Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

ABED AZRIÉ ένα folk διαμάντι από τη… Συρία

Όχι, ο δίσκος δεν ηχογραφήθηκε ούτε τυπώθηκε στη Συρία. Όλα έγιναν στο Παρίσι το 1974, από τον γεννημένο στο Χαλέπι σημαντικότατο συνθέτη και τραγουδιστή Abed Azrié. Τον Azrié τον «γνώρισα» στα χρόνια του ethnic ξεσαλώματος, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν είχε πέσει στα χέρια μου το άλμπουμ του “Omar Khayyam” (1998). Το CD εκείνο (μελοποιήσεις ποιημάτων του Omar Khayyam) μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, αναγκάζοντάς με να κρατήσω τ’ όνομά του στη μνήμη μου. Πριν μερικές ημέρες ένας φίλος μού έδωσε ένα βινύλιο του Azrié, αρκετά παλιό (από το 1974), που με άφησε ακόμη περισσότερο έκπληκτο (με τη θετικότερη των εννοιών). Το άλμπουμ έχει τίτλοWajd[Hyksôs/ Le Chant Du Monde No 17] και περιλαμβάνει συνθέσεις του σύριου μουσικού, στηριγμένες σε ποιήματα παλαιών, αλλά και συγχρόνων του (τότε) αράβων ποιητών. Τη διεύθυνση του συνόλου που υπερασπίστηκε τις μελοποιήσεις είχε ο Dia Succari (1938-2010), σημαντικότατος επίσης σύριος συνθέτης, που έκανε καριέρα κι αυτός στο Παρίσι, δημιουργώντας ένα έργο με στοιχεία αραβικά και δυτικά όχι απολύτως ξεδιαλυμένα (τούτο πληροφορήθηκα από το Brunel Institute for Contemporary Middle Eastern Music).
Φαίνεται πως τα διδάγματα του Succari (που ήταν 7 χρόνια μεγαλύτερος από τον Azrié) επηρέασαν τον συμπατριώτη του τραγουδοποιό, οδηγώντας τον να μελοποιήσει τα αραβικά ποιήματα μ’ έναν εντελώς «προσωπικό» τρόπο. Ας πούμε… δεν υπάρχει στις ενορχηστρώσεις του πουθενά ούτι, νέι, κανόνας, νταρμπούκες και όλα τα υπόλοιπα γνωστά όργανα, που συναντάμε στις αραβικές ή και γενικότερα στις oriental ηχογραφήσεις. Τι υπάρχει/υπάρχουν; Δυτικά όργανα, που χειρίζονται γάλλοι μουσικοί. Τα ονόματά τους: Hélène Tristani άρπες, José Souc κιθάρες, Claude Civelli φλάουτα, Jean-Charles Capon βιολοντσέλο, Georges Rabol όργανο, Nazo κρουστά και Léo Petit μπάσο.
Ψάχνοντας στο discogs διαπίστωσα πως καθόλου τυχαίοι δεν ήταν οι περισσότεροι απ’ αυτούς. Ο Léo Petit, ας πούμε, είχε περάσει από τις ορχήστρες των Aimé Barelli και Alain Goraguer, όπως επίσης και από τους (Les) Guitares Du Diable (κάποτε είχα βρει στο Μοναστηράκι ένα πολύ καλό twist EP τους από το 1961), ενώ οι Jean-Charles Capon και Georges Rabol είχαν υπάρξει μέλη του φοβερού Baroque Jazz Trio (ένα LP το 1970 – άλλες εποχές θα το είχα στη λίστα με τα wanted…).
Επί του παρόντος λοιπόν ο Abed Azrié αποφασίζει να μελοποιήσει ποιήματα του Πέρση Mansur al-Hallaj (858-922), του Ανδαλουσιανού Ibn Arabi (1165-1240), της γεννημένης στη Βασόρα Rābia al-Adawiyya (713;-801), του γεννημένου στο Κάιρο Ibn al-Farid (1181-1235), του μυστικού πέρση φιλοσόφου Sohrawardi (1155-1191), καθώς και των συγχρόνων του συρίων ποιητών Fayez Makdessi (γενν. το 1946), Khaled Agha al-Qal'a (γενν. το 1946) και Samir Tahhan (γενν. το 1947).
Το αποτέλεσμα είναι μαγικό. Ο Azrié, κατ’ αρχάς, ερμηνεύει μ’ έναν τρόπο ιδιόμορφο, ενίοτε ανάμεσα στο τραγούδι και την απαγγελία – έναν τρόπο που διατηρεί, επίσης, ιδιότυπα στοιχεία μονοτονίας. Πάνω εκεί, πάνω σ’ αυτό το τόσο «μυστικό» τραγούδισμα, μπαίνουν τα όργανα οδηγώντας τις μελωδίες, που διατηρούν μιαν… ελικοειδή μορφή έχοντας απροσδιόριστα peaks.
Μερικά τραγούδια που σου παίρνουν το σκαλπ από την πρώτη πλευρά (οι τίτλοι των ποιημάτων είναι οι μεταφρασμένοι γαλλικοί) είναι το “Tuez-moi” σε ποίηση al-Hallaj (θα μπορούσε να θυμίζει κάτι από Λάκη Παππά σε πιο… loner folk στυλ), όπως και τα “Le cantique de l'amour” του Ibn al-Farid και “Nostalgie” του Sohrawardi, που… συστρέφονται και ελίσσονται μελωδικώς με τον κλασικό αραβικό τρόπο, πατώντας πάνω σε λεπτεπίλεπτες δυτικές ενορχηστρώσεις.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το περίτεχνο οργανικό folkChevèche”, για ν’ ακολουθήσει το “Cheval” (Fayez Makdessi) με το γρήγορο τέμπο και την κάπως pagan αισθητική του (ναι, κάτι από το… πρώτο LP των Comus υπάρχει εδώ, τους οποίους, προφανώς, ο Azrié αγνοούσε). Το “La noce du feu glacé” (Samir Tahhan) είναι επίσης εξαιρετικό (μοιάζει με τραγούδι ερωτικό, αλλά πρέπει να εμπεριέχει και άλλα μηνύματα, κοινωνικά ας πούμε) και ακόμη το “Apocalypse” (τα vibes, και όχι το τραγούδισμα, φέρνουν στη μνήμη μου τη μουσική του Μαμαγκάκη για τις Σιλουέττες του Κωστή Ζώη), το οργανικό Somnolence” ένα αργό, υπνωτικό, θλιμμένο track (βγαλμένο λες από ταινία του Κανελλόπουλου) και τέλος το “La nuit embrouillée” (ποίηση Makdessi) με το φλάουτο, την άρπα και το βιολοντσέλο και βεβαίως τη φωνή του Azrié να συντελούν στη μαγική ατμόσφαιρα.
Πολύ διαφορετικό άλμπουμ, έξω απ’ αυτά που φθάνουν στ’ αυτιά μας από τη Δύση, αλλά, ταυτοχρόνως, ούτε βαθιά θαμμένο στους οργανικούς μύθους της Ανατολής.

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ τζαζ και ροκ ομολογίες

Ανακοινώθηκε σήμερα ο θάνατος του Βασίλη Δημητρίου, ενός αξιοσέβαστου «έντεχνου» συνθέτη. Ήταν 70 ετών. Μέσα από τα τραγούδια του (τηλεοπτικά ή μη) έγινε κυρίως γνωστός ο Δημητρίου, όμως εμάς, εδώ στο δισκορυχείον, μας ενδιαφέρουν περισσότερο οι μουσικές του… Πόσω μάλλον, όταν αυτές οι μουσικές έχουν σχέση με την jazz και το rock… Με την ελληνική τζαζ και το ελληνικό ροκ εννοώ…
Πάνε αρκετά χρόνια από τότε που έπεσε στα χέρια μου το 45άρι του Βασίλη Δημητρίου «Ω τι κόσμος μπαμπά 7XGO 6070 (Β. Δημητρίου, Κ. Μουρσελά – Γ. Καλατζής)/ Η ομολογία 7XGO 6076 (Β. Δημητρίου)» [MINOS 5484, 1973]. Το πρώτο τραγούδι (με τίτλο δανεισμένο από το φερώνυμο θεατρικό του Κώστα Μουρσελά με τον θίασο Βασίλη Διαμαντόπουλου-Γιώργου Μιχαλακόπουλου) το άκουγα μικρός στο ραδιόφωνο, αλλά το flip-side, που έφθανε στ αυτιά μου μεγάλος πια, ήταν άλλο πράγμα.
Για την «Ομολογία» έγραψα για πρώτη φορά το 1996 στο «Ραντεβού στο Κύτταρο», κι εκείνη η αναφορά ήταν από τότε αρκετή, ώστε να καταγραφεί άπαξ δια παντός αυτό το ultra-funky και κάπως… psych track στα ροκ κατάστιχά μας. Φοβερό κομμάτι, με ωραίο ρυθμικό τμήμα, δυναμική lead κιθάρα και απρόσμενη αλλαγή στο τέμπο, που εμένα μου θυμίζει το afro-funk των Νιγηριανών Ofege! Χρόνια αργότερα «Η ομολογία» θα μπει στη συλλογή “Platos Trip” [Megali Idea, 2011] μαζί με κομμάτια των Mad, του Γκαϊφύλλια, των Sounds, της Κωχ, των Daltons κ.ά., με αποτέλεσμα το δισκάκι να γίνει γνωστό στο κύκλωμα και αυτή τη στιγμή να πουλιέται στο discogs σε τιμές από 95 έως 190 ευρώ! Ουσιαστικά το ένα track πουλιέται τόσο. Για το άλλο, το «Ω τι κόσμος μπαμπά», που είναι ένα ευχάριστο όσο και αντιχουντικό τραγούδι, δεν ενδιαφέρεται κανείς…
Συνήθως τέτοια ορχηστρικά, στις πίσω πλευρές «επιτυχιών», προέρχονταν από το σινεμά, το θέατρο ή την τηλεόραση. Έψαξα και στα τρία sections. Βρήκα όλες τις ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, όλα τα θεατρικά που ανέβηκαν και όλα τα τηλεοπτικά σίριαλ που προβλήθηκαν την περίοδο 1973-74. Πουθενά δεν βρήκα κάτι σχετικό με… «Ομολογία». Ποιος να ξέρει από πού να προερχόταν αυτό το κομμάτι… Γιατί, για να το έγραψε ο Βασίλης Δημητρίου έτσι δίχως λόγο μού φαίνεται απίθανο…
Και το εξής περίεργο. Το δισκάκι αυτό («Ω τι κόσμος μπαμπά/ Η ομολογία») φαίνεται πως σύντομα αποσύρεται για να ξανακοπεί με τα τραγούδια… «Ω τι κόσμος μπαμπά 7XGO 6070 (Β. Δημητρίου – Κ. Μουρσελά)/ Λέγοντας και κλαίγοντας 7XGO 6071 (Β. Δημητρίου – Μ. Ελευθερίου)» [MINOS 5484, 1973], αμφότερα με τη φωνή του Γιάννη Καλατζή (στο δεύτερο ακούγεται και η Άννα Βίσση). Λέω πως αποσύρεται η «Ομολογία», για να βγει το «Λέγοντας και κλαίγοντας», επειδή το αντίθετο θα ήταν μάλλον απίθανο (να αντικατασταθεί ένα τραγούδι δηλαδή από ένα ορχηστρικό). Γιατί συνέβη τούτο, επίσης δεν γνωρίζω…
Πάμε πολλά χρόνια μπροστά, στο 2010. Από την Εταιρία Γενικών Εκδόσεων του Κώστα Γιαννίκου, στο label El Capitan, εκδίδεται ένα CD του Βασίλη Δημητρίου υπό τον τίτλο «Δύο Έργα Ορχηστικής Τζαζ», τα «Ο κύκλος του ήλιου» και «Το χρώμα του ήχου». Γράφει στο booklet ο ίδιος ο συνθέτης ανάμεσα σε άλλα: «Αυτά τα δύο έργα λοιπόν που υπάρχουν σ’ αυτό το άλμπουμ, και που το ένα από το άλλο τα χωρίζουν 10 χρόνια, τα έγραψα για διαφορετικές ανάγκες – το ένα για μια θεατρική παράσταση και το άλλο για μια τηλεοπτική σειρά».  
Προσωπικά, δεν θα χαρακτήριζα εντελώς και ακριβώς “jazz” τις συγκεκριμένες μουσικές του Βασίλη Δημητρίου. Ας τις πούμε καλύτερα… περί την jazz. Ειδικά το πρώτο έργο, που έχει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον (κυρίως από μελωδικής πλευράς, γιατί αρμονικά είναι κάπως ξέβαθο – δεν είναι κακό, σώνει και καλά, αυτό) φέρνει στο νου… “Summertime” και Gershwin γενικώς, αν και το ευρύτερο κλίμα είναι εκείνο της… σοβαρής ελαφράς μουσικής. Πολύ ευχάριστο άκουσμα, το οποίο φέρνουν εις πέρας κορυφαίοι μουσικοί (Σωκράτης Άνθης τρομπέτα, Τάσος Κλαβανίδης τρομπόνι, Παναγιώτης Δράκος φλάουτο, Σπύρος Καζιάνης φαγκότο, Νίκος Πολίτης μπάσο κ.ά.).
Να κλείσουμε με την «Ομολογία» στη μνήμη του Βασίλη Δημητρίου…

το ARTéfacts ensemble στις γυναικείες φυλακές Θηβών

Αντιγράφω από το site του γκρουπ: «Το σύνολο ARTéfacts ensemble ιδρύθηκε το 2007 στην Αθήνα και πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση τον Ιανουάριο του 2008. Λειτουργεί με έναν βασικό πυρήνα 7 μελών και έναν σταθερό κύκλο εξωτερικών συνεργατών, μουσικών αλλά και καλλιτεχνών από διάφορους τομείς. Η ευέλικτη δομή του, αλλά κυρίως η παρουσία σκηνοθέτη στον πυρήνα των μελών του, του προσδίδει ποικίλες δυνατότητες για μια πιο φρέσκια, προσιτή και πλούσια παρουσίαση του σύγχρονου ρεπερτορίου».
Τι έχουμε επί του παρόντος; Ένα CD των ARTéfacts ensemble υπό τον τίτλο THIVA Km102” [Puzzlemusik, 2015] που περιλαμβάνει έξι θέματα ισάριθμων συγχρόνων συνθετών (Laurent Durupt, Balázs Horváth, Maurilio Cacciatore, Branka Popović, Νικόλας Τζώρτζης, Δημήτρης Ανδρικόπουλος), γραμμένα ειδικά για το σχήμα. Όλα τα έργα συνδέονται μεταξύ τους, προβάλλοντας συγκεκριμένο concept. Με τι έχει να κάνει αυτό; Με τη ζωή των κρατουμένων (γυναικών) στις γυναικείες φυλακές Θηβών. Το πρότζεκτ εξελίχθηκε στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού προγράμματος, που θέτει ως στόχο την επικοινωνία «καταστημάτων κράτησης» και κοινωνίας με άξονα την καλλιτεχνία. Ήδη οι συνθέσεις έχουν παρουσιαστεί από το ARTéfacts ensemble στο κτήριο των γυναικείων φυλακών της Θήβας, τον Σεπτέμβριο του ’14, ενώ την ίδιαν εποχή ηχογραφήθηκε και το σχετικό CD στο στούντιο Sierra.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/57151

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

ο ΚΤΙΡΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ μελοποιεί Μίλτο Σαχτούρη

(...) Ο Κτίρια τη Νύχτα, από τη μεριά του, είναι ένα μουσικός που έχει δώσει έως τώρα σοβαρά δείγματα ενός προσωπικού τρόπου αντίληψης της σύνθεσης και της τραγουδοποιίας. Όπως είχα σημειώσει και για ένα προηγούμενο άλμπουμ του, το «Κενοί Χώροι» [Inner Ear, 2013]:
«Εκείνο που δεν είναι προφανές στους “κενούς χώρους” είναι η τραγουδοποιητική έκφραση του Κτίρια τη Νύχτα – βασικά ο τύπος του ανατρεπτικού άσματος, που όταν δεν ενοργανώνεται έχοντας ως βάση τα γνωστά κιθαριστικά-ποπ διδάγματα, αντλεί από ένα άναρχο, προσωπικό εκφραστικό οπλοστάσιο. Δεν ξέρω αν έχει κάποια σημασία, αλλά ακούγοντας το συγκεκριμένο long play ανακάλεσα στη μνήμη μου, τηρουμένων όσων αναλογιών θέλετε, κάτι από την “τρέλα” ορισμένων καλλιτεχνών της περίφημης ESP Disk – του πειραματιστή Alan Sondheim φερ’ ειπείν, ή του singer-songwriter Mij. Ο Κτίρια τη Νύχτα συνδυάζει και τα δύο (ή και τους δύο), αν και νομίζω πως η δύναμή του εντοπίζεται κυρίως στο τραγούδι (κι εκεί αξίζει να εμβαθύνει). Στο λόγο δηλαδή που, στην περίπτωσή του, έχει λόγο να λέγεται».
Να τo λοιπόν το άλμπουμ, με λόγο που έχει λόγο να λέγεται, δύο χρόνια αργότερα. Ένα άλμπουμ «φτιάξτο μόνος σου», περιέχον 22 μελοποιημένα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη, για τη μουσική επένδυση των οποίων… «χρησιμοποιήθηκε μόνο κλασική ή ακουστική κιθάρα, παιγμένη με διάφορες τεχνοτροπίες και ηχογραφημένη με πλήθος διαφορετικών τεχνικών». Το άλμπουμ που τιτλοφορείται απλώς «ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ» [Tenant Records, 2015], κυκλοφορεί σε 70 μόλις αριθμημένα CD-αντίτυπα, ενώ προσφέρεται και για digital downloading.(...)

Το όλον εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/57150

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

HARRY ALLEN and FRIENDS πιστοί παραδοσιάρχες

Η λεγόμενη «επιστροφή στις ρίζες» για τον τενόρο σαξοφωνίστα Harry Allen λειτουργεί με εποικοδομητικό τρόπο. Ο άνθρωπος είναι παραδοσιακός, τι να κάνουμε τώρα; Και είναι παραδοσιακός όχι μόνο γιατί διασκευάζει στο For George, Cole and Duke [Blue Heron, 2015], την ισχυρή βάση της αμερικανικής τραγουδοποιίας και ορχήστρας (George Gershwin, Cole Porter και Duke Ellington δηλαδή), αλλά και γιατί το παίξιμό του, ο ήχος του, το φύσημά του παραπέμπει στους αρχέτυπους τενορίστες του αμερικανικού songbook, τον Coleman Hawkins και τον Ben Webster. Έτσι, η αύρα των προπολεμικών και των πρώτων μεταπολεμικών ηχογραφήσεων είναι παρούσα στο “For George, Cole and Duke”, ένα άλμπουμ που μεγαλύνεται από την παρουσία όλων ανεξαιρέτως των μουσικών, οι οποίοι ανταποκρίνονται ψυχή τε και σώματι στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της εγγραφής. Ποιοι είναι αυτοί; Πέραν του Harry Allen, η ισραηλινή πιανίστα Ehud Asherie, η μπασίστα και τραγουδίστρια Nicki Parrott (έχει παίξει με Michel Legrand, Randy Brecker, Jose Feliciano κ.ά.), ο ντράμερ Chuck Redd (με συμμετοχές σε περισσότερες από 75 ηχογραφήσεις) και ακόμη, ως special guest, ο περκασιονίστας “Little JohnnyRivero (σε τρία tracks).
Το ρεπερτόριο είναι όπως αντιλαμβάνεστε… το κλασικό. Από πλευράς Gershwin διασκευάζονται τα “How long has this been going on?”, “Shall we dance?”, “By Strauss”, “They all laughed” και “Who cares? (So long as you care for me)”, από Porter τα “Always true to you in my own fashion”, “Silk stockings”, “I love you Samantha” και “Love for sale”, ενώ από Duke ακούμε τα “In a mellow tone”, “Happy reunion”, “Purple gazelle (Angelica)” και “Mood indigo”.
Φαίνεται λοιπόν πως ο Harry Allen την ψάχνει πολύ με το συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Δεν μένει μόνο στα προφανή και πιο γνωστά θέματα των τριών συνθετών, αλλά πάει και παραπέρα, δίνοντας ακόμη και για ορισμένα πασίγνωστα ευφάνταστες ενορχηστρώσεις – και αναφέρομαι, κατά κύριο λόγο, στο “Love for sale” που αποτελεί μία έξοχη latin-jazz version (η συμμετοχή του Rivero, εδώ, είναι κάτι παραπάνω από αποφασιστική). Επίσης έξοχο είναι και μία όχι τόσο γνωστή σύνθεση του Duke Ellington, το “Purple gazelle” από το “Afro-Bossa” [Reprise, 1963], που και αυτό μετατρέπεται σ’ ένα πύρινο latin-jazz track. Αξίζει, τέλος, να επισημάνω την φωνητική παρουσία τής Nicki Parrott, η οποία ηχεί τέλεια σε μπαλάντες όπως η “How long has this been going on?” (τραγούδι καθαγιασμένο από τις Ella Fitzgerald και Sarah Vaughan, ενώ το έχει πει και ο Van Morrison ανάμεσα σε πολλούς άλλους).

ρε άι στο διάολο…

Τι θα γίνει μ’ αυτή την ιστορία με τα eurogroup, τα euroworkinggroup, τις συνόδους κορυφής και όλη την υπόλοιπη βρυξελιώτικη δημοσιοϋπαλληλία; Θα τελειώνουμε μ’ αυτή την ιστορία άμεσα, ή όχι; Θα σταματήσει να μας γυρίζουν τ’ άντερα οι αντιπαθητικοί χαρτογιακάδες, ή θα το πάμε «έτσι» εμπλοκή; Γιατί παρατράβηξε το πράγμα πέντε χρόνια τώρα. Μας πρήξανε τ’ @ρχίδι@... Ας γίνει λοιπόν αυτό που πρέπει να γίνει, για να πάει ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Ένα δημοψήφισμα στη μόνη ρεαλιστική και ουσιώδη βάση του, ή εν πάση περιπτώσει εκλογές με το δίλημμα «ευρώ ή όχι ευρώ». Τόσο καθαρό.

Κυρίες και κύριοι «μέσα στο ευρώ» με μειώσεις συντάξεων 30/40%, 100 χιλιάδες δημoσίους υπαλλήλους έξω απ’ την παράγκα, ανεξέλεγκτες απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα, βασικούς μισθούς της πλάκας, ξεπούλημα των πάντων κ.λπ., κ.λπ., μια ζωή Βουλγαρίας να πούμε ή περίπου, ή «έξω από το ευρώ» και… αχαρτογράφητα ύδατα; Γιατί είναι αχαρτογράφητα τα ύδατα.

Όλα τα υπόλοιπα είναι σκέτο χάσιμο χρόνου. Πρέπει να βρεθεί η δύναμη, ώστε να τεθεί το ερώτημα στον κόσμο. Και να τεθεί στην πιο σκληρή εκδοχή του, για να λυθεί άπαξ δια παντός (ας το ελπίσουμε). Και ο κόσμος να πει, να μιλήσει… με την πεποίθηση πως το νικητήριο ποσοστό δεν θα είναι 50%+1 – καθότι, τότε, ένας νέος εθνικός διχασμός δύσκολα θα αποφευχθεί.

Αυτό είναι το δίλημμα που πρέπει να θέσει, άμεσα, αλλά με σωστή προετοιμασία, η κυβέρνηση στην κοινωνία. Και αν η κοινωνία πει «μέσα», τότε να πράξουμε όλα τα προηγούμενα με τη μία, γιατί κάθε έξι μήνες και κάθε ένα χρόνο δεν γίνεται να ξαναβλέπουμε το ίδιο έργο. Βαρεθήκαμε. Άι σιχτίρ… Και αν η κοινωνία πει «έξω, νισάφι πια…» να ανασκουμπωθούμε για να δούμε πώς θα τη βγάλουμε…

Δεν υπάρχει χρόνος για τίποτ’ άλλο.

Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

ο σπουδαίος ΤΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ στην «άλλη ζωή»

Πέθανε χθες στα 69 του ο Τάκης Αντωνιάδης – ο τραγουδιστής των Sounds, για όσους δεν προσανατολίστηκαν αμέσως. Δεν είχα την ευκαιρία να το γράψω πολλές φορές, αλλά δηλώνω, και θα δηλώνω πάντα, fan του. Μου άρεσε πάρα πολύ η φωνή του, μ’ αυτό το απίθανο ελαφρό falsetto της, μοιάζοντας πολλές φορές ιδανική για απαιτητικά τραγούδια. Έχω τη γνώμη πως ο Τάκης Αντωνιάδης θα μπορούσε να ερμηνεύσει π.χ. θαυμάσια τα blues. Το έπραξε, τόσο νωρίς στην καριέρα του εξάλλου (1967), ως μπροστάρης των Sounds, αποδίδοντας το “Stormy Monday” του T-Bone Walker. Και τούτο είναι μια πρωτιά, που έχει τη δική της σημασία στην ιστορία του… ελληνικού blues.
Φυσικά με το συγκρότημα ο Τάκης Αντωνιάδης τραγούδησε τα πάντα, όπως λέμε. Και pop και soul και ιταλικό τραγούδι και... ψυχεδελικό ροκ (με ελληνικό και αγγλικό στίχο, αλλά κυρίως με ελληνικό), κλείνοντας την καριέρα του (με τους Sounds εννοώ) με το φοβερό «Παράξενο ταξείδι», ένα κορυφαίο άσμα του παντοτινού δικού μας ροκ. Μπορείτε, εδώ, να θυμηθείτε τη σχετική ανάρτηση http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/01/the-sounds-strange-trip.html.
Ο Τάκης Αντωνιάδης (από το δικό του facebook)
Τα χρόνια κύλησαν (είμαστε στα mid-seventies πια), τα συγκροτήματα έχουν αποχωρήσει από το προσκήνιο, με τον Τάκη Αντωνιάδη να παραμένει πάντα πιστός στην pop που αγάπησε, αποδίδοντας με το δικό του τρόπο νεότερα κομμάτια, όπως ας πούμε το ανεπανάληπτο “Et si tu n'existais pas” (Joe Dassin), με το οποίο μεγάλωσα – και το οποίο με συγκινεί ακόμη είτε το ακούω από τον Dassin, είτε από τον Αντωνιάδη…
Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, party on the rocks, τα χρόνια της σιωπής, spaghetti… αλλά ελληνικά και άλλα διάφορα έφεραν τη γλυκιά φωνή τού Τάκη Αντωνιάδη μέχρι τα πιο πρόσφατα χρόνια, με τον ίδιο να μην εγκαταλείπει το μικρόφωνο, τραγουδώντας σε μπαρ, ρεστοράν και ξενοδοχεία, όπου η pop μπορούσε να ευδοκιμήσει… κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.
Ένας μεγάλος, λοιπόν έλληνας ποπίστας δεν είναι πια μαζί μας… Δύο τραγούδια, εις μνήμην…

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

SOCIAL END PRODUCTS νέο single

Μετά από ένα 45άρι (το “Ego Trip” του 2011) κι ένα LP (το “Nutre Tu Cabeza” του 2013) οι Έλληνες Social End Products επανέρχονται στη δισκογραφία μένα δεύτερο δισκάκι (“Feels much better on the other side/ Utopia”) κομμένο αυτή τη φορά σε 300 αντίτυπα από την G.O.D. Records.
Με πεπειραμένους παίκτες (Stathis φωνή, ντραμς, Manos κιθάρα, φωνητικά, Themos μπάσο, φωνητικά, Sara D. Satan κιθάρες, Myrto φλάουτο, πλήκτρα, Dimitris κιθάρες, Bill Hunchback σιτάρ), μέλη οι περισσότεροι παλαιότερων συγκροτημάτων (The Walking Screams, The Outtasites, The Meanie Geanies, The Inner Mystiques, Les Chrites…), οι Social End Products παρουσιάζονται σ’ αυτήν την κατάθεσή τους περισσότερο «ψυχεδελικοί» από ποτέ – κάτι που, εν πάση περιπτώσει, αποκαλύπτεται αμέσως και από το κακτοειδές εξώφυλλο (όπως και από άλλα τινά).
Το πρώτο κομμάτι είναι αγγλόφωνο κι έχει τίτλο “Feels much better on the other side”. Ξεκινά μ’ ένα μικρό… ταξίμι στο σιτάρ, πριν «σκάσει» το ρυθμικό τμήμα (κιθάρες, μπάσο, ντραμς) μαζί με το φλάουτο και τη φωνή – που μένει κάπως «πίσω» από τα όργανα, στηρίζοντας πάντως και αυτή το σταθερό λυσεργικό σκηνικό. Με το φλάουτο να πρωταγωνιστεί στο ορχηστρικό μέρος της σύνθεσης, φτιάχνοντας ωραία μελωδικά «τείχη» (μαζί και με τα «από κάτω» πλήκτρα), το τραγούδι αυτό είναι «ήσυχο» και «αθόρυβο», μέσα στη γενικότερη «τριπαριστή» αντίληψη.
Το track της δεύτερης πλευράς έχει τίτλο “Utopia” και είναι τραγουδισμένο στη γλώσσα μας. Ακούγοντάς το, δε, έρχονται στη μνήμη μου αμέσως κάποια ελληνικά ροκ συγκροτήματα από τις αρχές του ’70 (ας πούμε οι Daltons ή οι Jaguars). Όπως κι αν έχει η «Ουτοπία» είναι ένα ενδιαφέρον track, με επίσης early 70s στίχους, και ακόμη με σεμνά παιξίματα σε κιθάρες και πλήκτρα, που προσφέρουν (στο κομμάτι) την πρέπουσα ατμόσφαιρα.
Αν κάτι έχω να παρατηρήσω, τούτο είναι το εξής. Οι Social End Products πρέπει, φρονώ, να τονώσουν τα φωνητικά τους. Σωστά χρησιμοποιούν τα backing vocals, αλλά και τα lead πρέπει να δυναμώσουν και ν’ ανεβούν πιο πάνω. Θα κερδίσουν απ’ αυτό – ιδίως αν επιμείνουν στο μέλλον στον ελληνικό στίχο. Πολύ ωραίο το front cover.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

ο ΣΑΚΗΣ ΡΟΥΒΑΣ θα τραγουδήσει «Άξιον Εστί»

Δεν ξέρω αν ο συμπαθής Σάκης Ρουβάς τραβάει το σκοινί, όμως, εδώ, νομίζω πως θα «χάσει». Αν κέρδισε, όταν αποφάσισε να βγει στο πανί, αν ξανακέρδισε (όπως υποστήριξαν κάποιοι δηλαδή) όταν βρέθηκε στην Επίδαυρο για τις Βάκχες, τώρα είναι απέναντι σε κάτι εντελώς προκλητικό. Σ’ ένα εμπόδιο που δύσκολα θα το υπερβεί, ακόμη κι αν θυμηθεί εκείνη την παλιά του τέχνη… το άλμα επί κοντώ. Εδώ και η προπόνηση θα είναι επί ματαίω…
Ο αγαπητός ποπ σταρ είναι ηλίου φαεινότερο πως αρέσκεται να δοκιμάζει «πράγματα». Και τούτο, κι εκείνο, και τ’ άλλο, γιατί όχι και το παράλλο… Όλα μπορεί να υποταχθούν στη θέληση και τη διάθεσή του, καθώς οραματίζεται  το επαγγελματικό του μέλλον.
Το «πανί», στην Ελλάδα της κρίσης πια, δεν μπορεί να αναδείξει βεντέτες τύπου Ανδρέα Μπάρκουλη να πούμε, ή έστω Άλκη Γιαννακά (υπάρχει και η… ηρωική TV φυσικά, αλλά κι εκεί όλο τα μετράνε κι όλο μισά τα βρίσκουν). Ούτε η Επίδαυρος είναι κάτι που γίνεται κάθε-μέρα. Έπαιξες, κέρδισες ή έχασες, πας στην άκρη. Έχουν σειρά και άλλοι…
Οπότε τι; Μένουμε στο τραγούδι, εκείνο που εν πάση περιπτώσει γνωρίζουμε καλύτερα απ’ ό,τι άλλο, και ανοίγουμε τη βεντάλια… Λαϊκό, ελαφρολαϊκό, λαϊκορόκ, εντεχνολαϊκό, ακόμη και λαϊκό ορατόριο… Το μπουζούκι να είναι καλά και θα βρεθεί η άκρη… Κανείς δεν έχασε ποτέ υποτιμώντας τον Έλληνα, όπως είχε γράψει κάποτε και ο Τάσος Φαληρέας…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/apopseis/57016

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

το λιβάδι με τους μαργαρίτες των Παπαδόπουλου και Παττακού

Το 1968, στο Παρίσι, ο Βασίλης Βασιλικός κυκλοφορεί ένα βιβλίο με ευτράπελο περιεχόμενο. Είχε τίτλο Υποθήκες Παπ – Πατ και περιείχε «αποφθέγματα» των Παπαδόπουλου και Παττακού από τον πρώτο χρόνο της δικτατορίας. Όπως θυμάται και ο ίδιος ο Βασιλικός (vassilikos.toposbooks.gr/afigiseis):
«Κατά το Κόκκινο Βιβλιαράκι του Μάο Τσε Τουνγκ, σκέφτηκα το αντίστοιχο των Παπαδόπουλου και Παττακού. Από τις επίσημες ομιλίες τους, όπως δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα “Ελεύθερος Κόσμος” επέλεξα φράσεις-διαμάντια για να γελάσει το πικραμένο χείλι μας. Πρώτη φορά εκδόθηκε το 1968 από το Σύλλογο Ελλήνων Φοιτητών Παρισίων, για την ενίσχυση του συλλόγου τους».
Το βιβλίο μπορεί να κυκλοφορούσε στη ζούλα και στην Ελλάδα, όταν όμως έπεσε η χούντα τυπώθηκε κανονικά από τις εκδόσεις Πλειάς (1974).
Και πάλι ο Βασίλης Βασιλικός από το βιβλίο Γιάννης Δουβίτσας 1943-2003, Αφιέρωμα Μνήμης [Νεφέλη, 2013] με τις θύμησες διαφόρων, τις σχετικές με τον ιστορικό εκδότη της Νεφέλης:
«Με τον Γιάννη (Δουβίτσα) γνωριστήκαμε τους πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης, όταν μαζί με τον φίλο του Μιχάλη Μεϊμάρη, συνεργαζόταν στον εκδοτικό “Πλειάς”, στον έκτο όροφο του κτιρίου Ιπποκράτους και Πανεπιστημίου. Εκεί περίμενε μια ατέλειωτη ουρά που έφτανε ως τον τρίτο όροφο για να πάρει το κόκκινο βιβλίο με τις “Υποθήκες Παπ-Πατ” (Παπαδόπουλου-Παττακού), που είχε κυκλοφορήσει στο Παρίσι το 1968 και επανεκδοθεί μόλις έπεσε η χούντα»
Μικρού μεγέθους (και 110 σελίδων) οι Υποθήκες Παπαδόπουλου Πατακού χωρούσαν σε κάθε τσέπη, θυμίζοντας τα αντίστοιχα βιβλιαράκια με ανέκδοτα που τυπώνονταν ανέκαθεν στην Ελλάδα. Στόχος της Πλειάδος ήταν το βιβλίο να βρίσκεται παντού και ανά πάσα ώρα, ώστε να διαβάζεται στο πι και φι – κάτι που συνετέλεσε, βεβαίως, στην εμπορικότητά του.
Τα χρόνια μπορεί να πέρασαν αλλά οι Υποθήκες Παπ-Πατ δεν ξεχάστηκαν, αφού μετά την Πλειάδα τυπώθηκαν και στον Δωρικό (1982), ενώ κυκλοφορούσαν και μέχρι πριν λίγα χρόνια στην έκδοση του Λιβάνη (1998), μαζί με το Καφενείο “Εμιγκρέκ”.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/Plus/56980

15 διαφορετικά περιοδικά που κυκλοφόρησαν επί δικτατορίας / Οι «άλλες» φωνές στην πολιτική, την Τέχνη και τα γράμματα

Επί δικτατορίας κυκλοφορούσαν δεκάδες περιοδικά, όλων των τύπων και όλων των ειδών. Άλλα βραχύβια, και άλλα… αιώνια, αφού τυπώνονται ακόμη! Ένα τέτοιο είναι το «Ήχος & Hi-Fi», που εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1973 και συνεχίζει να κυκλοφορεί 42 χρόνια αργότερα!
Στην επταετία υπήρξαν, φυσικά, δεκάδες mainstream περιοδικά («Επίκαιρα», «Φαντάζιο», «Ψυχαγωγία», «TV News»…), άλλα που κυκλοφόρησαν, για προφανείς πολιτικούς λόγους, για ελάχιστο διάστημα (όπως το «Αντί» π.χ.), άλλα που υμνούσαν/υποστήριζαν το καθεστώς («Η Νέα Ελλάς της 21ης Απριλίου», «Θέσεις και Ιδέαι»…) και άλλα που ήταν απλώς παράνομα και μοιράζονταν χέρι με χέρι (όπως π.χ. η «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», που τότε ανήκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού).
Σκίτσο του Δημήτρη Σαπρανίδη από το οπισθόφυλλο του πρώτου τεύχους του "αντί", που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1972
Εδώ, θα γίνει λόγος για μερικά… διαφορετικά περιοδικά. Έντυπα που επέλεξαν να παρουσιάσουν έναν ξεχωριστό λόγο σε σχέση με την Τέχνη, την πολιτική, τα γράμματα κ.λπ. Μερικά υπήρξαν θνησιγενή, αλλά είχαν κάπως μακρότερη πορεία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, για ορισμένα, πολιτικής φύσεως έντυπα, οφείλει κανείς να καταδείξει το θάρρος των εκδοτών τους, καθότι –ακόμη και αν είχε καταργηθεί από το φθινόπωρο του ’69 η προληπτική λογοκρισία– χρειάζονταν… ούμπαλα, για να τυπώσεις το 1972 συνέντευξη μελών των Tupamaros (στον Alain Labrousse), σχετική με την ένοπλη πάλη!

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/book/56964

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

MOONJUNE RECORDS δύο νέα CD

Πάντα εν δράσει, η MoonJune επιμένει στο prog και fusion, προτείνοντας νέα ενδιαφέροντα άλμπουμ…
MARK WINGFIELD: Proof of Light [MJR071, 2015]
Αμερικανός μάλλον κιθαρίστας, αλλά εγκατεστημένος στην Αγγλία είναι ο Mark Wingfield και εγγλέζικο είναι το άλμπουμ του (ηχογραφημένο στο Cranfield), που κυκλοφορεί τώρα από τη νεοϋορκέζικη εταιρεία. “Proof of Light” ο τίτλος του, και ακούγονται σ’ αυτό, εκτός από τον ίδιον, ο Yaron Stavi στο μπάσο και ο Asaf Sirkis στα ντραμς. Κλασικό rock trio λοιπόν, που δεν ροκάρει ακριβώς αλλά… τζαζροκάρει (με ήχους κιθαριστικούς που μπορεί να εκτείνονται από τη… σχολή ECM, τον John Abercrombie ας πούμε, μέχρι τον Jimi Hendrix). Ο Wingfield, εννοώ, έχει εκείνο το μελωδικό χάρισμα της… avant-jazz, αν και ξαφνικά μπορεί να «χαθεί» σε τελείως ψυχεδελικά μονοπάτια (εδώ ακούω το σχεδόν 9λεπτο “Voltaic”, που είναι κατηγορία από μόνο του). Σε γενικές γραμμές πάντως εκείνο που κάνει διακριτό το παίξιμο του Wingfield είναι ο τρόπος του να μελωδεί, δίχως ταυτοχρόνως να παίζει και ακόρντα. Χρησιμοποιεί δηλαδή την κιθάρα του σαν πνευστό ή σαν την φωνή, εκμεταλλευόμενος όλα τα εφφέ και τα λοιπά, την ώρα που τα ακόρντα τα «λαμβάνει» με ηλεκτρονικό τρόπο. Έτσι, έχει το ρυθμικό παίξιμο «έτοιμο», με τον ίδιον απερίσπαστο να μελωδεί, σε fusion, γενικώς, πρότυπα. Πολύ καλή δουλειά κάνουν και οι δύο συμπαραστάτες του, ο Stavi και ο Sirkis. Μουσικάρες αμφότεροι –ο πρώτος έχει παίξει με Robert Wyatt, Phil Manzanera, David Gilmour κ.ά., ενώ ο δεύτερος έχει βρεθεί δίπλα στους John Abercrombie, Larry Coryell και Gilad Atzmon– ξέρουν να υποστηρίζουν και οπωσδήποτε να βαθαίνουν το περιβάλλον εντός του οποίου κινείται ο Wingfield.
YAGULL: Kai [MJR067, 2015]
Όπως είχα γράψει και πέρυσι (6/2/2014)… «Οι Yagull είναι το προσωπικό ‘όχημα’ του Sasha Markovic. Ο γιουγκοσλάβος μουσικός, που μάλλον διαμένει μονίμως στην Νέα Υόρκη, είναι ο βασικός υπεύθυνος του άλμπουμ “Films” [Zoze Music, 2012], ενός ορχηστρικού CD που κινείται σε (ενισχυμένους) ακουστικούς… κινηματογραφικούς, folk και folk-progressive δρόμους». Από πέρυσι μέχρι φέτος μεσολάβησε ένας χρόνος (φυσικά), αλλά κι ένα δεύτερο CD για τους Yagull, αυτή τη φορά στην MoonJune. Εδώ, ο Markovic έχει δίπλα του την πιανίστα Kana Kamitsubo και από κοντά μια ντουζίνα ακόμη μουσικούς σε κρουστά, κιθάρες, μπάσο, βιολί, κλαρινέτο, φυσαρμόνικα, φλάουτο κ.λπ. (ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι κιθαρίστες Beledo και Dewa Budjana), οι οποίοι των βοηθούν να περατώσει τις ιδέες του. Τα κομμάτια είναι ορχηστρικά φυσικά, ο ακουστικός να-τον-πούμε ήχος κυριαρχεί, ενώ το κλίμα είναι αυτό-που-λέμε… κινηματογραφικό (και όλοι αντιλαμβανόμαστε τι υπονοεί η λέξη). Υπάρχουν θαυμάσια tracks στο “Kai”, αλλά τα πιο θαυμάσια απ’ αυτά (“Mio”, “Wishing well”) μπορεί φέρνουν στη μνήμη ακόμη και Γιάννη Σπανό… ή René Aubry, ή Ludovico Einaudi. Η αρμονική επεξεργασία τους τα βοηθά, εννοώ, να ακούγονται «στρογγυλά», χαϊδεύοντας, όπως λέμε, τ’ αυτιά, δίχως να ξεπέφτουν όμως στο γλυκερό και το αδιάφορο. Έχει ταλέντο ο Markovic –όπως και η ιαπωνίδα παρτενέρ του βεβαίως, μιας και οι συνθέσεις σχεδόν όλων των κομματιών ανήκουν και στους δύο– πράγμα που θα βοηθήσει τους Yagull να προχωρήσουν (γιατί όχι και να επιβληθούν) σ’ ένα χώρο, που χρειάζεται «νέο αίμα», καθώς οι προηγούμενοι σιγά-σιγά αράζουν…
Επαφή: www.moonjune.com

LEAH SAULNIER ασυνήθιστα εικαστικά περιβάλλοντα

Πριν λίγο καιρό έφθασε στα χέρια μου ένα ωραίο τζαζ CD από την Αμερική. Ήταν το “You Are a Creature” [Sunnyside Communications] του πιανίστα Nick Sanders. Ένα piano-trio άλμπουμ, αλλά ταυτοχρόνως κι ένα μελετημένα… ακροβατικό τζαζ πόνημα, κινούμενο κάπως κοντά στη νεο-ορλεανική παράδοση (ο Sanders είναι γεννημένος στο μεγάλο βάλτο), κάτι που διαπιστώνεται εν πάση περιπτώσει και σε tracks όπως τα “Zora the cat”, “Peculiar people” και “Day zombie” (ανάμεσα σε άλλα). Μπορείτε να διαβάσετε εδώ τα σχετικά… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2015/03/nick-sanders-trio.html.
Πάντως, πριν ακούσω, εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν το εξώφυλλο του άλμπουμ… η ακροβάτισσα τής Leah Saulnier. Μια παράξενη κόμικ φιγούρα, άψογα… γεωμετρημένη.
Έψαξα την περίπτωση της Saulnier…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/u12124/56942

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

το MEDLANTIC JAZZ PROJECT του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Για τον συνθέτη και ενορχηστρωτή Βασίλη Παπαδόπουλο έχω γράψει κι άλλη φορά στο δισκορυχείον. Στην ανάρτηση της 29/12/2011 είχα αναφερθεί στο άλμπουμ του “Amaryllis” [Musicverlag Orfeas], ένα από τα σημαντικότερα/ωραιότερα εκείνης της χρονιάς. Όπως έγραφα και τότε… ο Βασίλης Παπαδόπουλος είναι μόνιμος κάτοικος Γερμανίας από 45ετίας (τώρα από 50ετίας), κάνοντας από καιρού εις καιρόν εμφανή την παρουσία του προσφέροντας άψογους, επαγγελματικούς, δίσκους. Ο τελευταίος του, το Salty Water [Orfeas Music, 2015], όπως και το “Amaryllis” εξάλλου, είναι ηχογραφημένος στην Αμερική, συνδυάζοντας έμπνευση (συνθέσεις δηλαδή που μένουν στο μυαλό σου, αφού έχεις ολοκληρώσει μια πρώτη ακρόαση) και τελειότητα στην απόδοση. Τούτο το τελευταίο οφείλεται στις καλές σχέσεις του έλληνα συνθέτη με τα στούντιο και τους session men στη Νέα Υόρκη (εκεί που παράγεται περισσότερο από το μισό του όγκου της τζαζ στις Ηνωμένες Πολιτείες).
Έτσι, λοιπόν, μία ομάδα αναγνωρισμένων μουσικών, υπό το όνομα Medlantic Jazz Project, είναι εκείνη που πρώτη δίνει «πρόσωπο» στις συνθέσεις του Παπαδόπουλου. Ας δούμε τα μέλη της ένα-ένα. Ο Bob Franceschini είναι σε σοπράνο, τενόρο και άλτο φλάουτο – ένας top session «πνευστός», που έχει συνεργαστεί με τους Mike Stern, Paul Simon, Celine Dion, Tito Puente, Ricky Martin, Lionel Richie, Eddie Palmieri και δεκάδες άλλους. Ο Don Harris είναι σε τρομπέτα και φλούγκελχορν – έχει παίξει και ηχογραφήσει με Tower of Power, Robben Ford, The Temptations, Stevie Wonder, Ben E. King, Bob James, The Four Tops, James Taylor κ.ά. Ο Clifford Carter παίζει πλήκτρα – αν δείτε τη δισκογραφία του στο http://www.cliffordcarter.com/discography.html θα καταλάβετε για τι διαμετρήματος μουσικό συζητάμε. Ο Vinny Valentino είναι στις κιθάρες – ηχογραφεί από το 1988 προσωπικά LP κι έχει βρεθεί στη σκηνή ή το στούντιο με τους Tom Scott, Gary Bartz, John Pattitucci, Randy Brecker, Bob Moses, George Benson, Steve Gadd, Chick Corea, Jimmy McGriff κ.ά. Για τον μπασίστα Dave Anderson να πούμε πως έχει εμφανιστεί με τους Blood Sweat & Tears, Smokey Robinson και Joe Beck, ενώ ο Joel Rosenblatt (που είναι και συμπαραγωγός στο “Salty Water”) είναι περισσότερο γνωστός ως ο ντράμερ των Spyro Gyra… κι αυτό τα λέει όλα. Τέλος, ο κρουστός David Charles, αν πιστέψουμε την Wikipedia και το cduniverse, παίζει μουσική από το 1967, έχοντας περάσει από τους Help Yourself και συνεργαστεί με εκατοντάδες άλλους!
Είναι πρόδηλο, λοιπόν, πως όλοι αυτοί οι παικταράδες, όσο επαγγελματίες και να είναι, δεν μαζεύτηκαν… έτσι για πλάκα, για να παίξουν στο δίσκο ενός «αγνώστου» έλληνα μουσικού. Ο Παπαδόπουλος έχει «όνομα» στο χώρο (κάτι γνωστό τουλάχιστον από την εποχή της «Αμαρυλλίδος»), ένα «όνομα» το οποίον οφείλεται, πρώτον απ’ όλα, στο συνθετικό ταλέντο του. Αυτό το είχα γράψει, για πρώτη φορά, εδώ και πολλά χρόνια (1999), όταν είχε πέσει στα χέρια μου το πρώτο CD του, το “Karibu” και το ξαναλέω και τώρα. Οι συνθέσεις του αγρινιώτη μουσικού έχουν χάρη και ζωντάνια. Είναι σχεδόν τραγούδια – όπως το απολαυστικό “Summernights” (μία «έντεχνη λαϊκή» μελωδία, με τους αμερικανούς επαγγελματίες να της δίνουν τα απαραίτητα mediterranean vibes), ή το έξοχο “Between Spain & Greece”, ένα αθεράπευτο jazz-funk με προγραμματικές μουσικές αναφορές. Κάθε track του “Salty Water” έχει κάτι διαφορετικό να προσφέρει – όπως π.χ. το “Sunday walk” με τα σπάνιας ομορφιάς soli του Franceschini και του Carter στο ηλεκτρικό πιάνο, ή το μελαγχολικό “Ever so close”, ή το… εύρυθμο “Crazy days” (με την κολλητική πνευστή φρασιολογία).
Γενικώς, θα έλεγα πως ο Βασίλης Παπαδόπουλος δίνει ένα ακόμη άλμπουμ τζαζ, ελληνικής τζαζ αν θέλετε, υψηλών, υψηλότατων, υπερατλαντικών προδιαγρφών.
Δεν ξέρω πολλούς έλληνες μουσικούς, που να μπορούν να καταφέρνουν κάτι τέτοιο ξανά και ξανά.
Επαφή: www.orfeas-music.com

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

WE FREE free rock/free jazz σε ιστορική ετικέτα

– Μας ενώνει με ιστορικές στιγμές…
– Περί τίνος πρόκειται;
– Μα για το καινούριο CD της γαλλικής εταιρείας Futura et Marge;
– Ε, και;
– Μισό λεπτό… για να γίνω κατανοητός…
Η Futura υπήρξε ένα θρυλικό γαλλικό label των early seventies (ιδρύθηκε από τον Gérard Terronès, το 1969). Στη Futura είδαν το φως της δισκογραφίας θρυλικά άλμπουμ του avant-rock και της avant-jazz (LP δηλαδή των Georges Arvanitas, Michel Portal, Mal Waldron, Jacques Thollot, Chêne Noir, Red Noise, Fille Qui Mousse, John Tchicai κ.λπ.), πριν ο Terronès στρίψει προς την ετικέτα Marge το 1973, ηχογραφώντας εκεί, και στα sub-labels Blue Marge και Hôte Marge στην πορεία, αθάνατες «ελεύθερες» μουσικές (Willem Breuker, Archie Shepp, Sonny Sharrock, Evan Parker κ.λπ.), φθάνοντας σιγά-σιγά έως τις μέρες μας. Γιατί το CD Strange but True [Disques Futura et Marge, 2014] των We Free, που τώρα θα εξετάσουμε, ανήκει στην υποετικέτα Hôte Marge, που αριθμεί ήδη 12 νούμερα (από το 2010 μέχρι σήμερα). Άρα λοιπόν, και όπως αντιλαμβάνεστε, οι συνδέσεις που προκύπτουν από το εν λόγω άλμπουμ είναι πολλές και τρανές και… τρανότερες δεν γίνεται.
Ποιοι είναι οι We Free; Οι Pascal Brechet κιθάρες, σιτάρ, εφφέ, Colin McKellar κοντραμπάσο, λούπες, εφφέ και Thierry Waziniak ντραμς, κρουστά. Τρεις μουσικοί με τη δική τους παλαιά και ξεχωριστή ιστορία, που μεταφέρουν το… 45χρονο πνεύμα της ιστορικής γαλλικής εταιρείας στο τώρα. Εντελώς ενδεικτικά να πω πως ο Brechet υπήρξε μέλος της Celestrial Communications Orchestra του Alan Silva, πως ο McKellar έχει παίξει με τους Eddie Prévost, Paul Rutherford, Mal Waldron κ.ά. και πως ο Waziniak έχει υπάρξει μέλος των Gaël Mevel Quintet και των Trio Rives (μεταξύ των άλλων), για τους οποίους έχω γράψει παλαιότερα στο δισκορυχείον (9/6/2014).
Το CD των We Free αποτελείται από 12 tracks μικρής (δίλεπτα), μέσης (πεντάλεπτα) και μεγαλύτερης (εννιάλεπτα) διάρκειας. Έλκει δε την αισθητική καταγωγή του –κάτι που διαφαίνεται από τις πρώτες στροφές– από το free rock και την free jazz, συνδυάζοντας sixties αρχέτυπα (τη χρήση σιτάρ ας πούμε), με το αγγλικό και γαλλικό free improv των seventies, καθώς και με τις νεότερες πρακτικές (που έχουν όμως παλιά αφετηρία) των θορύβων και των εφφέ. Το αποτέλεσμα έχει μία εντυπωσιακή δυναμική (δεν είναι καθόλου στατικό εννοώ), με τις μουσικές των We Free να κυλούν με απαράμιλλη άνεση (παρότι, γενικώς, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα «δύσκολο» άκουσμα). Κομμάτια όπως τα “In abstracto” και “Strange but true” (τα λένε όλα οι… προγραμματικοί τίτλοι), ή ακόμη τα “Better than a slap in the face with a wet cod” και “Everything is its opposite” είναι εντελώς χαρακτηριστικά μιας παρέας μουσικών, που αν και βίωσε στις μέρες του ’70 την (ευρωπαϊκή) free περιπέτεια, εξακολουθεί να έλκεται από το απρόσμενο και το πείραμα. Και αυτό είναι το κέρδος. Γιατί αυτό ακριβώς το πείραμα είναι εκείνο που εξακολουθεί να διατηρεί, ως άκουσμα, (και) τα ουμανιστικά χαρακτηριστικά του.