Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

10 ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΙΑ επιλεγμένα για την αλήθεια τους και τη συγκίνηση

Είναι πάμπολλα τα ελληνικά τραγούδια, που έχουν να κάνουν με τη φιλία, τους φίλους, τις παρέες και όλα τα συναφή. Προσπάθησα να επιλέξω δέκα, που να τα έχω σιγοψιθυρίσει σε διάφορες φάσεις της ζωής (με παρέες ή μη). Είναι κριτήριο αυτό, καθότι ένα τραγούδι για να μπει στο στόμα σου (και δεν εννοώ τις «μαστίχες», τα earworms) θα πρέπει ή να σε διασκεδάζει ή να σε συγκινεί.
Το πιο παλιό κομμάτι προέρχεται από το 1966, ενώ το πιο καινούριο είναι 20 χρόνια παλιό – ένα τραγούδι του ’95. Νεότερα τραγούδια για τη φιλία, που να μ’ έχουν ταρακουνήσει δεν βρήκα, παρότι –με την αφορμή– άκουσα ή ξανάκουσα κάμποσα (καινούρια εννοώ). Μπορεί και κάποιο να παράπεσε, ok
Ίσως να φταίει ο τρόπος που λειτουργούν τα τελευταία 20 χρόνια οι καταστάσεις, που δεν σου αφήνουν περιθώριο ώστε να έλθεις και να επανέλθεις σε κάτι που μπορεί να είναι πραγματικά καλό. Προτού ένα τέτοιο τραγούδι κάνει τη διαδρομή του έρχεται το επόμενο, μέτριο ή κακό, και το ακυρώνει. Γελάω όταν ακούω κάποιους να λένε πως ένα τραγούδι περσινό ή προπέρσινο είναι… παλιό. Έτσι δεν μπορεί να γίνει δουλειά. Τα καλά τραγούδια, που ούτως ή άλλως είναι ελάχιστα, δεν επωάζονται. Δεν ωριμάζουν στα στόματα του κόσμου. Χάνονται εν τη γενέσει τους.
Διάλεξα, λοιπόν, δοκιμασμένα κομμάτια που να σχετίζονται με τη φιλία και να είναι καλά, ή και πολύ καλά ή και αριστουργήματα, φροντίζοντας να περάσω απ’ όσο το δυνατόν περισσότερα είδη. Λαϊκά, ελαφρολαϊκά, ποπ, ροκ, μπαλάντες… Θα μπορούσα να πάω και στα 12 ή και στα 15, αν και η γνώμη μου είναι πως, στις λίστες, η αφαίρεση έχει πάντα πιο ενδιαφέρον από την πρόσθεση…

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/58024
 

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

RAN BLAKE φόρος τιμής στον George Russell

Η χρονιά μπορεί να μην έχει φθάσει ακόμη ούτε στη μέση της, όμως το “Ghost Tones/ Portraits of George Russell/ Solo duo ensemble” [a-side records, 2015] του 80χρονου Ran Blake σημαντικότατου πιανίστα, συνθέτη και δασκάλου της σύγχρονης jazz («εικόνα» τού περίφημου New England Conservatory, ή NEC για συντομία, στη Βοστόνη, για περισσότερο από 40 χρόνια) βάζει σοβαρή υποψηφιότητα, για ένα από τα «καλύτερα» του 2015. Δεν είναι αυτό το σημαντικότερο, και ας το προτάσσω απ’ ό,τι άλλο. Το σημαντικό είναι αυτό καθαυτό το CD, οι μουσικές που περιέχει, το concept, που με τόση πληρότητα και ευλάβεια υλοποιείται. Ένας φόρος τιμής, κατά βάση, στον θρύλο συνθέτη, τζαζ πρωτοπόρο, θεωρητικό και δάσκαλο της jazz στο NEC George Russell (1923-2009), μια εξέχουσα καλλιτεχνική μορφή με έργο τρανό, απείραχτο από το χρόνο.
Blake και Russell δεν υπήρξαν απλώς φίλοι και συνταξιδιώτες στο NEC, αλλά και κάτι περισσότερο. Αυτό το περισσότερο διηγείται με το δικό του τρόπο ο Ran Blake στο ένθετο του CD. Αναφέρονται πολλά. Θα μεταφράσω εκείνα που θα μας δώσουν να καταλάβουμε περί τίνος ακριβώς πρόκειται… Γράφει ο Blake:
«Όταν το 1957 κυκλοφόρησε το άλμπουμ του George RussellThe Jazz Workshop” στην RCA-Victor, το άκουσα τόσo πολλές φορές με αποτέλεσμα να λιώσω κάμποσες κόπιες, αγοράζοντάς το ξανά και ξανά από τα δισκάδικα. Υπήρχαν τόσα φοβερά κομμάτια σ’ εκείνον το δίσκο: το “Ezz-Thetic”, που περιέχει ένα σόλο του Bill Evans, το οποίο λίγο αργότερα θα αναπτυσσόταν στην ιστορική εγγραφή τού “Love for sale” από τον Miles Davis (σ.σ. 26/5/1958), τη στοιχειωτική αναδρομή στην αμερικανική nostalgia μέσω του “The ballad of Hix Blewitt”, εκεί που ο Hal McKusick τα δίνει όλα στο φλάουτο, αλλά κι εκείνο το αργό groove στο “Jacks blues”. Αργότερα μου άρεσε πολύ κι ένα άλλο άλμπουμ του, το “Vertical Form VI (σ.σ. ηχογράφηση του 1977, κυκλοφόρησε το 1981), ένα μεγάλο ταξίδι του George στην ηλεκτρονική μουσική. Ήταν όμως το “The Jazz Workshop”, που μ’ έκανε φαν του από τόσο παλιά.
Το 1959 το LP εκείνο ήταν εκτός κυκλοφορίας. Αυτό με είχε αναστατώσει τρομερά, επειδή ήταν (και είναι ακόμη) ένας από τους αγαπημένους μου δίσκους. Ένοιωθα λοιπόν πως αν παρενέβαινα, με μιαν αναφορά μου γεμάτη από υπογραφές διαφόρων, θα συγκινούσα τους υπεύθυνους της RCA-Victor για μιαν επανακυκλοφορία. Έκανα άνω κάτω τη Νέα Υόρκη προσπαθώντας να προσελκύσω μουσικούς, ιδιοκτήτες κλαμπ, φίλους της τζαζ, διασκεδαστές, σεκιουριτάδες των μαγαζιών, τη σπιτονοικοκυρά μου, ακόμη και αξιωματούχους του ΟΗΕ για μιαν υπογραφή. Κάθε πρόσωπο που θα υπέγραφε, θα συμφωνούσε επίσης ότι θ’ αγόραζε και μια κόπια από την επανέκδοση, καθώς επιθυμούσα η αγάπη μου για τη μουσική του Russell να μοιραζόταν με κάθε τρόπο.
Παρά πολλοί σημαντικοί άνθρωποι και μουσικοί είχαν υπογράψει. Ανάμεσά τους και οι: Jaki Byard, Ornette Coleman, Chris Connor, Bill Dixon, Eric Dolphy, HarrySweetsEdison, Nesuhi Ertegun, Gil Evans, Jimmy Giuffre, Charles Mingus, J.J. Johnson, Kathleen Annie Pannonica Rothschild, Thelonious Monk και πολλοί-πολλοί άλλοι. Όταν ετοίμασα κι έστειλα την αναφορά με τις υπογραφές, ο θρυλικός τζαζ παραγωγός της Columbia και της RCA-Victor Goerge Avakian μού απάντησε προσωπικώς, λέγοντάς μου πως είχε εντυπωσιαστεί από τον αριθμό και από το “βάρος” τους, και πως θα προωθούσε το αίτημά μου προς τα ανώτερα κλιμάκια. Δυστυχώς το LP δεν επανεκδόθηκε παρά… 40 χρόνια αργότερα, το 1987, όταν κυκλοφόρησε σε CD (σ.σ. σίγουρα υπήρξε μία τουλάχιστον επανέκδοση νωρίς στα sixties, το discogs γράφει για 1962). 
Πενήντα χρόνια αργότερα, νοιώθω πως δεν υπάρχει καλύτερη αφορμή από αυτήν εδώ. Να δημοσιεύσω, εννοώ, τις υπογραφές εκείνες, σαν εσωτερικό art cover τού νέου CD εις μνήμην του George, του συναδέλφου, μέντορα και αγαπημένου φίλου μου».
Αυτά γράφει ο Ran Blake στο ένθετο, αλλά εξ ίσου σημαντικές, ή και ακόμη σημαντικότερες, είναι οι συνθέσεις που αποδίδει ο ίδιος και οι συνεργάτες του στο “Ghost Tones”. Μάλιστα δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο άλμπουμ του σημαντικού αυτού πιανίστα που να ηχεί τόσο jazz, τόσο λαϊκό, τόσο σύγχρονο και τόσο ηλεκτρονικά αβαντγκαρντίστικο ταυτοχρόνως. Και όμως, όλα αυτά και άλλα τόσα συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτό το δισκάκι, που αποτελεί πρόκληση (με τη σωστή έννοια) για οποιονδήποτε μουσικό μπαίνει στο χώρο και μας… απασχολεί. Αν ένας άνθρωπος προσφέρει ένα τέτοιο άλμπουμ στα 80 του, τότε τι θα πρέπει να κάνουν οι 40ρηδες ή οι 20ρηδες; Είναι ένα ερώτημα…
Δέκα επτά συνθέσεις είναι ηχογραφημένες στο “Ghost Tones”. Άλλες στάνταρντ (δύο φορές το “Autumn in New York” του Vernon Duke, το “Manhattan” των Rodgers & Hart, το “You are my sunshine” του Jimmie Davis), άλλες του ιδίου του Blake και των συνεργατών του (έξι τον αριθμό) και άλλες (επτά) του George Russell. Ας ξεκινήσουμε από τις τελευταίες, για τις οποίες μάς έχει ήδη προϊδεάσει ο Blake στο κείμενό του. Το “Jacks blues”, για παράδειγμα, που ενορχηστρώνεται εδώ για πιάνο, τρομπέτα, τρομπόνι, ηλεκτρική κιθάρα και τύμπανα είναι μια απίστευτα ευρηματική σύνθεση, ένα blues παντελώς ακατάτακτο, ένα «σχολείο» της σύγχρονης τζαζ. Το ίδιο θα έλεγα και για το “Stratusphunk”, το οποίον ο Blake το είχε ηχογραφήσει πρώτη φορά για το άλμπουμ του “Plays Solo Piano” στην ESP-Disk, το 1965. Για σόλο πιάνο είναι ηχογραφημένο κι εδώ – ιλιγγιώδεις διαδοχές/εναλλαγές συγχορδιών, που ξεκινούν από τα 12 μέτρα για να σε… στήσουν στα 11 (όπως είχα γράψει και παλαιότερα). Τόλμη χρειάζεται για ν’ αποδοθεί και το “Vertical Form VI”. Δύο ηλεκτρικά πιάνα, ένα Casio του Blake, ένα Fender Rhodes του Eric Lane, όπως κι ένα ακόμη keyboard από τον ίδιο παίκτη, και ακόμη τρομπόνι και τύμπανα συνθέτουν το οργανικό οπλοστάσιο, που έρχεται να αποδώσει αυτό το ανέπαφο από το χρόνο καλειδοσκοπικό κομμάτι. Κορυφαία σύνθεση του CD αποτελεί και η “Biography” των Ran Blake/Luke Moldof, περασμένη όλη μέσα από το πιάνο και τα ηλεκτρονικά (χειρίζεται ο Moldof). Ένας συνδυασμός πρωτοπορίας και νεορομαντισμού, που φανερώνει πόσο δημιουργικά ακατάτακτος παραμένει ο Blake ακόμη και στα 80 του. Τέλος, από τις versions ας σημειώσουμε εκείνη του κλασικού ύμνου τής americanaYou are my sunshine”, που έκανε τα τελευταία χρόνια μια… τρίτη καριέρα λόγω “O Brother, Where Art Thou?”. Pedal steel κιθάρα, βιολί και πιάνο δεν είναι ένας συνδυασμός που τον συναντάμε κάθε μέρα, στις ηχογραφήσεις του Ran Blake. Κυρίως, όμως, δεν συναντάμε κάθε μέρα τον τρόπο άρθρωσης αυτού του θρυλικού τραγουδιού – κυρίως τη μέθοδο που «κομματιάζει» τη μελωδία ο Βlake, σπάζοντάς την στα αρχέτυπά της, δίχως να διαλύει την αρμονία της.
Τι άλλο να πει κανείς γι’ αυτόν τον πάντα στις επάλξεις μουσικό και τον γεμάτο «εκπλήξεις» νέο του δίσκο;

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΖΑΓΡΕΑΣ πλήρης olymporock καταγραφή

Πολλοί γνωρίζουν τον Τηλέμαχο Ζαγρέα από τις εμφανίσεις του δίπλα στον Θανάση Παπακωνσταντίνου (Πλαταμώνας, Αθήνα, Βερολίνο κ.ά., υπάρχουν τα σχετικά βίντεο στο YouTube ), ενώ άλλοι –δεν ξέρω αν είναι λιγότεροι ή περισσότεροι–, θα τον γνωρίζουν από την προσωπική πορεία του, τα βιβλία, τους δίσκους και τις συναυλίες του.
Όπως κι αν έχει, απ’ όποια διαδρομή και να συναντήσει κανείς τον Τηλέμαχο Ζαγρέα αποκλείεται να μη συγκρατήσει στη μνήμη του τον τρόπο και τη στάση του στη σκηνή και, κυρίως, εκείνα τα «περίεργα» που λέει κι ερμηνεύει (είτε στο πάλκο, είτε στους δίσκους). Από τον «Αννίβα», τον «Ο’ Σάλιβαν» και τον «Μπαρμπαλιάμτσο», μέχρι την «Τρανταφλιά», την «Αγία Πατρικία» και την «Τσουκνίδα»... ένα είναι σίγουρο. Ο τρόπος που φορμάρει τα τραγούδια του ο… διονυσιακός τραγουδοποιός είναι μοναδικός.
Τηλέμαχος Ζαγρέας - Θανάσης Παπακωνσταντίνου πρόσφατα στο Βερολίνο (φωτογραφία: Lena Vlastara)
Λαϊκός καλλιτέχνης και φιλόσοφος με αρχαιοελληνική αφετηρία, ο Τηλέμαχος Ζαγρέας, γεννημένος στον Παλιό Πλαταμώνα, στις πλαγιές του Ολύμπου, έχει έναν τρόπο να σου μεταφέρει αυθεντικές στιγμές της ζωής είτε συζητάς μαζί του, είτε τον ακούς να τραγουδάει με την Μπάντα των Σατύρων στο δικό του… olymporock ιδίωμα.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/57946

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

ION μαύρη συχνότητα

ION αποκαλείται το προσωπικό project του Γιάννη Παπαϊωάννου (ex-Rehearsed Dreams, RawMechanimal…), που αναπτύσσεται ανελλιπώς θα έλεγα την τελευταία 20ετία (πολλές οι κυκλοφορίες σε CD, CD-R, MC, 12ιντσα, MP3…). Το πιο πρόσφατο επεισόδιο έχει τίτλο «Μαύρη Συχνότητα», είναι άυλο (για την ώρα;), έχοντας διάρκεια long play. Αποτελείται, εννοώ, από 13 θέματα, ικανά να περιγράψουν και να ολοκληρώσουν, ή να εκτονώσουν αν θέλετε μια κατάσταση.
Η «Μαύρη Συχνότητα» είναι ένα, χοντρικώς, ambient άλμπουμ, αν και αυτό δεν λέει πολλά – ο χαρακτηρισμός εννοώ, ο οποίος πρέπει να πλαισιωθεί και από άλλα τινά στηρίγματα, όπως και να επεξηγηθεί, όσο τούτο είναι εφικτό, στην πορεία.
Έχουμε λοιπόν ένα άλμπουμ «ηλεκτρονικό», οικοδομημένο με βάση τα synthesizers (χειρίζεται ο ίδιος ο Παπαϊωάννου) και μπολιασμένο από samples, επιτόπιες ηχογραφήσεις, κιθάρες (σε τέσσερα κομμάτια) και θερεμίνη (σε δύο). Η συμβολή αυτών των ήχων πάνω στη «μία» βάση, είναι ό,τι τροφοδοτεί με έξτρα «καύσιμα» το «ταξίδι». Γιατί έχει προορισμό η «Μαύρη Συχνότητα», ανεξαρτήτως της διαδρομής που θα ακολουθήσει ο καθείς. Υπάρχει, δηλαδή, η κλασική κοσμική έκσταση, έτσι όπως τη γνωρίσαμε από το kraut των early 70s (“Campfires”, “Spinalonga”, “Black noise”, “Unreal”), υπάρχει όμως και η πιο συντονισμένη «συστημική» διάσταση του τέλους της δεκαετίας και των αρχών της επομένης, έτσι όπως εκείνη αναπτύχθηκε μέσα από τις εγγραφές της εταιρείας Sky ας πούμε (Asmus Tietchens, Tyndall, Roedelius, Moebius κ.λπ.).
Ο Παπαϊωάννου έχει κατά νου όλη την εξέλιξη της cosmic ambience… και πορεύεται αναλόγως. Εξισορροπεί, δε, το προσωπικό του «είναι» μέσα από «φωτεινές» και «σκοτεινές» πορείες, με γνώμονα ένα concept που να ρέει, δίχως να παγιδεύεται από σκοπιμότητες. Έτσι, εκεί που μπορεί να εμφανίζεται απόμακρος και εσωστρεφής, αμέσως μετά (ή λίγο πιο πριν) μπορεί να προτείνει ένα πιο… φυσικό ακρόαμα. Τα samples και οι field recordings βοηθούν, θέλω να πω, στην επεξήγηση ενός περιβάλλοντος, που να είναι κατανοητό από τον «μέσο» ακροατή ηλεκτρονικής μουσικής, για να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον παλαιό και δοκιμασμένο όρο –από ’κείνον που μπορεί να έχει ακούσει «εμπορικούς» Tangerine Dream για παράδειγμα ή Neuronium–, ενώ, την επόμενη στιγμή, και όσο κυλάει το άλμπουμ (εννοώ στη… δεύτερη πλευρά του – από το έκτο “Andel” και πέρα, και κυρίως από το όγδοο “Campfires” και πέρα) να φαντάζει ως αναγκαία η πιο abstract και υποβλητική μετατόπισή του. Και αυτό συμβαίνει.
Ένα ταξίδι μοιρασμένο, θα έλεγα, σε ίσους χρόνους είναι η «Μαύρη Συχνότητα», που ενώ ξεκινά μ’ ένα κάποιο πρόγραμμα «φεύγει», τελείως, στην πορεία.
Συμμετέχουν οι: Γιάννης Παπαϊωάννου (ΙΟΝ) synths, samplers, tapes, field recordings, Τάσος Νικογιάννης ηλεκτρική κιθάρα στο “Fjord”, Ηλίας Κατελάνος ηλεκτρική κιθάρα στο “Ectachrome”, May Roosevelt θερεμίνη στα “Andel” και “Bay of rainbows”, Κώστας Ματιάτος ηλεκτρικές κιθάρες στο “Campfires” και Σπύρος Φάρος ηλεκτρικές κιθάρες στο “Spinalonga”. 

Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ το ηλεκτρονικό soundtrack στις «Σατανικές Ερωμένες»

