας «μάστορες» σ’ αυτό), πράγμα το οποίον καταθέτει στο πολλάκις ενδιαφέρον John Cage/ cagExperience [Amirani, 2014].
Εδώ ο ιταλός βοκαλίστας αποδίδει, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, έργα του John Cage (1912-1992). Πιο συγκεκριμένα τα: “Aria” (1958), “Four6” (1992), “Solo for voice n.17” από τα “Songbooks I” (1970), “Solo for voice n.72” από τα “Songbooks II” (1970) και “Experiences No.2” (1948). Στα τρία απ’ αυτά (το “Four6” και τα δύο “Solo for voice”) τον Mangia συνοδεύει στα ηλεκτρονικά ο Gianni Lenoci. Το άλμπουμ συνοδεύει booklet με μεσοστιχίδες (mesostics) του Stefano Pocci και κάποια βιογραφικά των καλλιτεχνών.
Φυσικά, βλέποντας τις μεσοστιχίδες (σ’ ένα κείμενο ή σ’ ένα ποίημα, όταν μια κάθετη φράση ή λέξη τέμνει τις οριζόντιες γραμμές του κειμένου ή του ποιήματος) θυμήθηκα αμέσως το έργο του Cage Sixty-Two Mesostics Re Merce Cunningham και το απόσπασμά του που απέδωσε ο Demetrio Stratos σ’ εκείνο το LP της Cramps το 1974. Ο Mangia έχει ακούσει οπωσδήποτε Stratos, παρότι η δική του άποψη για τον βοκαλισμό δεν πάει τόσο μακριά – ή, μάλλον, έχει άλλη κατεύθυνση, για να είμαι πιο ακριβής. Η φωνή του, πάντως, είναι αρκετά «εύπλαστη», δίχως να χάνει την… ανθρώπινη χροιά της, παρά τις επιμέρους τεχνικές, τις σχετικές με το overtone singing, ή τα multiphonics.
Στο “Aria” αφιερωμένο στην Cathy Berberian, ο Cage περιγράφει ένα πρώτο επίπεδο φωνητικών timbre, το οποίον όμως ολοκληρώνει ο ερμηνευτής επιλέγοντας τις δικές του λέξεις ή μη λέξεις κατά την διάρκεια της (φωνητικής) άσκησης. Ο Mangia επιλέγει μια σειρά παραφθαρμένων λέξεων-φράσεων σε μια μη γλώσσα, «κάπως» γλώσσα ή κανονική γλώσσα (την μητρική του ας πούμε), δίχως να καταφεύγει σε αναγκαστικές ακρότητες. Το 30λεπτο “Four6”, ήταν αφιερωμένο στις Pauline Oliveros, Joan La Barbara και στους William Winant, Leonard Stein και αρχικώς αφορούσε σε τέσσερις παίκτες, ο καθένας εκ των οποίων θα επέλεγε να παράξει 12 διαφορετικούς ήχους εντός ενός κάπως εύπλαστου χρονικού πλαισίου. Οι ήχοι θα έπρεπε να είχαν σταθερό πλάτος, συγκεκριμένη αντηχητική δομή κ.λπ. Στην περίπτωσή μας το έργο αποδίδεται από δύο (και όχι από τέσσερις παίκτες). Αυτό το κάνει φαινομενικώς πιο γραμμικό, παρότι τα multiphonics του Mangia και οι επινοήσεις του Lenoci στα ηλεκτρονικά προσθέτουν «επίπεδα». Tα “Song Books (Solos for Voice 3–92)” αποτελούν μια συλλογή σύντομων στο χρόνο συνθέσεων του John Cage. Οι συγκεκριμένες, η «17» και η «72» εννοώ, αφορούν σε φωνή και ηλεκτρονικά, τα soli των οποίων σημειογραφούνται (όταν σημειογραφούνται) μ’ έναν κάπως περίπλοκο τρόπο. Σίγουρα υπεισέρχεται το προσωπικό στοιχείο, υπάρχουν όμως και «οδηγίες» που υπηρετούν το όραμα του Cage (να συνδέσει δηλαδή σ’ ένα «σώμα» δύο από τις μεγαλύτερες επιρροές του, τον Satie και τον Thoreau). Οι Ιταλοί, προφανώς έχουν διαθέσιμη την παρτιτούρα και πιθανώς ακόμη την πλήρη αποτύπωση των “Song Books” από τους Lore Lixenberg, Gregory Rose και Robert Worby στο προπέρσινο 2CD της Sub Rosa. Στο έσχατο “Experiences No.2” του 1948 για σόλο φωνή ο Cage μελοποιεί κατά βάση (για μια παραγωγή του Merce Cunningham) ένα ποίημα του E. E. Cummings (το “III”, ένα από τα “Sonnets-Unrealitiesfor Tulip and Chimneys του 1923). Ο Stefano Luigi Mangia μας χαρίζει ένα μαγικό τραγούδι. Το γεγονός ότι μετέφερε σ’ εμένα ένα κλίμα exotica, είναι μια προσωπική αίσθηση…