Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

ΟΡΕΣΤΗΣ ΛΑΣΚΟΣ ένα ποίημα για το καλοκαίρι

Τρέφω μεγάλη εκτίμηση για τον ποιητή Ορέστη Λάσκο (1907-1992) – ενίοτε, δε, και για τον σκηνοθέτη, αν και δεν είναι οι ταινίες του, τώρα, το θέμα μας. Μάλιστα μου κάνει εντύπωση το γεγονός πώς και γιατί δεν έχουν μελοποιηθεί πολλά από τα ποιήματά του, τα οποία, τις περισσότερες φορές, είναι τραγούδια από μόνα τους. Όπως τραγούδια από μόνα τους είναι και τα ποιήματα του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη (1888-1944), που τόσο τον είχαν επηρεάσει, και που τα έχουμε ακούσει σε πολλές περιπτώσεις μελοποιημένα.
Ο μόνος που σκέφτηκε να μελοποιήσει (υπέροχα) Ορέστη Λάσκο ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος στο soundtrack του «Χάππυ Νταίη» (1976) του Παντελή Βούλγαρη. Ο ίδιος (ο Σαββόπουλος) και ο Σώτος Παναγόπουλος είχαν τραγουδήσει την «Νινόν» από τη συλλογή «Το Φιλμ της Ζωής» [Τα Χρονικά, Αθήνα Άνοιξη 1934], όπως οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, γνωρίζουν. Προσωπικώς, δεν έχω κατά νου άλλες μελοποιήσεις ποιημάτων του Λάσκου (αναφέρομαι σε ποιήματα και όχι σε στίχους, που γράφτηκαν ειδικώς για να γίνουν τραγούδια) και αν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει κάτι περισσότερο, ας με πληροφορήσει…

Πρώτη ημερολογιακή ημέρα του καλοκαιριού σήμερα και επιλέγω για το δισκορυχείον το έξοχο ποίημα τού Ορέστη Λάσκου «Καλοκαιρινό μεσημέρι», παρμένο, και αυτό, από τη συλλογή «Το Φιλμ της Ζωής».

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ
Ειν’ οι στιγμές, που στους αγρούς με τους στομάχους των υγρούς
οι φλογισμένοι τζίτζικες με νευροσπάστων πήδους,
μέσα στο λάγγεμα της γης, μπαίγνια μιας κάποιας προσταγής,
κράζουν στριγκά για την ιερή διαιώνιση του είδους.

Είναι οι στιγμές, όπου γυμνά μπρος στα τσαντήρια τα πυκνά
τα νέα κορίτσια ο πίθηκος θωρώντας των τσιγγάνων,
στην υψικάμινο του ηλιού με τη γκριμάτσα ενού φιλιού
ξεσπάει σε τρίλλισμα τρελλό των διασταλτών του οργάνων.

Είναι οι στιγμές, που οι Μοναχοί μεσ’ στα κελιά των μοναχοί
με μάτια ως οίκων ανοχής δυο πορφυρά λαμπιόνια,
θωρούν ως οραματισμούς του Βελζεβούλ τους πειρασμούς
να ορχιούνται ομπρός σκορπώντας τους της αμαρτίας τ’ αφιόνια.

Είναι οι στιγμές, στο λαύρο φως, που ο ξαναμένος αδερφός
μεσ’ απ’ τη θέρμη την αβρή του ατμώδους κρεβατιού του,
τη γύμνια αντίκρυ την ιερή της αδερφής του αχνοθωρεί,
μ’ ύπουλο κάτι στον κανθό του ημίκλειστου ματιού του.

Κι’ είναι οι στιγμές, όπου κι’ εγώ κάτω απ’ της λαύρας το ζυγό
και μεσ’ στους πύρινους καπνούς της Αιτνικής σαρκός μου,
νοιώθω να βράζη κοχλαστά το σπέρμα εντός μου, ως να ζητά
να πλημμυρίση αγέρωχα τη μήτρα όλου του κόσμου.

Περισσότερα για τον ποιητή Ορέστη Λάσκο μπορείτε να πληροφορηθείτε σ’ ένα παλαιότερο κείμενo…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου