Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ ο… ψυχεδελικός «Αλλάχ»

Θυμάμαι τον Νίκο Γούναρη (1915-1965) όχι γιατί προ ημερών (την 5η Μαΐου) συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από το θάνατό του. Τον θυμάμαι τακτικά και επί μονίμου βάσεως. Είναι από τους πολυαγαπημένους μου τραγουδιστές. Μεγάλωσα με το «Πέντε χρόνια περάσανε» και το «Τώρα που σε γνώρισα», γιατί ήταν o αγαπημένος των γονιών μου. Ο πατέρας μου ήξερε πάμπολλα τραγούδια του απ’ έξω, ενώ η μάνα μου τον είχε δει «ζωντανό» στην Αίγλη του Ζαππείου στα πρώτα χρόνια του ’50. Είχα, έτσι, πληροφόρηση από πρώτο χέρι.(...)
Για το μεγαλείο του Γούναρη, αλλά και για τη μοναξιά τού καλλιτέχνη καθώς εκείνος ολοκληρώνει την αποστολή του, έχει γράψει ένα πολύ ωραίο κείμενο ο Αντρέας Καραντώνης στο βιβλίο του «Θυμάμαι την Αμερική» [Το Ελληνικό Βιβλίο, 1963]. Το χαρακτηριστικό απόσπασμα, που είχε αναδημοσιευτεί και στο τεύχος #60 του Jazz & Τζαζ, τον Μάρτιο του ’98, αναφέρεται σε μιαν επίσκεψη τού γνωστού λογοτέχνη, κριτικού κ.λπ. στο κέντρο «Αθήναι» του Σικάγου, στις αρχές των sixties… 
«Ήταν μια συμπυκνωμένη ζωή ο Γούναρης εκεί μέσα, κάτω από τις φουσκωμένες Καρυάτιδες. Κουνιόνταν σαν δαιμονισμένος, απάνω κάτω, έχωνε την κιθάρα του κάτω απ’ το πηγούνι του, σαν να έκοβε μ’ αυτήν το κεφάλι του, γούρλωνε τα μάτια του άρπαζε το μικρόφωνο, μιλούσε, τραγουδούσε, ούρλιαζε σε μια γλώσσα δική του. Κι όλα αυτά σε μια αδιάκοπη διαπασών, ακράτητος, ακούραστος, ανένδοτος, βέβαιος για το αποτέλεσμα. Το φρένιασμά του είχε μεταδοθεί και στα μπουζούκια, που με τις τρομερές διπλοπενιές τους κάναν το “Αθήναι” να τρέμει συθέμελο, έτσι που νόμιζες πως χόρευαν κι οι Καρυάτιδες. Μα σιγά-σιγά, μέσα απ’ όλα αυτά, ξέκοβε, ξεχώριζε ο Γούναρης. Τον έβλεπες και έλεγες πως παλεύει μέσα στο κενό.
Μα εκεί που νομίζαμε, με τρόμο, πως τώρα πια δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει παρά να πέσει λιπόθυμος στη σκηνή, άξαφνα το θαύμα είχε ακαριαία συντελεστεί: ομαδικό κέφι είχε ξεσπάσει. Τα νευρόσπαστα επιτέλους είχαν πάρει φωτιά. Κουνιόνταν τώρα κι αυτά ρυθμικά στα καθίσματά τους, επαναλάμβαναν ρυθμικά τα επιφωνήματα και τα ρεφραίν του Γούναρη, χειροκροτούσαν, οι γυναίκες άρπαζαν τους άντρες τους και τρέχαν στην πίστα, πολλαπλασιάζονταν οι παραγγελίες των ποτών, δίσκοι με μουσακάδες και ντολμαδάκια ταξίδευαν πάνω από τα κεφάλια, που ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά σα γλόμποι. Κέφι! Κέφι! Η Ελλάδα για μια φορά ακόμη “είχε νικήσει”. Κι ο νικητής εξαντλημένος, ιδρωμένος, χλωμός, χωρίς πια να τον προσέχει κανείς, προσπαθούσε ν’ ανοίξει δρόμο μέσα από την χορευτική μάζα που είχε ηλεκτρίσει, για να φτάσει στο μπαρ να πιεί κάτι. Μόνος του ολόμονος. Κανείς πια δεν τον είχε ανάγκη.(…)».

Το όλον εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/57496

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου