Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

τρεις ποιητές

Εσχάτως έφθασαν στα χέρια μου τρεις ποιητικές συλλογές από ανθρώπους (ποιητές εννοώ), που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, έχουν κάποια σχέση, από πιο κοντινή έως πολύ μακρινή, με τη δισκογραφία (τη ροκ ή την περί το ροκ) ή με κάποιους ήρωές της.
Ο πρώτος είναι ο Άκανθος. Ποιητής, εικαστικός, φωτογράφος, γλύπτης, δημιουργός κοσμημάτων και ρούχων, σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους κ.ά. Εσχάτως το όνομα τού Άκανθου το γνωρίσαμε μέσω τού εξαιρετικού CD των Βασίλη Λαγού και Γιώργου Δάγλα «Καντάδες για ένα Δαίμονα» [B-otherSide]. Ο Άκανθος ήταν εκείνος που έφερε κοντά τον συνθέτη με τον ποιητή, εκείνος που επιμελήθηκε εικαστικά το άλμπουμ (εξώφυλλο, ένθετο κ.λπ.).
Μία από τις πιο πρόσφατες ποιητικές συλλογές τού Άκανθου είναι η Τύχη και Ανάγκη [Φίλντισι, Παπάγου 2013], που κυκλοφορεί σ’ ένα πολύ ιδιαίτερο ιαπωνικό δέσιμο (μ’ ένα σχοινάκι που περιπλέκεται ανάμεσα σε τρύπες στην αριστερή πλευρά του βιβλίου) σε 300 αριθμημένα και υπογεγραμμένα αντίτυπα.
Ο Άκανθος είναι ποιητής της πόλης. Έτσι τουλάχιστον εμφανίζεται στα περισσότερα από τα ποιήματα τού βιβλίου του. Ο λόγος του είναι ασθμαίνων και τραχύς ταυτοχρόνως, κεντράροντας στο αστικό τοπίο με διάθεση βαθιά περιγραφική, δίνοντας έμφαση στη λεπτομέρεια, αναδεικνύοντας την ίδιαν ώρα τα πάθη και τα αδιέξοδα της καθημερινής ζωής. Επιλέγω ένα ποίημα του Άκανθου, μεταφέροντάς το όπως ακριβώς είναι τυπωμένο στο βιβλίο (δηλαδή με κεφαλαία γράμματα). 

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΩΝ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ 

ΟΤΑΝ ΣΒΗΝΟΥΝ ΤΑ ΦΩΤΑ 
ΣΤΗΝ ΦΩΤΙΣΜΕΝΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 
ΤΑ ΕΨΙΛΟΝ ΓΙΩΤΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΗΤΑ 
ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ 
ΤΑΡΑΖΟΥΝ ΤΗ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΤΟΥ ΓΝΩΣΤΟΥ 
ΡΟΜΒΟΙ ΑΠΟ ΧΑΡΤΟΠΕΤΣΕΤΕΣ 
ΚΑΙ ΑΣΧΕΔΙΑΣΤΕΣ ΟΨΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ 
ΧΡΩΜΑ ΞΕΘΩΡΙΑΣΜΕΝΟ ΣΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΜΑΤΙΑ 
Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΛΙΓΟΥ 
ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΛΥ 
Η ΒΡΩΜΙΚΗ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΥ 
ΟΤΑΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΟ ΒΡΑΔΙΝΟ ΛΟΥΤΡΟ ΤΗΣ 
ΓΙΝΕΤΑΙ ΡΕΜΑ ΑΠΟ ΑΙΜΑ 
ΑΛΦΑ ΠΡΕΖΟΥΣ ΘΕΤΙΚΟ 
ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΟ ΝΑΡΚΩΤΙΚΟ 
ΚΑΙ ΤΑΜΠΛΕΤΕΣ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑΣ 
ΣΕ ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΤΙΜΕΣ 
ΔΙΑ ΤΟΥΤΟ ΕΚΤΙΜΩ ΤΑΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ 
ΟΤΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΜΟΝΟΝ ΗΓΑΠΗΣΑΝ 
ΕΓΩ ΤΟ ΜΟΝΟ ΜΠΛΕ ΠΟΥ ΞΟΔΕΨΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΩ 

ΟΔΟΣ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ ΑΝΟΙΞΗ 2012 

Ο Φώτης Μότσης είναι παλαιός ποιητής, αφού το πρώτο βιβλίο του, όπως είδα στο δίκτυο, τυπώθηκε το 1973, με το δεύτερο να βγαίνει δέκα χρόνια αργότερα, στον Ελεύθερο Τύπο. Είχε περάσει κι αυτός από τα Εξάρχεια της δεκαετίας του ’70 και του ’80 δηλαδή (Νικόλας Άσιμος κ.λπ.), πριν μετακομίσει στο Ναύπλιο. Από τις αργίτικες εκδόσεις Ελλέβορος κυκλοφόρησε το 2005 το βιβλίο του Αμαρυλλίδος και Ιππεάστρου και από ’κει μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα. Η ποίηση τού Μότση είναι ερωτική, λυρική, έχει λαϊκές καταβολές, ενώ διακρίνονται σ’ αυτήν υπαινιγμοί από τον λόγο τού Οδυσσέα Ελύτη. 

ΙΙ. ΛΥΡΙΑ 
(…)

δ΄

Χιλιόμετρα μακριά τυλίγονται 
τα γένια μου 
Α, μην τ’ ανέβεις 
ανειδίκευτη/ 
Γεννήσου άλλες δυο: 
στην τρίτη θα είσαι η απόσταση 
που θα με περπατά

Θα στρώνεις το μετάξι 
Από τα μέσα θα με πλάθεις

ε΄

Σιμώνω το ακρωτήρι 
των χειλιών σου 
Μ’ ένα φιλί τη θάλασσά σου ασημώνω

Πάλι το πρόσωπό σου 
δύει
Τα φύκια βήματα θολά 
Τι να προλάβω 
Πώς να αναμερίσω 
δυο τριαντάφυλλα επάνω 
στο κορμί της θάλασσας

Πριν την απόγνωση πού φώλιαζες 
Πώς θες να κλάψω άλλο 
μέσα στο νερό

(...)

Ο τρίτος ποιητής είναι ίσως πιο γνωστός στους αναγνώστες του δισκορυχείου, αφού υπάρχουν άλλες δύο αναρτήσεις υπό το όνομά του. Πρόκειται για τον Παναγιώτη Ψαριανό, στιχουργό, πλην των όσων άλλων, του συγκροτήματος Sun of Greece πίσω στα seventies.
Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Παναγιώτη Ψαριανού έχει τίτλο Στον Κόσμο [ARTplus, Αθήνα 2014] και περιλαμβάνει επιλογές ποιημάτων του από το διάστημα 2000-2004. Ένα από τα θέματα που απασχολούν την ποίηση του Ψαριανού είναι ο θάνατος. Αναφέρει η Μαρία Γιαννίκου στην εισαγωγική μελέτη της:
«Το γεγονός του θανάτου, μεγαθέμα της ποιητικής του Παναγιώτη Ψαριανού, υποβόσκον ακόμη και στα πιο αισιόδοξα ποιήματά του, υπογραμμίζει την ασημαντότητα της ανθρώπινης ζωής απέναντι στο αεί τού σύμπαντος. Nascentes morimur· από την στιγμή που γεννιόμαστε [αρχίζουμε να] πεθαίνουμε. Όμως δεν είναι αυτό “θάνατος” για τον ποιητή. Στον άξονα της υπαρξιακής αγωνίας ως γεγονότα “θανάτου” εγγράφονται το εφήμερο της ανθρώπινης δύναμης και δόξας, η ματαιότητης του πλούτου, το δέλεαρ του χρυσού και του νομίσματος, η κενοδοξία των νομισμάτων και των αριθμών, η επέλαση των ισχυρών, η καταστροφή που φέρνει το ποταπό και το ευτελές».
Ένα δείγμα… 

34 - 00 

Πώς να υπομείνεις τόσους θανάτους;

Ο πένθιμος ήχος της καμπάνας 
χρόνια ηχεί μέσα μου, 
για τη ζωή που χάνεται.

Και μεγαλώνω μ’ αυτούς τους θανάτους.

Πολλές φορές ξαναγυρίζω πίσω, 
μέσα σε θυελλώδεις, παγωμένες νύχτες, 
περνώ τις πόρτες που περνούν οι νεκροί, 
σκύβω στ’ αγαπημένα πρόσωπά τους 
και επιστρέφω, 
κρατώντας μύθους, εικόνες και λόγους, 
κομμάτια της ψυχής των Ελλήνων. 

Γέρα Λέσβου 5/11/2000

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου