Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

οι HOTEND και η μουσική του Julius Hemphill

Ένα εντελώς ιδιόμορφο τρίο είναι οι Hotend – κάτι που θα το διαπιστώσετε αμέσως πληροφορούμενοι το setting τους. Λοιπόν, Dan Clucas κορνέτα, Mark Weaver τούμπα, Dave Wayne ντραμς, ηλεκτρονικά. Στέκεται ένα τέτοιο τρίο; Αν στέκεται λέει! Από τη στιγμή που διαθέτει μπάσο (τούμπα) και ντραμς, τι άλλο θέλει; Ok, θέλει και κάτι ακόμη και αυτό το βρίσκει εν πολλοίς στην κορνέτα και δευτερευόντως στα ηλεκτρονικά, αλλά, και πάλι, το πράγμα δεν χάνει σπιθαμή από την πρωτοτυπία του. Πόσω μάλλον όταν καλείται να αποδώσει στο Do Tell [Amirani, 2015] όχι ό,τι κι ό,τι, αλλά συνθέσεις του Julius Hemphill (1938-1995), του σαξοφωνίστα εκείνου (αλτίστας κυρίως), που διέπρεψε τόσο ως μέλος του World Saxophone Quartet, όσο και μόνος του (στην προσωπική διαδρομή του εννοώ)  ή δίπλα σε άλλους σχηματισμούς.
Ο Hemphill μεγάλωσε στα late sixties, καθώς ως μέλος του Black Artists Group (μαζί με τους Hamiet Bluiett, Oliver Lake, Joseph Bowie κ.ά.) συνέβαλε κι αυτός στην «μαύρη» αυτοσυνείδηση της jazz, δημιουργώντας τοιουτοτρόπως το προσωπικό του στυλ. Σε τι συνίστατο αυτό; Κατ’ αρχάς στην γνώση και την μελέτη των blues, τα οποία επί της ουσίας ποτέ δεν εγκατέλειψε (άκου π.χ. το φοβερό “The hard blues” από το “'Coon Bid'ness” του 1975). Έπειτα στη διαμόρφωση ενός δικού του improv στυλ, που βασιζόταν λιγότερο στο παιγνίδι με τους ρυθμούς και τις μελωδίες και περισσότερο στον ήχο, τα timbre των οργάνων και τους τόνους. Τούτο τον έφερνε διαρκώς «μπροστά από την εποχή του» όπως λέμε, χρίζοντάς τον ένα ες αεί πρωτοπόρο. 
Οι Hotend, τώρα, δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να αναδεικνύουν την «βαθιά» μουσική του Julius Hemphill, δημιουργώντας ένα tribute με ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία. Οι συνθέσεις που διασκευάζονται δεν είναι πολλές (μόλις έξι), είναι όμως εκείνες που πρέπει ώστε να έχουμε, όλοι μας (κι εμείς ως ακροατές εννοώ), το τελικό επιθυμητό αποτέλεσμα. 
Το “Floppy”, που είναι μια μεταγενέστερη σύνθεση του Hemphill, σουινγκάρει αγρίως, με την κορνέτα να κρατάει τη μελωδία και με την τούμπα να νομίζεις πως παίζει… walking μπάσα! Το 12λεπτο “Dogon A.D.” προέρχεται από το απίστευτα σπάνιο στην πρώτη έκδοσή του φερώνυμο LP (1972), φανερώνοντας τις bluesy καταβολές του Hemphill. Οι Hotend διασκευάζουν πάνω στο πνεύμα του κομματιού, προσφέροντας εντυπωσιακές στιγμές (ιδίως στο σόλο ντραμς του Wayne και στον τρόπο που… σβήνει η τούμπα το μπάσο). Το “Body” προέρχεται από ένα LP του Hemphill που είχε βγει το ’80 στην ιταλική Black Saint κι είναι ένα απολύτως funky track, το οποίον οι Hotend το… περιποιούνται όπως πρέπει. Το “Hotend” (1977) που ακολουθεί και από το οποίον πήρε το όνομά του το συγκρότημα είναι μπαλάντα, που μετατρέπεται, όμως, από τους Clucas, Weaver και Wayne σ’ ένα άτοναλ/ ηλεκτρονικό/ free-impov track, ξεχωριστό έτσι κι αλλιώς. Για το “The hard blues” τα είπαμε και πιο πάνω. Εδώ μας προσφέρεται, περαιτέρω, κι ένα σόλο τούμπα από τον Weaver, που κάνει τη διαφορά. Το “Do Tell” θα κλείσει με το 11λεπτο “G song” (από το “Raw Materials and Residuals” του 1978). Η μελωδία είναι folky, αλλά η επέκτασή της και κυρίως η improv συνέχεια με τα αυθόρμητα κρουστά σε πρώτο πλάνο, πηγαίνουν το κομμάτι σε άλλες σφαίρες παρόλο το «κυκλικό» κλείσιμο.
Ένα ξεχωριστό CD, από ένα ξεχωριστό γκρουπ, φόρος τιμής σ’ έναν ξεχωριστό jazzman.

1 σχόλιο:

  1. Δεν είχα καταλάβει ότι το Dogon A.D. θεωρείται τόσο σπάνιο, εξαιρετικός δίσκος έτσι κι αλλιώς και η κριτική σας στους Hotend μου κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον.

    ΑπάντησηΔιαγραφή