Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

BLUES REVIVAL 15: ARTHUR “BIG BOY” CRUDUP (1905-1974)

Μπορεί να γραφτούν πολλά για τον ArthurBig BoyCrudup, αυτό όμως που δεν πρέπει με τίποτα να ξεχαστεί, ακόμη κι αν κάποιος σημειώσει 20 μόλις λέξεις, είναι πως τρία δικά του κομμάτια, τα “Thats all right”, “So glad youre mine” και “My baby left me”, ερμηνεύθηκαν από τον Elvis Presley (ειδικώς το “Thats all right” αποτέλεσε το ντεμπούτο του στη Sun, τον Ιούλιο του ’54), πράγμα που σημαίνει πως ο γιγαντόσωμος αυτός bluesman, με την ωραία και κάπως τενόρικη φωνή, υπήρξε ο αληθινός «πατέρας του rock nroll», όπως πειστικά αναγραφόταν στο εξώφυλλο μιας βρετανικής συλλογής των αρχών του ’70.
Ο ArthurBig BoyCrudup είναι βεβαίως ένας προπολεμικός bluesman, αφού ηχογράφησε πριν μπει η Αμερική στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (Pearl Harbor 7/12/1941), έχοντας πραγματοποιήσει το πρώτο του session την 11/9/1941. Έπειτα, αν εξαιρέσει κανείς τις ηχογραφήσεις του για την Fire το 1962, που πέρασαν μάλλον απαρατήρητες, από το 1954 έως και το 1967 ο Arthur Crudup υπήρξε σχεδόν χαμένος, αφού ξαναμπαίνει σε στούντιο (με σκοπό τον δίσκο) για λογαριασμό της Delmark μόλις την 25/5/1967. Αναφερόμαστε, φυσικά, στο LPLook On Yonders Wall”, μία εξαιρετική δουλειά που τον κατέστησε αυτοστιγμεί κυρίαρχη συνιστώσα του blues revival.
Τον Arthur Crudup ανακάλυψε ο Bob Koester της Delmark Records με μιαν απλή έξυπνη κίνηση. Έστειλε ένα γράμμα στον διευθυντή τού ταχυδρομείου της Forest (πόλη του Mississippi, στην οποίαν είχε γεννηθεί ο Crudup), ζητώντας τη διεύθυνση του μουσικού. Ο Crudup, που, όπως απεδείχθη, επικοινωνούσε γραπτώς με τον γενέθλιο τόπο, έμενε εκείνη την εποχή στην Franktown της Virginia. Έτσι, δεν ήταν δύσκολο για την ταχυδρομική υπηρεσία της Forest να στείλει το γράμμα του Koester στην Franktown. Και όντως, μέσα σε λίγες ημέρες, ο Crudup θα απαντήσει στον Koester, εγκαινιάζοντας τη συνεργασία τους με την εμφάνισή του στο University of Chicagos Rhythm and Blues Festival, το 1967. Στις 25 εκείνου του Μαΐου, όπως προαναφέραμε, ο Big Boy θα μπει στο στούντιο για την Delmark για να γράψει δέκα κομμάτια, επανερχόμενος λίγο αργότερα, αλλά και τον Νοέμβριο του ’69, για να ηχογραφήσει και τα υπόλοιπα – ένα όγκος δουλειάς εν πάση περιπτώσει, που θα εμφανισθεί σε δύο LP της εποχής κι ένα CD πολύ αργότερα (τα “Look On Yonders Wall”, “Crudups Mood” και “Sunny Road”).
Οι δίσκοι ήταν εξαιρετικοί. Ο Crudup συνοδεύεται από τον παλαιό του συνεργάτη και διακεκριμένο μπασίστα των blues Ransom Knowling (πέθανε λίγο αργότερα, την 22/10/1967), τον lead κιθαρίστα Edward El, όπως και άλλους μουσικούς (ανάμεσα και ο Willie Dixon), παρουσιάζοντας γνωστές δικές του συνθέσεις (“Look on yonders wall”, “Thats all right”), αλλά και τις απόψεις του πάνω σε κλασικά κομμάτια όπως το “Dust my broom”. Ήπια ατμόσφαιρα υπέροχου ημι-ακουστικού χαμηλού ενισχυμένου blues, επί του οποίου κυριαρχεί η ιδιότυπη μα τόσο χαρακτηριστική φωνή ενός σημαντικότατου τραγουδιστή.
Την ίδιαν εποχή στη Βρετανία το r&b βρισκόταν στις δόξες του. Είμαστε στα τέλη των sixties, όταν εταιρείες όπως η Blue Horizon, η Decca, η Liberty κ.ά. κυκλοφορούσαν τον έναν δίσκο μετά τον άλλον, ηχογραφώντας εκ νέου τους παλαιούς μουσικούς, αλλά και επανεκδίδοντας το πρότερο έργο τους. Στο χορό, όσον αφορά στον Crudup, θα μπει πρώτη η Blue Horizon επανεκδίδοντας το άλμπουμ της Fire το 1969 (ηχογράφηση από το 1962 στη Νέα Υόρκη, με άγνωστους μουσικούς) και αμέσως μετά η United Artists.
Εδώ όμως τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Προσκεκλημένος του National Blues Federation, ο Arthur Crudup θα βρεθεί στις αρχές του 1970 στο Λονδίνο για εμφανίσεις, δίχως να παραλείψει να κάνει εκείνο που έπρεπε. Να ηχογραφήσει δηλαδή ένα άλμπουμ με βρετανούς μουσικούς –τον κιθαρίστα Tom McGuiness (πρώην Manfred Mann και τότε McGuiness Flint), τον μπασίστα Benny Gallagher (McGuiness Flint), τον τενορίστα Dave Gelly (New Jazz Orchestra), τον πιανίστα John Lewis, τον ντράμερ Hughie Flint (πρώην Bluesbreakers και τότε McGuiness Flint)– όπως έκαναν, εξάλλου, αρκετοί bluesmen της γενιάς του όλα τα προηγούμενα χρόνια. Και όντως, το “Roebuck Man” (από το φερώνυμο μαγαζί που συνήθιζε να τρώει ο Big Boy στην Tottenham Court Road) δεν ήταν ένα απλό αναμνηστικό LP, μα ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της καριέρας του (το πιο rock και το πιο jazz σίγουρα), αφού εκεί υπήρχαν εξαιρετικά κομμάτια όπως το “I dont worry” (που ήταν κατά βάση το “My baby left me”), το “Long curly mane”, το “Get you in my arms” και το “Roebuck man”. Μάλιστα αυτή ήταν και η τελευταία μεγάλη ηχογράφησή του, αφού λίγα χρόνια αργότερα, την 28/3/1974, ο ArthurBig BoyCrudup θα έφευγε από τη ζωή στα 69 χρόνια του.
Βασική δισκογραφία 
1. Mean ol’ Frisco – Fire FLP-103 – 1962  
2. Look On Yonder’s Wall – Delmark DS-614 – 1969 
3. Crudup’s Mood – Delmark DS-621 – 1969 
4. Roebuck Man – UK. United Artists UAS 29092 – 1970 
5. Sunny Road – Delmark DE 827 – 2013 (εγγραφές της 10/11/1969 με Jimmy Dawkins και Willie “Big Eye” Smith)

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

ΤΙ ΠΗΓΕ ΣΤΡΑΒΑ ΣΤΗΝ (ΕΛΛΗΝΙΚΗ) ΚΑΡΙΕΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΚΟΜΑΤΣΙΟΥΛΗ; με αφορμή τα… ανήκουστα τραγούδια των Lovers από το 1967

Την ερώτηση αυτή δεν μπόρεσα να την απαντήσω ούτε το 2010, όταν κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά τα άγνωστα τραγούδια του Σωτήρη Κοματσιούλη από τη δεκαετία του ’70 (σ’ εκείνο το LP της B-otherSide), ούτε και τώρα καθώς ακούω τo ακαταμάχητο 4-tracks EP των Lovers από το 1967 (που τύπωσε εσχάτως η Mr. Genie Records σε 150 μόλις αντίτυπα).
Τι πήγε λάθος ρε παιδί μου κι έμειναν στην αφάνεια, σε χρόνο πρώτο, και τα μεν και τα δε; Τι συνέβη; Τι γκαντεμιά ήταν αυτή; Εντάξει, συγκυρίες, το ένα το άλλο… αν και κάποιος άλλος μπορεί να πει πως δεν πρόκειται, τέλος πάντων, και για τα μοναδικά ανέκδοτα της ιστορίας, που τα έφαγε το μαύρο σκοτάδι… Ok, σωστό κι αυτό, αλλά εδώ μιλάμε για τα τραγούδια ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, που θα μπορούσε να σηματοδοτήσουν το ξεκίνημα και το ανέβασμα μιας καριέρας με απείρως περισσότερα και ισχυρότερα hooks. Και το σημειώνω τούτο, επειδή κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιο ακριβώς θα ήταν το status, σήμερα, του Κοματσιούλη στη χώρα, αν όλα αυτά τα κομμάτια κυκλοφορούσαν στον καιρό τους, και αν, τέλος πάντων, αυτός ο τραγουδοποιός έμενε στην Ελλάδα και διεκδικούσε, εδώ, το καλύτερο δυνατόν. Μπορεί να ήταν κάτι σαν τον Πασχάλη (τον Πασχάλη του «Πατέρας και γυιός» και του «Φίλε μου, φίλε» εννοώ) ή κάτι άλλο… πιο βαρύ και πιο ασήκωτο. Ποιος ξέρει; Κανείς δεν ξέρει… Εξάλλου η ιστορία δεν προχωράει με υποθέσεις…
Αλλά και στα sixties… αν κυκλοφορούσαν τα τραγούδια των Lovers, μήπως το νεανικό αυτό συγκρότημα από τη Λάρισα έμπαινε στο γήπεδο ως ίσο προς ίσο με τα καλύτερα ελληνόφωνα γκρουπ της εποχής; Ασυζητητί. Το πιστεύω ακράδαντα αυτό. 
Τα κομμάτια των Lovers αν έβγαιναν τότε στις ετικέτες του Μάτσα, του Λαμπρόπουλου, του Αντίππα ή του Γκεσάρ δεν θα είχαν να ζηλέψουν απολύτως τίποτα από εκείνα των πιο αναγνωρισμένων συγκροτημάτων της εποχής. Γιατί, δηλαδή, το «Ήταν όνειρο» είναι κατώτερο από τον «Διωγμό» των Charms (μπλουζ και όχι… blues αμφότερα); –η γνώμη μου είναι πως δεν είναι με τίποτα κατώτερο, αφού είναι δέκα φορές καλύτερο!– ή για ποιον ακριβώς λόγο το «Γιατί μικρό κορίτσι» είναι κατώτερο, σαν σέικ, από τα καλύτερα των Olympians ή των Strangers; Με τίποτα δεν συμβαίνει. Αν κάπου υπολείπονταν τα τραγούδια των Lovers, σε σχέση με τα ανάλογα ελληνόφωνα best της δεκαετίας (μία είναι η δεκαετία), αυτό δεν έχει να κάνει με τις μουσικές, τους στίχους, το drive της ορχήστρας ή τη φωνή του τραγουδιστή, έχει να κάνει μόνο με τη γενικότερη παραγωγή (την αρχική παραγωγή εννοώ, όχι αυτήν την Mr.Genie) και βεβαίως με τις διασυνδέσεις στα μέσα και τον Τύπο (που ποτέ δεν έγιναν). Σε τελευταία ανάλυση ένα συγκρότημα από την επαρχία, εκείνα τα χρόνια, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να επιβληθεί στα «τέρατα» της εποχής. Ας μην μας διαφεύγει ποτέ αυτό… κι ας έχουμε στο νου μας τους Πατρινούς Spiders, τους Ροδίτες Rabbits κ.ά.
«Γιατί μικρό κορίτσι» λοιπόν με την, σήμα κατατεθέν, χρήση της τρομπέτας (ακόμη και σόλο με σουρντίνα ακούμε!), τις ωραίες ρυθμικές κιθάρες, τα γεμίσματα της φαρφίζας και πάνω απ’ όλα την πειστική φωνή του Σωτήρη Κοματσιούλη… ένα τρανταχτό σέικ εν ολίγοις, που αν... και τα λοιπά… θα γινόταν χαμός στα κλαμπ (Αθηνών και περιχώρων).
«Πες μου το γιατί»… τραγούδι που ξεκινά σε slow tempo ανεβάζοντας στροφές στο ρεφρέν (μπλουζ και σέικ σε συσκευασία μία), με τον Κοματσιούλη να τραγουδά μ’ ένα ντελικάτο φαλτσέτο και με τα πίσω φωνητικά ν’ ανεβάζουν περαιτέρω το κομμάτι.
«Θα σε περιμένω»… επίσης με αργές και γρήγορες στροφές, και με μουσικούς και τραγουδιστή (με φωνή crooner στα ήσυχα μέρη), που φαίνονται κάτι παραπάνω από εξοικειωμένοι με την ατμόσφαιρα του live. Η κίνηση και ο χορός σε κάθε περίπτωση δηλώνουν «παρόν».
«Ήταν όνειρο»… το μεγάλο τραγούδι του EP, κι ένα από τα ωραιότερα ελληνόφωνα των δικών μας sixties. Απλοί, αλλά πανέμορφοι ερωτικοί στίχοι, μελωδία που στέκεται αγέρωχα, ηδυπαθής ερμηνεία, έξοχο ρεφρέν. Η μελαγχολική ατμόσφαιρα του κομματιού με παραπέμπει, μόνο, στην ωραιότερη ποπ μπαλάντα της εποχής, και μόνο μ’ αυτήν μπορεί να συγκριθεί – για το «Σε ξέρω τόσο λίγο» του Σταύρου Ζώρα ο λόγος.
Κρατάμε λοιπόν τα τέσσερα αυτά ελληνόφωνα τραγούδια του Σωτήρη Κοματσιούλη και τον Lovers, προσέχουμε έτι περισσότερο το «Ήταν όνειρο» και δίνουμε το λόγο στον φίλο και αναγνώστη του δισκορυχείου Λάμπρο Παπαλάμπρο (της Mr.Genie Records) για κάποιες λεπτομέρειες… 

Η πρόσφατη ανακάλυψη των τραγουδιών των Lovers από τα sixties (δύο promo 45άρια απ’ όσο ξέρω) είναι ένα από τα γεγονότα για το χώρο τού (παλαιού) ελληνικού ροκ. Πες μου για την πρώτη εντύπωσή σου, όταν άκουσες τα τραγούδια. Πότε ακριβώς ηχογραφήθηκαν, ξέρουμε; 
Όταν άκουσα πρώτη φορά τα τραγούδια των Lovers εντυπωσιάστηκα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Σωτήρη Κοματσιούλη τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν το 1967 ή το 1968. Όπως καταλαβαίνεις πέρασαν πολλά χρόνια και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί με ακρίβεια. Το μυστήριο λύθηκε τελικά από τον κιθαρίστα των Lovers Παναγιώτη Οικονομίδη, που, όταν του ζητήσαμε να μας παραχωρήσει μια φωτογραφία του γκρουπ για το εξώφυλλο, βρήκε στο αρχείο του και μια φωτογραφία από την κάθοδο των Lovers στην Αθήνα για την ηχογράφηση του δίσκου, η οποία στην πίσω μεριά έγραφε… Σεπτέμβριος 1967. 
Τελικά το master έγινε από τα δισκάκια, ή από τις ταινίες; Το ρωτώ, γιατί κάποια στιγμή άκουσα πως βρέθηκαν και οι ταινίες! Πώς είναι δυνατόν, είπα, ρε παιδί μου αυτά τα δύο διαφορετικά πράγματα να βρεθούν ταυτόχρονα; 
Ήδη από τις αρχές του 2015 υπήρχαν ενδείξεις ότι τα δυο test pressings (45άρια) με τα τραγούδια των Lovers βρίσκονται στα χέρια κάποιου συλλέκτη. Αλλά δεν ήταν σίγουρος ο ίδιος συλλέκτης εάν ήταν τα τραγούδια του Σωτήρη Κοματσιούλη. Αφού το σιγουρέψαμε καταφέραμε να μας τα παραχωρήσει. Το αποτέλεσμα όμως δεν ήταν καθόλου ικανοποιητικό. Τα test pressings ήταν σε κάκιστη κατάσταση (G-). Ταυτόχρονα από την αρχή αυτής της ιστορίας είχε δημιουργηθεί ένας ντόρος σε κύκλους συλλεκτών σχετικά με τα τραγούδια. Έτσι η είδηση έφτασε στ’ αυτιά κάποιου συλλέκτη λαϊκών τραγουδιών, που επικοινώνησε με τον Σωτήρη Κοματσιούλη μετά από καιρό, ισχυριζόμενος ότι έχει το master tape. Ακολούθησε ακρόαση της μπομπίνας και στη συνέχεια συζητήθηκε το χρηματικό ποσό, ώστε να την αποκτήσουμε. Όμως ήταν τόσο μεγάλο το ποσό που μας ζητήθηκε, ώστε αρχικά σκεφτήκαμε να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια. Μετά από σκληρά παζάρια αγοράσαμε την μπομπίνα σε καλύτερη τιμή. Χρησιμοποιήθηκε η γνήσια μπομπίνα για το 45αρι, χωρίς καμία ηχητική παρέμβαση. 
Πώς βλέπεις τα τραγούδια του Σωτήρη Κοματσιούλη και των Lovers μέσα στην παραγωγή της ελληνικής ποπ/ροκ της εποχής; Εννοώ, τι θέση τους δίνεις σε σχέση με άλλα τραγούδια και συγκροτήματα εκείνης της περιόδου, από πλευράς σύνθεσης, στίχων, παιξιμάτων κ.λπ.; 
Τα τραγούδια παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον για πολλούς λόγους. Συνθετικά και στιχουργικά ο Σωτήρης, δεδομένου της πολύ νεαρής ηλικίας του, ξεπερνούσε πολλά από τα μεγάλα ονόματα της εποχής. Όμως την δεκαετία του ’60 τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Τα περισσότερα συγκροτήματα της εποχής προωθούνταν από ανθρώπους που ήταν μέσα στα κυκλώματα. Για παράδειγμα, εάν ένα συγκρότημα το προωθούσαν οι Μοντέρνοι Ρυθμοί και ο Νίκος Μαστοράκης ήταν σχεδόν δεδομένο ότι θα κάνει επιτυχία, ανεξαρτήτως εάν ήταν καλό. Ο Σωτήρης και οι Lovers ήταν ένα συγκρότημα από τη Λάρισα και είναι αυτονόητο ότι πάντα τα επαρχιακά συγκροτήματα είναι αδικημένα, αφού δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες που μπορεί να έχουν τα αθηναϊκά γκρουπ. Σκέψου ότι από τα δεκάδες επαρχιακά συγκροτήματα των 60s ελάχιστα κατόρθωσαν να ηχογραφήσουν. Εάν ο Σωτήρης με τους Lovers είχαν κάποιο γνωστό μάνατζερ της εποχής και ηχογραφούσαν σε ένα πολύ κάλο στούντιο τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Αυτοί οι πιτσιρικάδες, λοιπόν, κατέβηκαν το ’67 στην Αθήνα, κοιμήθηκαν δύο μέρες στο δρόμο και ηχογράφησαν live σε ένα μικρό στούντιο αυτά τα τέσσερα κομμάτια μέσα σε δύο ώρες. Την ίδια ώρα οι Idols για παράδειγμα προβάλλονταν απ’ όλα τα μέσα (ραδιόφωνο/ τηλεόραση/ κινηματογραφικές ταινίες) και εμφανίζονταν στα γνωστότερα κλαμπ και σε κοσμικές εκδηλώσεις με την ελίτ εκείνης της περιόδου. Από την άλλη, όμως, αυτό ακριβώς το γεγονός δίνει κι έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στα τραγούδια του Σωτήρη Κοματσιούλη και των Lovers, εκείνον… πώς να το πούμε… του αυθόρμητου και αγνού συγκροτήματος. Τα υπόλοιπα τ’ αφήνω στην κρίση του κόσμου. 
Υπάρχουν κάποια σχέδια για την Mr.Genie Records; Σύγχρονες κυκλοφορίες, κυκλοφορίες αρχείου από το χώρο του garage, psych κ.λπ.; 
Δεν υπάρχει κάτι στα άμεσα σχέδια, αλλά είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις.

Επαφή: Σωτήρης Κοματσιούλης τηλ. 6978 504653, https://www.facebook.com/mrgenierecords/
 

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ φωτογραφίες

Ο Ηλίας Πετρόπουλος (1928-2003) είχε πολύ καλή σχέση με τη φωτογραφία. Αρκεί να θυμηθούμε τον τρόπο που αξιοποιούσε τις φωτογραφίες σε πάρα πολλά βιβλία του. Φωτογραφιζόταν και ο ίδιος φυσικά… και μια ωραία σειρά με δικές του πόζες είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό ΤΟΜΕΣ (τεύχος 69, Φλεβάρης 1981), που διηύθυνε ο ποιητής και συγγραφέας Δημήτρης Δούκαρης (1925-1982).
Είναι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τυπωμένες σε μικρά ή μεγαλύτερα μεγέθη, τραβηγμένες κυρίως στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και το Παρίσι – πόλεις στις οποίες έζησε για μεγάλα διαστήματα ο Πετρόπουλος.
Απ’ αυτή τη σειρά –που αριθμεί 54 συνευρέσεις του με σημαντικά πρόσωπα της εποχής (τέλη ’50 έως τέλη ’70), όπως και κάποιες στις οποίες ποζάρει μόνος του, μπροστά από τα δικά του «μνημεία»– επέλεξα να σκανάρω είκοσι. Τις πιο «καθαρές» (γιατί τα τυπώματα στις ΤΟΜΕΣ δεν είναι τα καλύτερα δυνατά), τις πιο σημαντικές…

