Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

τέσσερα άλμπουμ της ACT Music + Vision (Α&Ν)

NATALIA MATEO: Heart of Darkness [ACT Music + Vision, 2015]
Αλλιώτικο jazz/pop/rock άλμπουμ από την τραγουδίστρια Natalia Mateo. Γεννημένη στην Πολωνία και μεγαλωμένη στην Αυστρία (τώρα ζει στην Γερμανία), η Mateo είναι μια ερμηνεύτρια της… παλιάς σχολής. Ψάχνει, δηλαδή, σε όλη την γκάμα του δυτικού τραγουδιού (ενίοτε και του ανατολικού) προκειμένου να βρει συνθέσεις, που να πηγαίνουν στην ιδιοσυγκρασία τηε (υποθέτω) και βεβαίως στη φωνή της. Δεν ξέρω ποια είναι τα πρότυπά της, αν κι εγώ θα έλεγα πως ένα τουλάχιστον είναι ολοφάνερο. Η Karin Krog
Η Mateo τραγουδά έχοντας κατά νου το mood της Krog, παίζει με τη φωνή της «κρατώντας» τα φωνήεντα όπως εκείνη, ενώ διακατέχεται συχνά από την ίδια γκρούβα (όταν πρέπει να υψώσει στροφές, μέσα, πάντα, σ’ ένα αγέρωχο πλαίσιο). Προς τούτο βοηθείται τα μάλα από τους παίκτες που έχει δίπλα της (Gregor Lener τρομπέτα, εφφέ, Simon Grote πιάνο, Dany Ahmad κιθάρες, Christopher Bolte μπάσο, Fabian Ristau ντραμς) και φυσικά από το ρεπερτόριο που καλείται να ερμηνεύσει, και στο οποίο περιλαμβάνονται ουκ ολίγες διασκευές. Να κάποιες απ’ αυτές: το φοβερό “The windmills of your mimd” του Michel Legrand που ανοίγει το CD της, το κουραστικό “Take a walk on the wild side” του Lou Reed, το αχτύπητο “Somebody is watching me” του Rockwell (που το θυμήθηκε; – άιντε και Rick Astley στο επόμενο!), το κλασικό “I put a spell on you”, το ακόμη πιο κλασικό “Strange fruit”, ένα του Tom Waits, ένα της Lady Gaga… Βλέπετε, πιάνει όλη την γκάμα η Mateo, και καλά κάνει δηλαδή, καθότι έχει φωνή, γνωρίζοντας πώς να την χρησιμοποιήσει υπηρετώντας το κάθε τραγούδι. Και με τα originals; Τι γίνεται με τα originals; Υπάρχει κανένα κομμάτι εδώ που να μετράει; Υπάρχει, υπάρχουν, όσο κι αν κάτι τέτοιο μοιάζει δύσκολο… όταν έχεις να συναγωνιστείς με τα γνωστά και τα καταξιωμένα. Προς το τέλος τού “Heart of Darkness” συνωθούνται, πάντως, τα καλύτερα πρωτότυπα, στα οποία έχει βάλει το χεράκι της και η Mateo (άλλοτε συνθέτοντας και άλλοτε γράφοντας στίχους). Το “Solitudo diaboli”, το “Canto I”, το “Turtle love” και ιδίως το έσχατο αργό “Blue” είναι τραγούδια, που θα μπορούσε να στηρίξουν με τον καλύτερο τρόπο ένα άλμπουμ, δίχως την καταφυγή σε τόσες versions.
DIETER ILG: Mein Beethoven [ACT Music + Vision, 2015]
Είναι πολλοί εκείνοι που υποστηρίζουν πως ο Ludwig van Beethoven είναι ο πιο… τζαζ από τους λεγόμενους «κλασικούς» και «προκλασικούς» συνθέτες. Δεν είμαι 100% βέβαιος γιατί το λένε αυτό. Γιατί να είναι… πιο τζαζ, φερ’ ειπείν, από τον Bach, ή από τον Mozart; Μάλλον για την μελωδική «ελευθερία» που παρέχουν οι σονάτες του – θα μπορούσε να ήταν μία πρώτη άμεση απάντηση. Η ουσία είναι, πάντως, πως όλοι οι συνθέτες της «κλασικής» έχουν διασκευαστεί για τζαζ μικρά ή μεγαλύτερα σύνολα – και ο Beethoven φυσικά ανάμεσά τους, ήδη από την εποχή του «τρίτου ρεύματος» και ακόμη παραπίσω. Είναι αλήθεια, επίσης, πως αυτό το εκ πρώτης παράξενο ενδιαφέρον δεν κάλμαρε μέσα στα χρόνια, αν κρίνουμε, μάλιστα, από το γεγονός πως εσχάτως είχαμε το άλμπουμ “Beethoven Invents Jazz” και βεβαίως το παρόν «Ο δικός μου Μπετόβεν» του μπασίστα Dieter Ilg.
Τρίο είναι το σχήμα που συνοδεύει εδώ τον Ilg. Δίπλα του στέκονται δηλαδή ο πιανίστας Rainer Böhm και ο ντράμερ Patrice Héral. Ένα τζαζ-πιάνο-τρίο λοιπόν, σκέτο και απλό δίχως άλλες εφφετζίδικες προσμίξεις, που έρχεται να δώσει μιαν άλλη διάσταση στις μελωδίες του Beethoven, εναρμονίζοντας κομμάτια, που άλλο περισσότερο και άλλο λιγότερο είναι γνωστά σε όλους. Από τις σονάτες για πιάνο (“Pastorale”, “Arietta”, “Sturm”, “Hammerlos”, “109”, το “Adagio” και το “Allegro” της Παθητικής) και τα κουαρτέτα (“Grosse fuge”, “Dankgesang”), μέχρι την «Ωδή στη χαρά» από την «9η Συμφωνία» και τα «Ιρλανδικά lieder» εκείνο που αποδεικνύεται είναι πως ο γερμανός μπασίστας έχει πλήρη και σαφή εικόνα των «τζαζικών» παραμέτρων που καλείται να αναδείξει (βασικά τον μελωδικό διάκοσμο, έστω και στις κατά τόπους κατακερματισμένες μορφές του) εκμεταλλευόμενος τους μουσικούς του πρώτα-πρώτα, και βεβαίως ένα κλασικό, έτσι κι άλλως, ρεπερτόριο συγκεκριμένης αύρας και αξίας.
WOLFGANG HAFFNER: Kind of Cool [ACT Music + Vision, 2015]
Μαθητεύσας δίπλα στον σπουδαίο Albert Mangelsdorff, ο ντράμερ Wolfgang Haffner είναι, εδώ και χρόνια εξάλλου, ένα από τα ηγετικά ονόματα της γερμανικής σκηνής της jazz. Στο παρόν “Kind of Cool” (με τον σαφή και εύγλωττο τίτλο) ο Haffner και η μπάντα του –που αποτελείται, μαζί με τους guests, από εννέα άτομα–, ίπταται πάνω από οκτώ τζαζ στάνταρντ (το σετ συμπληρώνεται και με τρία πρωτότυπα), επιχειρώντας να επαναφέρει στη μνήμη μας τον ήχο της jazz κάποιων παλαιότερων εποχών και βασικά της cool (Modern Jazz Quartet, Miles Davis κ.λπ.). Προς τούτο ο Γερμανός έχει δίπλα του άπαντα τα… χρειώδη. Βιμπράφωνο (Christopher Dell), τρομπέτα (Dusko Goykovich), άλτο σαξόφωνο (Jukka Perko), πιάνο φυσικά (Jan Lundgren), τρομπόνι (Nils Landgren), φωνή στο “Piano man” του Billy Eckstein (Max Mutzke)… και όπως αντιλαμβάνεστε μιλάμε για μία σούπερ-ορχήστρα, με σολίστες που σπάνε κοντέρ και καρδιές.
Είναι φοβερά τα παιξίματα και βεβαίως ανεπανάληπτη η όρεξη των παικτών να αποδώσουν αυτούς τους θησαυρούς της jazz (το “So what”, το “Autumn leaves”, το “Summertime”, το “My funny Valentine”, το απίθανο “One for daddy O” του Nat Adderley), πιστοί στο παλιό πνεύμα και στις αρμονικές αρχές των πρωτοτύπων, προσφέροντας ΚΑΙ κάτι νέο, σε επίπεδο soli πρωτίστως, όπως και ομαδικού παιξίματος. Άψογες ενορχηστρώσεις, που προφανώς έχουν γίνει από τους μουσικαράδες, φοβερό αίσθημα, έξοχη ηχογράφηση και παραγωγή. Ok, jazz που την έχουμε ξανακούσει περιέχεται βασικά στο παρόν CD, όμως με τέτοια τέχνη και αίσθημα δοσμένη, που μετατρέπεται αυτομάτως σε κάτι άλλο – τρανό και μοναδικό.
Ένα σημερινό υπερ-απολαυστικό jazz άλμπουμ είναι το “Kind of Cool”, τόσο άψογα τεκμηριωμένο, που θ’ άξιζε να… διδάσκεται στα σχολεία μας. Όνειρα φθινοπωρινής νυκτός βεβαίως
MIGHTY SAM McCLAIN & KNUT REIERSRUD: Tears of the World [ACT Music + Vision, 2015]
Φοβερή παρτίδα αυτή η τετράδα της ACT, που κλείνει με τον καλύτερο τρόπο. Μ’ ένα groovy soul blues CD, με τα φωνητικά του Mighty Sam McClain σε πρώτο πλάνο και με την κιθάρα, τη φυσαρμόνικα και το πιάνο του Knut Reiersrud σ’ ένα πρώτο-δεύτερο. Δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοια άλμπουμ η γερμανική εταιρεία και το “Tears of the World” ήταν πραγματικό βάλσαμο. Άλλοτε με soulful και άλλοτε με δυναμικές bluesy προσεγγίσεις, ο McClain με την 50χρονη ιστορία στον χώρο (πρωτοηχογράφησε 45άρια για την Amy, μια παράλληλη ετικέτα της Bell, το 1966) είναι εκείνος που ξέρει να κερδίζει τις εντυπώσεις, έχοντας δίπλα του μια σπουδαία μπάντα. Έτσι, πέραν του Reiersrud ακούμε τις κιθάρες του Bjørn Holm, το hammond και τα πλήκτρα του David Wallumrød, το μπάσο του Nikolai Hængsle Eilertsen, τα ντραμς του Andreas Bye, τα σαξόφωνα & τα φλάουτα του Håkon Kornstad, τα κρουστά του Martin Horntveth και βεβαίως ακούμε ένα ρεπερτόριο, που… στάζει. Τι στάζει; Xρυσές αναμνήσεις στη ψυχή μας. Έναν ήχο θέλω να πω που προσεγγίζει εκείνον της Stax, ένα soul-blues με τρομερή ενάργεια και με απέραντο αίσθημα ευθύνης. Τραγουδάρες του Willie Hale, του Jay Livingston, της Carlene Carter (από τις κορυφαίες στιγμές το “Too proud”), του George Papageorge (πατριωτάκι προφανώς και μόνιμος συνεργάτης του McClain), αλλά και πρωτότυπα του Reiersrud (σαν το r&bLiving in the key of G” ή σαν την σοουλιά “Apples [Dont fall far from the tree]”). Το αποτέλεσμα είναι χάρμα. Το “Tears of the World” κυλάει μέσα σ’ ένα σύμπλεγμα «μαύρων» ήχων και ερμηνειών, που μόνον ψυχική έξαρση και συγκίνηση μαζί μπορεί να προκαλέσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου