Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

τέσσερα άλμπουμ της Edition Records (A&N)

VERNERI POHJOLA: Bullhorn [UK. Edition EDN 1056, 2014/15]
Γιος του παλαιού φινλανδού «προγκρεσιβά» Pekka Pohjola, ο 38χρονος τρομπετίστας Verneri Pohjola αποτελεί αυτή τη στιγμή ένα από τα πιο… hot ονόματα (έτσι το λένε…) της βορειο-ευρωπαϊκής jazz. “Hot” και «Φινλανδός» εκ πρώτης μπορεί να μοιάζουν, ως έννοιες, κάπως αντικρουόμενες, και στην πράξη είναι – ιδίως αν λογαριάζει κανείς το είδος/ύφος της jazz που διακονεί, εσχάτως, ο Pohjola. 
Όντας σ’ ένα ηλικιακό μεταίχμιο και με άλμπουμ-συνεργασίες πίσω του που έχουν δώσει ένα κάποιο στίγμα, ο Pohjola φυλάει για το “Bullhorn” ένα αργό και κάπως βαρύ ρεπερτόριο, στοχεύοντας στον συναισθηματικό εναγκαλισμό του ακροατή, στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που να μπορεί να προσφέρει βαθιές συγκινήσεις. Με βασικούς συνεργάτες τον πιανίστα Aki Rissanen, τον μπασίστα Antti Lötjönen και τον ντράμερ Teppo Mäkynen (δίπλα τους και τρεις guests σε τενόρο, τρομπόνι και τσέλο), ο Pohjola συνθέτει περισσότερο και λιγότερο αυτοσχεδιάζει, δημιουργώντας ωραίες μινόρε μελωδίες, τις οποίες υποστηρίζει βασικά ο ίδιος. Θέλω να πω πως ως τρομπετίστας έχει τον πρώτο λόγο στο “Bullhorn”… και όσο και να φαίνονται, σε μερικά (λίγα) tracks (“Nanomachines”) κάποιες αμερικανικές αναφορές, στη βάση οι συνθέσεις του δεν διαφέρουν και πολύ από το σύνηθες βορειοευρωπαϊκό κλίμα (εκείνο που αποκαλούμε και nordic στυλ).
Ο Verneri Pohjola έκανε ένα άλμπουμ που ξεπερνά την ηλικία του – έτσι θα το έλεγα κοντολογίς. Εμφανίζει, δηλαδή, μια σιγουριά και μια βεβαιότητα, που φανερώνει μουσικό αποφασισμένο για τα γούστα του και κατασταλαγμένο. Πάνω σ’ αυτή τη βάση τον ενδιαφέρει να λειτουργήσει περισσότερο ως συνθέτης και λιγότερο ως κάτι άλλο (πειραματιστής, αυτοσχεδιαστής, διασκεδαστής κ.λπ.). Κάπως έτσι κι οι συνθέσεις του δεν φαντάζουν απλώς ώριμες, είναι ώριμες – αν αναλογιστούμε tracks όπως το “He sleeps, I keep watch” ή το “In La Borie”. Ο χρόνος πρέπει να κυλάει πολύ αργά στην Hollola της Φινλανδίας και αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην καταστροφή…
THOMAS GOULD: Live in Riga [UK. Edition EDN 1058, 2015]
Ο Thomas Gould είναι ένας 32χρονος βρετανός βιολιστής, βασικά της κλασικής μουσικής (λέω βασικά, επειδή μπορεί να τον συναντήσεις ακόμη και σε pop ηχογραφήσεις, π.χ. στο “Seven” της Lisa Stansfield). Θεωρείται ταλέντο εν εξελίξει, έχοντας ήδη εμφανισθεί ανά τον κόσμο με τις Royal Philharmonic Orchestra, City of Birmingham Symphony Orchestra, Hallé Orchestra, Royal Scottish National Orchestra, LA Phil New Music Group κ.λπ. Στο “Live in Riga” ο Gould συνεργάζεται με την Sinfonietta Riga υπό τον Normunds Šnē αποδίδοντας Beethoven (“Violin Concerto in D, op.61” και Ralph Vaughan Williams (“The Lark Ascending”). Η ηχογράφηση έχει την ποιότητα των εγγλέζικων εκδόσεων, με τον «ζεστό», γεμάτο ήχο και απευθύνεται, φυσικά, στους φίλους της κλασικής μουσικής.
GIRLS IN AIRPORTS: Fables [UK. Edition EDN 1061, 2015]
Βινυλιακής διάρκειας άλμπουμ το “Fables” των Δανών Girls in Airports (κυκλοφορεί και σε βινύλιο, όπως τα περισσότερα της Edition) είναι μια ιστορία, μάλλον κάποια «παραμύθια» που δεν μπορεί και δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα. Εν ολίγοις; Μια γκρουπάρα και μια δισκάρα, από τις μεστότερες του 2015. Το συγκρότημα που είναι κουιντέτο (Martin Stender σαξόφωνα, Lars Greve σαξόφωνα, κλαρινέτα, Mathias Holm πλήκτρα, Victor Dybbroe κρουστά, Mads Forsby ντραμς) παρουσιάζει μία πολύ προσωπική jazz –αν μπορούμε να την πούμε jazz– μια κινηματογραφική jazz καλύτερα, ανακατεύοντας ηλεκτρονικά, σοβαρά pop και folk στοιχεία, στοχεύοντας «κέντρο». Όλες οι συνθέσεις έχουν κάτι από ’κείνο τον διαβρωτικό ήχο των πιο «χτυπητών» soundtracks των eighties, κάτι ας πούμε από Angelo Badalamenti, με το ενισχυμένο ρυθμικό τμήμα να κάνει έξοχη δουλειά, και με τα πλήκτρα και τα πνευστά να δημιουργούν, ταυτοχρόνως, “lost in space” καταστάσεις. Με απλά υλικά, απλές ιδέες και πολύ συναίσθημα, οι Girls in Airports δημιουργούν έναν δίσκο άλλης εποχής, καθώς, στηριγμένοι στην πιο αποδοτική μελωδική διευθέτηση, καταφέρνουν να πυροδοτήσουν απογειωτικούς, νατουραλιστικούς συνειρμούς (ακόμη και τύπου «Το Δέντρο που Πληγώναμε»… ).
