Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

JOHN COLTRANE 16 σταθμοί στην καριέρα του θρυλικού σαξοφωνίστα και συνθέτη

Δεν είναι ποτέ αργά ν’ ανακαλύψει κάποιος την τζαζ του John Coltrane. Ακόμη κι όσοι ακούν κλασική μουσική, ροκ, φολκ, ορχήστρες, πειραματική, ηλεκτρονική ή ό,τι άλλο κάποια στιγμή στη ζωή τους θα «συναντηθούν» με τον Coltrane, για κάποιο λόγο ή από τύχη, και θα πάθουν.
Προσωπικά, θυμάμαι ν’ ακούω πρώτη φορά Coltrane στο ραδιόφωνο. Ήταν η εισαγωγή, έτσι νομίζω, από το “A Love Supreme” και… μένω ξερός. Ήμουν στα 20. Δεν ήξερα πολλά από τζαζ. Είχα ακούσει λίγο Miles, λίγο Garbarek, κάποια συγκροτήματα (Headhunters, Return to Forever, Soft Machine…), το “Hot Rats” του Frank Zappa, αλλά μάλλον τίποτα ακόμη από τη μεγάλη τζαζ του ’60. Την τζαζ του Coltrane και των συνοδοιπόρων του.
Προσπαθώ ν’ ανακαλέσω, τώρα, εκείνη την πρώτη ακρόαση. Να θυμηθώ τι ήταν αυτό που με είχε «στείλει», και που με είχε αναγκάσει να τρέξω στο πιο κοντινό δισκάδικο για ν’ αναζητήσω το “A Love Supreme”, και αργότερα το “Impressions”, και πιο μετά το “Ascension”, και στη συνέχεια το “Interstellar Space”…
Ήταν κάτι αληθινά συναρπαστικό. Αυτό μπορώ να πω. Ένα… πολύβουο ποτάμι εξωτερικά, με μιαν εσωτερική ηρεμία όμως στον τρόπο που αναπτυσσόταν… και που κατέβαινε για να σε συναντήσει. Σαξόφωνο στρατοσφαιρικό που γέμιζε το χώρο, και που άφηνε ταυτοχρόνως ένταση και πραότητα σε ίσες ποσότητες. Την ίδια ώρα κι ένα απίστευτο πολυρυθμικό παιγνίδι, με τα κρουστά του Elvin Jones να εκμεταλλεύονται κάθε πόντο του ντραμ σετ, με το πιάνο του McCoy Tyner και με το κοντραμπάσο του Jimmy Garrison να φλερτάρουν ταυτοχρόνως με την πειθαρχεία και την ελευθερία.
Μια τετράδα που έγραψε ιστορία. Αυτό ήταν το θρυλικό κουαρτέτο του John Coltrane στα sixties. Και η μουσική του… πηγαία, φυσική, αδέσμευτη, ιερή, που στόχευε κατ’ ευθείαν στο «είναι». Σ’ εκείνο το εσωτερικό αδιαίρετο, που συνταυτίζεται, στη μεγάλη κλίμακα, με το σύμπαν. Μια επίκληση. Μια προσευχή. Το Om. Ένα μυστικό πέρασμα στους πνευματικούς πλανήτες. 

H συνέχεια εδώ…

ARUÁN ORTIZ TRIO feat. ERIC REVIS & GERALD CLEAVER

Από τους πιανίστες που κάνουν τώρα την διαφορά στη σύγχρονη αφροκουβανική jazz, ή και jazz γενικότερα, ο Aruán Ortiz έχει καινούριο CD στην ελβετική Intakt, στο οποίο συνεργάζεται με τον μπασίστα Eric Revis και τον ντράμερ Gerald Cleaver. To άλμπουμ τους Hidden Voices [Intakt, 2016] περιέχει δέκα tracks, από τα οποία τα τρία είναι διασκευές. Ξεκινώ από ’κει, μιας και αυτές ακριβώς οι διασκευές κάτι δείχνουν. Έχουμε κατ’ αρχάς το “Open & close/ The sphinx” (αμφότερα συνθέσεις του Ornette Coleman – το δεύτερο το θυμόμαστε όλοι από το ιστορικό “Something Else!!!!” του 1958) και εν συνεχεία το “Skippy” του Thelonious Monk. Απ’ αυτά τα δύο tracks διαφαίνονται, θα έλεγα, κάποιες από τις γενικότερες προθέσεις του Ortiz. Από τη μια μεριά η δημιουργική εμμονή του με το ρυθμικό στοιχείο, και από την άλλη η επισταμένη μελωδική διαχείριση, με τις επάλληλες πιανιστικές «στρώσεις» και την ελεύθερη, γενικώς, αυτοσχεδιαστική ανάπτυξη. Η τρίτη version αφορά στο “Una, dos y tres, Qué paso más chévere”, που και αυτή δείχνει τη διάθεση του Ortiz να αναδιατάξει τυπικές όψεις της μουσικής της πατρίδας του (είναι γεννημένος στην Κούβα ο Ortiz, ασχέτως αν ζει από χρόνια στο Brooklyn), «πατώντας» στην παράδοση στην εισαγωγή, αλλά φεύγοντας προς έναν κλασικό τρόπο (πιανιστικές μινιατούρες) στη συνέχεια.
Όσον αφορά στα πρωτότυπα θέματα, τούτα διακρίνονται κατ’ αρχάς για την επιμελημένη ρυθμική επεξεργασία τους. Και αυτό ισχύει τόσο για το εισαγωγικό “Fractal sketches”, όσο και για το τρίτο στη σειρά “Caribbean vortex/ Hidden voices”, με το original κρουστό ή σαν κρουστό (πιανιστικό) παιγνίδι να διατηρεί, καθ’ όλη τη διάρκεια, τα πρωτεία. Πάνω λοιπόν σ’ αυτές τις αφρο-καραϊβικές ρυθμικές βάσεις, ο Ortiz προβάλλει άλλοτε ένα avant πιάνισμα, εμμένοντας σε λίγες σχετικώς νότες, και άλλοτε μελωδεί σαν ένας «τυπικός» αφροκουβανός αυτοσχεδιαστής. Άλλα tracks, όπως το “Analytical symmetry”, παίζουν με τα μουσικά patterns, τις επιταχύνσεις και τις επιβραδύνσεις, ενώ άλλα όπως τα “Arabesques of a geometrical rose” (Spring και Summer) διατηρούν έναν ιμπρεσιονιστικό αέρα, μέσα πάντα από μια τζαζ οπτική.
Σε γενικές γραμμές θα έλεγα πως αυτό που βγαίνει πάνω απ’ όλα στην περίπτωση του “Hidden Voices” είναι ένα πληθωρικό οργανοπαικτικό προφίλ – κάτι που δεν αφορά μόνο τον Ortiz, αλλά γενικότερα το τρίο του.
Επαφή: www.intaktrec.ch

BLUES REVIVAL 8: BUMBLE BEE SLIM (1905-1968)

Πολυγραφότατος συνθέτης, κιθαρίστας και τραγουδιστής, ο Bumble Bee Slim (αληθινό όνομα Amos Easton) γεννήθηκε στην Brunswick της Georgia για να διδαχθεί το blues… εμμέσως από το ντούο Leroy Carr-Scrapper Blackwell – το ύφος και την τεχνοτροπία των οποίων υιοθέτησε από τις πρώτες του κιόλας ηχογραφήσεις.
Επιτυχημένος και στο εμπορικό επίπεδο τραγουδοποιός, ο Bumble Bee Slim μπαίνει για πρώτη φορά σε στούντιο το 1931, καλύπτοντας με την πάροδο του χρόνου μια εικοσαετία σχεδόν συνεχούς παρουσίας στην blues δισκογραφία, γράφοντας πολλά εξαιρετικά τραγούδια, όπως το “My troubles” (1934) ή το “You gotta change your way” (1935).
Άγνωστο πώς ο Bumble Bee Slim θα επανέλθει στα δρώμενα περί το 1962, όταν στο L.A. θα ηχογραφήσει ένα άλμπουμ για την γνωστή εταιρεία Pacific Jazz. Αυτός, ένας κλασικός bluesman του ’30, θα ενταχθεί στον κατάλογο ενός από τα πιο μοντέρνα  jazz labels της Δυτικής Ακτής, μ’ έναν εντελώς αθόρυβο τρόπο, παίζοντας εξαιρετικά jazz-blues (“Midnight special”, “Wee baby blues”), συνεργαζόμενος με τους Les McCann πιάνο, Richard Holmes όργανο, Joe Pass κιθάρα κ.ά.
Αυτή ήταν και η τελευταία ολοκληρωμένη εμφάνισή του στη δισκογραφία. 
Βασική δισκογραφία
1. Back in Town! – Pacific Jazz PJ-54 – 1962

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

διάφορα άλμπουμ, ελληνικά και ξένα, με λίγα λόγια

CRESTFALLEN: Chamber Works [GR. Spleen & Doom Library/ General Music, 2015]
Παράξενο άλμπουμ που κυκλοφορεί σε 2LP και CD, από την άγνωστη προς εμένα Spleen & Doom Library. Crestfallen πρέπει να είναι ο Αλέξανδρος Ζαφειρόπουλος, ο οποίος δημιουργεί μια σειρά εννέα τραγουδιών, που ηχούν στ’ αυτιά μου… εντελώς διαφορετικά. Δύσκολο να προσδιορίσεις τις επιδιώξεις του Crestfallen… πέραν του κλασικού «κάνω το κέφι μου». Έτσι, ένα ρομαντικό και κάπως gothic σκηνικό από την μια μεριά, έρχεται να επικοινωνήσει με στοιχεία κλασικά και οπερατικά – δίχως η πολύ καλή φωνή να είναι, αυτό που λέμε, των στάνταρ κλασικών απαιτήσεων. Υπάρχει μια καλώς εννοούμενη εμμονή με τις ενορχηστρώσεις στο “Chamber Works” (που δεν έχουν σχέση με το rock, αλλά με μια neo-classical αντίληψη) και πάνω σ’ αυτό το μοτίβο, που αναπαράγεται με θρησκευτική ευλάβεια, «κάθονται» τραγούδια που έχουν ευρύτερο νόημα (όπως το “Wax arlequin” για παράδειγμα, ή το “Sleep remedy”). Μοναχική, αλλά αξιόλογη προσπάθεια, που αξίζει να ανακαλυφθεί.
SKYDIVE TRIO: Sun Moee [NOR. Hubro, 2015]
Ροκ τρίο είναι οι Skydive Trio (Thomas T. Dahl κιθάρες, Mats Eilertsen κοντραμπάσο, Olavi Louhivuori ντραμς) και όχι τζαζ τρίο… αν και τούτες οι κουβέντες δεν ξέρω τι νόημα μπορεί να έχουν πια, όταν υπάρχει… από αιώνες ο Terje Rypdal ή ακόμη και οι e.s.t. Θέλω να πω πως τα πράγματα (τα ροκ και τζαζ πράγματα) είναι επιμελώς ανακατεμένα στον “Sun Moee”, και πως οι τρεις βορειοευρωπαίοι μουσικοί δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να… πηδάνε πότε από ’δω και πότε από ’κει ροκάροντας, μελωδώντας και αυτοσχεδιάζοντας. Γενικώς, και σε κάθε περίπτωση, οι καταστάσεις είναι minimal, λεπτές, και χωρίς ιδιαίτερες στουντιακές προσθήκες (guests, περαιτέρω όργανα κ.ο.κ.), γεγονός που καθιστά το “Sun Moee” ένα άλμπουμ «κλειστό», αλλά με ταυτότητα.
Επαφή: www.hubromusic.com
MONKEY PLOT: Angående omstendigheter som ikke lar seg nedtegne [NOR. Hubro, 2015]
Τρίο είναι και οι Monkey Plot (Christian Winther κιθάρες, Magnus Skavhaug Nergaard κοντραμπάσο, Jan Martin Gismervik ντραμς), και free το σκηνικό που κατασκευάζουν. Στο site της εταιρείας τους διάβασα πως οι Neil Young και Nick Drake αποτελούν μεγαλύτερες επιρροές για τον κιθαρίστα τους Winther, απ’ όσο ο Derek Bailey… πράγμα που με παραξένεψε, καθότι οι μουσικές των Monkey Plot έχουν από ελάχιστη έως ανύπαρκτη σχέση με το folk και το folk-rock. Έχουν μ’ εκείνες του Derek Bailey; Κατά τι περισσότερο, κάποιες φορές. Τέλος πάντων, μ’ αυτά δεν βρίσκεις άκρη… Γενικώς στο “Angående κτλ.” χωράει πολύς αυτοσχεδιασμός, με το τρίο, που είναι ακουστικό, να επιδίδεται σε μια μουσική χαμηλών τόνων, μα εντελώς ατίθαση.
Επαφή: www.hubromusic.com
CHRISTOPH IRNIGER TRIO: Octopus [SWI. Intakt, 2015]
Ακόμη ένα τζαζ τρίοτο Christoph Irniger Trio αποτελείται εκ των Christoph Irniger τενόρο, Raffaele Bossard μπάσο και Ziv Ravitz ντραμς. Το γκρουπ έχει τις βάσεις του στην κεντρική Ευρώπη (Ελβετία, Γερμανία) και άρα, θα πω, πως η jazz που παίζει είναι το… κεντροευρωπαϊκό ιδίωμα, με την «ελεύθερη» ανάπτυξη και την βαθειά πίστη στον αυτοσχεδιασμό. Ο ήχος του γκρουπ είναι πρώτης τάξεως. Αυτό για αρχή… και για τέλος. Το τενόρο ακούγεται χαμηλά και πολύ «ζεστά», ενώ και το rhythm section παίζει απλά, αλλά επιστημονικά οικοδομώντας ένα εξ ίσου απέριττο πλαίσιο. Υπάρχει, με άλλα λόγια, η πίστη και η γνώση πως η jazz είναι πάνω απ’ όλα η επαφή και η εσωτερική επικοινωνία μεταξύ των οργανοπαικτών, κάτι, που, με τον καιρό, μεταφράζεται σε μουσική που ακουμπάει την ψυχή –  ακόμη και όταν αυτή ακριβώς η μουσική προβάρει τα «δύσκολά» της.
Επαφή: www.intaktrec.ch
TRANSATLANTIC CONVERSATIONS: 11 piece band live [SWE. Linedown, 2015]
Κάποια στοιχεία τα έχουμε ήδη από τον τίτλο. Σουηδική ενδεκαμελής μπάντα, που «πιάνεται» live, από την 5/12/2013 στο Palladium τού Malmö. Ορισμένοι από τους μουσικούς που αποτελούν την Transatlantic Conversations είναι κάπως περισσότερο γνωστοί, όπως η πιανίστα Maggi Olin, η σαξοφωνίστα Christine Jensen ή ο κιθαρίστας Torben Waldorff, όμως είναι το σύνολο που εδώ κρίνεται και όχι τα μεμονωμένα άτομα. Με υλικό εντελώς πρωτότυπο, με τραγούδι, αλλά και με χωρίς τραγούδι, με σεμνά soli, αλλά και με ακαταπόνητο ομαδικό παιγνίδι, με jazzy groove, αλλά και με υπαινιγμούς από folk μέχρι και progressive rock, η Transatlantic Conversations είναι μια μπάντα που στέκεται γερά στη σκηνή, φέρνοντας στη μνήμη ήχους και μέρες του παρελθόντος (ακόμη και κάτι από Zappa ανακάλεσα, περιόδου “The Grand Wazoo”).

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΣ & ΜΠΑΝΤΑ «τι θλίψη μεγάλη/ πατρίδα μού έχεις βάλει/ στη θλίψη σου τη μεγάλη/ δε σκύβω το κεφάλι»

Για δίσκους του Πέτρου Θεοτοκάτου έχω γράψει καλά λόγια – παλαιότερα στο Jazz & Τζαζ. Μου άρεσαν πάντα τα ροκάδικα τραγούδια του, αυτό το κιθαριστικό ροκ με ελληνικό στίχο εννοώ, που ανήκει στη γνωστή σε όλους μας ηχητική γραμμή… αν και εδώ θα πρέπει να κάνω μιαν επισήμανση. Ο Θεοτοκάτος έχει τη δική του προσωπικότητα. Έχει το δικό του κόσμο, που τον μετατρέπει, με γνώση, σε ωραία τραγούδια – δεν αντιγράφει, ούτε αρέσκεται στο λίγο και το τετριμμένο όπως διάφορες παρέες ελληνοκιθαριστικών συγκροτημάτων τής 15ετίας 1985-2000 (αφήνω τα πιο μετά...). Από την άλλη έχει και κάτι αισιόδοξο η τραγουδοποιία του, παρ’ όλο το ανεκπλήρωτο και το όποιο ενδεχόμενο και περιστασιακό ζόρι. Είναι και ο τρόπος που τραγουδά εξάλλου. Καθαρός και ίσιος, δίχως να αναπαράγει μίζερα, σπασαρχίδικα και κίβδηλα… ελληνοαντεργκράουντ πρότυπα. Έχουν μια γλύκα τα τραγούδια του θέλω να πω, χωρίς να είναι γλυκερά. Έχουν μιαν απλότητα, χωρίς να αφορούν στον πρώτο τυχόντα. Είναι αθόρυβα, αλλά και διαβρωτικά ταυτοχρόνως. Δεν κραυγάζουν, αλλά λένε πράγματα και εντοπίζουν καταστάσεις. Ακούστε το «Ηρώδειο» ας πούμε, από το τελευταίο LP του «Αυτό που Καίγεται» [B-otherSide, 2016] ή διαβάστε τους στίχους του:
«Στο Ηρώδειο/ το έργο αλλάζει κάθε μέρα/ κι εγώ πεθαίνω/ το πρωί/ δε με κοιτάει η μέρα. Τι θλίψη μεγάλη/ πατρίδα μού έχεις βάλει/ στη θλίψη σου τη μεγάλη/ δε σκύβω το κεφάλι. Στο βράχο που έχω/ για ιερό με έβαλαν να πεθάνω/ για μέλλον μου/ για παρελθόν/ κουβέντα να μην κάνω».
Γενικώς, οι ρυθμοί είναι έντονοι στο «Αυτό που καίγεται», δίχως πάντως να αποφεύγονται και τα πιο αργά κομμάτια (που είναι μια χαρά), ενώ και η μπάντα (Γιάννης Κόκκινος μπάσο, Νίκος Μαυρίδης τύμπανα, Πέτρος Θεοτοκάτος φωνές, κιθάρες, πλήκτρα, προγραμματισμός) κάνει ωραία δουλειά, συντελώντας κι αυτή απ’ τη μεριά της στο τελικό αποτέλεσμα. Μάλιστα –κάτι που μου προέκυψε μετά την τρίτη-τέταρτη ακρόαση– ένοιωσα πως το «Αυτό που Καίγεται» κάνει μια βουτιά… προς τα πάνω, όσο περνάει η ώρα, που με ξάφνιασε ευχαρίστως· και αναφέρομαι στα τραγούδια «Κι εγώ το σύννεφο», «Ανατολή» και «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα» (ποίηση Κώστας Καρυωτάκης) που κλείνουν το άλμπουμ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Τα δύο instros κατά βάση bonus tracks, τα οποία υπάρχουν μόνο στο τέλος του CD που εμπεριέχεται στη βινυλιακή έκδοση των 150 αντιτύπων –το ένα πιο electro και το άλλο πιο rock–, δεν αλλάζουν τη γενική εικόνα. Ο Πέτρος Θεοτοκάτος, έτσι αθόρυβα όπως πάντα, έκανε ένα ακόμη δυνατό άλμπουμ.
Επαφή: www.b-otherside.gr

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ άλλη μια ευρωλιγούρικη αρλούμπα

Ανακοινώθηκε με περισσή έπαρση, και μάλιστα και στην αγγλική(!), πως στους σταθμούς του μετρό, από ’δω και πέρα, θα περιμένουμε στις πλατφόρμες ακούγοντας τις… μπασαβιόλες (όπως θα έλεγε και ο Ζαμπέτας). Η ακριβής ανακοίνωση που διαβάσαμε… εις την ξένην έχει ως εξής: “Classical music piped through the intercom system of the Athens metro lines and the older electric train (ISAP) route will greet commuters in the near future, with some 580 works of the world’s best known composers to be played throughout the stations and trains”.
Τι μας λέτε μωρέ, σοβαρά; Θ’ ακούμε κλασική στο μετρό; Σώωπα… Μεγάλη μαγκιά αυτή. Βάλαμε τα καλά μας… Δείχνουμε πως είμαστε η ψόφια Ευρώπη, και όχι η μαγεμένη Αραπιά και το τρανό Μισίρι (όπως θα έλεγε και ο Εγγονόπουλος). Σαν δεν ντρεπόμαστε…
Αν υποτεθεί πως χρειάζεται μουσική στο μετρό –κάτι καθόλου βέβαιο– υπάρχουν χιλιάδες ήχοι, που θα μπορούσε να φιλοξενηθούν στις αποβάθρες μιας «μητρόπολης του Νότου» και όχι να εμφανίζεται η Αθήνα σαν ένα… κακομοίρικο Σάλτσμπουργκ.
Τι δουλειά έχουμε εμείς με την «κλασική μουσική»; Ωραία είναι. Δε λέω. Δεν υποτιμώ. Κι εγώ ακούω σε καμμιά κηδεία ή με το... Νέον Έτος ή άμα βλέπω και ξαναβλέπω τον «Θάνατο στη Βενετία», αλλά εν πάση περιπτώσει ποτέ η κλασική δεν θα μπορούσε να ήταν η «νούμερο ένα» μουσική για έναν δικό μας δημόσιο χώρο. Αφήνω το γεγονός πως όσοι επέλεξαν κάτι τέτοιο το έπραξαν από ανεκδιήγητη σοβαροφάνεια και από βλακώδη ξιπασμό, και όχι επειδή γουστάρουν. Γιατί αν γουστάρουν, τότε να μας δείξουν τις δισκοθήκες τους. Κι άμα αυτές διαθέτουν λιγότερο από 5000 κομμάτια κλασικής, τότε να πάνε να πνιγούνε. Αλλιώς να πνιγούμε εμείς…
Όταν λοιπόν έχουμε να προβάλλουμε τόσες μοναδικές δικές μας μουσικές, λαϊκές μουσικές εννοώ, που να τις αντιλαμβάνεται ο κόσμος και κάτι μέσα του να σπαρταράει –δημοτικά, ρεμπέτικα, τα λεγόμενα λαϊκά, τα παλιά έντεχνα, μπαλάντες κι ένα σωρό κι ακόμη– αποτελεί εθελοδουλία το να καταφεύγουμε στις κλασικές, απλώς και μόνο για να το παίξουμε «Ευρώπη». Αγαπάμε και τις ξένες μουσικές και την τζαζ, που ως μουσική των χαμαιτυπείων και των μπουρδέλων δεν έχει ουδεμία σχέση με τις αίθουσες και τα σαλόνια (ασχέτως αν ορισμένοι την κατάντησαν «κλασική»), αγαπάμε και το ροκ, με όλα του τα παρακλάδια, αγαπάμε και τις ελαφριές ορχήστρες, αγαπάμε και τις «μουσικές του κόσμου», ακόμη και την κλασική… Ακόμη και την πρωτοπορία και το πείραμα αγαπάμε, όταν δεν δαγκώνουν τις ουρές τους… Άλλο αυτό, το να εκτιμάς τον πνευματικό κόπο απ’ όπου κι αν προέρχεται, και άλλο να συμπεριφέρεσαι μέσα στη χώρα σου σαν… ευρωμαμόθρεφτο.
Έρχονται Αποκριές. Αντί το μετρό να παίξει λάτιν, κουβανέζικη μουσική ή έστω και Δόμνα Σαμίου βρε αδελφέ (αν και δεν μας έχω για τόσο προχωρημένους), εμείς θ’ ακούμε το… ρέκβιεμ του Μότσαρτ. Θα ’ρθει Πάσχα… Αντί ν’ ακούμε τσάμικα με τον Δημήτρη Ζάχο και το Χρήστο Πανούτσο, εμείς θα τη βρίσκουμε με την... Ηρωική. Θα... ξαναπεθάνει ο Lemmy, κι αντί ν’ ακούμε το “Keep us on the road θα χαλαρώνουμε με Ροστροπόβιτς… Κι όταν θα ’ρθει το καλοκαίρι και θα λάμπει ο τόπος αντί να μεθάμε με το «Καλοκαίρι» του Σαββόπουλου («καρεκλάκια, πετονιές μεσ’ στο πανέρι») εμείς θα κλαίμε με… Γκριγκ και Σιμπέλιους.
Ρε άιντε να χαθείτε... γαδούρια. 

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

YIANNA KATSOULOS 30 χρόνια μετά το “Les Autres Sont Jaloux”

Είναι άγνωστη στην Ελλάδα η Yianna Katsoulos. Κρίμα, γιατί το “Les autres sont jaloux” θα μπορούσε να είχε διαπρέψει και στις δικές μας ντίσκο-πίστες στο δεύτερο μισό των eighties. Το λέω, γιατί πέραν της ελληνικής καταγωγής τής τραγουδίστριας με την ξεχωριστή εμφάνιση και το αμερικανογαλλικό αξάν, το κομμάτι μέτραγε και δικαίως έγινε επιτυχία, καθώς μπήκε στο γαλλικό Top-50 και αργότερα στο Top-30, παραμένοντας εκεί για 10 εβδομάδες. Όλα αυτά την άνοιξη του 1987.
Το “Les autres sont jaloux” ακουγόταν βεβαίως από το 1986 στη Γαλλία, αφού τότε βγήκε το σχετικό 45άρι (σε ετικέτα Ariola) με το τραγούδι στη μια πλευρά και το instrumental στην άλλη. Στίχοι και ερμηνεία από την Yianna Katsoulos, μουσική, ενορχήστρωση και παραγωγή από τον Jean Soullier. Για να δούμε, όμως, λίγη ακόμη ιστορία…
Διάβασα κι έμαθα για πρώτη φορά για την Γιάννα Κατσούλος (θα την γράφω πότε έτσι και πότε αλλιώς) από την πάλαι ποτέ Ελευθεροτυπία. Ήταν ένα άρθρο-συνέντευξη της Ήρας Φελουκατζή στο φύλλο τής 3/1/1988 (καθώς η επιτυχία του “Les autres sont jaloux” ξεθύμαινε στο Παρίσι), στο οποίο η ανταποκρίτρια της εφημερίδας στη γαλλική πρωτεύουσα είχε πιάσει τον απόηχο του τραγουδιού φέρνοντας τη Γιάννα, έστω και για λίγο, μπροστά στα ελληνικά φώτα…
Μερικά αποσπάσματα από ’κείνη τη συνέντευξη μεταφέρω στη συνέχεια…

ΤΑΣΟΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ από τον ευρωπαϊκό βορρά

Για τον Τάσο Σπηλιωτόπουλο, έλληνα τζαζ κιθαρίστα που πλέον ζει στη Σουηδία, έχω δώσει στοιχεία πριν καιρό στο δισκορυχείον. Πιο συγκεκριμένα, ήταν Δεκέμβριος του 2010 όταν έγραφα με αφορμή το δεύτερο τότε άλμπουμ του “Archipelagos” [F-Ire] –είχε προηγηθεί το Wait for Dusk στη γερμανική Konnex το 2006– τονίζοντας, μεταξύ άλλων, και την παρουσία του αείμνηστου πλέον Kenny Wheeler σ’ εκείνο το session.
Τώρα, ο Σπηλιωτόπουλος έχει έτοιμο καινούριο CD, το In the North [Anelia, 2016], ηχογραφημένο στη Σουηδία φυσικά (κάπου κοντά στην Στοκχόλμη), στο οποίο τον βοηθούν τοπικοί μουσικοί (ο Örjan Hultén σαξόφωνα, ο Palle Sollinger μπάσο, ο Fredrik Rundqvist ντραμς). Όλες οι συνθέσεις και οι ενορχηστρώσεις στο “In the North” ανήκουν στον Σπηλιωτόπουλο, δίχως τούτο να σημαίνει πως το αποτέλεσμα είναι άμοιρο των σουηδών μουσικών. Ίσα-ίσα, ο ρόλος τους είναι ακρογωνιαίος, ιδίως του Hultén, ο οποίος δείχνει χαρακτήρα ακόμη και στα… ελληνικά θέματα – όπως το “Ποιμενικόν (Shepherds minor)” για παράδειγμα.
Το γενικότερο ύφος στο οποίο κινείται ο Σπηλιωτόπουλος είναι και εδώ το fusion – η μάλλον, καλύτερα, η ηλεκτρική jazz. Θέλω να πω πως τα ροκ στοιχεία που υπάρχουν στα tracks είναι επεξεργασμένα με τζαζ τρόπο, και οπωσδήποτε ακόμη και στα πιο… rock απ’ αυτά είναι η jazz, η οποία υπερισχύει του rock, και όχι το ανάποδο. Με μεσαίες και προς τα πάνω διάρκειες (όλα τα κομμάτια ξεπερνούν τα πέντε λεπτά, ενώ κάποια αγγίζουν και τα οκτώ), ο Σπηλιωτόπουλος έχει το χρόνο και το χώρο ν’ αναπτύξει τις ιδέες του, να καταδείξει τις επιρροές του, που δεν είναι μόνον ελληνικές εννοείται (σε άλλες συνθέσεις του διακρίνονται στοιχεία blues, flamenco ή gypsy jazz, μπαλάντας, ακόμη και κινηματογραφικά, όσο ασαφές κι αν ακούγεται αυτό το τελευταίο) και βασικά να δώσει, κι αυτός απ’ τη μεριά του, ένα μέτρο τού τι μπορεί να σηματοδοτεί, στις μέρες μας, ο όρος «σύγχρονη jazz».
Το “In the North” είναι πολύ ελκυστικό ως άκουσμα. Όλες οι συνθέσεις είναι αβίαστες, με πολύ λειτουργικούς αυτοσχεδιασμούς, στο πνεύμα των βασικών μελωδικών γραμμών, και με παιξίματα ωραία, τεχνικά, χωρίς επιδείξεις ή ακρότητες. Το μέτρο και η ουσία κυριαρχούν, θέλω να πω, στην τρίτη προσωπική κατάθεση του Τάσου Σπηλιωτόπουλου, και αυτό κρατώ από το “In the North” (πέραν από κάποια «μαγικά» κομμάτια, όπως το «Ποιμενικόν», που προαναφέρθηκε).

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

LOW NOISE greek garage από τα παλιά… από τα eighties εννοώ

Ανέκδοτες ηχογραφήσεις από την ιστορία του ελληνικού ροκ βγαίνουν… και πάντα θα βγαίνουν στην επιφάνεια. Κάτι που αφορά, βεβαίως, σε όλες τις δεκαετίες. Υπάρχει πολύ ηχογραφημένο υλικό (και είναι λογικό αυτό), οπότε πάντα θα έχουμε τον τρόπο ν’ ακούμε εγγραφές που δεν κυκλοφόρησαν στον καιρό τους – εγγραφές οι οποίες θα προσθέτουν κάθε φορά και από κάτι σε μιαν ιστορία, που δεν θα σταματήσει ποτέ να ανανεώνεται. Τελευταία βουτιά στο παρελθόν είναι αυτή που επιχείρησαν οι εταιρείες Dia de Los Muertos και B-otherSide, οι οποίες φέρνουν στο φως ηχογραφήσεις των Low Noise από το 1987. Το άλμπουμ τυπώθηκε σε 200 συνολικώς αντίτυπα και σε δύο διαφορετικού χρώματος βινύλια. Για πάμε όμως και στα πιο μέσα…
Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται τους Low Noise από τα eighties. Προσωπικώς τους θυμάμαι και από τα live και από τα fanzines της εποχής (το Rollin Under για παράδειγμα), αλλά και από… ηχογραφήσεις. Ναι, οι Low Noise ακούγονταν στην κασέτα “Straight to Hellas”, που είχε κυκλοφορήσει από την Lazy Dog στις αρχές του ’89, διασκευάζοντας σκληρά και με έπαρση το “Love me two times” των Doors. Έκτοτε τους έχασα, αλλά να τώρα… τους ξαναβρίσκω μπροστά μου, και μάλιστα μέσα από τις στροφές ενός βινυλίου! Τίποτα, τελικά, δεν πάει χαμένο…
Από το Rollin Under #17 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος ’89) αντιγράφω: «Γκρουπ, που έχοντας σαν βασικό πυρήνα τον Ιάκωβο Μανή, πέρασε από πάρα πολλές ανακατατάξεις και αλλαγές μελών. Εκτός από τον Ι. Μανή κιθάρα, φωνή (πρώην Cpt Neφos) στο σχήμα παίζουν και οι Στάθης Καλυβιώτης μπάσο (πρώην Ανυπόφορος) και Βασίλης Κασκαμπάς τύμπανα (πρώην Yeah). Όπως λένε και οι ίδιοι είναι μάλλον υβρίδιο των επιρροών τους παρά ένα γκρουπ αναβίωσης ή αναμετάδοσης συγκεκριμένων ρευμάτων, ενώ βασική τους επιδίωξη είναι να αναπτύξουν ένα προσωπικό ύφος μέσα από τις βασικές τους επιρροές, που είναι ο ήχος της δεκαετίας του ’60, το new wave, η νεοψυχεδέλεια και η ηλεκτρική μπαλάντα. Έχουν κάνει αρκετές εμφανίσεις (ανάμεσά τους και μια σαπόρτ στους Angst.
Στις… εμφανίσεις ας σημειωθεί και μια τηλεοπτική παρουσία τους στην εκπομπή της ΕΤ1 Μουσική Τομή (Rock στην Ελλάδα/ η άλλη άποψη) το 1987 σε σκηνοθεσία Γιάννη Κασπίρη, εκεί όπου οι Low Noise λένε live το “Tonight” (lead track στο πρόσφατο άλμπουμ τους).
Εκείνη λοιπόν την εποχή (1987) μέλη του συγκροτήματος ήταν οι Ιάκωβος Μανής φωνή, κιθάρα, Βάιος Ζηνωτούλης μπάσο και Γιάννης Τρυφερούλης ντραμς, με τον Γιώργο Δημητριάδη ν’ ακούγεται ως lead τραγουδιστής σε τρία tracks. Ο Γιώργος Δημητριάδης είναι ο γνωστός Γιώργος Δημητριάδης από τους Μικρούς Ήρωες και τους Απροσάρμοστους, ενώ τους Ζηνωτούλη και Τρυφερούλη τους έχω κατά νου, τα πιο πρόσφατα χρόνια, με τους Dr.Atomik.
Τι παίζουν οι Low Noise; Λένε πως ξεκίνησαν σαν νιουγουεβάδες (δεν τους θυμάμαι σ’ αυτή τη φάση τους), όμως εδώ στο LP-συμπαραγωγή είναι γκαρεζέρηδες. Ακολούθησαν και αυτοί θέλω να πω την πορεία των Villa 21, που μέσα σε λίγα χρόνια είχαν αλλάξει εντελώς τον ήχο τους. Λογικό-ξελογικό έτσι συνέβη. Στο πρώτο μισό των eighties κουμάντο στις επιρροές –χοντρικώς– έκαναν τα βρετανικά new-wave, dark και τα λοιπά συγκροτήματα (αφήνω το punk κατά μέρος), ενώ στο δεύτερο μισό τη σκυτάλη είχαν πάρει τα αμερικάνικα της «ερήμου», της «αναβίωσης», όπως και τα αυστραλέζικα ανάλογα (και τα σουηδικά από κοντά κ.ο.κ.). Εντάξει, υπήρχαν και κάποια γκρουπ που ήταν από την αρχή αμερικανόθρεφτα, όπως οι Last Drive για παράδειγμα, ή άλλα που συνέχισαν στο νιουγουεβάδικο στυλ, όπως οι South of No North. Αυτή η μεταβολή, πάντως, που ήταν 180 μοιρών σε όσους συνέβη, αφορά και στους Low Noise. Το γκρουπ παίζει ωραία, δυνατά και καθαρά, και κομμάτια όπως το “Tonight”, το πιο... λυσεργικό “Night escape”, το γρήγορο και βαρύ “Burn”, το αυθάδες “Out of the door” ή και το “Lonely driver” θα μπορούσε άνετα να συναγωνίζονταν –όπως και το έπρατταν– τα καλύτερα των Last Drive της ίδιας εποχής ή των Melting Ashes.
Το άλμπουμ αυτό πέραν του γεγονότος ότι είναι «μια χαρά» και στέκει και σήμερα με την πρέπουσα ροκ άνεση, έρχεται να συμπληρώσει ένα χαμένο κομμάτι τού παζλ του ελληνικού garage-punk του ’80 και απ’ αυτήν την άποψη είναι διπλά καλοδεχούμενο. 

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

NUMB CAPSULE RECORDS

Η εταιρεία Numb Capsule Records έχει την έδρα της στη Θεσσαλονίκη (μάλλον) και η ενασχόλησή της έχει να κάνει με την σύγχρονη electronica. Οι δύο πιο πρόσφατες κυκλοφορίες του label, το CD/EP των Esoteric Sob και το CD των Dozen Draft γυρίζουν τώρα στο player
ESOTERIC SOB: Diamonds [Numb Capsule NC002, 2015]
Η minimal σχεδίαση του πακέτου –τα απολύτως απαραίτητα, όπως λέμε– δεν δίνει και πολλά στοιχεία, που θα βοηθούσαν στο πληροφοριακό επίπεδο. Ποιοι αποτελούν τους Esoteric Sob; Ο παραγωγός Γιάννης Τρυφωνόπουλος ή και κάποιοι ακόμη; Το γκρουπ, το πρότζεκτ, είναι από τη Θεσσαλονίκη ή από κάπου αλλού; Τέλος πάντων… Κάποια στοιχεία μάς παρέχει το discogs. Μάλλον πρόκειται για προσωπικό σχήμα του Τρυφωνόπουλου, ο οποίος βρίσκεται στην (ηλεκτρονική) σκηνή από το 2002, έχοντας δώσει έως ώρας κάμποσα digital files (κυρίως). Το “Diamonds” είναι πάντως χειροπιαστό CD (extended play) κι έχει το δικό του ενδιαφέρον θα έλεγα… και γιατί τα ηλεκτρονικά των Esoteric Sob είναι κατανοητά και ανθρώπινα. Δεν υπονοώ πως αν δεν ήταν τόσο «κατανοητά» θα υπήρχε πρόβλημα, απλώς θέλω να επισημάνω πως οι eighties αναφορές τους τούς δίνουν και μια κάπως pop χροιά – και τούτο παρότι δεν έχουμε να κάνουμε με τραγούδια. Έχει στοιχεία ambient το “Diamonds” δεν υπάρχει λόγος, όμως δεν είναι το experimental ο χώρος του. Είναι η μουσική περιβάλλοντος, όχι όμως ενταγμένη σ’ ένα άνευρο και απαθές σκηνικό, αλλά προσανατολισμένη σε κάτι περισσότερο μπητάτο (αν και dreamy σε κάθε περίπτωση). Από τα πέντε κομμάτια του EP εκείνα που μ’ αρέσουν περισσότερο είναι δύο που έφεραν στη μνήμη μου τους… Χωρίς Περιδέραιο (το “I need air” και το “Unknown”). Ο Τρυφωνόπουλος γουστάρει ως φαίνεται, διαμορφώνει και επεκτείνει στο τώρα, κάποιες δομές που θα μας κρατάνε πάντα εν εκπλήξει.
DOZEN DRAFT: Elasticity [Numb Capsule NC003, 2015]
Και οι Dozen Draft, που δεν είναι άλλοι από τον Μπάμπη Μπόζογλου, δεν είναι χθεσινοί. Έχουν ήδη ένα CD-R το «1.10.2012» στην Somehow Ecstatic Records, όπως και μια κασέτα (“Hands”) στην Already Dead το 2013. Το “Elasticity” φαίνεται πως είναι η τρίτη δουλειά τού Μπόζογλου, κινούμενη πάντα μέσα στο ηλεκτρονικό περιβάλλον (και με τραγούδι αυτή τη φορά το λέω σε σχέση με το προηγούμενο CD), όπως και με πολλά άλλα στοιχεία αντλημένα από διαφορετικές παραδόσεις (ο ίδιος αναφέρει… groove, psychedelic, experimental, antipope, tribalism, fingerplayedguitar, weird, hypnotic, chaotic, worldmusic και δε συμμαζεύεται…). Λοιπόν… τώρα τι γίνεται… Αυτές όλες οι αναφορές υποσκάπτουν την ενότητα του άλμπουμ. Ενώ σε επιμέρους φάσεις καταγράφονται πολύ ενδιαφέροντα tracks το σύνολο κάπου... μαγκώνει – και τούτο, επειδή δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν σε μια δουλειά τόσο πολλά διαφορετικά στοιχεία από track σε track. Ok, αυτό μπορεί να ερμηνευτεί κι αλλιώς. Πως είναι τέτοια και τόση η πληθωρικότητα του Μπόζογλου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί εύκολα να υποταχθεί – ας το πάρουμε κι έτσι δηλαδή. Βγαίνει παντού, εννοώ, και κατακυριεύει το άπαν. Συγκριτικώς θα έλεγα πως τα πιο ενδιαφέροντα tracks του “Elasticity” είναι κάποια tribal-trance, που αγγίζουν ή και υπερκαλύπτουν τις ψυχεδελικές προδιαγραφές, όπως για παράδειγμα το “Aint it”, που είναι προς το τέλος και που θα έκανε πολλούς «σιξτάδες» να κουνηθούν από τη θέση τους. Το ίδιο αξιοπρόσεκτα είναι όμως και το εισαγωγικό “Into elasticity” ή και το “Albino rhino”, που μεταφέρει κάτι από την anadolu ρυθμολογία.
Οι Dozen Draft, ή ο Dozen Draft, όπως θέλετε πείτε το, έχουν δυνατότητες. Και ιδέες. Και μάλιστα πολλές και καλές. Αξίζει, όμως, να γίνουν πιο συγκεκριμένες.

BLUES REVIVAL 7: JOHN HENRY “BUBBA” BROWN (1902-1985)

Βασικές πληροφορίες για τον John HenryBubbaBrown, ένα όνομα που περνάει γενικώς απαρατήρητο, δίνει ο David Evans στο βιβλίο του για τον Tommy Johnson (1896-1956), που τυπώθηκε στις εκδόσεις Studio Vista το 1971. Ο Evans ήταν εκείνος που ξετρύπωσε τον Bubba Brown στη δεκαετία του ’60 και ο μόνος, ή εν πάση περιπτώσει από τους λίγους, που έχουν να πουν λίγα λόγια για την περίπτωσή του.
Η φωτογραφία του John Henry "Bubba" Brown προέρχεται από το βιβλίο του David Evans "Tommy Johnson" [Studio Vista/ November Books, London 1971]
«Ο John HenryBubbaBrown» γράφει ο Evans «γεννήθηκε το 1902 στην Brandon –πόλη που βρίσκεται ανατολικώς της Jackson, της πρωτεύουσας της Πολιτείας του Mississippi–, για να μάθει στην πορεία κιθάρα και βιολί με τη βοήθεια τού πατέρα του. Στην Jackson θα έρθει το 1928, όταν ξεκίνησε να παίζει με τον Tommy Johnson. Αν και ο H.C. Speir (ο μεγαλύτερος scouter της ιστορίας του blues) του ζήτησε να προβεί σε ηχογραφήσεις εκείνος φοβήθηκε ν’ αφήσει τη δουλειά του»… γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να μπει για πρώτη φορά σε στούντιο, στο Λος Άντζελες, την 9 Ιουνίου 1967.
Ο John HenryBubbaBrown θα ηχογραφήσει ελάχιστα κομμάτια, με πιο γνωστό ανάμεσά τους το κλασικό τραγούδι του Tommy JohnsonCanned heat blues” [saydisc MATCHBOX], ενώ άλλα δύο tracks (“Sister Kate”, “Corinna”) ακούγονται σε μια συλλογή τής επίσης εγγλέζικης Flyright. Να σημειώσουμε ακόμη πως ο John HenryBubbaBrown ήταν πατέρας του κιθαρίστα των blues Mel Brown (1939-2009) και πως τραγουδά το “Seven forty-seven (Airport blues)” από το LPMel Brown’s Fifth” [Impulse!, 1971], καθώς και το “Red cross store” από το LP (του Mel Brown πάντα) “Big Foot Country Girl” [Impulse!, 1973].
Ο John HenryBubbaBrown θα πεθάνει στο Λος Άντζελες το 1985.
Βασική δισκογραφία 
1. The Legacy of Tommy Johnson – UK. saydisc MATCHBOX SDM 224 – 1972 (συλλογή)
2. High Water Blues – UK. Flyright FLY LP512 – 1974 (συλλογή)

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

JULIAN SHORE ένα συνθετικό ταλέντο

Πιανίστας με συνθετικές αρετές, τις οποίες έχει αποδείξει και αναδείξει τόσο στο προηγούμενο άλμπουμ του “Filaments” [Tone Rogue, 2012], για το οποίον υπάρχει σχετικό σημείωμα στο δισκορυχείον, όσο και μέσω των παρουσιών του σε άλμπουμ τρίτων (Michael Feinberg, Andrew Hadro…), ο Julian Shore έχει νέο CD σε κυκλοφορία, που τιτλοφορείται “Which Way Now?” [Tone Rogue, 2015]. Σ’ αυτό, ο Shore, εκτός από πιάνο χειρίζεται και wurlitzer, ενώ δίπλα του στέκονται οι Gilad Hekselman κιθάρα, Danya Stephens τενόρο, Aidan Carroll μπάσο και Colin Stranahan ντραμς. Και δεν είναι οι μόνοι… Το λέω γιατί στο “Which Way Now?” συμμετέχουν επιπλέον οκτώ(!) guests, οι οποίοι διαμορφώνουν, και αυτοί από τη μεριά τους, τον τελικό ήχο τού άλμπουμ. Σε τι συνίσταται αυτός (ο ήχος); Σ’ ένα συνδυασμό αμερικανικών και ευρωπαϊκών επιρροών, τις οποίες ο Shore έχει τον τρόπο, κάθε φορά, να τις ενσωματώνει στις συνθέσεις του. Στις αμερικανικές πέραν των προφανών θα ανέφερα τα country ηχοχρώματα στο “Pine needles” (με το dobro και την pedal steel του Kurt Ozan να πρωταγωνιστούν), ενώ στις ευρωπαϊκές θα έκανα λόγο για τις ρομαντικές στo “Lullaby” (που είναι απόσπασμα από το “Clair de Lune” του Gabriel Fauré). Γενικότερα, πάντως, το ευρωπαϊκό στοιχείο υπερισχύει του τζαζ, στις συνθέσεις, αλλά και στις ενορχηστρώσεις του άλμπουμ, με τις μελωδίες να απλώνονται και να κατακυριεύουν το άπαν (ακόμη και το “Con alma” του Dizzy Gillespie).
Η δική μου γνώμη είναι πως ο Shore είναι σπουδαίο συνθετικό ταλέντο και αυτό έχει ήδη φανεί, φαίνεται εδώ, και θα φανεί ακόμη περισσότερο στο προσεχές διάστημα. Συνθέσεις όπως το φερώνυμο “Which way now?” (Julian Shore & Jean Caze) ή το “Back home” ή το “Moss, mansion, sandstorm” είναι εντελώς αποδεικτικές του τρόπου μέσω του οποίου αντιλαμβάνεται ο ίδιος τη συνθετική διαδικασία και ανάπτυξη, επιχειρώντας με τρόπο εντυπωσιακό (μετρήσιμα εντυπωσιακό) πάνω στο μεταίχμιο της ευρωπαϊκής ρομάντζας, της αφροαμερικανικής και της γενικότερης αμερικανικής μουσικής παράδοσης. Τι άλλο να πει κανείς;
Επαφή: www.julianshore.com

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

MORKA ένα άξιο ελληνικό συγκρότημα από τα early seventies

Οι Morka ήταν ένα από τα ελληνικά συγκροτήματα που διακρίθηκαν στη σκηνή ανάμεσα στα χρόνια 1971-74. Όσο βρίσκονταν εν ζωή κυκλοφόρησαν μόλις δύο επτάιντσα, ενώ ένα τρίτο είχε βγει νωρίτερα, όταν μια μορφή τους γινόταν ελαχίστως γνωστή κάτω από το όνομα Stone Deep. Στην πράξη μιλάμε για έξι τραγούδια (“She shouts”, “Winters here”, “I see”, “Judy”, «Γιατί», “And so she flies”), τα όποια έπλεξαν τον όποιο μικρό ή λιγότερο μικρό μύθο τους. Ο μύθος αυτός θ’ αποκτούσε τα νεότερα χρόνια κάποιες μεγαλύτερες διαστάσεις, όταν κυκλοφόρησαν δύο LP στα οποία καταγράφονταν και άγνωστα τραγούδια τους. Το πρώτο ήταν το “There Was a Time…” [Mythos, 1997], που περιείχε επτά ανέκδοτα από τις αρχές του 1973, ενώ το δεύτερο ήταν το “There was a time…” πάλι [Anazitisi, 2006], που περιείχε ένα επιπλέον ανέκδοτο από το 1986. Αυτά για αρχή.

Το δεύτερο επτάιντσο (single) των Morka από το 1972
Για τους Morka έμαθα και άκουσα για πρώτη φορά στα μέσα του ’80. Συνέβησαν τρία διαφορετικά γεγονότα με την εξής σειρά. Πρώτον, εντοπίζω σε επαρχιακό δισκάδικο (στην Κάτω Αχαΐα) την πολύ καλή συλλογή “Pop Coctail” [Polydor 2421017] από τα τέλη του ’71, στην οποίαν καταγράφονταν, ανάμεσα σε άλλα ωραία (το “My only fellow” των Socrates Drank the Conium και το τρομερό “Woman” του Tony Pinelli), τα τραγούδια των MorkaShe shouts” και “Winters here”. Δεύτερον, ένας φίλος, αρκετά μεγαλύτερός μου, ο Μήτσος Β., αναφέρει σε κουβέντα μας το συγκρότημα, ρωτώντας με… αν τους ξέρω. Του λέω… ναι… έχω και δυο τραγούδια τους. Παθαίνει πλάκα. Δεν έχει ακούσει ποτέ τους δίσκους τους, αλλά τους έχει δει live στην Πάτρα το 1972, γνωρίζοντάς τους και από κοντά. Μάλιστα, είχε μεσολαβήσει για να τους βρει στέγη, αν δεν τους είχε φιλοξενήσει κιόλας σπίτι του (δεν είμαι 100% σίγουρος μετά από 30 χρόνια γι’ αυτό το τελευταίο, αλλά έτσι θυμάμαι). Είχα μάθει ιστορίες από ’κείνον για τους Morka… Μου είχε πει για το πρόβλημα στο χέρι του Ταμπακόπουλου, για τον τραυματισμό αργότερα του Ορφανίδη κ.λπ. Τρίτον, ακούω στην εκπομπή τού Γρηγόρη Βάιου «22 Χρόνια Ελληνικό Ροκ» στο Β Πρόγραμμα (πρέπει να ήταν 1986) το τραγούδι τους «Γιατί» και παθαίνω μια μικρή πλάκα. Θέλω να πω πως μου άρεσε πολύ περισσότερο από τα αγγλόφωνα που ήδη ήξερα – και ακόμη μ’ αρέσει (όχι όσο το “Avenue winter” ας πούμε, αλλά ακόμη μ’ αρέσει). Να προσθέσω, επίσης, πως εκείνα τα χρόνια δεν είχα διαβάσει πουθενά (στα περιοδικά της εποχής) έστω και μία αναφορά στο όνομά τους, μένοντας με την εντύπωση (για να μην πω με την πεποίθηση) πως στα eighties και στις αρχές των nineties οι Morka ήταν μια παντελώς ξεχασμένη ιστορία. Αυτό το λέω, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά για να δείξω πως εκείνα τα χρόνια ελάχιστοι άνθρωποι της ηλικίας μου, ή μεγαλύτεροι, ασχολούνταν με το ελληνικό ροκ. Τους ξέρουμε, δε, με ονόματα και με διευθύνσεις. Και ακόμη λιγότεροι βεβαίως έγραφαν γι’ αυτά τα πράγματα (κι αυτούς τους ξέρουμε). Αιώνες αργότερα ξύπνησαν οι διάφοροι παπατζήδες του ελληνικού ροκ… 

Από το LP της Mythos...
Δεν ξέρω αν είμαι ο πρώτος που γράφει λίγα λόγια για τους Morka μετά από πάρα πολλά χρόνια – και αυτό συνέβη στο βιβλίο μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Δελφίνι, Αθήνα 1996], που το είχα ολοκληρώσει ουσιαστικά το 1993-94. Το λέω τούτο επειδή το συγκρότημα δεν αναφέρεται ούτε στην έκδοση τού «Οδηγού Ελληνικής Δισκογραφίας» [Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1990] του Πέτρου Δραγουμάνου, ούτε στο βιβλίο του Ντίνου Δηματάτη «25 Χρόνια Ελληνικού Ροκ» [Νέα Σύνορα – Α.Α Λιβάνη, Αθήνα 1992]. (Γράφω για δύο βιβλία, που είχαν προηγηθεί του δικού μου). Έτσι, αν κάποιος ήθελε να διαβάσει κάπου για τους Morka θα έπρεπε μάλλον να ψάξει σε χαρτιά τού… 1972 (Επίκαιρα, Φαντάζιο, Μουσική Γενιά…), αφού είναι πιθανόν από τότε μέχρι και το 1996 να μην ξαναγράφτηκε ποτέ κάτι γι’ αυτούς. (Φυσικά, όποιος γνωρίζει αναφορές για τους Morka, σε έντυπα, από τα eighties π.χ. ας μας τις γνωστοποιήσει. Δεν λέω σώνει και καλά πως δεν υπάρχουν –μου πέρασε κάτι από το μυαλό, αλλά μ’ ένα μικρό ψάξιμο δεν το βρήκα– λέω πως εγώ δεν γνωρίζω κάτι).
Έτσι λοιπόν στο «Ραντεβού στο Κύτταρο» έχω τρεις αναφορές στους Morka. Στην πρώτη γράφω: «Εκείνη την εποχή οι Poll συμμετείχαν σε μιαν άλλη αθηναϊκή σκηνή, στο club Ελατήριο, μαζί με τους Morka. Οι Morka ήταν ένα καλό συγκρότημα, το οποίο πρόλαβε να ηχογραφήσει δύο singles στην Polygram εκεί γύρω στο 1972. Το καλύτερό τους τραγούδι ήταν το “Γιατί”. Από τους Morka ξεπήδησαν λίγα χρόνια αργότερα οι Αγάπανθος».
Και η δεύτερη αναφορά λίγο πιο κάτω: «Η συλλογή “Pop Coctail” περιλαμβάνει τραγούδια διαφόρων σχημάτων της εταιρείας Polydor. Αξιοπρόσεκτη συλλογή, αφού πρόκειται για το μοναδικό LP της ιστορίας στο οποίο μπορεί κανείς ν’ ακούσει τραγούδια των Morka. Συμμετέχουν εδώ με τα “She shouts” και “Winters here”, δύο αέρινες folk μπαλάντες, συνθέσεις των Dorian Kokas και Mike Μωραΐτη».
Η τρίτη; Στο section με τα covers δείχνω (έγχρωμη  φωτογραφία) το εξώφυλλο τού “Pop Coctail”.
Το πρώτο επτάιντσο των Morka (4 tracks maxi single, που γύριζε στις 33 και 1/3 στροφές) από το 1971
Είχα παραδώσει το βιβλίο στον εκδότη όταν βρίσκω, Κυριακή στο Μοναστηράκι, το πρώτο δισκάκι των Morka. Ήταν 11 η ώρα το πρωί στην Άστιγγος (τέτοιες ώρες πήγαινα και πηγαίνω στο Μοναστηράκι), και το δισκάκι ήταν πρώτο-πρώτο σε μια ντάνα από 45άρια, που όλα μαζί ήταν τοποθετημένα πάνω σε μια θερμάστρα (σβηστή εννοείται…), ώστε να μην σκύβουμε κιόλας. Τσακ… το πήρα. Τζάμπα. Το πολύ κανα πεντακοσάρικο (δραχμές). Δυστυχώς, αυτά τα ωραία χάθηκαν πια από το Μοναστηράκι. Το eBay και κυρίως το discogs έκαναν πολύ μεγάλη καταστροφή, αφού όλοι οι μουσικόφιλοι μετατράπηκαν σε πωλητές και βγάζουν πλέον μεροκάματο (μικρό ή μεγαλύτερο). Αυτό σημαίνει πως για να βρεις δίσκο που να μετράει λίγο, στο Μοναστηράκι την Κυριακή, θα πρέπει να έχεις κατασκηνώσει εκεί από το Σάββατο… Για τέτοια χάλια συζητάμε…

To LP της Mythos από το 1997
Κάπως έτσι, αρχές του ’97, είχα καταφέρει ν’ ακούσω όλα τα τραγούδια των Morka (και το “And so she flies” από τη συλλογή «Ελληνική Rock Σκηνή, 8, 1972» της Polydor από το 1996 – αργότερα βρήκα το δεύτερο δισκάκι) και κάπως έτσι έσκασε και ο κεραυνός τότε στο κεφάλι μας, όταν μάθαμε για την κυκλοφορία τού LP τής Mythos, στο οποίο είχε συμβάλλει και ο Μιχάλης Ορφανίδης ντράμερ των Morka την περίοδο 1972-73. Μάλιστα, θυμάμαι πως είχα πάει και στην παρουσίαση του δίσκου, σ’ ένα μαγαζί κάπου προς Άνω Πατήσια-Γαλάτσι, πως είχα μιλήσει με τον Ορφανίδη (έχω ακόμη το τηλέφωνό του στην ατζέντα μου), πως είχα αγοράσει τρεις κόπιες (έχω ακόμη τις δύο), και πως είχα πάθει πλάκα (ξανά), από τα ανέκδοτα, και κυρίως από το “Avenue winter”, που το θεωρώ έκτοτε εφάμιλλο των καλυτέρων folk-rock του εξωτερικού.
Από τις σημειώσεις εκείνου του άλμπουμ μάθαμε για πρώτη φορά την ύπαρξη του single των Stone Deep (Dorian Kokas, John Jungemann, Bill Harrell, Kirk Esco, Chris Olsen, Randa Salameh), που είχαν προηγηθεί των Morka, όπως πληροφορηθήκαμε και τα περί ACS, των American Community Schools δηλαδή στο Χαλάνδρι, εκεί όπου φτιάχτηκαν οι Stone Deep, που αποτέλεσαν τη βάση των πρώτων Morka (Dorian Kokas, Mike Moraitis, Reiner Rather).
Ωραία κριτική-παρουσιάση του άλμπουμ των Morka στην Mythos είχε κάνει ο Κώστας Αρβανίτης στο ZOO (#4, Ιούλιος-Αύγουστος 1997), αναφέροντας κι άλλα συγκροτήματα από τα ACS (Rick Rock & The Flounders, Pancho K. & The All-Stars, CC Blues King, The Dorian Kokas Expence), προβαίνοντας σε ενδιαφέρουσες κρίσεις. Έγραφε ο Αρβανίτης:
«Το “There Was A Time…” LP περιλαμβάνει τα έξι τραγούδια του EP και του single στην πρώτη πλευρά και το ανέκδοτο demo στη δεύτερη. Σε γενικές γραμμές όλος ο δίσκος κινείται στο ύφος του soft rock. Τα δύο πρώτα κομμάτια των Stone Deep είναι ακουστικά. Με κιθάρες, φυσαρμόνικα, φλάουτο και αρμονικά φωνητικά δημιουργούν μια ζεστή μελαγχολική ατμόσφαιρα. Στα “I see” και “Judy” έχουν προστεθεί όργανο, μπάσο, drums και λίγη ηλεκτρική κιθάρα. Όμορφες οι εισαγωγές, αλλά τα τραγούδια δεν είναι πολύ δυνατά από άποψης σύνθεσης και φωνητικών. Το δεύτερο είναι οπωσδήποτε καλύτερο, θυμίζοντας το ύφος των Classics IV. Το “And so she flies” είναι αιθέριο και πετάει όπως λέει και ο τίτλος του. Κυλάει εντελώς αβίαστα, σε πιο γρήγορο ρυθμό από τα προηγούμενα κομμάτια, και τα φωνητικά του είναι τέλεια. Το “Γιατί” είναι το μοναδικό τραγούδι των Morka με ελληνικούς στίχους, οι οποίοι δυστυχώς εμπίπτουν στο κλισέ που ανέφερα πριν, με τους ζητιάνους και τους τυφλούς. Παρ’ όλα αυτά είναι το τραγούδι που μου αρέσει περισσότερο. Είναι και αυτό γρήγορο και σε κερδίζει αμέσως, αφού βασίζεται στη σειρά τριών ακόρντων του “All along the watchtower”».
Επίσης καλά λόγια γράφει ο Αρβανίτης και για το “Avenue winter”, που είναι η κομματάρα του άλμπουμ. Διαβάζουμε: «Το “Avenue winter”, που διαρκεί πέντε λεπτά και είκοσι οκτώ δευτερόλεπτα, θα μπορούσε να είχε βγει από κάποιο σπάνιο δίσκο ενός progressive folk βρετανικού συγκροτήματος. Είναι ένα από τα αριστουργήματα του ελληνικού rock, με αψεγάδιαστη μελωδική γραμμή και πολύ καλή δουλειά από την ηλεκτρική κιθάρα».
Το 1972 Morka ήταν οι Dorian Kokas φωνή, κιθάρα, Γιώργος “Tambre” Ταμπακόπουλος φωνή, Pamela Leake φωνή, Πωλ Παπαδέας φωνή, κιθάρα, Αντώνης Μπράβος μπάσο και Μιχάλης Ορφανίδης ντραμς ενώ στο demo του ’73 το συγκρότημα αποτελούσαν οι Dorian Kokas φωνή, κιθάρα, πιάνο, Pamela Leake φωνή, εφφέ, Πωλ Παπαδέας φωνή, κιθάρα, φυσαρμόνικα, κοντραμπάσο, Leigh Sioris bass-guitar και Μιχάλης Ορφανίδης ντραμς, κρουστά.
Στο επόμενο τεύχος του ΖΟΟ (#5, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1997) είχα στείλει ένα γράμμα, που είχε δημοσιευτεί στη στήλη blackmail. Έγραφα:
«Στο κείμενο του Κώστα Αρβανίτη για τους Morka στο προηγούμενο τεύχος ας προστεθεί και το ακόλουθο στοιχείο. Υπάρχει ελληνική ταινία της αποχής (από το 1972) στην οποία οι Morka εμφανίζονταν “ζωντανά”. Η ταινία είχε τίτλο “Οργισμένη Γενιά”, είναι σκηνοθετημένη από κάποιον Μεμά Παπαδάτο, πρωταγωνιστούσε σε αυτήν η Μαρία Αλιφεροπούλου (έτσι λεγόταν ακόμη τότε η Μαρία Αλιφέρη), ενώ τη μουσική της είχε γράψει ο Γιάννης Σπανός. Πρόκειται για ένα φιλμ του σωρού (κοινωνικός προβληματισμός της πλάκας, με κάποιες σκηνές τσόντας και άσχετο “μαύρο τέλος”), που αξίζει μονάχα να το θυμόμαστε γι’ αυτή την παρουσία των Morka. To συγκρότημα εμφανίζεται πριν από τη μέση της ταινίας, τραγουδώντας σε κάποιο club που έχουν βρεθεί οι πρωταγωνιστές, το “And so she flies”. Η κινηματογράφιση, παραδόξως, είναι αρκετά καλή, με την κινούμενη κάμερα να “παίζει” ανάμεσα στα πρόσωπα των Morka και στον κόσμο, καταγράφοντας με δύναμη και παλμό το συνολικό συμβάν. Η ταινία πάτωσε σε εισπράξεις την περίοδο ’72-’73, αφού έκοψε 10.202 εισιτήρια (59η από τις 64 της περιόδου), καλώς βέβαια, γιατί δεν βλεπόταν με τίποτα, όπως πάτωσαν, κακώς βέβαια, και τα 45άρια των Morka από την ίδια εποχή. Αν είστε τυχεροί και μάθετε ότι προβάλλεται σε κάποιο κανάλι, μην αμελήσετε. Αξίζει, πιστέψτε με, να περιμένετε τουλάχιστον μέχρι να ξεκινήσει το τραγούδι».

Τoν Απρίλιο του 1973 συμβαίνει ένα απρόσμενο γεγονός. Τις πρωινές ώρες (03:15) του Σαββάτου της 21ης εκείνου του μήνα η Αθήνα και ο Πειραιάς συγκλονίζονται από τις εκρήξεις τεσσάρων βομβών. Η συγκεκριμένη μέρα κάτι σήμαινε φυσικά. Συνέπιπτε με την έκτη «επέτειο» του πραξικοπήματος και διάφορες ομάδες ανθρώπων αγωνίζονται κατά της δικτατορίας, προβαίνοντας σε βομβιστικές ενέργειες. Η μία απ’ αυτές τις εκρήξεις μάς ενδιαφέρει. Διαβάζουμε στη Μακεδονία της 22/4/1973:
«Το δεύτερον αυτοσχέδιον μηχάνημα εξερράγη την 3.15 π.μ. κάτωθεν αυτοκινήτου υπό τα στοιχεία ΞΑ 1413, το οποίον ήτο εσταθμευμένον επί της οδού Σπευσίπου 2 εις το Κολωνάκι. Εκ της εκρήξεως ετραυματίσθη ο Μιχαήλ Ορφανίδης, ετών 20, μουσικός (σ.σ. ντράμερ των Morka), εις τον αριστερόν μηρόν σοβαρώς. Διεκομήσθη εις το ρυθμιστικόν κέντρον προς νοσηλείαν, όπου του εγένετο εγχείρησις. Ερευνάται εάν και κατά πόσον ούτος διήρχετο εκείθεν κατά την στιγμήν της εκρήξεως τυχαίως ή είναι ο τοποθετήσας το μηχάνημα και ετραυματίσθη από πρόωρον έκρηξιν.(…) Ως ανεκοίνωσεν ο διευθυντής της αστυνομίας κ. Δασκαλόπουλος εκ των μέχρι τούδε ανακρίσεων δεν προκύπτει ότι ο τραυματισθείς εις το Κολωνάκι μουσικός είναι δράστης της εκρήξεως. Αι ανακρίσεις συνεχίζονται».
Σε νέο μονόστηλο της εφημερίδας την 24/4/1973 διαβάζουμε:
«Ο διευθυντής της αστυνομίας κ. Δασκαλόπουλος απαντών εις ερώτησιν εδήλωσεν ότι ο Μιχαήλ Ορφανίδης, ετών 20, μουσικός, ο οποίος ετραυματίσθη το Σάββατον, εξ εκρήξεως μάλλον σοβαρώς εις τον μηρόν, ουδεμίαν σχέσιν είχε με την έκρηξιν και ουδέν το ενοχοποιητικόν προέκυψεν εναντίον του. Η Αγγλίς Παμέλα Ληκ (σ.σ. τραγουδίστρια των Morka), η οποία εκλήθη προς ανάκρισιν, αφέθη ελευθέρα. Η Αγγλίς εκλήθη προς ανάκρισιν, διότι εις την οικίαν της διέμενεν ο τραυματσθείς μουσικός».
Βιβλίο του Σαββούρα από το 1977
Μετά απ’ αυτό το γεγονός το συγκρότημα αποσυντονίζεται (για κάποιους μήνες). Η υπόθεση όμως της βόμβας είχε και συνέχεια καθότι την 22/5/1973, ένα μήνα αργότερα δηλαδή, γίνεται πρωτοσέλιδο. Διαβάζουμε, πάντα, από την Μακεδονία:
«Ως ανεκοινώθη, η γενική ασφάλεια Αθηνών, κατόπιν πολυημέρου παρακολουθήσεως, επέτυχε την εξάρθρωσιν κλιμακίου μιας των σημαντικοτέρων οργανώσεων, η οποία είχε την επωνυμίαν “Ελληνική Αντιδικτατορική Νεολαία” και προς πραγματοποίησην των σκοπών της διέθετε οπλοστάσιον από ικανόν αριθμόν αυτομάτων όπλων, χειροβομβίδων και άλλου υλικού.(…) Μεταξύ των συλληφθέντων είναι και ο αρχηγός της οργανώσεως υπό το ψευδώνυμον “Συνταγματάρχης Πορφύρης”, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον αναφερόμενον εις την σχετικήν ανακοίνωσιν κτηνίατρον Ιπποκράτην Σαβούραν.(…) Οι συλληφθέντες μέχρι της στιγμής κατά της υπαρχούσας πληροφορίας ανέρχονται εις 15.(…) Δια των πράξεων τούτων προεκλήθησαν τραυματισμοί ατόμων και σοβαραί υλικαί ζημίαι. Μεταξύ των τραυματισθέντων συγκαταλέγεται και ο βαρέως τραυματισθείς την 03.10 ώραν της 21ης Απριλίου 1973 κατά την σημειωθήσαν έκρηξιν παρά την οδόν Σπευσίπου 2, Ορφανίδης Μιχαήλ του Γεωργίου, γεννηθείς το 1952, μουσικός, όστις νοσηλεύεται εισέτι εις το γενικόν κρατικόν νοσοκομείον(…)».
Για το ποιος είναι ο Ιπποκράτης Σαββούρας μπορεί ο καθείς να ανατρέξει στη Βικιπαίδεια εκ πρώτης και να μάθει. Δεν είναι τώρα, αυτός, το θέμα μας.

Το συγκρότημα λόγω του γεγονότος αναστέλλει όπως προείπαμε τις δραστηριότητές του – για να μην πούμε πως προς το παρόν διαλύεται. Παρά ταύτα κάποιους μήνες αργότερα, πιθανώς μετά το καλοκαίρι του ’73, ο Kokas (ή και Κόκας ή και Κόκκας) δίνει πνοή σ’ ένα νέο γκρουπ, που είναι οι Morka, αλλά με άλλο όνομα. Λέγονται Φως, και παίζουν σ’ αυτούς (πέραν του Κόκα), οι Ταμπακόπουλος, Σιώρης και Ορφανίδης (ο οποίος ήταν πλέον καλά, έχοντας βγει από το νοσοκομείο). Όπως μου είπε φίλος, που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του, οι Φως, το φθινόπωρο του ’73 παίζουν στο Ελατήριον μαζί με τον Robert Williams, επηρεασμένοι περισσότερο τώρα από το glam-rock και τον David Bowie, παρουσιάζοντας ένα concept πρόγραμμα υπό τον τίτλο «Ο Γορίλας». Βαρύ μακιγιάζ, κοινωνικοπολιτική σάτιρα (με σπόντες προφανώς κατά της δικτατορίας) , αλλά και με τον… γορίλα να ολοκληρώνει την παράσταση. Παρά ταύτα φαίνεται πως το σώου δεν είχε επιτυχία και γι’ αυτό δεν τράβηξε. Οι Φως διαλύονται, αλλά το Νοέμβριο του ’73 ο Κόκας δίνει και πάλι πνοή στους Morka, στους οποίους συμμετέχουν τώρα, πέραν των «παλαιών» (Κόκας και Ταμπακόπουλος), οι νεοφερμένοι Λάμπρος Τσελέντης μπάσο και Άκης Περδίκης ντραμς. Παίζουν στην Καζάμπρα, στην Πλάκα, γράφουν τραγούδια, ετοιμάζουν 45άρι, αλλά μένουν εκεί… Οι Morka διαλύονται οριστικά τον Φλεβάρη του ’74.
Το LP της Anazitisi από το 2006
Μήνες αργότερα ο Κόκας, ως γνωστόν, θα σχηματίσει τους Αγάπανθος, πριν φθάσουμε στο… μακρινό 1986, όταν παλαιοί και νέοι μουσικοί εμφανίζονται υπό τον Κόκα και πάλι (Pamela Leake φωνή, Valerie Wood φωνή, Κώστας Αναδιώτης πλήκτρα, programming, Αντώνης Μανωλάτος μπάσο, Μιχάλης Ορφανίδης ντραμς, ακουστική κιθάρα, πλήκτρα), μπαίνοντας στο στούντιο και ηχογραφώντας. Ένα απ’ αυτά τα κομμάτια, το πολύ καλό “Just like Ann”, περιλαμβάνεται στην έκδοση τής AnazitisiThere Was a Time…” από το 2006.
Την 18 Νοεμβρίου 2009 φεύγει από τη ζωή, στα 58 του, ο Dorian Kokas και η ιστορία μας κάπου εδώ τελειώνει. Για τους παπατζήδες όμως, που δεν ξέρανε λίγα χρόνια νωρίτερα ούτε πώς γραφόταν το συγκρότημα (MORCA), τότε περίπου άρχιζε… 

Δισκογραφία 
STONE DEEP  
1. Winter’s here/ Judy – 7ιντσο single, Stone Deep PR7XS 46 – 1971
 ΜΟRKA 
1. She Shouts, Winter’s here/ I see, Judy – 7ιντσο 4-tracks maxi single, Polydor 2061 109 – 1971 
2. Γιατί/ And so she flies – 7ιντσο single, Polydor 2061 121 – 1972  
3. There Was a Time… – LP, Mythos Music MLP 0001 – 1997
4. There Was a Time… – LP, Anazitisi Records ARLP 70-12 – 2006 
Συλλογές  
1. Pop Coctail – LP, Polydor 2421017 – 1971 
(περιέχει τα “She shouts”, “Winter’s here”)  
2. Ελληνική Rock Σκηνή 1965-1975, 7, 1971 – CD, Polydor 531 888-2 – 1996 
(περιέχει τα “I see”, “Judy”)  
3. Ελληνική Rock Σκηνή 1965-1975, 8, 1972 – CD, Polydor 531 889-2 – 1996 
(περιέχει τα «Γιατί», “And so she flies”)