Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

ανυπεράσπιστα γηρατειά μπροστά στο ΑΤΜ

Σήμερα αναγκάστηκα και πήγα για πρώτη φορά σε ΑΤΜ για να πάρω 60 ευρώ. Μεσημέρι 1 η ώρα, σε κεντρικό κατάστημα γειτονιάς της Αθήνας. Ουρά μάλλον μικρή (γύρω στα 15 με 20 άτομα), αλλά διαρκώς ανανεούμενη. Περίμενα κανα τέταρτο με είκοσι λεπτά…
Κατ’ αρχάς, εκείνο που πρέπει να πω είναι πως θα μπορούσε να περιμέναμε, όλοι μας, πολύ λιγότερο, αλλά τέτοιαν ώρα τέτοια λόγια… Οι περισσότεροι, μέσης ηλικίας και μεγαλύτεροι, «χτυπούσαν» πρώτα τα 120 ευρώ στο μηχάνημα, ορισμένοι και δεύτερη φορά, και μόνο όταν βεβαιώνονταν πως το ΑΤΜ μπορούσε να δώσει μόνον 60 συμβιβάζονταν μ’ αυτό. Χαμένες ελπίδες…
Συνήθως στα ΑΤΜ πηγαίνω νύχτα και είμαι πάντα πρώτος ή δεύτερος. Έτσι δεν γνώριζα «τι παίζει» σε φάση ουράς μπροστά από ένα μηχάνημα. Μια-δυο διαπιστώσεις λοιπόν (η πρώτη μπορεί να φανεί σε ορισμένους άκαιρη), που οφείλω να τις κάνω.
Οι περισσότεροι άνθρωποι που ήσαν μπροστά μου (άντρες και γυναίκες) δεν ήξεραν να χειριστούν το ΑΤΜ. Πατούσαν άλλα αντί άλλων, τσαντίζονταν (ενώ στην ουρά ήταν ήρεμοι), κάποιοι έβριζαν… Μπορεί να οφειλόταν στην ένταση και το άγχος της συγκυρίας, όμως η αλήθεια είναι αυτή. Ελάχιστοι άνθρωποι πάνω από τα 50 είναι εξοικειωμένοι με τα «κουμπιά»… κάτι που το υποστηρίζω από παλιά και όχι λόγω του σημερινού. Και δεν αναφέρομαι στους 90χρονους. Είναι ένα ζήτημα αυτό. Γενικότερο. Δεν το παίζω «γνώστης» και «μάγκας», ξέρω όμως να χειρίζομαι όλα εκείνα που μ’ ενδιαφέρουν (και αγνοώ όσα δεν μ’ ενδιαφέρουν και δεν τα χρειάζομαι). Θέλω να πω πως από τη στιγμή που κάποιος έχει μια κάρτα ανάληψης οφείλει να ξέρει να τη «δουλεύει» στο τσάκα-τσάκα. Και για τον ίδιον, αλλά και για όλους τους άλλους που μπορεί να είναι στημένοι πίσω του…
Το σημαντικότερο όμως. 
Αυτό που είδα σήμερα δεν το είχα ξαναδεί. Δεν είχα ξαναδεί γέρους, πάνω από 80 και όχι... 45άρηδες, να τρέμουν για τις συντάξεις τους. Όλοι μπορεί ν’ αγωνιούμε, αλλά καμμία αγωνία δεν συγκρίνεται μ’ εκείνην ενός απόμαχου της δουλειάς, που φθάνει στα 80 ή τα 85 του και αντιμετωπίζεται σαν ρετάλι. Εμείς, ok. Ακόμη και αν χάσουμε τις (χαμένες) δουλειές μας, ακόμη και αν φάνε τις όποιες καταθέσεις μας οι… φίλοι μας οι Ευρωπαίοι, κάτι θα κάνουμε. Είμαστε νέοι ακόμη, υγιείς, κάπως θα το παλέψουμε. Έχουμε κάποια περιθώρια. Ένας φουκαράς όμως, στα 80βάλε του, που παίρνει 4 κατοστάρικα ή 5, τα μισά από τα οποία του τρώνε οι τοτόροι (οι γιατροί εννοώ), τι θα κάνει; Του κόβεις το οξυγόνο, τον πεθαίνεις πριν την ώρα του.
Πίσω από μένα ήταν ένα τέτοιο γερόντι. Δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. «Κύριε» μού λέει μόλις τελείωσα, «μπορείτε να μου βγάλετε 60 ευρώ;». «Παρακαλώ... Θέλω το πιν σας όμως…». Το ήξερε, μου το έδωσε. Κρεμόταν από πάνω μου, τη συγκεκριμένη στιγμή. Το έβλεπα, το ένοιωθα. Του έβγαλα στο πι και φι τα λεφτά του και του τα ’δωσα (μαζί με καρτούλα και απόδειξη). Κάτι τόσο απλό και μηχανικό για εμάς, κάτι τόσο σημαντικό για ’κείνον. Τις ευχές που μου έδωσε, δεν μου τις είχε δώσει ούτε η μανούλα μου… «Καλοφάγωτα» του λέω «και μην ανησυχείτε, κάπως θα γίνει…».
Για όνομα του θεού. ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΤΕ ΤΑ ΓΗΡΑΤΕΙΑ. ΣΤΑΜΑΤΕΙΣΤΕ ΤΩΡΑ ΝΑ ΤΑ ΤΑΛΑΙΠΩΡΕΙΤΕ. Αν ούτε αυτό δεν μπορείτε να καταφέρετε, τότε να πάτε να πνιγείτε. ΟΛΟΙ.

η COLOURS JAZZ ORCHESTRA παίζει τη μουσική της AYN INSERTO

Πώς λειτουργεί η… τζαζ παγκοσμιοποίηση; Δεν κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, αλλά ας δώσω αυτό το tip, που σχετίζεται με την περίπτωσή μας. Μία μουσικός από την Σιγκαπούρη, η Ayn Inserto, μετακομίζει κάποια στιγμή με την οικογένειά της στην Καλιφόρνια, γνωρίζεται καλλιτεχνικώς στη Νέα Υόρκη με τον ιταλό τρομπονίστα Massimo Morganti της Colours Jazz Orchestra και από ’κει μεταβαίνει στο Fano της Αδριατικής προκειμένου να ηχογραφήσει το επόμενο CD της, το οποίο θα παραλάβει για εκτύπωση μια γερμανική εταιρεία! Αυτό το πήγαινε-έλα έχει τελικώς τη σημασία του, αν κρίνω από το άλμπουμ Home Away from Home της NeuKlang (που περικλείει ακόμη και στον τίτλο του τον… μετακινούμενο πολίτη), μια συνύπαρξη της ιταλικής Colours Jazz Orchestra σε ρόλο εκτελεστή και της Ayn Inserto σε ρόλο συνθέτη και μαέστρου. Πρόκειται, απλώς, για το τρίτο άλμπουμ τής Inserto και για ’κείνο, που θα καταστήσει ακόμη πιο τρανή την περίπτωσή της.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως η Colours Jazz Orchestra (CJO) είναι μια ορχήστρα με περγαμηνές ήδη, αφού στη δεκατριάχρονη ιστορία της δεσπόζουν συνεργασίες με τους Bob Brookmeyer, Ryan Truesdell, Maria Schneider, Kenny Wheeler κ.ά. – βαριά χαρτιά δηλαδή. Έτσι, η συνύπαρξή της με μια νέα και ανερχόμενη συνθέτιδα δεν μπορεί παρά να εντάσσεται στο δημιουργικό προφίλ της, στο ενδιαφέρον της δηλαδή να καταδείξει τον σύγχρονο «μπιγκμπαντικό» ήχο (η CJO είναι 18μελής), ερμηνεύοντας καινούριο υλικό (στην πλειονότητά του, γιατί μεταξύ των οκτώ tracks του CD υπάρχει το “Recorda me” του Joe Henderson και το “Subo” του τρομπετίστα Daniel Rosenthal).
Το πρώτο κομμάτι έχει τίτλο “Youre leaving? But I just got here”. Το ρυθμικό τμήμα και βασικά τα ντραμς του Massimo Manzi με τους συνεχείς ρούλους τους πρωταγωνιστούν, δίνοντας την ευκαιρία στα σολιστικά όργανα (σαξόφωνα και τρομπέτες βασικά) να ξεκινήσουν και να ολοκληρώσουν τις συνομιλίες τους, μέσα σ’ ένα κλίμα συγκρατημένου swinging. Η μελωδία τού “Recorda me” είναι ωραία και όπως και να την ακούσεις ενορχηστρωμένη δεν παύει να σε «ταξιδεύει». Το 8λεπτο “Hang around” φανκάρει – όχι αγρίως, αλλά φανκάρει. Χορευτικότατο κομμάτι, που θα μπορούσε να διαπρέψει και ως στάνταρντ σαξο-κουαρτέτου. Το “La danza infinita” είναι μπαλάντα. Αργό track, που δίνει την ευκαιρία στην Inserto να δείξει τις ικανότητές της στα «επίπεδα» ενορχήστρωσης, δημιουργώντας σε background και foreground «μαγικές» καταστάσεις. Απεναντίας το “Down a rabbit hole” είναι μία θερμή σουινγκάτη σύνθεση, με τα πνευστά τμήματα να διαπρέπουν συμπλεκόμενα. “Wintry mix” αποκαλείται το προτελευταίο track. Ήσυχη σύνθεση, με το πιάνο τού Emilio Marinelli να ρομαντζάρει ιταλοπρεπώς. Το έσχατο “Subo” θα κλείσει φυσικά σαν… ανκόρ. Ένα latin track φαίνεται πως αποτελεί για την Inserto και την Colours Jazz Orchestra ιδανική επιλογή. Και έτσι είναι!
Επαφή: www.ayninserto.com

