Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

LOUIS ARMSTRONG οι σταθμοί στην καριέρα ενός τζαζ «μύθου»

Με τον Louis Armstrong συμβαίνει το εξής παράξενο. Υπάρχουν πολλοί που ακούν τζαζ, ίσως όχι βαθειά αλλά εν πάση περιπτώσει κάπως πιο συστηματικά, οι οποίοι θεωρούν τον Armstrong… πολύ παραδοσιακό και ξεπερασμένο, και τούτο όταν δεν τον κατηγορούν ως «διασκεδαστή των λευκών» και ακόμη χειρότερα ως «μπαρμπαθωμά» (βαρύς χαρακτηρισμός, ιδίως όταν αποδίδεται απερίσκεπτα από… λευκούς). Άλλοι τώρα που ακούν τζαζ τυχαία και σποραδικά, όντας μέσα στη χαλαρότητά τους, φαίνεται πως διατηρούν μια πιο σωστή εικόνα για ’κείνον. Συμβαίνουν αυτά! Ο «βασιλιάς της τζαζ» θα τους ακούσεις να λένε, καθώς θα σιγοτραγουδούν για ακόμη μια φορά… “I see trees of green, red roses too/ I see them bloom for me and you/ And I think to myself what a wonderful world…” – τραγούδι που το θυμόμαστε οι νεότεροι από την εποχή του “Good Morning, Vietnam” (1987). Πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα;  
Το πιο σίγουρο όλων είναι πως η τζαζ χωρίς τον Louis Armstrong θα ήταν κάτι τελείως διαφορετικό, απ’ αυτό που γνωρίζουμε σήμερα – και ως προς τα διάφορα προφίλ της μέσα στα χρόνια, αλλά και ως προς το βάρος της ιστορίας της. Δεν λέμε πως δεν θα υπήρχε φυσικά, μα πως θα ήταν κάτι άλλο. Ο Armstrong δεν ήταν απλώς η πρώτη πολύ μεγάλη μορφή της, ήταν κι εκείνος που έπαιξε και ηχογράφησε αληθινά συναρπαστική και καινοτόμα μουσική ήδη από τη δεκαετία του ’20 – κάτι που δεν ισχύει για κανέναν άλλον της γενιάς του. Υπήρξε, ακόμη, ο πρώτος μεγάλος σολίστας της και βεβαίως εκείνος που κατέστησε την τζαζ «μουσική του κόσμου» από την αρχή. Και μάλιστα όλου του κόσμου, σε Δύση και Ανατολή.
Αν και ως δημιουργός ο Louis Armstrong δεν παρακολούθησε την εξέλιξη της τζαζ μετά τον πόλεμο (bebop, cool, hard bop, free jazz κ.λπ.), καθώς τον ενδιέφερε να προτείνει και να ηχογραφεί την ίδια κατά βάση μουσική που έπαιζε στις δεκαετίες του ’20 και του ’30, εντούτοις ήταν τέτοια η προπολεμική διαδρομή του, που καθιστά «αστεία» κάθε κριτική που θα είχε ως στόχο να μειώσει, έστω και κατά το ελάχιστο, την προσφορά του – και όχι μόνο στην τζαζ, αλλά και στο ποπ θέαμα γενικότερα.
Λέμε «ποπ θέαμα», επειδή ο Armstrong δεν υπήρξε μόνο καινοτόμος μουσικός, αφού από πολύ νωρίς άρχισε να διαπρέπει και ως ηθοποιός-σώουμαν. Ίσως γι’ αυτό το λόγο, επειδή υπήρξε φημισμένος διασκεδαστής, κάποιοι να μίλησαν από νωρίς για «μπαρμπαθωμά»… για ’κείνον τον μαύρο γαλίφη τέλος πάντων, που προσποιείται κάτι άλλο από αυτό που είναι προκειμένου ν’ αποκτήσει την εύνοια του λευκού, ώστε να επιβιώσει. Αν όμως ήταν έτσι, αν κάθε επιτυχημένο μαύρο θέλω να πω τον απoκαλούσαμε «μπαρμπαθωμά», τότε μάλλον επιστρέφουμε ξανά στο φυλετικό διαχωρισμό, αλλά από άλλη μεριά.

Η συνέχεια εδώ…

1 σχόλιο:

  1. Για το “Everybody’s talkin’” τού σημαντικού τραγουδοποιού των sixties Fred Neil, που διασκεύασε και ο Louis Armstrong, υπάρχει μια ιστορία στο MOJO (#75, February 2000) την οποία διηγείται ο φίλος του Ric O’ Barry (φίλος του Fred Neil):

    «Είδα τον Fred πρόσφατα (σ.σ. ο Fred Neil πέθανε τον Ιούλιο του 2001) και μου είπε μια ωραία ιστορία καθώς οδηγούσαμε, διασχίζοντας την Seven Mile Bridge (σ.σ. στη Florida) στο δρόμο για το Key West. Όταν ήταν μικρός στο St. Petersburg (σ.σ. πάντα στη Florida), ο Fred κι ένας φίλος του το έσκαγαν συχνά από το σχολείο και πήγαιναν στη μαύρη συνοικία της πόλης, για να δουν και ν’ ακούσουν τον Satchmo, μιας και ο Fred ήταν πάντα θαυμαστής του Louis Armstrong. Φυσικά ήταν τόσο μικροί, ώστε δεν τους επέτρεπαν να μπουν στο κλαμπ. Κάποια στιγμή τους είδε ο Armstrong που κρέμονταν εκεί γύρω και τους είπε να περάσουν μέσα, στην κουζίνα, προσκαλώντας τους να φάνε μαζί με τους μουσικούς. Ο Fred έτρεμε, αλλά ο Satchmo προσπάθησε ένα του δώσει θάρρος ευγενικά. Κι ενώ μου τα ’λεγε αυτά έκανε μια κίνηση κι έβαλε στο αμάξι που είχαμε νοικιάσει ένα CD. Ήταν ο Louis Armstrong που τραγουδούσε το “Everybody’s talkin’”… ένα τραγούδι του Fred Neil».

    Το “Everybody’s talkin’” ακούστηκε για πρώτη φορά στο φερώνυμο άλμπουμ του Fred Neil [Capitol], που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του ’66. Στα μέσα του ’68 το τραγουδά ο Nilsson στο LP του “Aerial Ballet” [RCA Victor], ενώ σχεδόν ένα χρόνο αργότερα γίνεται παγκοσμίως γνωστό, και τεράστια επιτυχία, όταν ακούγεται (από τον Nilsson) στην ταινία του John Schlesinger “Midnight Cowboy”. Ο Louis Armstrong το ηχογράφησε την 27/5/1970 στη Νέα Υόρκη και ακούγεται στο LP του “And His Friends” [Flying Dutchman, 1970].

    ΑπάντησηΔιαγραφή