Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

BRITISH FOLK ιστορία και δισκογραφία

Και κάπου εδώ ολοκληρώνεται (από τη μεριά μου τουλάχιστον) το αφιέρωμα στο folk στο LiFO.gr. Η ιστορία του british folk και μια σειρά δισκογραφικών επιλογών είναι ό,τι πρέπει για κλείσιμο…
Ο Davy Graham (αριστερά) στο σταθμό με την κιθάρα του και τις αποσκευές του
1. Davy Graham: Folk, Blues & Beyond… [Decca, 1965]
Είναι δύσκολο να αντιπαρατεθείς σ’ αυτό το άλμπουμ, καθότι θα πρέπει να αντιπαρατεθείς, ξεχωριστά, με κάθε ένα από τα 16 κομμάτια του. Από το εισαγωγικό “Leavin’ blues” του Lead Βelly (με το σήμα κατατεθέν DADGAD κούρδισμα), το κλασικό “Cocaine”, τα “Sally free and easy”, “Black is the colour of my true love’s hair” (αμόλυντοι folk ύμνοι) και το απίστευτο “Moanin’” του Bobby Timmons (όλα στην πρώτη πλευρά), μέχρι το “Maajun”, το πρώτο ψυχεδελικό track που γράφτηκε ποτέ στη Βρετανία, τα αθεράπευτα blues “I can’t keep from cryin’ sometimes”, “My babe” και την εντελώς προσωπική εκδοχή του “Better git it in your soul” (του Charles Mingus), εκείνο που απολαμβάνεις εδώ δεν είναι μόνο το finger-picking του παίκτη και την εκφραστικότατη φωνή, είναι και η ανεπανάληπτη… πληθωρική λιτότητα της ηχογράφησης (παίζουν οι Tony Reeves μπάσο, Barry Morgan ντραμς, με τον ίδιο τον Graham ν’ ακούγεται… πενταπλάσιος!), που ανυψώνει το “Folk, Blues & Beyond…” στο επίπεδο του αριστουργήματος.
2. Mick Softley: Songs for Swingin’ Survivors” [Columbia, 1965]
Ο Softley ήταν ένας ταξιδεμένος και πολιτικοποιημένος δημιουργός, που έμαθε πολλά δίπλα στον Σκωτσέζο Alex Campbell, γράφοντας τραγούδια με ουσιαστικό περιεχόμενο. Ανάμεσα στα καλύτερά του το «Αφού τελειώσει ο Τρίτος Παγκόσμιος (ή πώς έμαθα να ζω, χωρίς τον εαυτό μου)» και «Ο πόλεμος παρατείνεται», ενώ αγέρωχη ήταν και η διασκευή του στο κλασικό “Strange fruit”. Ο Softley θ’ αφήσει άναυδους τους πάντες, λίγα χρόνια αργότερα, με το απίστευτο “Time machine” από το άλμπουμ του “Sunrise” [CBS, 1970].
3. Roy Harper: “Sophisticated Beggar” [Strike, 1967]
Προϊόν της εποχής του, ο Βρετανός αυτός singer-songwriter έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στη συγκρότηση της folk-psych σκηνής της περιόδου, κινούμενος στο δικό του προσωπικό δρόμo – που δεν ήταν, όμως, ο ίδιος μ’ εκείνον του Donovan ή των Bert Jansch και John Renbourn, αφού συνδύαζε τόσο την ποιητική διάθεση του πρώτου, όσο και την κιθαριστική τέχνη των δευτέρων, ανακατωμένες όμως με μια δόση… ελεγχόμενης «παράνοιας» τύπου Syd Barrett. Ίσως γι’ αυτόν το λόγο οι Pink Floyd έπιναν νερό στο όνομά του. Φοβερό LP το “Sophisticated Beggar” με όλα τα κομμάτια να αγγίζουν βαθειά τον ακροατή.