Είναι πολλά τα κρυφά φιλμ του ελληνικού κινηματογράφου. Αν κοιτάξει κανείς τους καταλόγους με τους τίτλους των ταινιών μεγάλων μήκους (άσε των μικρών και μεσαίων, γιατί εκεί γίνεται χαμός…) σίγουρα θα εντοπίσει έργα ενός κάποιου βεληνεκούς, που θα ήθελε να τους ρίξει μια ματιά – αν όχι να τα δει ολόκληρα και όπως πρέπει. Αφήνω κατά μέρος το γεγονός πως, σε διάφορες περιπτώσεις, ορισμένα απ’ αυτά (τα «άγνωστα» έργα) θα μπορούσε ν’ αποδειχθούν απείρως πιο ενδιαφέροντα από τη μυριοστή προβολή τού «Καλώς ήλθε το δολλάριο» (που το βλέπω, πια, μόνο για τον σπαραξικάρδιο entertainer Ζαν Βασίλη…), ή του «Κάτι να καίει» (που δεν το βλέπω με τίποτα)…
O Μηνάς Χρηστίδης και ο Φαίδων Γεωργίτσης στον "Αποστάτη" ή "Σατανικές Ερωμένες"
Την 28/9/1973 προβάλλεται στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης η ταινία του Φαίδωνα Γεωργίτση «Ο Αποστάτης». Επρόκειτο για ένα «εμπορικό» φιλμ, που δεν συνδεόταν με το κλίμα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, όπως εκείνο άρχιζε σιγά-σιγά να διαμορφώνεται στις αρχές του ’70, και που θα μπορούσε να αναζητηθεί (στη συγκεκριμένη διοργάνωση) στον «Ιωάννη το Βίαιο» (Τώνια Μαρκετάκη), στο «Λάβετε θέσεις» (Θόδωρος Μαραγκός) ή στο «Κρανίου Τόπος» (Κώστας Αριστόπουλος).  
Ο Γεωργίτσης είχε επιχειρήσει να γυρίσει ένα καλλιτεχνικώς φιλόδοξο φιλμ κινούμενος στο πλαίσιο μιας ευπρόσωπης παραγωγής… και επηρεασμένος κατά τι από την «Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας»(!) του Λουίς Μπουνιουέλ, που προβαλλόταν αρχές του ’73 στην Ελλάδα. Στο net διάβασα και κάτι για το «Θεώρημα», όμως αυτό δεν φαίνεται πιθανό επειδή η ταινία του Παζολίνι θα παιζόταν στη χώρα μας επί Μεταπολίτευσης. Εξάλλου, το concept τού… ερωτικού καταλύτη δεν είναι εύρημα παζολινικό – ασχέτως αν η παζολινική εκδοχή του είναι άπιαστη.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/u46465/57893

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

DEVIN GRAY «σύγχρονη» jazz

Μας έχει απασχολήσει ξανά ο ντράμερ και συνθέτης Devin Gray στο δισκορυχείον, όταν πριν τρία χρόνια περίπου έγραφα για το προηγούμενο CD του “Dirigo Rataplan” [Skirl, 2012], σημειώνοντας πως οι συνθέσεις του νεαρού μουσικού (τότε 28 ετών, σήμερα 31)… ανασκαλεύουν διαδρομές όχι μόνο της σύγχρονης jazz, αλλά και της σύγχρονης μουσικής γενικότερα. Στο πιο πρόσφατο άλμπουμ του, που έχει τίτλο “RelativE ResonancE” και κυκλοφορεί κι αυτό από την Skirl, ο Gray κάνει πιο σαφείς τις «σύγχρονες» αναφορές του, μιλώντας ο ίδιος πια όχι μόνο για τον Ornette Coleman, αλλά και για τους Alban Berg και Iannis Xenakis.
Έτσι, επί του προκειμένου, έχουμε ένα jazz άλμπουμ (συμβάλλουν, πέραν του Gray, οι Chris Speed τενόρο, κλαρινέτο, Kris Davis πιάνο και Chris Tordini κοντραμπάσο), που μπορεί να εκκινεί από τους αρμολοδισμούς του Coleman, καταλήγει όμως να ανταποκρίνεται περισσότερο στις «σύγχρονες» περιπλανήσεις. Μπορεί, δηλαδή, tracks όπως το εισαγωγικό “In the cut” ή το περίπου 7λεπτο “City nothing city” να τζαζολογούν μ’ έναν έξοχο τρόπο (ιδίως στην περίπτωση του δεύτερου, όταν πάνω σ’ ένα ευμετάβλητο ρυθμικό τμήμα, οι Speed και Davis απλώνουν εμπνευσμένα soli), όμως σε άλλα κομμάτια οι διαδρομές είναι περισσότερο «επιφυλακτικές», με την jazz να παρακολουθεί από… κοντινή απόσταση, καθώς οι τέσσερις μουσικοί «χάνονται» μέσα σ’ έναν improv κυκεώνα, ενίοτε μαθηματικώς μελετημένο (“Undo the Redo”).
Σε κάθε περίπτωση οι συνθέσεις του Gray δεν διαθέτουν μόνο τη δεξιοτεχνία και το… υπεράνω κριτικής παίξιμο των συμμετεχόντων, αλλά και όλα εκείνα τα ενδιάμεσα χαρακτηριστικά, που μπορεί να τις καταστήσουν ενδιαφέρουσες για το μέσο «τζαζ αυτί». Οι μελωδίες είναι άψογα διαμορφωμένες, με το αρμονικό επιστέγασμα να είναι επίσης σαφές και υπαρκτό, παρέχοντας στα tracks μια γλαφυρή όψη, καθώς η ρυθμική ενέργεια που εκλύεται από κομμάτια όπως το “Jungle design” π.χ. μπορεί να παρασύρει σε καλώς ελεγχόμενες, αν και πολυμεταβλητές καταστάσεις.
Γενικώς, εκείνο που αντιλαμβάνομαι από την ακρόαση του άλμπουμ τού Devin Gray είναι πως έχουμε να κάνουμε μ’ έναν πολύ μελετημένο σημερινό μουσικό, που διαμοιράζει στις συνθέσεις του  ισορροπημένα στοιχεία jazz και avant, δίνοντάς τους μια δυναμική και επεξεργασμένη, όψη.

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

SONIK 100 τεύχη

Το περιοδικό Sonik συμπλήρωσε 100 τεύχη, όπως και μια εκδοτική δεκαετία (2004-2014) και το γιορτάζει αναλόγως. M ένα τεύχος (αυτό του Μαΐου) γεμάτο με εκατοντάδες (αλλά και μία πενηντάδα) με τα «καλύτερα» της… ηλικίας του. Έχουμε και λέμε λοιπόν…
Πρώτον. «2004-2014/ Τα 50 Πρόσωπα της Sonik Δεκαετίας (35 διεθνή + 15 εγχώρια ονόματα, που ξεχώρισαν στα χρόνια της δράσης του περιοδικού)». Εδώ συμμετέχω κι εγώ γράφοντας 200 λέξεις για ένα από τα 15 ελληνικά πρόσωπα που χαρακτήρισαν την ελληνική Sonik δεκαετία, και που δεν είναι άλλο από τον Socos.
Δεύτερον. «Τα 100 Διεθνή Άλμπουμ της Sonik Δεκαετίας (2004-2014)».
Τρίτον. «Τα 100 Ελληνικά Άλμπουμ της Sonik Δεκαετίας (2004-2014)».
Τέταρτον. «Τα 100 Διεθνή Τραγούδια της Sonik Δεκαετίας (2004-2014)».
Πέμπτον. «Τα 100 Ελληνικά Τραγούδια της Sonik Δεκαετίας (2004-2014)».
Οι λίστες, όπως πάντα, έχουν ενδιαφέρον – και για τις επιλογές αυτές καθαυτές, και επειδή δρουν χρηστικώς συνοψίζοντας μια μουσική εποχή, που είχε (και αυτή) τη σημασία της. Έχω όμως μιαν ένσταση…
Οι ελληνικές εκατοντάδες είναι... too much. Αν οι εκατοντάδες έχουν το νόημά τους για τα «ξένα» άλμπουμ και τραγούδια (που είναι άπειρα), για τα ελληνικά έπρεπε οι επιλογές να είναι πολύ λιγότερες –ας πούμε 20– προκειμένου να φανεί ξεκάθαρα το «καλό» από το «λιγότερο καλό», όπως και το «άριστο» από το... «αδιάφορο».
Εδώ θα πράξω το εξής. Επειδή δεν έχω πρόχειρες σημειώσεις (όπερ σημαίνει πως κάποια σημαντικά άλμπουμ, που μπορεί να μην υπάρχουν στη Sonik λίστα, ίσως μου διαφεύγουν) θα επιλέξω 10 ελληνικά CD/LP ως «τα καλύτερα της Sonik δεκαετίας» από εκείνα που έχουν ήδη επιλέξει οι συντάκτες του περιοδικού, τοποθετώντας τελευταίο κι ένα δικό μου, που δεν υπάρχει στην εκατοντάδα, και το οποίο είναι ίσως για μένα το σημαντικότερο της περιόδου. Να σημειώσω, τέλος, πως ο μπροστινός αριθμός δηλώνει τη θέση του άλμπουμ στη λίστα του Sonik. Πάμε λοιπόν… 