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

η DEBORAH LATZ σε στάνταρντ ρεπερτόριο

Το sur linstant [June Moon Productions, 2015] είναι το τέταρτο προσωπικό CD τής τραγουδίστριας της jazz Deborah Latz – μια καλλιτέχνιδα με πολλά και διαφορετικά ταλέντα. Η Latz έχει πάρει μέρος σε παραστάσεις δραματικού και μουσικού θεάτρου, πέραν των τραγουδιστικών παρουσιών της σε συναυλίες σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική, έχοντας σπουδάσει Φωνή με τον Bobby McFerrin και την Jay Clayton (σημαντικά όλα τούτα). Αν, τώρα, προστεθούν στα όσα προηγούμενα και τα πολύ ενθαρρυντικά λόγια της σπουδαίας Sheila Jordan, τότε δεν μένουν και πολλά να πούμε…
Η Latz έχει εξαιρετική, γεμάτη mezzo φωνή. Καθαρή, με τέλεια άρθρωση, εκφραστικότατη και κυρίως ευλύγιστη, ικανή να «πιάνει» όλες τις ενδιάμεσες αποχρώσεις. Η σειρά των πασίγνωστων σκοπών-τραγουδιών που επιλέγει να μας παρουσιάσει το αποδεικνύει. Δεν ξέρω ποιες μπορεί να είναι οι βαθύτερες αναφορές της, όμως η Latz έχω την αίσθηση πως είναι επηρεασμένη από τον τρόπο του Terry Callier – και όχι επειδή αποδίδει το “Love theme fromSpartacus’” (του Alex North), που έχει τραγουδήσει και ο Callier. Η Latz έχει έναν τρόπο να «κρατάει» τις λέξεις στο στόμα της εκείνο το ανεπαίσθητο χρονικό διάστημα, που είναι ικανό να τις μετατρέπει σε κάτι άλλο. Πώς θα τονίσει, πώς θα προβάλλει τις καταλήξεις, όλα αυτά… Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Σε κάθε κομμάτι. Από το φοβερό “Throw it away” της Abbey Lincoln μέχρι το κλασικό “Nature boy” του Eden Ahbez η Deborah Latz αποδεικνύει πως ξέρει όχι μόνο τι ακριβώς τραγουδά, αλλά και πώς θα διαμορφώσει, κατά περίπτωση, τα εκφραστικά της μέσα, ώστε να υπηρετήσει το εκάστοτε άσμα. Και αναφερόμαστε σε θέματα-τραγούδια πασίγνωστα, όπως αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, ή ακόμη το “Blue Monk”, το “All the things you are”, το “Over the rainbow”, καθώς και όλα τα υπόλοιπα.
Δίπλα στην τραγουδίστρια βρίσκονται επίσης δύο παίκτες, που έχουν μερίδιο στο τελικό αποτέλεσμα. Ο ένας είναι ένας παλιός, με μεγάλη καριέρα, γάλλος πιανίστας από την Γουδαελούπη, ο Alain Jean-Marie, και ο άλλος ο κοντραμπασίστας Gilles Naturel (από τους αναγνωρισμένους παίκτες του οργάνου μετά το ’80 – συνεργασίες με Ray Bryant, Benny Golson, Art Farmer, Johnny Griffin, Didier Lockwood, André Ceccarelli, Jean-Loup Longnon κ.ά.). Οι δυο τους προσφέρουν την απαραίτητη ρυθμική και μελωδική στήριξη στην τραγουδίστρια, στην προσπάθεια που καταβάλλει η ίδια να μετατρέψει σε κάτι «δικό της» αυτό το υπεράνω υποψίας ρεπερτόριο.
Επαφή: www.deborahlatz.com

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

ο Τσίπρας άργησε

Δεν με πείθει το δημοψήφισμα. Όχι γιατί σαν ιδέα είναι κακή, ίσα-ίσα, αλλά γιατί άργησε. Έπρεπε να είχε γίνει, αφού πρώτα θα είχαν αποφασιστεί ορισμένα ΣΩΣΤΑ μέτρα και ενόσω το «πρόγραμμα» είχε ψωμί ακόμη και οι «υποχρεώσεις» δεν πίεζαν. Τώρα όλα μοιάζουν τελειωμένα…

Ο Τσίπρας έπεσε στην παγίδα των δανειστών και αυτό του αφαιρεί ηθικό ανάστημα, για την όποια απόφασή του. Δεν μπορεί να πετάς στα σκουπίδια το πρόγραμμά σου, για το οποίο σε ψήφισε ο κόσμος και να σέρνεσαι σε «σαμαροβενιζελικές» καταστάσεις. Ακούς εκεί… εισπρακτικά μέτρα 8 δις! Και δεν αναφέρομαι σε όλα αναγκαστικώς, αλλά π.χ. στις αυξήσεις στον ΦΠΑ που είναι δολοφονικές (δηλαδή δολοφονικός φόρος είναι ο ίδιος ο ΦΠΑ, αφού είναι ισόποσο χαράτσι επί πτωχών και πλουσίων, δίχως να λαμβάνεται υπ’ όψιν οποιαδήποτε μορφή αναλογικότητας – τα έσοδα από ΦΠΑ θα μπορούσε να ήταν άμεσος φόρος, δηλαδή, ενταγμένος σε κλίμακα).

Η κυβέρνηση θα μπορούσε να προωθήσει δυο-τρία μέτρα βασικά, περικοπής δημοσίων δαπανών εννοώ, από την πρώτη στιγμή. Μία αριστερή κυβέρνηση δηλαδή όφειλε να το κάνει. ΚΑΝΕΝΑΣ μισθός στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΔΕΚΟ κ.λπ.) πάνω από 1500 ευρώ. ΚΑΜΙΑ σύνταξη, ή σύνολο συντάξεων, πάνω από 1500 ευρώ. Αν αυτό δεν είναι αριστερό μέτρο τότε ποιο είναι;

Περαιτέρω. Απόλυτος περιορισμός των αμυντικών δαπανών. Πόσα δαπανά επί του ΑΕΠ της η Σουηδία για την άμυνά της; Τόσα έπρεπε να δαπανάμε κι εμείς, καθιστώντας συγχρόνως την ΕΕ υπεύθυνη των συνόρων μας (που είναι και δικά της σύνορα).

Με αυτά υλοποιημένα και με κάποια ακόμη (άμεσοι έλεγχοι επί της λίστας Λαγκάρντ, πάταξη λαθρεμπορίου καυσίμων, κατάργηση πρόωρων συντάξεων κ.λπ.) έπρεπε να πάμε σε διάλογο με τους δανειστές, κάνοντάς τους σαφές πως δεν υπάρχει περιθώριο για κάτι παραπάνω. Και μετά το όποιο «ΟΧΙ» τους, τον Φλεβάρη ή τον Μάρτη ας πούμε, έπρεπε να πάμε αμέσως σε δημοψήφισμα για ΝΑΙ ή ΟΧΙ στο ευρώ, που είναι και το μόνο αληθινό ερώτημα.

Τώρα, μετά τη διαπραγμάτευση-φιάσκο, και το «σκατά τα κάναμε», ποιο είναι το ερώτημα ακριβώς; Ψηφίστε για μέτρα 10,11,12,13 δισ. (των δανειστών) ή για μέτρα 8 δισ. από την κυβέρνηση; Να αποφασίσουμε δηλαδή για το πώς προτιμάμε να πεθάνουμε, με κόψιμο του κεφαλιού στη λαιμητόμο, ή αγάλι-αγάλι και με… ευθανασία;

Προσωπικώς τα θρίλερ τα γουστάρω, αλλά γι’ αυτό δεν θα βγάλω εισιτήριο…

Υ.Γ.1 Τα δεδομένα αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή, και ό,τι γράφω τώρα μετά από μιαν ώρα μπορεί να μην έχει την παραμικρή αξία
Υ.Γ.2 Σιχαίνομαι τις ουρές... και οι ουρές στα ΑΤΜ, περαιτέρω, είναι ένα αηδιαστικό φαινόμενο 

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

ο ALEMAYEHU ESHETE στο… γιουσουρούμ

Χθες συζητούσα με κάτι φίλους και γνωστούς (νεότεροί μου οι περισσότεροι) για τις ελληνικές εκδόσεις των sixties και των seventies. Υπάρχει ένα συλλεκτικό ενδιαφέρον απ’ ό,τι έχω καταλάβει, αν κι εμένα εκείνο που με νοιάζει περισσότερο είναι το πώς λειτούργησαν τα συγκεκριμένα άλμπουμ ή 45άρια στο… κοινωνικο-αισθητικό γίγνεσθαι τη δεδομένη εποχή. Πώς επηρέασαν, ας πούμε, έλληνες μουσικούς και ακροατές, σε τι κανάλια τους έβαλαν, αν τους έβαλαν…
Από τις πιο σκοτεινές και ανεξακρίβωτες ελληνικές εκδόσεις αποτελούν βεβαίως τα αιθιοπικά 45άρια (και LP), που ήταν πάμπολλα – τυπωμένα όλα στο ελληνικό εργοστάσιο της Columbia στον Περισσό. Όπως είχα γράψει και παλαιότερα:
«Στην Αιθιοπία στα seventies (1969-1977) τρεις ήταν οι βασικές εταιρίες οι οποίες μετέφεραν τον μεγάλον ήχο της χώρας. Η πολυεθνική Philips, η οποία τύπωνε κάπου στην Ανατολική Αφρική (πιθανώς στην Κένυα), η Amha Records και η Kaifa Records. Η Amha ιδρύθηκε το 1969 από τον Amha Eshete και για 2-3 χρόνια (μέχρι το ’71) τύπωνε στην Ινδία και το Λίβανο, σε συνεργασία με την τοπική SLD. Από το 1972 όμως και μέχρι το 1975, όλες οι παραγωγές της «κόβονταν» στην Ελλάδα. Για δε την Kaifa, η οποία ιδρύθηκε το 1973 από τον Ali Abdella Kaifa, μάλλον όλο το υλικό της, 53 singles και 6 LP δηλαδή, τυπώθηκε στην Ελλάδα».
Στην κουβέντα πάνω τέθηκε το θέμα… αν αυτοί οι δίσκοι, οι αιθιοπικοί, κυκλοφόρησαν ποτέ στη χώρα μας. Είπα… πως δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη. Εν αντιθέσει ας πούμε με τα λιβανέζικα και αιγυπτιακά singles και LP, των seventies επίσης, που ήταν, και αυτά, “made in Greece” και κυκλοφορούσαν στα ελληνικά καταστήματα (πιθανώς γιατί η Columbia έκρινε πως θα μπορούσε να ενδιαφέρουν ως… oriental γενικώς τον έλληνα ακροατή, σπρώχνοντας έτσι ένα κάποιο στοκ στην εγχώρια αγορά), τα αιθιοπικά πρέπει να πακετάρονταν αμέσως και να έφευγαν με συνοπτικές διαδικασίες για την ανατολική Αφρική (αφού προηγουμένως θα είχαν χαρακτηριστεί ως «αδιάφορα» για το ελληνικό κοινό).
Παρά ταύτα εγώ έχω βρει στο Μοναστηράκι 2-3 φορές αιθιοπικά 45άρια, όπως έχω βρει και 45άρια από την Γκάνα, την Νιγηρία ή την… Βενεζουέλα (που δεν κόβονταν όμως στην Ελλάδα). Θέλω να πω πως τα αιθιοπικά 45άρια στα παζάρια μας δεν πρέπει να σχετίζονται με ελληνικές διανομές, αλλά με τυχαίες «ανακαλύψεις» (όπως τόσες άλλες, από τόσο διαφορετικές χώρες).
Πηγή: funkfidelity.de/amha.htm
Ένα από αυτά τα αιθιοπικά 45άρια που έχω βρει στην Αθήνα «τζάμπα», καθότι όπως ξέρετε στο eBay και στο discogs φεύγουν σε υψηλές τιμές, είναι και το Memar memeramer/ Shegitu Marie [AMHA Records AE 790] του φοβερού Alemayehu Eshete από το 1974. Το 45άρι κανονικά είχε και εξώφυλλο, αν κι εγώ το είχα βρει χωρίς εξώφυλλο (μάλλον επειδή τα covers τυπώνονταν στην Αιθιοπία), αλλά «κομμένο» σε χρωματιστό βινύλιο… Η πρώτη πλευρά, κάπως σαν... αιθιοπικό twist, δεν λέει πολλά, χωρίς να είναι αδιάφορη (η φωνή του Eshete πάντα θα σκίζει), όμως η δεύτερη, το “Shegitu Marie”, είναι… εκστατικώς γαμάτη.
Αυτά, και αν κάποιος γνωρίζει τίποτα παραπάνω για την ελληνική περιπέτεια των αιθιοπικών δίσκων ας το προσθέσει…

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

THE GODS δύο ελληνικά 45άρια

Το ότι κυκλοφόρησαν κάποτε στην Ελλάδα, στα late sixties, εγγραφές των Βρετανών Gods, σε ετικέτα Columbia, δεν είναι κάτι εντελώς προφανές. Το λέω, γιατί, δεν κυκλοφόρησαν, ας πούμε, και εγγραφές των φοβερών Dantalians Chariot (επίσης στην Columbia) από την ίδια πάνω-κάτω εποχή…
Οι Gods είχαν σχηματιστεί το 1965 και στις αρχές του ’67 αποτελούνταν από τους Mick Taylor κιθάρα, Ken Hensley πλήκτρα, John Glascock μπάσο και Brian Glascock ντραμς. Αργότερα γίνονται κάποιες ανακατατάξεις… Ο Mick Taylor οδεύει προς τους Bluesbreakers του John Mayall, ενώ έρχεται ο Greg Lake παίρνοντας τη θέση του John Glascock (o οποίος Glascock θα περάσει από ένα κάρο συγκροτήματα πριν φθάσει να παίξει με τους Jethro Tull), με τα ντραμς να τα αναλαμβάνει ο Lee Kerslake και κάπως έτσι πρέπει να γράφουν το… shake (κατά την ελληνική Columbia) “Baby’s rich”, μια σύνθεση του μόνιμου κιθαρίστα τους Joe Konas και του Ken Hensley. (Ως γνωστόν οι Hensley και Kerslake αργότερα έγιναν πιο γνωστοί μέσω των Uriah Heep).
Το τραγούδι είναι καλό, έχει ολίγον αγριεμένες κιθάρες, pop φωνητικά, ενώ είναι και… shake – δεν υπάρχει αμφιβολία περί τούτου. Πολύ καλύτερη, όμως, ήταν η πίσω πλευρά, το “Somewhere in the street” (σύνθεση του Ken Hensley), ένα τραγούδι μέσα στο ύφος της british-psych εκείνων των χρόνων (1968), με ορισμένα early-prog περάσματα και κάποια επικά φωνητικά, που θα ξανακούγονταν κατά κόρον, λίγο καιρό αργότερα, στα «μεταλλικά» συγκροτήματα… Το 45άρι “Baby’s rich/ Somewhere in the street” [Columbia SCMG 428] ήταν το πρώτο ελληνικό δισκάκι των Gods…
Ένα δεύτερο ελληνικό 45άρι τους κυκλοφορεί την επόμενη χρονιά (1969) με τα τραγούδια Hey bulldog/ Real love guaranteed” [Columbia SCMG 443]. Το πρώτο ήταν η γνωστή σύνθεση των Lennon-McCartney από το “Yellow Submarine” των Beatles, που αποδίδεται ωραία (ο… και πιανίστας Hensley παίρνει πάνω του το κομμάτι, ενώ τα πνευστά που προστίθενται δίνουν έναν northern soul αέρα). Πάλι, και εδώ, προτιμότερη ήταν η δεύτερη πλευρά με το “Real love guaranteed” (σύνθεση των Joe Konas και Ken Hensley). Το τραγούδι επιχειρούσε να ενσωματώσει κάτι από την blues παραζάλη της περιόδου, συνδυάζοντας περαιτέρω τις pop-psych φόρμες, με κάποια early prog στοιχεία. Τα φωνητικά ήταν τσιτωμένα, αλλά πολύ καλά (δηλαδή εμένα μου αρέσει αυτό το… εκκωφαντικό τραγούδισμα), ενώ και η ηχογράφηση-παραγωγή του David Paramor (Simon Dupree & The Big Sound, Cliff Bennett, Koobas…) είναι λαμπερή.
Φυσικά, πολλοί θα γνωρίζουν και τα δύο LP των Gods, το “Genesis” [UK. Columbia, 1968] και το “To Samuel a Son” [EMI/Columbia, 1970], τα οποία, όμως, δεν κυκλοφόρησαν ποτέ σε ελληνική εκτύπωση…

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ – ΔΑΚΗΣ: μισόν αιώνα μετά το «Γοργόνες και Μάγκες» και το «Ωροσκόπιο της Αγάπης» (με αφορμή ένα live στη Λίμνη της Βουλιαγμένης)

Δύο άνθρωποι, ο ένας πάνω από 90 και ο άλλος πάνω από 70 (να τα εκατοστίσουν), βρίσκονται ξανά μαζί σ’ ένα πάλκο, μετά από καιρό, μετά από πολύ καιρό. Δεκαετίες λένε… Ο λόγος για τον χαλκέντερο μαέστρο Μίμη Πλέσσα και βεβαίως για τον καλλίφωνο και αιωνίως ποπ τραγουδιστή Δάκη. Ο γράφων πρεσβεύει οπωσδήποτε το… τόπος στα νιάτα, αλλά, εν πάση περιπτώσει, καλόν είναι να μην ξεχνάμε και το παρελθόν – ακόμη κι εκείνο το ελαφρύ κομμάτι του, που ενσωματώνει την τέχνη της ερωτικής αφέλειας στο τραγούδι ή μια χορευτική σπιρτάδα.
Πλέσσας και Δάκης συνεργάζονται εμφανώς και κατά πρώτον(;) στο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη «Γοργόνες και Μάγκες» το 1968. Είναι γνωστή η σκηνή με τη Μαίρη Χρονοπούλου να χορεύει ντυμένη στα κόκκινα, στα πλακόστρωτα της  Ύδρας (των μπιτ και των μποέμ, που παρακολουθούσαν από δίπλα…), και τον Λάκη Κομνηνό, πλάι της, να προσφέρει μερικές ακαταμάχητες πόζες. Εκεί σκάει η γλυκιά φωνή του Δάκη στο «Τόσα καλοκαίρια, μου είχαν φύγει από τα χέρια…» (Πλέσσας-Παπαδόπουλος). Διαχρονικό ελληνικό glamorous, με τουριστικό concept που σε τελειώνει…
ιφησιά" αντί για "Κηφισιά" στον τίτλο...
Το 1969 ο Δάκης κυκλοφορεί ένα θρυλικό 45άρι (σε ετικέτα MINOS). Το λέω θρυλικό, γιατί και οι δυο πλευρές του τράνταξαν τα φλόρια. Δεν ήταν η… side a, και «κάτι» για να γεμίσει την πίσω πλευρά… Ήταν δυο τραγούδια που έγραψαν ασυναγώνιστη ποπ ιστορία.
Το «Εκείνο το πρωί στην Κηφισιά» (διαβάζουμε «Κιφησιά» στην αρχή, αλλά μετά διορθώθηκε!) των Μίμη Πλέσσα και Δημήτρη Ιατρόπουλου και πίσω το «Κορίτσι στάσου να σου πω» σε στίχους Άκου Δασκαλόπουλου. Τραγουδάρες! Ο Πλέσσας, στα καλύτερά του, πλάθει μια ωραία μελωδία στο πρώτο (αν και με ρεφρέν που λιγώνει…), ενώ το δεύτερο είναι ένα θανατηφόρο σέικ, λίγο… παλιομοδίτικο για το ’69, όταν η ποπ και το ροκ είχαν προχωρήσει σε άλλες σφαίρες, αλλά σε κάθε περίπτωση αχτύπητο.

Η συνέχεια εδώ… http://www.lifo.gr/team/cityvibe/58701

EDEN MacADAM-SOMER προσωπικό εκτόπισμα

Περίεργο CD από ένα πρόσωπο του New England Conservatory, την Eden MacAdam-Somer. Τραγουδίστρια και percussive dancer, που χειρίζεται ακόμη βιολί και βιόλα, η MacAdam-Somer είναι μία «πλήρης» καλλιτέχνιδα, με συγκεκριμένο αισθητικό προφίλ. Το δε CD που μας παρουσιάζει κι έχει τίτλο My First Love Story [a-side records, 2015] δεν κάνει τίποτ’ άλλο από το να επιβεβαιώνει αυτήν ακριβώς την πληρότητα, με τον μέγιστο δυνατό τρόπο. Μόνη της, εντελώς μόνη της, η MacAdam-Somer παράγει, ενορχηστρώνει, ελέγχει και προτείνει ένα διαφορετικό ρεπερτόριο, που αναδεικνύει όχι μόνο την εκφραστικότητά της, αλλά και την ποικιλία των (μουσικών) ενδιαφερόντων της.
Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Κατ’ αρχάς τη σύνθεσή της “Fourteen miles”, ένα φοβερό (εισαγωγικό) country/bluegrass track, στην καλύτερη παράδοση του είδους… από ’κει που ξεκινά, μέχρι την Alison Krauss. Ακολουθούν τρεις μελοποιήσεις ισάριθμων ποιημάτων του πέρση «μυστικού» Rumi (1207-1273). Οι τίτλοι τους: “My first love story”, “Phrases and pages” και “Transformed”. Εδώ η MacAdam-Somer καταθέτει τις συνολικότερες, θα έλεγα, αναφορές της, που δεν είναι άλλες από την «κλασική μουσική», τον τζαζ αυτοσχεδιασμό και την folk παράδοση – όλα σ’ ένα σώμα, με διακριτά, όμως, τα επιμέρους στοιχεία. Η φωνή μεταφέρει μηνύματα οπωσδήποτε, αλλά από την άλλη είναι και η ίδια ένα όργανο. Το “Jump for joy” είναι το στάνταρντ του Duke Ellington από το 1941 (στίχοι από τους Sid Kuller και Paul Francis Webster). Η MacAdam-Somer αποτείνει φόρο τιμής στην… παλιά αμερικανική μουσική, εκθειάζοντας την αφρικανική επίδραση και τον τρόπο μέσω του οποίου μετατράπηκε αυτή σε αφροαμερικανική. Το “Lullaby” είναι ένα δικό της νανούρισμα, που επιβάλλεται μέσω παιξιμάτων και ερμηνείας, ενώ το “Barbara Allen/ Gonje song” μάς μεταφέρει πίσω στις ρίζες, στη Δυτική Αφρική (το gonje ή και goje είναι μικρό μονόχορδο ή άλλοτε δίχορδο βιολί, που χρησιμοποιείται, όπως γράφει η MacAdam-Somer, μ’ έναν τρόπο, που θυμίζει τις μουσικές των Απαλαχίων). Το “Along the field” είναι έργο του άγγλου συνθέτη Ralph Vaughan Williams (1872-1958). Είναι το πρώτο κομμάτι το οποίο παρουσίασε η αμερικανίδα μουσικός ως σόλο performer. Αν και είναι συντεθιμένο για φωνή και βιολί (από δύο ξεχωριστούς performers), η MacAdam-Somer το παρουσιάζει μόνη της, ενσωματώνοντας στο κυρίως σώμα και δύο βρετανικά folk songs (“Watching the white wheat”, “Shropshire Lass”), αλλά και αυτοσχεδιαστικά ιντερλούδια. Το άλμπουμ θα κλείσει με το “Say darlinsay”, ένας συνδυασμός παραδοσιακού νανουρίσματος από τα Απαλάχια και μιας πιο προσωπικής εκδοχής του, που αφορά στα παιδικά χρόνια της βιολίστριας/τραγουδίστριας.
Το “My First Love Story” μπορεί να μην είναι ένα… ακατάτακτο άλμπουμ, είναι όμως ένα άλμπουμ μεγάλου προσωπικού εκτοπίσματος.