Το όλον εδώ…

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

LEON BIBB – ERIC BIBB

Πατέρας και γιός, ο Leon Bibb και ο Eric Bibb παρουσιάζονται εδώ σε δύο άλμπουμ, που απέχουν χρονικώς μεταξύ τους, αν και τα ενώνει το ίδιο πάθος, η ίδια ερευνητική διάθεση για το παλαιό ρεπερτόριο της ράτσας, εκείνο που, στα χρόνια του ’60, αναδείχθηκε μέσα από τους πολιτικοκοινωνικούς αγώνες των Αφροαμερικανών, κινούμενο παραλλήλως με τη «νέα συνείδηση».
Γεννημένος στην Louisville του Kentucky το 1922, ο Leon Bibb απέκτησε «όνομα» όταν πρωταγωνίστησε στο “Lost in the Stars” του Kurt Weill, στο New York City Center το 1958. Η βαθειά οπερατική φωνή του, καθώς και ο τρόπος που την χειριζόταν, τον έκαναν αμέσως αγαπητό σ’ ένα ευρύτερο κοινό, που χαιρόταν να τον ακούει στο Town Hall (Νέα Υόρκη) ή να τον βλέπει στην τηλεόραση. Ο Bibb θα τραγουδήσει έτσι απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλη τη χώρα, όχι μόνο στις μεγάλες αίθουσες, αλλά και στα μικρά νεανικά κλαμπ, εκεί όπου φτιαχνόταν η νέα σκηνή του folk, στο νεοϋορκέζικο Village Gate ή στο hungry i του San Francisco.
Ο Leon Bibb πιθανώς να πρωτομπαίνει σε στούντιο για να γράψει έναν μεγάλο δίσκο το 1958, όταν τυπώνει για την Vanguard το “Folk Songs” [VRS – 9041], ερμηνεύοντας με ευαισθησία το “Sinner man” και τα “Irene” και “Take this hammer” (από το ρεπερτόριο του Lead Belly).
Το TolMy Captain/ Chain Gang and Work Songs [Vanguard VRS – 9058] ήταν το δεύτερο LP του και πρέπει να ηχογραφήθηκε την εποχή που εμφανίστηκε στο πρώτο Newport Folk Festival το 1959, μαζί με τους Pat Clancy, Pete Seeger, Joan Baez, Odetta, Oscar Brand, The New Lost City Ramblers κ.ά. – όντας πλέον παντού αγαπητός. Επρόκειτο φυσικά για ένα κλασικό άλμπουμ συνείδησης, που προετοίμασε κι αυτό απ’ τη μεριά του την «επανάσταση» που θα ξεκινούσε με τον Bob Dylan και όλους τους υπολοίπους λίγο καιρό αργότερα. Δεν ήταν μόνο το προχωρημένο για την εποχή εξώφυλλο (έξοχο σχέδιο και με τη φωτογραφία του τραγουδιστή απούσα), ήταν κυρίως τα τραγούδια που επέλεγε ο Leon Bibb για να ερμηνεύσει, τραγούδια ιστορικά που εξέφραζαν ακραίες, δύσκολες στιγμές της ζωής των Αφροαμερικανών στο Νέο Κόσμο. Από το φερώνυμο “Tolmy captain” (μια κραυγή αγανάκτησης απέναντι στο δουλοκτητικό σύστημα), το γλυκά πονεμένο “Prettiest train” (το τρένο της μεγάλης φυγής, που για χρόνια έπαιρνε μπρος μόνο στα όνειρα), το “Track lining” (ένας ακόμη ύμνος των φορτηγατζήδων – ίσως όχι τυχαίως ο Bibb θυμίζει εδώ έναν άλλο διάσημο φορτηγατζή, τον… Elvis Presley), το πνιγηρό «Μαύρη ήταν η νύχτα, κρύο ήταν το χώμα» του Blind Willie Johnson και διάφορα άλλα. Εν ολίγοις; Ό,τι εννοούμε λέγοντας… ένας απολύτως ουσιαστικός και γιατί όχι συγκλονιστικός δίσκος.
Να σημειώσουμε μόνον πως ο Leon Bibb πέθανε πέρυσι τον Οκτώβριο σε βαθειά γεράματα. Ήταν 93 ετών.
Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα από την προηγούμενη ηχογράφηση, το 1983, ο γιός του Leon Bibb, o Eric Bibb, που είχε γεννηθεί στη Νέα Υόρκη το 1951 και που ζούσε από τις αρχές των seventies στη Σουηδία –για πολλά χρόνια οι δίσκοι του έβγαιναν μόνον εκεί, στις εταιρείες MNW δηλ. Musiknätet Waxholm, Opus 3 και Caprice– μπαίνει σε ακόμη μια περιπέτεια ηχογραφική με τον συνοδοιπόρο του Bert Deivert. Το blues, η country, τα λαϊκά τραγούδια της Αμερικής βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του ρεπερτορίου των δύο μουσικών, και αυτοί δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να τα ερμηνεύουν με γνώση και με τέχνη. Φυσικά, στοHello Stranger [SW. Opus 3 8105], δεν υπάρχει η φόρτιση του προηγούμενου LP, με τα κομμάτια που επιλέγονται να είναι περισσότερο popular σαν το “Wayfaring stranger” ή το φερώνυμο “Hello stranger” του A.P. Carter (των Carter Family), χωρίς όμως να παραλείπονται και κάποια σημαντικά topical, όπως το περίφημο “How can a poor man stand such times and live” του Blind Alfred Reed (1880-1956), ενός εκ των κορυφαίων λευκών αμερικανών τραγουδοποιών του 20ου αιώνα. Πάντως κι εδώ ξεχωρίζει η ερμηνεία του Eric Bibb στο φοβερό “I heard the angels singin’” του Blind Gary Davis, μία από τις πιο διαχρονικές αναφορές του αμερικανού τραγουδοποιού, που εξακολουθεί και σήμερα να βρίσκεται στις επάλξεις. 

