Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΜΑΤΣΙΟΥΛΗΣ το νέο LP «Επιδρομή από τον Άρη»

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 άκουσα για πρώτη φορά το 45άρι του Σωτήρη Κοματσιούλη «Επιδρομή από τον Άρη/ Σαν τον άνεμο» [Pan-Vox PAN 6447, 1972] και εξομολογούμαι πως μου είχε καρφωθεί από τότε στη μνήμη. Ήταν το έξοχο παίξιμο των μουσικών (μια line-up των Sounds βασικά, λίγο πριν τα τελειώματά τους), ήταν η ωραία φωνή του τραγουδιστή, ήταν τα ίδια τα κομμάτια – ιδίως το δυναμικό «Επιδρομή από τον Άρη» ένα παράξενο χριστιανικής αντίληψης track, ίσως το ωραιότερο δείγμα ελληνικού xian-rock που ηχογραφήθηκε ποτέ (σε μιαν εποχή άνθησης του… χίπικου xian-rock και στην πατρίδα του, την Αμερική). Μερικά χρόνια αργότερα, πρέπει να ήταν καλοκαίρι του ’88 ή ’89, εντελώς συμπτωματικά είχα δει τον Σωτήρη Κοματσιούλη σ’ ένα λαϊκό μαγαζί της Κυψέλης να στηρίζει το πρόγραμμα, δίχως να επιδιώξω να μιλήσω μαζί του –όντας μέσα στην τρέλα της βραδιάς και της παρέας–, ένα γεγονός που το είχα αναφέρει μέσες-άκρες και στο βιβλίο μου το σχετικό με το ελληνικό ροκ «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Δελφίνι, Αθήνα 1996].
Οι Lovers με τον Σωτήρη Κοματσιούλη στον Πλαταμώνα το 1970
Το 2008 (τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς) γράφω ένα κείμενο στο περιοδικό Jazz & Τζαζ (τεύχος 184), που είχε τίτλο… «ο πιο καλός τραγουδιστής μεσ’ τ’ αστέρια εχάθη» (από το γνωστό τραγούδι του Κώστα Τουρνά «Ο πιο καλός τραγουδιστής»), με αφορμή την επανέκδοση του LP «Αστρόνειρα» από την Anazitisi Records. Σημείωνα εκεί:
Στα πρώτα χρόνια του ’70 το ελληνικό ροκ επιχειρεί να βρει μια ταυτότητα. Ο λεγόμενος κοινωνικός στίχος, εκείνος που καταπιάνεται εμφανώς ή με καλυμμένο τρόπο με τα καθημερινά ζόρια είναι προνόμιο ολίγων (Εξαδάκτυλος, Σαββόπουλος, Δάμων και Φιντίας, Μπουρμπούλια, Γκαϊφύλλιας). Αρκετά συγκροτήματα και καλλιτέχνες γράφουν όμορφα λόγια (Πελόμα Μποκιού, Γιώργος Ρωμανός, Poll) σ’ ένα απλό, ποιητικό ενίοτε, πλαίσιο, ταιριάζοντάς τα φυσικά με ωραίες μουσικές, ενώ, παράλληλα, αρχίζει να διαμορφώνονται και ορισμένες θεματικές τάσεις, οι οποίες γρήγορα εξελίσσονται σε μανιέρα. Μία ασχολιόταν με τους… κατατρεγμένους. «Τυφλοί», «κουτσοί», «τρελοί» και λοιπά καπρίτσια της ειμαρμένης (ζητώ συγγνώμη για τους χαρακτηρισμούς, δεν με αντιπροσωπεύουν), αλλά και «αλήτες», «ζητιάνοι» ή «τσιρκολάνοι», μετατρέπονται πάραυτα σε ήρωες. Μία άλλη τάση αφορούσε σε θέματα που δανείζονταν την ουσία τους από το υπερπέραν. Αναζητείται στο πλανητικό ή διαγαλαξιακό χάος η... τιμωρία για μια Γη που... παραστράτησε, που... λησμόνησε τον προορισμό της, που καταστρέφεται από την αλόγιστη ανθρώπινη συμπεριφορά. Πρώιμες οικολογικές ανησυχίες; Σχεδόν.
