Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

ΜΠΑΜΠΗΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ το δεύτερο βιβλίο του

Πριν μερικές ημέρες έφθασε στα χέρια μου το νέο βιβλίο του Μπάμπη Αργυρίου. Έχει τίτλο Προτιμώ τα Παλιά τους [MiC Books, Θεσσαλονίκη 2015] και αποτελεί μια… διαφορετική συνέχεια τού Έχω Όλους τους Δίσκους τους, που είχε κυκλοφορήσει πρόπερσι. Δεν ξέρουν αν αυτοί οι δύο τίτλοι συνδυάζονται – νομίζω πως όχι. Γιατί αν «έχεις όλους τους δίσκους τους», τότε πώς «προτιμάς τα παλιά τους»;
Ο Αργυρίου χρησιμοποιεί δισκομουσικές φράσεις κλισέ (εν γνώσει του φρονώ), για να περιγράψει μυθιστορηματικούς ήρωες που ανατράφηκαν στα 80s (ή και λίγο πιο πίσω απ’ αυτά). Η ουσία, πάντως, είναι πως ΔΕΝ «προτιμάμε τα παλιά τους». Δεν είμαστε κολλημένοι κωλόγεροι, δεν πιστεύουμε ότι παλιά ήταν όλα καλά, ενώ τώρα όχι… και άλλα τέτοια απερίσκεπτα, που μας προσάπτουν σωρηδόν όσοι δεν έχουν (ακόμη) παρελθόν. Αν και χειρότεροι δεν είναι οι νέοι (που δεν έχουν ακόμη παρελθόν), αλλά οι διάφοροι γεροξούρες (που υποκρίνονται πως δεν έχουν), παίζοντάς το τζόβενα. Συζητώντας μ’ έναν 50άρη πριν λίγο καιρό, σε μιαν ευρύτερη παρέα, γύρω από τ’ ακούσματά μας… μου είπε πως τη βρίσκει, πια, μόνο με… house! Πρόσεξε μεγάλε… μην πέσει και σε πλακώσει!
«Προτιμάμε τα νεότερά τους», λοιπόν, αυτή είναι η σωστή φράση-έκφραση. Προτιμάμε τα έργα των ανθρώπων (για το rock μιλάμε) που ολοκληρώθηκαν όταν εκείνοι ήταν νέοι, όταν έκαιγε ακόμη μέσα τους η φλόγα της τραγουδοποιίας, όταν το κερί ήταν ολάκερο και όχι μισοκαμένο, ή και εντελώς καμένο. Το λέει κάποια στιγμή κι ένας ήρωας του βιβλίου του Αργυρίου – έτσι νομίζω. Ή μήπως το διάβασα αλλού; – τα έχω λίγο μπερδεμένα. Ο… κάποτε νέος δίσκος, κουβαλάει μέσα στο χρόνο τα νιάτα εκείνου που τον έγραψε, και γι’ αυτό θα είναι πάντα νέος (ο δίσκος). Αυτή είναι η σπουδαία κουβέντα. Και η μόνη αληθινή.
Λέω «νομίζω» και πως «τα έχω λίγο μπερδεμένα, ελπίζοντας να μην το έχω διαβάσει αλλού», γιατί δεν έχω το χρόνο ώστε ν’ ασχοληθώ όπως πρέπει κι επιβάλλεται μ’ ένα μυθιστόρημα (ακόμη και αν αυτό είναι μουσικό). Ξεφύλλισμα μόνο κάνω. Έχω πολλά «ανοικτά» θέματα που κυλάνε παράλληλα, και δεν μου μένει καιρός για τίποτ’ άλλο – καθότι το διάβασμα ενός μυθιστορήματος απαιτεί συν τοις άλλοις, και μια μετατόπιση σκέψεων και δράσεων προς την κατεύθυνσή του, απαραίτητη για μένα. Πρέπει να πας «αλλού», αλλιώς δεν μπαίνεις στην ουσία του. Δεν διαβάζουμε για να περνάει η ώρα, ούτε επειδή δεν έχουμε τι άλλο να κάνουμε… Πιέζομαι, όμως, από την καλώς εννοούμενη υποχρέωση, να γράψω κάτι για το βιβλίο τώρα, αυτή τη στιγμή που κυκλοφορεί, που είναι σαν ζεστό ψωμί, και όχι μετά από τρεις ή τέσσερις μήνες, όταν δεν θα ’χει και τόσο νόημα (όχι για μένα, αλλά για το ίδιο το βιβλίο). Και αυτό πράττω… Γνωστοποιώ (όσο μπορώ μέσω του δισκορυχείου) την ύπαρξή του.
Ξεφύλλισα, λοιπόν, το μυθιστόρημα του Μπάμπη Αργυρίου και από κάποια λίγα που διάβασα πλαγίως, από ’δω κι από ’κει (όχι μουσικής φύσεως σώνει και καλά), μπορώ να πω πως με κινητοποίησε. Αυτό είναι που μετράει για μένα – γιατί αν με ενοχλούσε κάτι (ιδεολογικό να το πούμε), μάλλον δεν θ’ ασχολιόμουν. Θα το άφηνα στην άκρη. Άρα, τούτο σημαίνει πως θα το διαβάσω οπωσδήποτε τον Αύγουστο. Όπως Αύγουστο, εξάλλου, είχα διαβάσει και το προηγούμενό του. Όπως μόνο τον Αύγουστο διαβάζω μυθιστορήματα. Όχι στις παραλίες και κάτω από τις ομπρέλες, αλλά όταν είμαι μόνος, στο σπίτι, και σε απόλυτη ησυχία. Μεσημέρι, βράδυ, όποτε…