FLORIAN HOEFNER GROUP φωτεινότητα

Ο Florian Hoefner είναι γερμανός πιανίστας και το συγκρότημά του αποτελείται, πέραν του ιδίου, από τους Seamus Blake τενόρο, σοπράνο, Sam Anning μπάσο και Peter Kronreif ντραμς. Ένα ας το πούμε τυπικό κουαρτέτο έχουμε εδώ, που αποδίδει πρωτότυπες συνθέσεις του Hoefner, οι οποίες συνθέσεις, σε κάθε περίπτωση, δεν κρύβουν τον ευρωπαϊκό τους χαρακτήρα. Μεσαίες προς μεγάλες σε διάρκεια, διακρίνονται για τις λεπτές και επεξεργασμένες μελωδίες τους, που δεν άρχονται βεβαίως από το blues, αλλά από την ευρωπαϊκή παράδοση (κλασική, ρομαντική, folk κ.λπ.), με το παίξιμο να διατηρεί κάποια στοιχεία ελεγχόμενου αυτοσχεδιασμού και με τα soli ν’ ακούγονται, συχνά, περιπαθώς «στρογγυλά» και χωρίς ακρότητες.
Παρά ταύτα το Luminosity [Origin Records, 2015/16] δεν είναι ένα… αναμενόμενο άλμπουμ. Υπάρχουν tracks που συγγενεύουν περισσότερο με μια τομή του bop και του… euro πνεύματος, όπως το “Newfound jig”, που παρέχει χώρο στον Blake για προσωπική κατάδειξη, και στους υπόλοιπους τρεις για να συνοδεύσουν ρυθμικώς σ’ ένα 12/8 μέτρο (εδώ η μελωδία είναι παραδοσιακή ιρλανδική), ενώ άλλα, όπως το “The bottom line”, με το μπάσο και το τενόρο να παίζουν unisonο, σχετίζονται με την πιο… jazz-jazz διάσταση του άλμπουμ.

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

το ACID FOLK και το FOLK ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ λίστες

Το acid folk ή ψυχεδελικό folk είναι λίγο… μυστήριο σαν όρος, αν και χρήζει ιδιαίτερης σημασίας σε όσους την ψάχνουν με το folk παρελθόν. Παρότι ψυχεδελικά folk συγκροτήματα υπήρξαν πολλά, όπως τα πασίγνωστα αγγλικά Incredible String Band και Fairport Convention, στην πράξη ελάχιστες φορές θα δούμε να τα αποκαλούν έτσι (οι έμποροι, οι συλλέκτες, τα forum και τα δημοπρατήρια στο internet κ.λπ.). Στην πράξη, κάτω απ’ αυτή την ταμπέλα, που έχει ένα νόημα (κυρίως… όπως το αντιλαμβάνεται ο καθείς!) μπαίνουν πιο άγνωστα ονόματα και πολλοί… loner folk τραγουδοποιοί. Εγγλέζοι και Αμερικανοί κυρίως. Αν και όχι πάντα…
Πολλά απ’ αυτά τα άλμπουμ είναι σπάνια και πανάκριβα στις πρωτότυπες εκδόσεις τους. Έτσι η φήμη πολλών τέτοιων καλλιτεχνών εξαπλώνεται, συχνά, κατά τύχη. Μπορεί κάποιο κομμάτι ενός ή μιας loner folk τραγουδοποιού να διασκευαστεί από ένα σημερινό όνομα, μπορεί κάποιος δίσκος να επανεκδοθεί, μπορεί κάποιο LP να πουληθεί σε υψηλή τιμή στο eBay με αποτέλεσμα να κινηθεί ένα ενδιαφέρον… Γενικώς είναι κάπως υποχθόνια η εξάπλωση της φήμης των acid folk καλλιτεχνών και αυτό προσδίδει στην ομάδα αυτή ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Εδώ η συνέχεια…

PAUL KANTNER (1941-2016)