Οι Sounds (σε στίχους Ρέτης Ζαλοκώστα) τραγουδούν το 1970 το «Έτος 2525» μεταφέροντας την φουτουριστική επιτυχία των Zager & Evans στη γλώσσα μας, ενώ ο Σωτήρης Κοματσιούλης με την «Επιδρομή από τον Άρη» το 1972 «Πανικοβληθήκαν όλοι οι άνθρωποι στη Γη, μάθαν απ’ τον Άρη πως θα γίνει εισβολή... διαστημόπλοια θα γεμίσει ο ουρανός, μ’ αν θελήσει θα μας σώσει ο θεός...» προσφέρει ένα pop-rock gem, με ωραίο hammond και κιθαριστικά «κεντήματα» για σεμινάριο. Την ίδια περίπου εποχή ο Γιάννης Πετρίτσης βάζει τον «Αρειανό» (1973) να λέει… «δεν σας θέλουμε στον Άρη, σας το λέμε καθαρά», ο Ηλίας Ασβεστόπουλος με τους 2002 τραγουδούν το 1975 στον «Σιδερένιο Άνθρωπο» για το... διαστημόπλοιο από τον Άρη, που δεν ήταν άστρο ούτε φεγγάρι («Πάρε με του είπα από τη Γη, μαύρη ζωή, μαύρη ζωή...»), ο Ηρακλής Τριανταφυλλίδης (1976) ανοίγεται… «σε άλλους κόσμους μακρυνούς», εκεί όπου «ένα κομμάτι απ’ τη ψυχή μας ταξιδεύει, με υπόσταση που πήρε ύλη από το σύμπαν, και αναμνήσεις πρωτόγνωρες μας φέρνει», ενώ ο Ακρίτας (1973) είναι, από το εξώφυλλό του ήδη, μία κοσμική αλληγορία. Σ’ αυτή την κατηγορία τραγουδιών το «Επιδρομή από τον Άρη» έχει μια ξεχωριστή θέση.
Από το ένθετο του πρόσφατου LP στην Anazitisi Records
Αυτό το κείμενο του Jazz & Τζαζ το αναδημοσιεύω στο Δισκορυχείον σχεδόν δύο χρόνια αργότερα (28/3/2010) υπό τον τίτλο «Space hints… στο παλαιό ελληνικό ροκ», το διαβάζει ο Σωτήρης Κοματσιούλης και με παίρνει τηλέφωνο στο περιοδικό για να μ’ ευχαριστήσει επειδή είχα αναφερθεί και σ’ εκείνον (ήταν 13/4/2010). Με πληροφορεί, δε, πως ετοιμάζεται ένας δίσκος του (και) με ανέκδοτο υλικό –επρόκειτο για το LP του «Σαν τον Άνεμο» [B-οtherSide/ Lost Archives BSR003] που θα κυκλοφορούσε εκείνες τις μέρες, κάτι το οποίον γνώριζα ήδη από άλλη πηγή–, ενώ κανονίζουμε να τα πούμε και από κοντά (να κάνουμε μια συνέντευξη δηλαδή για το Jazz & Τζαζ). Είχε, μάλιστα, προλάβει να μου πει από τηλεφώνου πως βρισκόταν για πολλά χρόνια στην Αγγλία, πως είχε πάει εκεί με την μετέπειτα σύζυγό του Μαρία Βασιλείου (την «Ευδοκία» της θρυλικής ταινίας του Αλέξη Δαμιανού!), πως τον είχε βοηθήσει ο Robert Wyatt(!) στην αρχή της πορείας του, πως είχε γνωρίσει τον Bob Marley(!) και άλλα «παράξενα» και πως, τέλος πάντων, έκανε καριέρα στο Νησί ως Steve Gemos. Αν και το όνομα «Στηβ Γκέμος» το γνώριζα από ένα LP της RCA/BMG το 1993 –Στηβ Γκέμος & Απειλές «Απογείωση»– με τίποτα δεν μπορούσα να φανταστώ πως ο Στηβ Γκέμος και ο Σωτήρης Κοματσιούλης ήταν το ένα και το αυτό πρόσωπο.
Η συνέντευξη εκείνη δημοσιεύτηκε τελικώς στο τεύχος #207 του Jazz & Τζαζ (Ιούνιος, 2010), ενώ αναδημοσιεύτηκε και στο Δισκορυχείον ένα μήνα αργότερα, την 5/7/2010.
Έχω διάφορα να ρωτήσω, αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά. Πώς ξεκινάτε;
Η καριέρα μου ξεκινάει στη Λάρισα στα τέλη του ’60 –είχαν βρεθεί εκεί οι γονείς μου– και από πολύ μικρός 14-15 χρονών παίζω κιθάρα και τραγουδώ στους Lovers. Οι Lovers, τότε, ήταν από τα καλύτερα συγκροτήματα της περιοχής και τις συναυλίες μας διοργάνωνε ο Γιάννης Πετρίδης (σ.σ. υπηρετούσε τότε στη Λάρισα και έγραφε από ’κει ανταποκρίσεις σε περιοδικά της εποχής, κάνοντας, συγχρόνως, πρόγραμμα στον Στρατιωτικό Ραδιοφωνικό Σταθμό Λαρίσης). Παίζαμε σε διάφορους χώρους, σόουλ και ροκ κομμάτια της εποχής, και σ’ έναν απ’ αυτούς στο Rio Club, στον Πλαταμώνα, μ’ ακούει κάποιος και μου λέει να κατέβω στην Αθήνα.
Πότε ήρθατε στην Αθήνα και με ποιους ανθρώπους συναντηθήκατε;
Στην Αθήνα έρχομαι προς το τέλος του 1971 και γνωρίζομαι, αμέσως σχεδόν, με τον Άλκη Έξαρχο, που τότε ήταν μάνατζερ των Sounds. Επίσης με τον Όμηρο Αθηναίο, αλλά και με τον Νίκο Λαβράνο, που είχε ενθουσιαστεί μαζί μου. Όλοι με είχαν ακούσει και μου έλεγαν τα καλύτερα λόγια. Δεν άργησε δηλαδή να έρθει και το δισκογραφικό συμβόλαιο το ’71, στην Music Box, και να βγει το πρώτο εκείνο σινγκλ «Επιδρομή από τον Άρη/ Σαν τον άνεμο» στις αρχές του ’72. 
Μια χαρά ήταν το δισκάκι και με δυνατά παιξίματα… Είχε επιτυχία;
Να πω κατ’ αρχάς πως στην ηχογράφηση συμμετείχαν οι Sounds, που τότε, βέβαια, άλλαζαν συνέχεια μέλη. Ας πούμε, στα τύμπανα είναι ο Νίκος Αντύπας, στο hammond ένας Ιταλός ο Carlo, δε θυμάμαι το επώνυμό του (σ.σ. Argenziano), στις κιθάρες ο Αλούπης και κάποιος άλλος ονόματι Πέτρος… (σ.σ. Είναι η τελευταία περίοδος των Sounds, εκείνη που έδωσε το «Παράξενο ταξείδι», από 45άρι στην Pan-Vox κι αυτό). Τα τραγούδια είχαν επιτυχία. Σημαντική, για τα μέτρα της εποχής. Ήμουν πολύ μικρός ακόμη, 18-19 χρονών, με σταματούσαν στο δρόμο και μου σφύριζαν το «Σαν το άνεμο». Είχα καταλάβει πως άρεσα και πως με προωθούσαν σαν κάτι νέο. Ας πούμε σαν τον Πασχάλη ή τον Δάκη. Μ’ έψαχναν για τις εκπομπές τους ο Μαστοράκης, ο Τέρενς Κουίκ… Το καλοκαίρι του ’72 με βρίσκει στα Καμένα Βούρλα, όχι με τους Sounds βέβαια, αλλά μ’ ένα δικό μου γκρουπ τους Sea and Moon, παρουσιάζοντας πολλά δικά μου τραγούδια. Μεγάλη επιτυχία. Δεν μ’ άφηναν να φύγω από τη σκηνή, αν δεν έπαιζα τον «Κοσμά». 
Και στη συνέχεια πάλι Αθήνα;
Ναι. Το χειμώνα του ’73 μπαίνω στο ABC Club, στην Πατησίων. Πολύ καλό μαγαζί από το οποίο είχε περάσει ο Ντέμης Ρούσσος, ο Πασχάλης και πολλοί άλλοι. Στην μπάντα μαζί μου ήταν ένας κιθαρίστας, που αργότερα έκανε καριέρα δίπλα στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ο Χριστόφορος Κροκίδης. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και η Music Box, που έβλεπε τι γινόταν, μου ζητάει κι άλλα τραγούδια, τα οποία και δίνω. Μπήκαμε στο στούντιο και ηχογραφήσαμε 6 κομμάτια, που όμως χάθηκαν. Δεν ξέρω, αλλά κάποια απ’ αυτά που είχαν ένα κάπως προοδευτικό στίχο, θεωρήθηκαν αντιχουντικά κι από ’κει και πέρα αρχίζουν διάφορα ζόρια (σ.σ. διάβασα εκ των υστέρων, στην εφημερίδα Βορεινή, 12/2009, πως ένα κομμάτι είχε τίτλο «Κύριε ελέησον» και πως έθιγε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ζεύγους Martin και Marika Gesar, των ιδιοκτητών δηλαδή της Music Box). Κατ’ αρχάς μου ζητάνε ν’ αλλάξω συγκρότημα και από τους Foremost, που μέχρι τότε με συνόδευαν, να παίξω με τους Sunset. Αυτό με ρίχνει. Φεύγω από το ABC και κάνω παρέα με τους Κάστορες (Σιέρας, Φατούρος, Ρουμελιώτης) παίζοντας το καλοκαίρι του ’73 σ’ όλη την Ελλάδα. Πάντως, στη συνέχεια, πρέπει να έπεσαν περίεργα τηλεφωνήματα κι από ’κει όπου η Music Box με είχε για μεγάλα πράγματα πέφτω σε δυσμένεια. Μου ακυρώνουν κάθε μελλοντική έκδοση, δίχως, όμως, να μου σπάσουν και το συμβόλαιο. Να πω πως, τότε, με ήθελαν ο Γιάννης Πετρίδης στη Philips και ο Τάσος Φαληρέας στην Columbia... Ουσιαστικά, εκεί για μένα τελειώνει η υπόθεση «Ελλάδα». 
Με τη Μαρία Βασιλείου πώς γνωριστήκατε;
Ερχόταν στο ABC. Τότε η Μαρία ήταν ένα από τα κορίτσια της εποχής, που είχαν ισχυρά πατήματα (σ.σ. αναφερόμαστε στην πρωταγωνίστρια των ταινιών «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού, «Θίασος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, «Παιδιά των Λουλουδιών» και «Ερωτισμός και Πάθος» του Όμηρου Ευστρατιάδη). Ήταν πανέμορφη, είχε μεγάλες δυνατότητες, αλλά έβλεπε, ταυτοχρόνως, πόσο χάλια ήταν η κατάσταση στην Ελλάδα. Τότε ήταν που μου έριξε την ιδέα να φύγουμε, να πάμε στην Αγγλία. Μου έλεγε πως εκεί θα με βοηθούσε να ξεκινήσω κάτι νέο. Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ. Και όντως, στις αρχές του ’74 βρισκόμαστε στο Λονδίνο (σ.σ. η Μαρία Βασιλείου είχε γεννηθεί στο Λονδίνο κι έζησε εκεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της). Πριν, όμως, πρόλαβα κι έγραψα άλλα έξι κομμάτια στην Αθήνα, τα οποία ευτυχώς σώθηκαν, επειδή ήθελα να τα πάρω μαζί μου. Έτσι, σαν ανάμνηση. 
Πώς μπαίνει στη μέση ο Robert Wyatt;
Ο Robert Wyatt ήταν παιδικός φίλος της Μαρίας Βασιλείου, είχαν μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά. Ήταν λογικό να μου τον γνωρίσει. Μπαινοβγαίναμε σπίτι του, μετά το ατύχημα που είχε και τον άφησε παράλυτο. Μέσω του Wyatt γνώρισα κάποιους μουσικούς κι έτσι μπήκα στα Matrix Recording Studios για να ηχογραφήσω μερικές νέες συνθέσεις μου με αγγλικό στίχο – εξάλλου το όνομά μου ήταν πια Steve Gemos (από το επώνυμο της μητέρας μου), δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με τον… Κοματσιούλη. Ο Wyatt με ενθάρρυνε. Του άρεσε ο τρόπος που έδενα το μπουζούκι με το ροκ. 
Κι η συνέχεια;
Μπαίνω σ’ ένα μαγαζί, στο Diamonds, στην Baker Street – μαγαζί με ελληνικό πρόγραμμα για τους Έλληνες του Λονδίνου. Κάθισα δύο χρόνια εκεί, το 1975-76 ως κιθαρίστας και ενορχηστρωτής. Συνόδευσα τον Μανώλη Μητσιά, την Ρίτα Σακελλαρίου, την Μαίρη Λίντα, τον Φίλιππο Νικολάου… Βέβαια την ίδιαν εποχή και πιο μετά έπαιζα σε όλη την Αγγλία ως Steve Gemos. Έτσι, κάποια στιγμή έτυχε να μ’ ακούσουν κάποιοι τζαμαϊκανοί μουσικοί –εκείνη την εποχή η ρέγκε είχε μεγάλη πέραση στην Αγγλία και ήθελα κι εγώ να παίξω– οι οποίοι δεν ήταν άλλοι από τους Third World. Γνωριστήκαμε. Πήγα σπίτι τους, στην Ουαλία, σ’ ένα γκέτο να το πω, γίναμε φίλοι και κάποια στιγμή φεύγω μαζί τους για την Τζαμάικα…
Σαν τον άνεμο…
Έτσι ακριβώς. Στην Τζαμάικα μπόρεσα κι έπαιξα όλα αυτά που ήθελα, και τα ηχογράφησα κιόλας. Ήταν η εποχή όπου ο Bob Marley ήταν εθνικός ήρωας. Φυσικά, ήθελα να τον γνωρίσω – όπως κι έγινε. Δεν ήταν δύσκολο, αφού η ανιψιά του έπαιζε τότε πλήκτρα στους Third World.
Επιστρέφετε όμως στην Αγγλία…
Ναι, το 1980. Αγοράζω τότε ένα μαγαζί στο Μάντσεστερ με μπουζούκια, που πάντα είχαν πέραση σ’ ένα κοινό (Έλληνες και Άγγλους) ως κάτι το εξωτικό. Το μαγαζί πήγε πολύ καλά. Είχαμε μεγάλη επιτυχία. Εκεί γνωρίστηκα με τον Mike Timony, που τότε δούλευε με τους 10cc. Τότε στην Αγγλία είχε έρθει και ο Τζίμης Βατικιώτης. Τον είχε φέρει ο Rory Gallagher. Τον είχε γνωρίσει στην Ελλάδα (σ.σ. προφανώς, στη συναυλία της Αθήνας, τον Σεπτέμβριο του ’81), του άρεσε ως κιθαρίστας και του είχε πει να έρθει στην Αγγλία. Μέσω του Timony βρήκα τον Gallagher και από ’κείνον τον Βατικιώτη, με τον οποίον παίζαμε μαζί το 1982. Έτσι, η ορχήστρα των 10cc (γιατί είχαν ορχήστρα όταν έπαιζαν) ο Βατικιώτης κι εγώ μπήκαμε στα Strawberry Studios του Μάντσεστερ και ηχογραφήσαμε κάποια δικά μου κομμάτια σ’ ένα στυλ ντίσκο-ρέγκε, αλλά και ροκ, με ή χωρίς μπουζούκια. Τότε ήταν που ήρθαν και 10cc στο μαγαζί, για να μας ακούσουν. Το αποτέλεσμα ήταν να γνωριστούμε καλύτερα και να με πάρουν μαζί στην τότε περιοδεία τους (Αμερική, Ιαπωνία κ.ά.).
Στην Ελλάδα ερχόσασταν καθόλου;
Ερχόμουν. Προσπάθησα, μάλιστα, να περάσω ορισμένες δουλειές, αλλά όπου πήγα όλοι τις απέρριπταν. Δεν είμαι ο άνθρωπος που θα γλείψω και θα παρακαλέσω.
Παρ’ όλα αυτά βγήκε ένα LP το ’93…
Ναι, αλλά κι αυτό θάφτηκε από τη BMG. Κανείς δεν το πήρε χαμπάρι.
Κι από τότε είχατε να ξαναρθείτε στην Ελλάδα;
Σχεδόν. Έπαιζα κάποια καλοκαίρια στη Ζάκυνθο, αλλά βασικά έμενα στο Λονδίνο. Τώρα ήρθα με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου της B-Other Side. Είναι ένα άλμπουμ που θα περιλαμβάνει τα έξι τραγούδια που έγραψα πριν πάω στο Λονδίνο, το 1973, τα δύο τού σινγκλ της Pan-Vox, καθώς και τρία αγγλόφωνα, από ’κείνα που έφτιαξα το 1975.
Στο διάστημα 2010-2014 ο Σωτήρης Κοματσιούλης δεν σταμάτησε να εμφανίζεται σε μαγαζιά, ως ένας αληθινός rocker και να ηχογραφεί νέα ή… λιγότερο νέα τραγούδια του. Έτσι, πριν κάποιους μήνες μου έδωσε ν’ ακούσω ένα 50λεπτο άψογο CD-R με επανεκτελέσεις παλαιότερων σκοπών του. Αν και τα περισσότερα από τα κομμάτια τα είχα ξανακούσει μπορώ κάλλιστα να μιλήσω για μια καινούρια δουλειά, αφού δεν είναι απλώς η ηχογράφηση σημερινή, είναι και κατά τέτοιον τρόπο διατυπωμένη ώστε να μπορούμε να μιλάμε για ένα από τα πιο απολαυστικά (μένω στη λέξη) long plays ελληνικού, ελληνόφωνου ροκ του τελευταίου καιρού. Ναι, long plays, καθότι αυτά ακριβώς τα τραγούδια τυπώθηκαν τώρα σ’ ένα LP (300 αντίτυπα) υπό τον τίτλο «Επιδρομή από τον Άρη» από την Anazitisi Records.
Η τραγουδοποιία του Κοματσιούλη είναι ποτισμένη από τις ποιότητες των late sixties-early seventies (την καλώς εννοούμενη αθωότητα στις περιγραφές, την τέχνη και την τεχνική μέσω των οποίων γράφονταν τα κομψοτεχνήματα της εποχής, τον κοινωνικό στίχο κ.λπ.), οι οποίες στην πορεία συνδυάζονται με την ροκ τραχύτητα μερικών νέων (και πολύ καλών) μουσικών (Μάκης Αγούλος κιθάρα, Αλέξης Σούλης μπάσο, Νίκος Τρανάκας ντραμς, κρουστά, φωνητικά, Κατερίνα Μάνιου φωνητικά), που βρέθηκαν δίπλα στον τραγουδοποιό, ανεβάζοντας τα κομμάτια του στα ύψη.
Από τα highlights του άλμπουμ θα έλεγα πως ήταν τα –άγνωστα σ’ εμένα– δύο τραγούδια των Lovers (το «Έφυγε το καλοκαίρι» και το «Δεν ξέρεις το μάθημα»), της μπάντας δηλαδή που είχε ο Κοματσιούλης στα late sixties, και τα οποία, βάσει των λεγομένων του ιδίου, είχαν ηχογραφηθεί εκείνη την εποχή, έχοντας κοπεί ως ελάχιστα «δείγματα» σ’ ένα 4-tracks EP η τύχη του οποίου, εννοείται, αγνοείται. Είναι άλλο πράγμα δηλαδή ν’ ακούς στίχους που περιγράφουν το κλίμα εκείνης της εποχής, επενδυμένους από το σκληροτράχηλο rock μιας σημερινής παρέας. Αυτή η… αντίφαση λειτουργεί με εποικοδομητικό τρόπο και σε κομμάτια γνωστά, όπως στον xian-rock ύμνο «Επιδρομή από τον Άρη» φερ’ ειπείν, δείχνοντας τι έχει λησμονήσει στην πορεία το ελληνόφωνο ροκ (το κομμάτι ακούγεται ολοκληρωμένο και με παραπάνω στιχάκια… «πίσω τα λεφτά τους οι τοκογλύφοι ζητούν/ ψάχνουν στα σκουπίδια τα γραμμάτια να βρουν» κ.λπ.), ενώ και άλλα τραγούδια, όπως το «Μην κλαις κοριτσάκι», «Ο Κοσμάς» ή «Οι ρομαντικοί», κερδίζουν σε δύναμη και συναισθηματικό δόσιμο μέσα από τη νέα άποψη.
Ο Σωτήρης Κοματσιούλης γράφει και σήμερα τραγούδια. Νέα… και επηρεασμένα από τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Έπρεπε όμως, πρώτα, να «ξεμπερδέψει» μ’ αυτά τα παλαιά κομμάτια του. Να τα δει και να τ’ ακούσει έτσι όπως ίδιος τα φανταζόταν, με τη βοήθεια μιας σημερινής ροκ μπάντας που ξεσηκώνει.
(Το κείμενο αυτό είναι σχεδόν ίδιο μ’ εκείνο που υπάρχει στο ένθετο του LP της Anazitisi Records)

8 σχόλια:

  1. μ' αυτα και με τ' άλλα, μια επανέκδοση ακόμα από last drive ίσως να είχε και λίγο ενδιαφέρον

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. εμενα δε μ'αρεσει το εξωφυλλο και η γραμματοσειρα ρε γαμωτο (της επανεκδοσης) ειναι λιγουλακι..εντεχνο! κατα τα αλλα μπραβο για την επανεκδοση και φυσικα ενα μεγαλυτερο μπραβο στο Σωτηρη για τα καταπληκτικα Αστρο-Σεϊκ του!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ανώνυμε δεν πρόκειται για επανέκδοση (κάποιου παλαιότερου δίσκου), αλλά για εντελώς καινούριο δίσκο στον οποίον εκτελούνται (σήμερα) παλαιότερες συνθέσεις.

      Διαγραφή
  3. Αγαπητέ Φώντα διάβασα προσεκτικά την κριτική σου για το δίσκο και μετά την ακρόασή του καταλαβαίνω γιατί υπάρχει στα γραφόμενά σου ,πως να το πω, αυτή η υφέρπουσα ψιλοαπογοήτευση για το τελικό αποτέλεσμα.
    Ο δίσκος χωλαίνει και το συνολικό αποτέλεσμα είναι ένας χλιαρός hard συνωστισμός τραγουδιών.
    Αυτή είναι η ταπεινή μου γνώμη.
    Παύλος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ αναγνώστη, όταν γράφεις για «υφέρπουσα ψιλοαπογοήτευση» είναι 100% σίγουρο πως δεν με ερμήνευσες σωστά.

      Διαγραφή
  4. Πτωχη χωρα θεοποιουμε ο,τι βρεθει. Μουσικα εννοω, το life story το βρηκα ενδιαφερον. Πιστευω αξιζει να γινει βιβλιο, αρκει να υοαρχουν φωτος. Οχι απο τα μπουζουκια, markey, wyatt, tours κλπ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν υπάρχει ουδεμία θεοποίηση. Τουλάχιστον από τη μεριά μου.

      Διαγραφή