  2. Gravitysays_i: The Figures of Enormous Gray and the Patterns of Fraud (2011)
14. Monika: Avatar (2008) 
16. Μπάμπης Παπαδόπουλος: Μέσα στον πόνο ειν’ η χαρά, μες στη χαρά είναι ο πόνος (2014) 
20. Fantastikoi Hxoi: Κυρίαρχοι του Σύμπαντος (2008) 
28. Mechanimal: Mechanimal (2012) 
35. Χάρης Λαμπράκης Quartet: Θέα (2010) 
42. The Boy: Ηλιοθεραπεία (2011) 
78. Κόρε.Ύδρο.: Απλές Ασκήσεις στον Υπαρξισμό (2013) 
88. Παύλος Παυλίδης: Αφού λοιπόν ξεχάστηκα… (2004)
  . Socos & The Live Project Band: Αντάρτικο Πόλεων (2011) 

Εύχομαι... και στα 200.
 

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

ISABELLE DUTHOIT, FRANZ HAUTZINGER, MATIJA SCHELLANDER, PETR VRBA για το “Esox Lucius”

Avant τετράδα, σε μια πολύ ερμητική τσέχικη εγγραφή. Περί τίνος ακριβώς πρόκειται; Μα για το πιο πρόσφατο LP/CD της γερμανικής Corvo Records από το Βερολίνο, μιας εταιρείας που δηλώνει πίστη και αφοσίωση στην ακραία ηχητική περιπέτεια, προσφέροντας απρόσμενα άλμπουμ. Στο έσχατο Esox Luciusκαταγράφονται οι «συνομιλίες» μιας ομάδας αυτοσχεδιαστών (Isabelle Duthoit κλαρινέτο, φωνή, Franz Hautzinger τρομπέτα με τέσσερις βαλβίδες, Matija Schellander modular συνθεσάιζερ, Petr Vrba τρομπέτα, παλλόμενα μεγάφωνα), που έλαβαν χώρα το 2012 στο Studio A του τσέχικου ραδιοφώνου, στην Πράγα. Τα κομμάτια είναι πέντε, με το μικρότερο να διαρκεί 4:37 και με το μεγαλύτερο 12:21.
Στο εναρκτήριο “Drop shot” παρακολουθούμε μια σειρά συμβαλλομένων θορύβων, ποικίλων ηχοσταθμών, ικανοί να δημιουργούν στη διαδρομή αλλόκοτες καταστάσεις. Οπωσδήποτε υπάρχει αυτοσχεδιασμός, αλλά προφανώς υπάρχει και κάποιο σχέδιο. Ίσως όχι τόσο καλά… επεξεργασμένο, αλλά σε κάθε περίπτωση φανερό – και τούτο παρά το γεγονός πως μόνο προς το τέλος τα φυσήματα, στα πνευστά, αρχίζει να αποκτούν μία πιο… κατανοητή χροιά. Στο “Sonnenblum” το περιβάλλον είναι σχεδόν… ηλεκτροστατικό. Τα ηλεκτρονικά έχουν πρώτο ρόλο, αλλά υπάρχουν και noises σεμνά «αφημένοι» πάνω στους ηλεκτρονικούς καμβάδες. Πιο κοντά στο free form (ας πούμε της παλιάς γερμανικής σχολής) κινείται το φερώνυμο “Esox lucius”, που έχει αργή ανάπτυξη. Κι εδώ υπάρχουν ηλεκτρονικά, συντονισμένα, όμως, μέσα στο πνεύμα της γενικότερης «ελεύθερης» αφήγησης. Το 12λεπτο “Check radio” είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα tracks του CD (πρώτο, στη δεύτερη πλευρά του LP). Υπάρχει, εδώ, η αποτύπωση μιας ραδιοφωνικής περιπλάνησης (στα βραχέα ας πούμε), αλλά υπάρχει και πολλή φαντασία στο γενικότερο πλάνο, αλλά και στον τρόπο παραγωγής των ήχων – με τα σώματα των οργάνων, τις βαλβίδες και τις τάπες, να παίζουν έναν όλο και πιο σημαντικό ρόλο. Υποβλητικότατο θέμα, στην κόψη θα έλεγα drone/ noise/ free και avant. Το άλμπουμ θα κλείσει σε παραπλήσιο μοτίβο με το σχεδόν 5λεπτο “Precise party”. Το κομμάτι μοιάζει σαν συνέχεια του προηγούμενου, μεταπίπτοντας με το χρόνο προς την ηλεκτρονική αφαίρεση.
«Δύσκολες» και μη γραμμικές καταστάσεις, γενικώς, που θα έχουν πάντα το ενδιαφέρον τους.
Επαφή: www.corvorecords.de

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ με αφορμή «Το Ξίγκι της Μύγας»

Ο Γιάννης Λειβαδάς (γενν. το 1969) είναι μία σημαντική σύγχρονη ποιητική και μεταφραστική προσωπικότητα, κάτι το οποίο μαρτυρά, περίτρανα, το έργο του στα συγκεκριμένα πεδία (την ποίηση και τη μετάφραση εννοώ). Περαιτέρω, και ως επέκταση των προηγουμένων, ο Λειβαδάς ασχολείται και με το δοκίμιο που περιστρέφεται γύρω από την beat generation, την beat poetry, την ιστορία της τζαζ και άλλα σχετικά. Αν και ο ίδιος δεν προβάλλεται ως πρόσωπο με ανούσια πάρε-δώσε, έχει βρει τον τρόπο να επικοινωνεί τακτικά με το αναγνωστικό κοινό, που έχει τα ίδια ενδιαφέροντα μ’ εκείνον, όχι μόνο μέσω των ήδη πολλών βιβλίων του, αλλά και με την ανάλογη αρθρογραφία σε επιλεγμένα περιοδικά κι εφημερίδες.
Ο Λειβαδάς τυπώνει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς –θα πρέπει να το σημειώσουμε αυτό– είτε μέσω ελληνικών εκδοτικών οίκων, είτε οίκων του εξωτερικού (ΗΠΑ, Ινδία, Γαλλία, Σερβία…), όπως είναι οι περιώνυμες εκδόσεις Cold Turkey Press του Ολλανδού Gerard Bellaart και, γενικώς, διάγει ένα βίο, που ταυτίζεται με την ποιητική/λογοτεχνική περιπέτεια στην οποία έχει μπει… κι έχει «χαθεί». Τα ποιητικά βιβλία του είναι ήδη πάνω από είκοσι, ενώ διπλάσιες στον αριθμό είναι πια και οι μεταφράσεις του.
Δεν είναι ένας τυπικός θιασώτης της beat ποίησης (ή όποιας άλλης) ο Γιάννης Λειβαδάς. Έχω την αίσθηση πως μέσω του τρόπου ζωής του (η βάση του, εσχάτως, είναι το Παρίσι) επιχειρεί ν’ ανασυνθέσει ψηφιδωτά από τη διαδρομή των ανθρώπων με το έργο των οποίων καταπιάνεται, κάτι που τον βοηθά, φρονώ, στη βαθύτερη κατανόηση των ποιητικών νοημάτων τους. Αυτή η «από τα μέσα» ενασχόληση προσθέτει στο μεταφραστικό έργο του (αλλά και στο προσωπικό του) την έννοια του καθαρού και απρόσκοπτου βιώματος. Ο Λειβαδάς δεν γράφει ωσεί παρών. Είναι παρών.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/book/57797

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΑΝΤΙΛΑΣ - 4 αγγλόφωνα τραγούδια

Ο τραγουδοποιός Μιχάλης Τσαντίλας έχει νέο CD. Πριν, όμως, γράψω γι’ αυτό ας θυμηθούμε κάτι που είχα αναφέρει για το προηγούμενό του, που είχε κυκλοφορήσει το 2012 στο Μετρονόμο: «Αυτό το κάπως παράξενο που διαπίστωσα στο “Σκιά στο Μυαλό” είναι πως ο αγγλικός στίχος ταιριάζει καλύτερα στα τραγούδια του Τσαντίλα και το λέω τούτο ακούγοντας τα δύο αγγλόφωνα κομμάτια του “Forgive me” και “Take me away”. Συνάδει και η φωνή του μ’ αυτόν (τον αγγλικό στίχο), που μοιάζει με παιδική και ανεβαίνει κάπως ψηλά. Δεν ξέρω αν πρέπει ο Τσαντίλας να εγκαταλείψει τα ελληνικά λόγια ασχολούμενος με τ’ αγγλικά –τούτο θα το αποφασίσει ο ίδιος– εκείνο που ξέρω είναι πως πρέπει να γίνει κάπως περισσότερο… αγενής». Νομίζω πως γύρω απ’ αυτά τα λόγια και πάλι θα περιστραφώ, ακούγοντας το πιο πρόσφατο CD τού Τσαντίλα, που έχει τίτλο What You See is Just a Lie[Ανεξάρτητη Έκδοση] και περιλαμβάνει τέσσερα αγγλόφωνα τραγούδια του.
Η βασική μου ένσταση για την τραγουδοποιία του Τσαντίλα εξακολουθεί να παραμένει η ίδια – και μετά το άκουσμα των καινούριων τραγουδιών του. Θέλω να πω πως τα τέσσερα νέα κομμάτια του δεν προσθέτουν κάτι περισσότερο, κάτι διαφορετικότερο σ’ εκείνο που ήδη υπήρχε. Η «ατολμία», ας την πω έτσι, στο λόγο, εξακολουθεί να υφίσταται, ενώ συνδυάζεται αυτή τη φορά και με μια στουντιακή επεξεργασία, που εμένα, προσωπικώς, με αφήνει ακάλυπτο. Εννοώ πως ο ήχος που έχει επιλεγεί δεν αναδεικνύει το καλύτερο «χαρτί» του Τσαντίλα, που είναι οι μελωδίες. Το στούντιο χρησιμοποιείται με προβλέψιμο τρόπο, με αποτέλεσμα το τελικό editing, παρ’ όλα τα pop «κόλπα» που επιχειρούνται, να αποδεικνύεται λίγο.
Η δική μου γνώμη είναι πως ο Τσαντίλας, είτε γράφει στην αγγλική, είτε στην ελληνική, θα πρέπει να βαθύνει στο λόγο του. Εκεί βρίσκεται το κουμπί τής υπόθεσης. Όταν ο λόγος αποκτήσει τις διαστάσεις που πρέπει, θα αναδειχθούν σιγά-σιγά και οι ήχοι. Θα βρεθεί, δηλαδή, η καταλληλότερη επένδυση, προκειμένου να πατήσουν πάνω σ’ αυτήν τα λόγια. Τώρα, όλα μου φαίνονται κάπως συμπτωματικά. Κάπως σαν… δοκιμαστικά. Ο Τσαντίλας ψάχνεται για να το πω καθαρά, αυτή είναι η εντύπωσή μου, και μάλιστα ψάχνεται δημοσίως, εισπράττοντας και το ανάλογο κόστος – κάτι που, υπό συνθήκες, μπορεί να αποβεί σε καλό. Να τον ακούσουμε, εννοώ, στην επόμενη δουλειά του λιγότερο μετέωρο και πολύ περισσότερο αποφασιστικό.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

ο C.W. STONEKING αύριο στην Αθήνα

Έμαθα τον C.W. Stoneking από το “Jungle Blues”, που είχε κυκλοφορήσει σε CD το 2008 κι είχε διανεμηθεί στην Ελλάδα από την πάλαι ποτέ Hitch-Hyke (νομίζω). Εξαιρετικό άλμπουμ, που θα μπορούσε άνετα να ενταχθεί στο κλίμα της νέας παραδοσιακότητας – εκείνη που αναμόχλευαν, από τους κάπως παλιότερους, ο Roy Book Binder, ή ο πρόωρα χαμένος και τόσο αγαπητός στη χώρα μας Bob Brozman (1954-2013). Στον τελευταίο πρέπει να χρωστά πολλά ο C.W. Stoneking…
Με στίχους που διακρίνονταν άλλοτε για την περιπετειώδη αφρικανικότητά τους και άλλοτε για την καραϊβική μεταφυσική τους, με φωνή συχνά «καπνισμένη» –όχι όπως εκείνη του Tom Waits, αλλά κάπως κοντά σ’ εκείνη του Dave Van Ronk και τούτο όταν, τέλος πάντων, δεν αναπαριστούσε τον μυθικό Jimmie Rodgers–, και βεβαίως με συνθέσεις σχεδόν αποκλειστικά δικές του από τις οποίες δεν απέλειπε το μελωδικό χάρισμα, ο C.W. Stoneking είχε δημιουργήσει ένα άλμπουμ, που θα μπορούσε να παραλληλιστεί με ελάχιστα άλλα στην εποχή του.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/music/57744
 

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

GILDED BRUTE ή JOHNNY FALX

Πριν μερικές μέρες (5/5) κάποιος Johnny Falx έστειλε ένα link στο cbox και μου ζήτησε να πω μια γνώμη για ένα άλμπουμ του, που είχε ανεβεί στο soundcloud. Του είπα πως «θ’ ακούσω» και θα γράψω. Και για ’κείνον... και για όποιον άλλον μας διαβάσει.
Οι Gilded Brute λοιπόν, γιατί περί αυτών πρόκειται και που, μάλλον, είναι ο… πολλαπλασιασμένος Johnny Falx με άλλο όνομα, ανήκουν στο χώρο του σκληρού ροκ – το άλμπουμ τους εννοώ, το Byzantium Hounds, είναι σκληρό, δίχως, πάντως, να (του) καταλογίζονται ηχητικές ακρότητες. Τι θέλω να πω… Ο ήχος μπορεί να είναι σημερινός, κάπως DIY και κομματάκι ακατέργαστος, αλλά η βάση του είναι πακτωμένη στα early seventies heavy συγκροτήματα ή σε κάτι αμερικανικά του δεύτερου μισού της ίδιας δεκαετίας, που προέβαιναν συνήθως σε private pressings (άκου Stud, Totty, Highway και τα τοιαύτα). Αν κάτι φέρνει τον ήχο των Gilded Brute πιο μπροστά είναι τα φωνητικά, που ακούγονται κάπως περισσότερο ποπ για τέτοια τύπου μουσικές, και όχι αναγκαστικά η σκληρότητά του (που δεν έχει να κάνει με τα οριακά «μεταλλικά» παρακλάδια των eighties και των nineties). Αυτό το… δισυπόστατο είναι που κάνει τους Gilded Brute ενδιαφέροντες. Το γεγονός, δηλαδή, πως τα τραγούδια τους ακούγονται πλήρη και γεμάτα, δίχως να χρωστούν αναγκαστικά στο ένα ή το άλλο. Ναι μεν η «βάση» είναι αυτή που είναι, αλλά από ’κει κάτω τα θέματα αναπτύσσονται και ολοκληρώνονται με «προσωπική» δουλειά, δίχως (οι Gilded Brute) να… φοβούνται τις συγκρίσεις. Θέλω να πω πως και συνθετικώς τα κομμάτια «λένε»... 
Ο Johnny Falx ξέρει όχι μόνο να πετάει riffs από ’δω κι από ’κει, δημιουργώντας κάτι το μεταλλικώς… ακατάστατο, αλλά και να χαράζει απλές/γερές, μελωδικές γραμμές, πάνω στις οποίες προσέρχονται οι κιθάρες, για να ολοκληρώσουν το παιγνίδι (άκου π.χ. το “Lightning in a pill”).
Εντάξει, κάποιοι μπορεί να βρουν ομοιότητες με πιο καινούρια συγκροτήματα (απ’ αυτά που θα έχει ακούσει σίγουρα και ο άνθρωπος) τύπου My Bloody Valentine να πούμε, αλλά δεν θα τα χαλάσουμε εκεί. Εξάλλου και οι My Bloody Valentine σε κάποιους άλλους πατάγανε – και δεν εννοώ τους Stud και τους Totty φυσικά, αλλά πιθανώς τους συμπατριώτες και συντοπίτες τους U2 (αν όχι και τους ακόμη παλαιότερους Skid Row). Η ουσία είναι πως κομμάτια σαν το “Thus spoke the Coward” ή το “Flames in the sky” μπορεί να αφορούν οποιονδήποτε καλοπροαίρετο ροκά, ενώ ορισμένα άλλα, σαν το “Diehard soul” φερ’ ειπείν, μπορούν να προσελκύσουν ακροατές και από το πιο απαιτητικό, αλλά με… γνώθι σαυτόν «μέταλλο».

afro εγγραφές της VoxLox

Πριν λίγες ημέρες έφθασαν στα χέρια μου δύο παράξενα CD (ταχυδρομήθηκαν από την Αθήνα). Δύο afro εγγραφές της εταιρείας VoxLox. Αποστολείς ήταν ο Steven Feld (αμερικανός εθνομουσικολόγος, μουσικός ο ίδιος και άλλα διάφορα, ιδρυτής περαιτέρω της VoxLox) και ο Παναγιώτης Πανόπουλος (καθηγητής Ανθρωπολογίας της Μουσικής στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου). Ψάχνοντας στο δίκτυο βρήκα πως ο Πανόπουλος το 2005 είχε επιμεληθεί το βιβλίο Από τη μουσική στον ήχο/ Ανθρωπολογικές προσεγγίσεις [Αλεξάνδρεια] των Steven Feld, M. Roseman και A. Seeger, οπότε άρχισε κάπως να δένει το πράγμα. Πριν το… δέσω τελείως, εντοπίζοντας και διαβάζοντας το βιβλίο, ας πούμε μερικά λόγια γι’ αυτά τα δύο CD
NII NOI NORTEY, NII OTOO ANNAN, STEVEN FELD, ALEX COKE, JEFFERSON VOORHEES: Topographies of the Dark/ Sculptural paintings by Virginia Ryan [VoxLox 108, 2008]
Αν από τα όσα προηγούμενα αφέθηκε να εννοηθεί πως, στην περίπτωση των άλμπουμ της VoxLox, έχουμε να κάνουμε με ένα εθνολογικής κατεύθυνσης «δύσκολο» υλικό, όχι ταιριαστό για ευρύτερες ακροάσεις, τότε θα πρέπει από την αρχή να πούμε πως… τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Στο παρόν δισκάκι, το “Topographies of the Dark”, ηχογραφημένο και μιξαρισμένο στην Santa Fe του New Mexico, τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 2007, πέντε μουσικοί –οι Nii Noi Nortey πνευστά, ξυλόφωνα, δίχορδα λαούτα, μονόχορδα βιολιά κ.λπ., Nii Otoo Annan διαφόρων τύπων κρουστά, μαρίμπα κ.λπ., Steven Feld ashiwa (ένα είδος thumb πιάνου), μπάσο από rhythm box, Alex Coke φλάουτα, σοπράνο σαξόφωνα και Jefferson Voorhees κρουστά– παρουσιάζουν ένα είδος afro-jazz, που θα μας γυρίσει πίσω στο χρόνο, στην σοβαρή όσο και διακεκριμένη σουηδική σκηνή των seventies (Bengt Berger, Archimedes Badkar, Bitter Funeral Beer Band κ.λπ.), την πρώτη «λευκή» που επιχείρησε να συνδυάσει στοιχεία δυτικοαφρικανικά με την jazz των Art Ensemble of Chicago φερ’ ειπείν, κοντά σε μία... περί το rock προσέγγιση, μ’ έναν, σε κάθε περίπτωση, improv τρόπο. Το αποτέλεσμα το ακούμε στο συγκεκριμένο CD, που κυλάει με απόλυτη άνεση, προβάλλοντας έναν τύπο afro-jazz, που μπορεί να διατηρεί και κάποια… επιστημονικά χαρακτηριστικά, αλλά βασικά είναι για τον πολύ (και πάντως ενημερωμένο) κόσμο.
STEVEN FELD: Jazz Cosmopolitanism in Accra [VoxLox 212, 2012]
Το συγκεκριμένο άλμπουμ χαρακτηρίζεται ως “companion CD” από τον δημιουργό του, τον Steven Feld, ως οδηγός δηλαδή, ως εγχειρίδιο τού πώς ακριβώς νοείται η jazz στην Accra, την πρωτεύουσα της Γκάνας. Για συλλογή πρόκειται… δειγμάτων από κυκλοφορίες της VoxLox, συν κάποια ακόμη tracks από άλλα παλαιότερα άλμπουμ (άλλων εταιριών). Για παράδειγμα ανθολογείται εδώ το “Eyi wala dong” βγαλμένο από το ιστορικό LP του γκανέζου ντράμερ Guy Warren “…with Red Saunders Orchestra under the direction of Gene Esposito: Africa Speaks, America Answers” [Decca, 1957], κάπως σαν αρχή αυτού του τοπικού afro-jazz ιδιώματος, ενώ υπάρχει και εγγραφή από το CD “Por Por, Honk Horn Music of Ghana” [Smithsonian Folkways, 2007], για το οποίον είχα γράψει και παλαιότερα (εδώ στο δισκορυχείον): «Το άλμπουμ περιέχει τραγούδια και ήχους κλάξον(!) κυρίως, πατημένα (τα κλάξον) από μια ένωση φορτηγατζήδων της Accra, που έχουν για έδρα τους την περιοχή La. Χονδρικώς, θα έλεγα πως τα κλάξον por por συνοδεύουν, σήμερα, στην «τελευταία τους κατοικία» τους αποθανόντες φορτηγατζήδες της Ένωσης, αν και το ξεκίνημα αυτής της ιστορίας τοποθετείται 53 χρόνια πίσω, στο 1957, όταν η χώρα απέκτησε την ανεξαρτησία της από το «στέμμα», με τον κόσμο να βγαίνει στους δρόμους και να πανηγυρίζει».
Η ουσία είναι πως μ’ αυτά και μ’ εκείνα στο “Jazz Cosmopolitanism in Accra” δίνεται μια καλή (να υποθέσω) εικόνα των τζαζ ήχων που ακούγονται στην πρωτεύουσα της Γκάνας (τα περισσότερα tracks είναι γραμμένα σε τοπικά στούντιο) από παίκτες όπως οι προαναφερόμενοι (Nii Noi Nortey, Nii Otoo Annan, Steven Feld…), συν μερικούς ακόμη. Φοβερό το “Ghana sea blues” του Nii Otoo Annan, που μου θύμισε τα καλύτερα κομμάτια του Joe Mensah, ενός θρύλου γκανέζου μουσικού από τους «πατέρες» του highlife. Ο Annan παίζει όλα τα όργανα μόνος του (κιθάρες, μπάσο, κρουστά κ.λπ.) μέσω overdubs, ενώ το track προέρχεται από το φερώνυμο CD της VoxLox του 2012.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

το LP των YOU AND WHAT ARMY FACTION

Οι You and What Army Faction δεν είναι καινούριο (ελληνικό) γκρουπ, αφού κυκλοφορούν δουλειές τους (CD-R, single…) από το 2009. Είναι όμως η πρώτη φόρα που… καταφθάνουν στο πλατώ μου μ’ ένα άλμπουμ βινυλίου. Πρόκειται για το Glum, που τυπώθηκε σε 250 αντίτυπα από την Smash Records (ενώ διατίθενται και 100 αριθμημένα CD Box).
Αν λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν τον τίτλο του άλμπουμ (“glum” σημαίνει σκυθρωπός και τα ανάλογα), ίσως βγάλουμε, από την αρχή κιόλας, μια πρώτη άκρη. Και όντως. Στο “Glum” συμβαίνει εκείνο που εισπράττει ο καθένας μας – όχι μόνο από τον τίτλο βεβαίως, αλλά και από την πρωταρχική ακρόαση. Και είναι βασικά τα vibes, οι μουσικές, οι συνθέσεις των You and What Army Faction, που δημιουργούν αυτό το κάπως βορβορώδες σκηνικό, και όχι αναγκαστικώς τα λόγια, αφού έχουμε ακούσει και… χειρότερα. Θέλω να πω πως τα στιχάκια δεν είναι περισσότερα σκοτεινά και δυσπρόσιτα από διάφορα τινά του Tom Waits ας πούμε, όμως οι μουσικές, τα μέσα και αργά tempi, οι σκοτεινές/gothic ερμηνείες και η κάπως κλειστοφοβική ατμόσφαιρα θα μας πάνε αναγκαστικά πίσω, στον παλαιό Nick Cave, στους Yell-O-Yell, γιατί όχι και στους Joy Division (λόγω του τρόπου άρθρωσης και εκφοράς του λόγου).
Εντάξει, οι You and What Army Faction είναι πιο… καθημερινό ροκ συγκρότημα (τη λέξη «καθημερινό» δεν την χρησιμοποιώ με υποτιμητικό τρόπο), που θα μπορούσε άνετα να ενδιαφέρει και όσους ακούν Savage Republic, Swans, Sonic Youth ας πούμε, ή Εν Πλω. Εννοώ πως οι μουσικές του δεν κατρακυλούν στην απόγνωση και την αποστασιοποίηση, διατηρώντας ένα προφίλ επικοινωνίας (βοηθούν και οι στίχοι σ’ αυτό, όπως προείπα), που λούζεται από ακτίνες… νέον μέσα στη σκοτεινιά του.
Επίσης κάτι που μου έκανε εντύπωση, γι’ αυτού του τύπου τα τραγούδια που παρουσιάζουν εδώ οι φίλοι μας (ποιοι είναι και τι όργανα παίζουν, δεν αποκαλύπτεται στα χαρτιά του δίσκου, στο cover και το innersleeve), είναι οι ομοιοκατάληκτοι (γενικώς) στίχοι. Αυτό βοηθάει στη ροή και τη μουσικότητα, και κυρίως στην όποια εξωστρέφεια του ακροάματος – ακόμη και όταν καλύπτεται αυτή από τις αλλεπάλληλες στρώσεις των κιθαρών και του καθηλωτικού rhythm section.
Νομίζω πως ο εντελώς ύστερος Fill Scars πολύ θα χαιρόταν, σήμερα, με τούτα τα πνευματικά παιδιά του…
Επαφή: www.smashrecords.gr