O Paul Kantner με... πράσινα μαλλιά, κιθαρίστας και τραγουδιστής των Jefferson Airplane, έτσι όπως τον σχεδίασε η Grace Slick (από το ελληνικό εξώφυλλο του “Bark”, που τυπώθηκε το 1971) 
Το “Bark” των Jefferson Airplane, που περιέχει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του Paul Kantner, το “When the earth moves again” (όπως και άλλα δικά του, σαν τα “Rock and roll island” και “War movie”) κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, το 1971, σε ετικέτα (πορτοκαλί) RCA Victor [SKLG 20051].
Το ωραίο με αυτήν την ελληνική έκδοση είναι πως έχει μεταφρασμένο στη γλώσσα μας εκείνο το “What You Can Do with the Bag”, που αναγραφόταν στην origianl χαρτοσακούλα-κάλυμμα. Και δεν εννοώ μόνο τον τίτλο («Τι Μπορείτε να Κάνετε Με Αυτήν την Σακούλα»), αλλά όλο το κατεβατό!
Μπορείς να την πάρης μαζί σου στα μαγαζιά… Να την φορέσης για καπέλλο 
Μπορείς να την κρεμάσης στην πόρτα… Να την χρησιμοποιής για προσάναμα
Μπορείς να την παίρνης στην τουαλέτα… Να την φοράς για γραββάτα 
Μπορείς να την σκίζης, να την βράζης… Να την κάνης αεροπλανάκι 
Μπορείς να την παίρνης στην Πλαζ… Να κάνεις πρωτότυπα σχέδια 
... ακολουθούν 39 ακόμη «Μπορείς»!
Κατά μίαν έννοια το ελληνικό εξώφυλλο τού “Bark” αποτελεί ένα σοβαρό τεκμήριο τής hippy κουλτούρας για τη χώρα.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Ο ALLEN GINSBERG ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΤΟ ΠΕΡΑΜΑ, ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1961 ακούει Βαμβακάρη και Τσιτσάνη από δισκάκια σε ταβέρνα της παραλίας, και γράφει έναν ποιητικό ύμνο για το τζουκμπόξ και την ελληνική λαϊκή κουλτούρα

Ο Allen Ginsberg (1926-1997), η πιο επιφανής φιγούρα της beat generation (και της beat poetry), έρχεται στην Ελλάδα (Πειραιάς-Αθήνα) από την Ταγγέρη με το θρυλικό υπερωκεάνιο S.S. Vulcania. Ήταν 29 Αυγούστου 1961.
Πάνος Κουτρουμπούσης – Άλλεν Γκίνσμπεργκ στον πυργίσκο της οδού Γιάννη Σταθά, στο Κολωνάκι
Στη χώρα μας ο Ginsberg θα μείνει περί τους δυο μήνες, μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου δηλαδή, και θα επισκεφθεί διάφορα μέρη (Δελφοί, Ολυμπία, Ύδρα, Μυκήνες, Κρήτη…), πριν αναχωρήσει για το Ισραήλ και από ’κει για την Μομπάσα (Κένυα) με τελικό προορισμό την Ινδία.
Στην Αθήνα θα μείνει στο ξενοδοχείο Παρκ και σε σπίτια φίλων στην πορεία, ενώ θα γνωριστεί με διάφορους Έλληνες, όπως τους ποιητές Σπύρο Μεϊμάρη και Νάνο Βαλαωρίτη, τον Πάνο Κουτρουμπούση, τον Μίνω Αργυράκη, τον Γιώργο Κατσίμπαλη κ.ά. (όλοι αυτοί συνευρίσκονταν στο Zonars, στο καφενείο του Ζαχαράτου στο Σύνταγμα και αλλαχού) και βεβαίως την Amy Mims (σύντροφος του Μίνου Αργυράκη), που θα αποδειχθεί η ξεναγός του.
Στην Αθήνα ο Ginsberg θα βρεθεί ν’ ακούει τον Τσιτσάνη (7/9/1961) στο Φαληρικόν και συνεπαρμένος από την επαφή του με το λαϊκό τραγούδι θα φθάσει να γράψει ακόμη και στίχους με στόχο να περαστούν στο μπουζούκι(!) –“Poem written in Café, intended as Bouzouki lyric”… όπως διαβάζουμε στο “Journals/ Early Fifties Early Sixties” [Grove Press, New York 1992]– ενώ η Άμυ Μιμς-Σιλβερίδη στο βιβλίο της «Ο Θησαυρός της Χέλεν Σάλλιβαν» [Οδός Πανός, Αθήνα 2007] θυμάται σχετικώς…

Η συνέχεια εδώ…

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

DiZZY DiZIGN δυνατό progressive άλμπουμ από μια ελληνική μπάντα που ανεβαίνει

Τέσσερα plus χρόνια μετά το “Dizality”, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του ’11, οι DiZZY DiZIGN από την Κυπαρισσία δίνουν ένα ακόμη εξαιρετικό άλμπουμ, κινούμενοι, πάντα, μέσα στο χώρο του σύγχρονου progressive. Μάλιστα, το exposure Lπου κυκλοφορεί σε gatefold βινύλιο από την B-otherSide και σε 250 συνολικώς αντίτυπα (30 εκ των οποίων είναι ντυμένα με χειροποίητο εξώφυλλο, φτιαγμένο από καραβόπανο) είναι βήματα μπροστά από το προηγούμενό τους, πράγμα που σημαίνει πως το συγκρότημα ωριμάζει, και περαιτέρω επεκτείνεται σε κάθε χώρο του σημερινού mellow prog, μεταφέροντας στις συνθέσεις του όλα εκείνα τα στοιχεία που θα το κάνουν να ξεχωρίσει. Ποια είναι αυτά;
Πρώτον και βασικό η διαμόρφωση των κομματιών. Δίχως να καταφεύγουν σε τετριμμένες συνταγές και ανούσιες αναπαραγωγές από την ηχητική… πινακοθήκη των seventies, οι DiZZY DiZIGN έχουν τον τρόπο να κρατούν το ενδιαφέρον του ακροατή, από την αρχή έως το τέλος, προτείνοντας απλά, αλλά λειτουργικά σχήματα. Δεύτερο σημαντικό στοιχείο στο “exposure L” είναι τα παιξίματα. Χωρίς ποτέ να είναι εξεζητημένα, διατηρούν σε κάθε περίπτωση έναν δημιουργικό περφεξιονισμό, που τα κάνει συμβατά με τις υψηλότερες των απαιτήσεων. Θέλω να πω, με απλά λόγια, πως είναι απολαυστικό να τους ακούς σε κομμάτια όπως το “Likelihood”, για παράδειγμα. Τρίτον, ξέρουν να μετέρχονται τα πιο δικά μας μουσικά στοιχεία (εδώ δημοτικά και βυζαντινά) και να τα εντάσσουν ωραία στις συνθέσεις τους, δίχως να ξενίζουν (“Poisoned cogwheel”, “Dawns”). Και κάπως έτσι… όλο αυτό το πλέγμα σού παρέχει ανά πάσα ώρα και στιγμή τη βεβαιότητα πως το συγκρότημα ξέρει πού ακριβώς πατά και πού πηγαίνει.
Από ’κει και πέρα συγκεκριμένες ροκάδικες επιρροές μπορεί ν’ ανιχνευθούν –δεν υπάρχει λόγος– και αυτές σχετίζονται με τα βασικά συγκροτήματα του art rock, όπως τα είχαμε περιγράψει και παλαιότερα, τους Genesis για παράδειγμα, τους King Crimson ή τους Van der Graaf Generator. Πουθενά όμως, και σε καμμία περίπτωση, δεν θα πει κάποιος πως… εδώ υπάρχει αντιγραφή ή αναμάσημα. Τα πάντα κυλούν με τους ρυθμούς και τις ιδέες του γκρουπ, και αν κάτι χωρά κι άλλης βελτίωσης τούτο έχει να κάνει μόνο με τα φωνητικά – που είναι και το πιο δύσκολο όλων, όχι μόνο για τους DiZZY DiZIGN, αλλά και για τα περισσότερα καινούρια συγκροτήματα του είδους.
Ποιοι αποτελούν το εξαιρετικό αυτό συγκρότημα; Πέντε αδέλφια (να υποθέσω δηλαδή)! Έχουμε και λέμε λοιπόν: Δημήτρης Σαμπαζιώτης κιθάρες, εφφέ, φωνητικά, Διονύσης Σαμπαζιώτης ντραμς, Παναγιώτης Σαμπαζιώτης μπάσο, εφφέ, Στέφανος Σαμπαζιώτης πλήκτρα, εφφέ, φωνητικά και Θανάσης Σαμπαζιώτης άλτο σαξόφωνο, εφφέ, φωνητικά.
Κλείνοντας θα έλεγα πως μουσικοί, όπως τούτοι εδώ οι φίλοι μας από την Κυπαρισσία, και άλμπουμ, όπως το “exposure L” τιμούν και με το παραπάνω τη σύγχρονη progressive παραγωγή όχι μόνο στη χώρα, αλλά και πέραν αυτής.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

PIERO PICCIONI ταινίες και δίσκοι

Σε κάποια κείμενα που έχω υπ’ όψη μου από παλαιά, αφιερωμένα στον ιταλό μαέστρο Piero Piccioni (Πιέρο Πιτσόνι 1921-2004), δημοσιευμένα σε περιοδικά του εξωτερικού, στο Soundtrack ας πούμε ή το Il Giaguaro, έχω παρατηρήσει πως όσοι γράφουν για ’κείνον σπανίως, ή μάλλον, ποτέ, δεν αναφέρουν το όνομα τού Ennio Morricone. Περίεργο… αν και από μια πλευρά μοιάζει λογικό κάτι τέτοιο.
Και οι δύο αποτελούν τα ιερά τέρατα του ιταλικού soundtrack –ο Piccioni, όπως αναφέρει ο Claudio Fuiano στην επανέκδοση τού άλμπουμ “Fumo di Londra” έχει γράψει μουσικές σε περισσότερες από 300 ταινίες, αν και ο IMDb.com αναφέρει… μόλις 193–, και οι δύο έζησαν στην ίδιαν εποχή, διεκδικούσαν τις ίδιες δουλειές, ήταν το ίδιο ταλαντούχοι (μέσα στη διαφορετικότητά τους), είχαν το ίδιο ανοιχτό πνεύμα στις ενορχηστρώσεις, δεν έβλεπαν καμμία διαφορά, όσον αφορούσε στη δουλειά τους, ανάμεσα σε μια κωμωδία με τον Alberto Sordi ή σ’ ένα giallo, συνεργάζονταν με τους ίδιους σκηνοθέτες ή τεχνικούς, απευθύνονταν στο ίδιο κοινό. Συνεπώς, οι καριέρες τους, έπρεπε να είναι καλά περιφρουρημένες.
Δεν γνωρίζω αν μεταξύ τους υπήρχε κάποια κόντρα, φανερή ή λιγότερο φανερή, αν αντάλλασσαν «καλημέρα» όπως λέμε ή όχι, γνωρίζω όμως πως στον «τρελό» κόσμο των συλλεκτών είναι δύσκολο να συναντήσεις κάποιον που να μαζεύει μετά μανίας, συγχρόνως, τις δουλειές του ενός και του άλλου…
Παρ’ όλα αυτά Picconi και Morricone έχουν συνεργαστεί τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους (πιθανώς να υπάρχουν κι άλλες) κι αυτή ήταν στο soundtrack του “Fumo di Londra”, όταν ο Morricone ενορχήστρωσε το “You never told me”, που ανοίγει το OST. Στο ίδιο OST συμμετείχαν και οι Cantori Moderni του Alessandro Alessandroni, καθώς και η Edda dell’ Orso, όλοι συνεργάτες (και) του Morricone. Φαίνεται λοιπόν πως οι δύο μαέστροι, κάποιες φορές, και πρακτικά δηλαδή, δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν.

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

το ΕΛΛΗΝΙΚΟ FOLK και FOLK-ROCK από τα sixties έως τις μέρες μας

Υπήρξε μέσα στα χρόνια ελληνικό folk, acid-folk, folk-rock και τα λοιπά; Υπήρξε και υπάρχει… αν και θα πρέπει κάπως να το ορίσουμε. Τροβαδούροι, λοιπόν, που μπορεί να διασκευάζουν παγκόσμια folk τραγούδια, άλλοι που μπορεί να διασκευάζουν ελληνικά δημοτικά (ή και λαϊκά), άλλοι που δεν διασκευάζουν σώνει και καλά παρουσιάζοντας πρωτότυπο υλικό επηρεασμένοι όμως από τον Dylan και την Baez παλιότερα, ή από τη σύγχρονη neo-folk κίνηση τώρα... Επίσης, αντίστοιχα συγκροτήματα, που μπορεί να διασκεύασαν για ηλεκτρική ορχήστρα (χρησιμοποιώντας συχνά και παραδοσιακά όργανα) δημοτικά, ρεμπέτικα ή λαϊκά… Γενικώς, το folk και κυρίως το folk-rock έχει «ψωμί» στην Ελλάδα και με την ευκαιρία ας θυμηθούμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις του…
Η Ευγενία Συριώτη είναι μία από τις πιο αξιοπρεπείς παρουσίες της σκηνής – και από τις πιο γνήσιες, και παλαιότερες, εκπροσώπους της folk μουσικής στην Ελλάδα (τουλάχιστον με τη σημασία που είχε ο όρος στις ΗΠΑ και την Αγγλία στη δεκαετία του ’60).
Γεννημένη στην Αθήνα, η Ευγενία Συριώτη σπούδασε πιάνο και φωνητική εδώ και στο Λονδίνο, για να γίνει  γνωστή στους μουσικόφιλους από τη συμμετοχή της στα έργα του Μάνου Χατζιδάκι «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» (1962/63) και «Όρνιθες» (1964). Έχει εμφανιστεί επανειλημμένως στο Ηρώδειο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Δίδαξε πιάνο και τραγούδι, ενώ διατήρησε, για μεγάλες χρονικές περιόδους, εκπομπές στην κρατική τηλεόραση («Τα τραγούδια του κόσμου», «Δύο τραγούδια κι ένα παραμύθι») με συνεργάτες τους Σταύρο Παπασταύρου, Κώστα Γεωργίου κ.ά. Ταξίδεψε στην Ευρώπη και την Αμερική όπου έδωσε σειρές συναυλιών αποσπώντας κολακευτικά σχόλια. Για τη folk διαδρομή της η ίδια σημειώνει:
«Όταν τελείωσα τις σπουδές μου, άρχισα τα ταξίδια μου στην Αμερική, όπου ζούσε ο αδελφός μου Αντώνης ήδη από το 1951. Με τον αδελφό μου ήμασταν πολύ αγαπημένοι. Είχαμε μοιραστεί τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, τα παιδικά μας χρόνια στην Αγγλία και είχαμε την κοινή αγάπη της μουσικής. Εκείνος με έστρεψε προς τον δρόμο που είμαι ακόμη και σήμερα. Ο Αντώνης ζώντας στην Αμερική, είχε ακούσει μουσική που ήξερε ότι θα μ’ ενδιέφερε και που στην Ελλάδα δεν είχα ακούσει ζωντανά. Με πήγε παντού. Ακούσαμε spirituals, blues, την Judy Collins, την Joan Baez, τον Pete Seeger, τον Woody και τον Arlo Guthrie, τον Burl Ives, τον Willie Nelson, την Mahalia Jackson. Κι έτσι άρχισε το ταξίδι μου στον κόσμο. Άρχισα να αναζητώ φολκλορικά τραγούδια, να επεξεργάζομαι, να μεταφράζω… Τα τραγούδια του κόσμου. Από το ’57 έως σήμερα τα δούλεψα, τ’ αγάπησα, τα τραγούδησα…».
Πρόγραμμα από παράσταση της Ευγενίας Συριώτη και του Βασίλη Τενίδη - Στέγη Καλών Τεχνών και Γραμμάτων 12/2/1970
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μετά η Συριώτη θα ξεκινήσει μια σειρά κονσέρτων κάνοντας γνωστά στο ελληνικό κοινό τραγούδια των Bob Dylan, Tom Paxton, Malvina Reynolds, Simon and Garfunkel, Leonard Cohen κ.ά. Σ’ εκείνα τα live πολύ συχνά την συνόδευαν διάφοροι ροκάδες της εποχής όπως ο κιθαρίστας Γιάννης Ψιμόπουλος (Blue Birds), ο πιανίστας Ντίνος Παπαβασιλείου (Idols), ο μπασίστας Λεωνίδας Λουλούδης (Blue Birds), ο ντράμερ Johnny Carr (Zoo) κ.ά.
Το πρώτο προσωπικό LP τής Ευγενίας Συριώτη είχε τίτλο «Ταξιδεύοντας» [Rod Strofes, 1970] και περιείχε λιτές ατμοσφαιρικές μπαλάντες, όπως και παραδοσιακά τραγούδια σε ιδιαίτερη folk ενοργάνωση από τον άξιο συνθέτη και κιθαριστή Βασίλη Τενίδη. Η Συριώτη και ο Τενίδης αποδίδουν στη γλώσσα μας σκοπούς από το Μεξικό, τη Χαβάη, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Κύπρο, το Ισραήλ, την Αρμενία, την Αγγλία, την Ουαλία, την Περσία και την Ελλάδα. Το όλον κλίμα παραπέμπει στα αντίστοιχα folk duos της εποχής, και βεβαίως της αλλοδαπής, π.χ. στους David και Marianne Dalmour, με την Ευγενία Συριώτη να δίνει μερικές απροσδόκητες ερμηνείες – φερ’ ειπείν στο χιώτικο «Πυργούσοι» ή στο «Τι κακό σου έχω κάνει», ένα folk-psych gem με σπηλαιώδη φωνητικά, ικανό να «χτυπήσει» τα καλύτερα της Shirley Collins και του Davy Graham.  

Η συνέχεια εδώ… 
http://www.lifo.gr/articles/music_articles/87265

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ FOLK ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ από τις «ρίζες», μέχρι την Joan Baez και τον Bob Dylan

Είναι αλήθεια πως από την αρχή κιόλας της μορφοποίησής του, στις αρχές του 20ου αιώνα, το folk στις ΗΠΑ συνδέθηκε με το αναπτυσσόμενο εργατικό κίνημα. Φυσικά, επειδή μιλάμε για ηχογραφήσεις, το όλον πράγμα δεν είναι δυνατόν να απαθανατίσει αυτή καθ’ αυτή τη γέννηση του λαϊκού εργατικού τραγουδιού, που συνδέθηκε άμεσα με την ίδρυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης Industrial Workers of the World (IWW), στο Σικάγο το 1905 – τα τραγούδια των wobblies δηλαδή, που αποτέλεσαν τη βάση των γνωστότερων σ’ εμάς protest songs των δεκαετιών του ’50 και του ’60.
Γράφει, σχετικώς, ο Umberto Fiori, κιθαρίστας και τραγουδιστής του ιταλικού συγκροτήματος Stormy Six, στο βιβλίο του «Μπομπ Ντύλαν, Τζο Χιλλ, Γούντυ Γκάθρυ, Ιστορία του αμερικάνικου λαϊκού τραγουδιού» [Νεφέλη, Aθήνα 1981]:
«Η παραγωγή εργατικών λαϊκών τραγουδιών δεν αρχίζει φυσικά στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα. Χωρίς να υπολογίσουμε την αγγλοσαξονική παράδοση που διατηρείται ζωντανή σε πολλές περιοχές, καθώς κι εκείνη των τραγουδιών της δουλειάς των νέγρων και των κάου μπόυς, τα παλιά επαγγελματικά συνδικάτα είχαν ήδη δημιουργήσει εκατοντάδες τραγουδιών. Ήταν όμως η παραγωγή wobbly –το “Little Red Songbook” είναι το πρώτο αξιόλογο παράδειγμα συλλογής λαϊκών τραγουδιών ‘από τη βάση’ που δεν ακολουθεί φιλολογικά κριτήρια– που καταγράφεται ως ‘αποφασιστική καμπή’ με τους πρωτεργάτες της (πρώτος απ’ όλους ο Τζο Χιλλ) να θεωρούνται οι γενάρχες του σύγχρονου κοινωνικού τραγουδιού στις ΗΠΑ».
Τα πάντα αρχίζει ν’ αποκτούν λαϊκή απήχηση λοιπόν μέσω του Joe Hill η ζωή του οποίου ως εργάτη, συνδικαλιστή και τραγουδοποιού και κυρίως ο τρόπος θανάτου του –εκτελέστηκε κατηγορούμενος αδίκως για φόνο, μέσω μιας στημένης δίκης– θα εμπνέει, έκτοτε, πλήθος δημιουργών (από τον Woody Guthrie και τον Pete Seeger, μέχρι τον Bob Dylan, τον Phil Ochs και την Joan Baez, και από τον Billy Bragg και τους Chumbawamba μέχρι τους Rage Against the Machine).
Σημειώνει ο Fiori:
«Το στυλ του Τζο Χιλλ είναι κάτι τελείως ξεχωριστό, κι όμως κανένα τραγούδι wobbly δεν φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα στο κίνημα απ’ τα δικά του, ακριβώς εξαιτίας της ιδέας που έχει ο δημιουργός μας για το ρόλο του και για τη λειτουργία των έργων του.(...) Ο Τζο Χιλλ δεν είναι πια ο λαϊκός τραγουδιστής της παράδοσης, αλλά μια νέα μορφή προλετάριου καλλιτέχνη. Όπως κάθε τραγουδοποιός, γράφει και αυτός κατά παραγγελία, με τη διαφορά ότι ο εντολέας του είναι το κίνημα κι ο σκοπός του η προπαγάνδα. Το τραγούδι δεν πρέπει να είναι μονάχα ευχάριστο, αλλά και πειστικό, δεν πρέπει μόνο να αφηγείται, να ψυχαγωγεί, να συγκινεί ή να πληροφορεί, αλλά και να παρουσιάζει επιχειρήματα υπέρ και κατά και να εκμεταλλεύεται τις ιδιαίτερες δυνατότητες και τις τεχνικές αυτής της σύντομης και λαϊκής μορφής ποίησης».

Η συνέχεια εδώ… 
http://www.lifo.gr/articles/music_articles/87260