Δεν τους γνώριζα… Τώρα θα τους ψάξω και στα προηγούμενά τους…
MISHA MULLOV-ABBADO: New Ansonia [UK. Edition EDN 1062, 2015]
Διάβασα στο δίκτυο πως ο νεαρός μπασίστας (παίζει κοντραμπάσο, bass guitar, αλλά και γαλλικό κόρνο) Misha Mullov-Abbado (γιος του ιταλού αρχιμουσικού Claudio Abbado, που πέθανε πέρυσι και της ρωσίδας βιολίστριας Viktoria Mullova – γιος διασημοτήτων δηλαδή) βραβεύτηκε πέρυσι με το “Kenny Wheeler Jazz Prize”, πως είναι ήδη ένας περιζήτητος bass player, στα βρετανικά κατ’ αρχάς jazz κυκλώματα, και πως έχει τη στήριξη μέσω των «καλών λόγων» προσωπικοτήτων του χώρου, όπως του Evan Parker για παράδειγμα! Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το τελευταίο, και γι’ αυτό βάζω θαυμαστικό. Πρώτον, γιατί ο Parker δεν είναι μπασίστας και δεύτερον, γιατί οι μουσικές του Mullov-Abbado δεν σχετίζονται με κανέναν τρόπο με τις μουσικές του μεγάλου βρετανού jazzman και αυτοσχεδιαστή. Παρά ταύτα εγώ θα μετρήσω τα «καλά λόγια» του Parker, γιατί όπως και να το κάνουμε Parker είναι αυτός, παρότι δεν ξέρω αν θα πρέπει να μετρήσω και την γνώμη των κριτικών της Telegraph, που ανακήρυξαν το “New Ansonia” ως ένα από ταBest Jazz Albums 2015”.
Ο νεαρός Mullov-Abbado έχει μεγαλώσει μέσα σ’ ένα «κλασικό» περιβάλλον και αυτό δεν κρύβεται. Δεν κρύβεται όσον αφορά στον τρόπο άρθρωσης των μελωδιών που γράφει (από τις εννέα συνθέσεις του CD οι οκτώ είναι δικές του – η μόνη version αφορά στο “September” των Earth Wind & Fire), οι οποίες γενικώς διατηρούν μια κλασική υφή που απέχει παρασάγγας απ’ ό,τι θα ονομάζαμε «jazz σύνθεση». Σε μια τέτοια φάση ακόμη και τα soli των οργάνων (των σαξοφώνων του Matthew Herd ή του πιάνου τού Jacob Collier) είναι τόσο «στρογγυλά», ώστε κάθε διάθεση για την εξεύρεση ακόμη και αυτοσχεδιαστικών ψηγμάτων θα αποδεικνυόταν καθαρή ματαιοπονία. Τούτο, βεβαίως, δεν σημαίνει πως οι συνθέσεις του Mullov-Abbado είναι αδιάφορες – κάθε άλλο! Διατηρούν μια σοφία και μιαν έντεχνη μεσογειακή γλύκα, που θα τις έκανε αξιολάτρευτες στους εν Ελλάδι «χατζιδακικούς», στους εν Ιταλία «ροτα-ϊκούς», στους εν Γαλλία «λεγκραν-ικούς» κ.ο.κ.
Μα ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες που, οι συνθέσεις, γειτνιάζουν κάπως περισσότερο, ή πολύ περισσότερο, με την jazz (“Lock, stock & shuffle”) το αποτέλεσμα, πρακτικώς, δεν αλλάζει. Ο Mullov-Abbado αποδεικνύει πως είναι ένας δημιουργικός συνθέτης, που γνωρίζει τα… τερτίπια των διαφορετικών μουσικών υφών, και που μπορεί με εύκολο τρόπο να δημιουργήσει δικές του, προσωπικές, καταστάσεις. Το άλμπουμ του “New Ansonia”, χωρίς να είναι κάτι συγκλονιστικό εμπεριέχει συνθέσεις με λόγο ύπαρξης (“Satan, oscillate my metallic sonatas”), που φανερώνουν και δουλειά και ταλέντο. Κι αυτό είναι το μόνο σίγουρο, που μπορεί να ειπωθεί για τούτο τον νεαρό μουσικό με τους ορθάνοιχτους δρόμους μπροστά του…

3 σχόλια:

  1. Συγχωρέστε μου την άσχετη ερώτηση, αλλά το ανακάλυψα τώρα και μου έκανε εντύπωση:

    https://www.youtube.com/watch?v=jeQt24wB8yE

    Δεν θα πήγαινε ποτέ το μυαλό μου ότι το ρεφρέν του παλιού βαλς "Πόσο λυπάμαι" (Κώστας Γιαννίδης) ήταν παρμένο από ένα αραβικό τραγούδι. Μήπως έχετε περισσότερες πληροφορίες; Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο. Μην το αποκλείετε καθόλου…

      Διαγραφή
  2. μόνο δισκάρες βγάζει αυτό το label...https://www.youtube.com/watch?v=8lS711hmO20

    ΑπάντησηΔιαγραφή