Λέει κάπου ο ήρωας του Αργυρίου: «Οι άπιστοι πολύ συχνά γίνονται φανατικοί απ’ την ανάποδη, χλευάζουν τους εύπιστους, αν και αδυνατούν να αποδείξουν με επιχειρήματα τη δική τους εκδοχή. Δεν μ’ αρέσει να σπάω πλάκα ή να βεβηλώνω τα σύμβολα της πίστης των άλλων, το βρίσκω κακόγουστο και φτηνό, η πίστη του καθενός είναι ιερή και σεβαστή, είναι το μοναδικό στήριγμα πολλών απελπισμένων». Μου αρέσει πολύ αυτή η άποψη. Δεν μπορώ να την συνδέσω με τα «πριν» και τα «μετά» της πλοκής, όμως τη συμμερίζομαι απολύτως. Είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξουμε στις σύγχρονες κοινωνίες, χωρίς να… τρώμε τα κρέατά μας. Και μου αρέσει το γεγονός πως μια τέτοια «συντηρητική» άποψη προβάλλεται μέσα από ένα… 80s-rock μυθιστόρημα, όπως το εν λόγω. Χορτάσαμε με τους… ροκ επαναστάτες. Καιρός να πάμε και πιο κάτω…
Έτσι, παρότι μπορεί να χαίρομαι με τέτοιου τύπου κουβέντες, είμαι… λιγότερο χαρούμενος με κάποιες άλλες. Αλλά ok, κανένα πρόβλημα. Κυρίως αναφέρομαι σ’ εκείνες που αφορούν στα μουσικά – με τα διάφορα ακατανόητα (for me) που λένε οι ήρωες του Αργυρίου. Που βρίσκουν, τάχα, το «κλασικό» και «νεοκλασικό»[sic] ροκ (Deep Purple, Led Zeppelin, Black Sabbath, Pink Floyd, Animals, Dylan, Lynyrd Skynyrd και τα τοιαύτα) «κλαψιάρικο» και με «πιασάρικα ρεφρέν» (τώρα, το πώς αυτό το πλεονέκτημα μετατρέπεται σε μειονέκτημα είναι ένα θέμα!), ενώ για το βρετανικό πανκ, την ίδιαν ώρα, διατηρούν την ψευδαίσθηση πως υπήρξε «απειλητικό». Τι απείλησε, όμως, περισσότερο την τάξη των ισχυρών (στο βαθμό που την απείλησε) το έχει καταγράψει η ιστορία από το ’60 και μετά – και επ’ αυτού δεν νομίζω πως χωρά συζήτηση. Ρωτήστε και τον Ed Sanders δηλαδή… Ζει ο άνθρωπος ακόμα…
Το βιβλίο του Αργυρίου, αν και δεν είναι δοκίμιο (μπορεί, πάντως, να το δει κανείς και έτσι), επιχειρεί να πληροφορήσει και γι’ άλλα θέματα, π.χ. για τον τρόπο που διοχετεύτηκε το ροκ στην Ελλάδα των seventies και των eighties (περιοδικά, εταιρείες κ.λπ.). Έτσι, και παρόλο τον ελαφρύ ροκ… κοσμοπολιτισμό του, το Προτιμώ τα Παλιά τους είναι ένα καθαρό ελληνικό ανάγνωσμα, μέσα στο οποίο κάθε μουσικόφιλος, κάθε αναγνώστης της ηλικίας του συγγραφέα, θα ανακαλύψει και κάτι από τον εαυτό του (όπως διάφορα τινά θ’ ανακαλύψουν και οι νεότεροι).
Εγώ, ας πούμε, θυμήθηκα ξανά το πόσο γούσταρα τους Wipers, όταν ήμουν φοιτητής κι έπεφτε στα χέρια μου το “Over the Edge”. Τι πανικός! Τι φωτιά! Τι κεραυνός! Σήμερα, μπορεί να έχω στη δισκοθήκη μου μόνο αυτό και το “Is this Real?” (δεν θυμάμαι καν πώς σώθηκαν…), όμως οι Wipers –ένα κομβικό συγκρότημα, για την ιστορία που αναπτύσσεται στο βιβλίο– είναι αλήθεια πως μού δίδαξαν το rock nroll, την εποχή που άκουγα Cure, Metro Decay και Mecano… Κι αυτό τους το χρωστώ… Με βάλανε στο δρόμο της… Αρετής. Όπως χρωστώ και στον Αργυρίου, που μ’ έσπρωξε να τους ρίξω και πάλι στο πικάπ, καρφώνοντας τον ενισχυτή στη μέση, μετά από τόσα χρόνια... 

8 σχόλια:

  1. Εσύ ρε… Παύλε, Καύλε Κα., όπως σε λένε τέλος πάντων, που δεν έχεις ξαναφήσει ποτέ σχόλιο στο «δισκορυχείον», έρχεσαι μετά από 6 χρόνια, για να σχολιάσεις τώρα για πρώτη φορά; Σήμερα με ανακάλυψες, έτσι; Κι είπες να γράψεις την παπαριά που έγραψες…

    Α πάγαινε από ’κει πέρα. Και να ενημερώνεσαι απ’ όπου γουστάρεις. Γιατί μου το λες, για να με πάρουν τα κλάματα; Αλλά, δυστυχώς για σένα (επειδή είναι αγιάτρευτη η περίπτωσή σου το λέω) δεν πρόκειται να το κάνεις. Εδώ θα ξημεροβραδιάζεσαι, κάθε μέρα, περιμένοντας την επόμενη ανάρτηση…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έλα... κάνε την τώρα. Άιντε... Αύριο πάλι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ωραιο εξωφυλλο, παραπομπη στο Miami των Gun Club

    https://youtu.be/BIzMcgcIPCU

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο Jeffrey Lee Pierce είναι μία από τις βασικές αναφορές του βιβλίου.

      Διαγραφή
  4. "Δεν ξέρουν αν αυτοί οι δύο τίτλοι συνδυάζονται – νομίζω πως όχι. Γιατί αν «έχεις όλους τους δίσκους τους», τότε πώς «προτιμάς τα παλιά τους»;"

    Που είναι η αντίφαση;

    Έχω όλους τους δίσκους από πολλά συγκροτήματα ή καλλιτέχνες που είμαι φαν ― δηλαδή έστω από συνήθεια ή περιέργεια θα πάρω κάθε νέο δίσκο τους ―, αλλά στα περισσότερα προτιμώ τα παλιά τους. Σε πολλούς συμβαίνει αυτό, να έχουν όλα π.χ. του Dylan, Morrison, Stones κλπ, αλλά να προτιμούν (και ευλόγως) τα παλιοτερά τους...

    Και είναι προφανές ότι ο νέος τίτλος επιλέχτηκε ως «παιχνίδι» με τον παλιό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλά ρε ανώνυμε... μια κουβέντα είπαμε, πώς κάνεις έτσι;

      Διαγραφή
  5. τρεις λαλουν και δυο χορευουν

    ΑπάντησηΔιαγραφή