Η συνέχεια εδώ…

INTERSOUND και TÆLOS

Ενδιαφέρουσες εγχώριες electro ηχογραφήσεις αποτυπωμένες σε περιποιημένα βινύλια, αλλά σε… minimal ποσότητες.
Έλληνας είναι λοιπόν ο Intersound, άλλως Δαμιανός Γεωργιάδης, και electro η κατασκευή του “_aural architecture [In Fact Recordings, Kinetik, 2015]. Το όλον πακέτο τυπώνεται σε 100 αριθμημένες κόπιες διάφανου βινυλίου από την In Fact Recordings/ Kinetik, ενώ συνοδεύεται από extra CD περιέχον τέσσερα bonus tracks.
Η βασική κατεύθυνση του άλμπουμ είναι το electro περιβάλλοντος χώρου. Το ambient εννοώ στη μία ή την άλλη μορφή του. Οι αναφορές είναι ποικίλες και άπασες με τέχνη τοποθετημένες στα δεκατέσσερα συνολικώς tracks. Στο πρώτο, ας πούμε, που έχει τίτλο “Algorythm”, στήνεται ένα… σαν ηλεκτροστατικό σκηνικό, με… ελαφροπάτητο τύποις rhythm section και μελωδικά, σχεδόν space, keys. Στο δεύτερο “Kimmeria” οι περιβαλλοντικοί ήχοι συνδυάζονται μ’ ένα minimal πιάνισμα, τύπου Wim Mertens ας πούμε. Στο τρίτο “Four times” το συστημικό περιβάλλον εμπλουτίζεται με… ινδικά κρουστά, με το όλον πράγμα να μετατοπίζεται προς kraut περιβάλλοντα. Στο επόμενο “Travelogue” το σκηνικό ελίσσεται μέσα από ένα drone επιστέγασμα, με ηλεκτροστατικούς θορύβους και «βιομηχανικές» νύξεις. Η πρώτη πλευρά του βινυλίου θα κλείσει με το “Drawings of Liane”, που, και αυτό, αναπτύσσεται αργά και υπόγεια σε γενικώς lo-fi κατευθύνσεις.
Το σκηνικό δεν αλλάζει αναγκαστικώς στην Side B, με τα beats να παραμένουν σε χαμηλές και μεσαίες σειρές και με τα ποικίλα breaks να συνδιαμορφώνουν ένα αποτέλεσμα, ένα άκουσμα, που σε κερδίζει με τη δημιουργική, χαλαρή εμμονή του.
Ελληνικό electro ντούο είναι και οι Tælos, με το Aether & Gravitation [In Fact Recordings, Kinetik, 2016] να αποτελεί το παρθενικό 45άρι τους (τυπωμένο και αυτό σε 100 αντίτυπα). Το πρώτο κομμάτι, το “Aether”, είναι αργό, στηριγμένο στις αναπτύξεις των πλήκτρων, που ηχούν μ’ έναν κάπως seventies τρόπο και βεβαίως στο drumming (δεν ξέρω αν είναι κανονικό ή «έτοιμο» – μάλλον το δεύτερο), που δίνει μιαν ορμή (κάπως σαν μεταγενέστερους Tangerine Dream). Περίεργο για «πρώτη πλευρά» επειδή μοιάζει κάπως ανολοκλήρωτο, κάπως σαν εισαγωγή σε κάτι άλλο. Απεναντίας, το flip-sideGravitation” φαίνεται να χρωστά περισσότερα στον Vangelis της ίδιας περιόδου (δεύτερο μισό των seventies), είναι πιο γρήγορο με απλή μελωδική γραμμή και διάφορα κιμπορντικά γεμίσματα, που του δίνουν επιπρόσθετη ζωντάνια (γενικώς… πολύ καλό).
Πάντως δεν μπορείς να πεις πολλά για τους Tælos επειδή το δείγμα είναι μικρό. Ας τους δούμε σε κάτι μεγαλύτερο (τους το εύχομαι), ώστε να πούμε και περισσότερα.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ποιος είναι ο DERECK HIGGINS;

Μια βινυλιακή κυκλοφορία αμερικανού μουσικού από το πουθενά στην Ελλάδα του 2015; Για το “Myths… Realities” τού Dereck Higgins ο λόγος, που αποτελεί συμπαραγωγή της In Fact και της εταιρίας του DVH Recordings. Ποιος είναι ο Dereck Higgins και γιατί ένας δίσκος του τυπώνεται στα καθ’ ημάς και μάλιστα σε μιαν extra περιποιημένη συσκευασία 100 αριθμημένων αντιτύπων (βαρέως splattered πλαστικού, περιέχουσα μάλιστα και CD με bonus track); Για το πρώτο θ’ απαντήσω. Για το δεύτερο δεν ξέρω, αν και κάποιος ευπρόσδεκτος… εσωτερικός λόγος θα υπάρχει.
Αγνοούσα τον Dereck Higgins –να το πω–, αλλά με αφορμή το “MythsRealities” έψαξα, άκουσα κι έμαθα. Ο μαύρος Αμερικανός παίζει μουσική από τα late seventies –κατ’ αρχάς στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Omaha της Nebraska, ενώ από τις αρχές του ’80 τον συναντάμε να ηχογραφεί με τους Norman & The Rockwells (1981), τους Disco Ranch & τους Digital Sex (1983), τους InDREAMA πολύ αργότερα... Με προσωπικές δουλειές (κασέτες) ο Dereck Higgins εμφανίζεται το 1985, ενώ από τα 00s και μετά η παρουσία του είναι εντελώς πυκνή (με το discogs να καταγράφει 40 συνολικώς κυκλοφορίες του). Τι μουσικές αποτυπώνονται στο ελληνικό LP; Θα πούμε. Βασικά δύο κομμάτια από το 1985 και δώδεκα γραμμένα ανάμεσα στα χρόνια 1993-2009. Έχουμε λοιπόν μια συνολική, στο μέτρο του δυνατού, εικόνα της πορείας του Higgins, γεγονός που θα μας δώσει τη δυνατότητα ν’ αποκτήσουμε κάποια συνολικότερη εικόνα.
Κατ’ αρχάς να πούμε πως άπαντα τα tracks είναι instros με όλα τα όργανα (κιθάρες, πλήκτρα βασικά και ό,τι άλλο) να παίζονται από τον Αμερικανό – άρα έχουμε έναν καλλιτέχνη που ελέγχει πλήρως και σε κάθε διάσταση το υλικό του. Τώρα, από πλευράς αισθητικής οι συνθέσεις του Higgins θα κατατάσσονταν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, στην ηλεκτρονική, με τα πλήκτρα να κυριαρχούν, ενώ σε άλλες, στις λιγότερες, γειτνιάζουν ακόμη και με το rock ή με το minimal rock. Άκου, ας πούμε, το “Waterside” (με τη θαυμάσια rock μελωδία του περασμένη στην κιθάρα), το “Wind at night” ή το “Twilight in silence”, σ’ ένα ύφος που θα μπορούσε να θυμίζει κάτι ανάμεσα, κοντά ή… λιγότερο κοντά σε Meat Puppets και Feelies. Άλλα, πάλι, tracks είναι πιο ambient-electro και όταν δεν παραπέμπουν στον καλύτερο Brian Eno τού “Before and After Science” (όπως το “Happy today” ας πούμε), θυμίζουν κάτι από Durutti Column (εποχής “LC”). Κάποια άλλα, δε, έχουν μια νωχελική ανάπτυξη (με τις κιθάρες μπροστά – και τα ντραμς σε ρόλο πρωταγωνιστή) που σε κερδίζει αμέσως (το “And in my mind” για παράδειγμα, που θα το ζήλευαν πολλοί… τεχνοροκάδες).
Δεν θέλω να πω με όλα τούτα πως ο Dereck Higgins δεν έχει δικό του όραμα για τη μουσική, ούτε, πολύ περισσότερο, πως το “MythsRealities” στερείται ενδιαφέροντος (ίσα-ίσα, αφού περιέχει πολύ καλά κομμάτια). Τώρα... αν κάπου μένεις λίγο συγκρατημένος ως ακροατής είναι επειδή σχεδόν κάθε track ηχεί κάπως διαφορετικά από το προηγούμενο ή το επόμενό του, μη δίνοντάς σου αυτή την αίσθηση της συνέχειας, που απαιτεί ένα long-play. Επειδή, όμως, το MythsRealities λειτουργεί και σαν συλλογή (ή μόνο σαν συλλογή) τούτη η εντύπωση δεν παύει να είναι έως... και αναμενόμενη.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

ΤΟΥΡΚΙΚΑ Ι

Δύο δεκάδες τούρκικα CD έφτασαν στα χέρια μου τον τελευταίο καιρό. CD όλων των μουσικών ειδών. Jazz, κλασική & σύγχρονη κλασική, παραδοσιακά, κάποια rock κ.λπ. Όλα τα άλμπουμ εισάγονται από την Recordisc και θα παρουσιαστούν σε δύο ξεχωριστά κείμενα – σήμερα και στο άμεσο μέλλον. Πάμε λοιπόν...
CAHIT KUTRAFALI: As It Is [A.K. Müzik Yapım Org., 2015]
Να ξεκινήσουμε μ’ ένα σύγχρονο jazz CD από την Τουρκία, που αποτελεί μάλιστα τουρκο-κυπριακή συνεργασία. Εννοώ πως το γκρουπ είναι… μεικτό, αποτελούμενο από Τούρκους και ελληνοκύπριους μουσικούς. Το γενικό πρόσταγμα μπορεί να το έχει ο μπασίστας Cahit Kutrafali, όμως στην εγγραφή παίρνουν μέρος και οι Στέλιος Ξυδιάς ντραμς, Ερμής Μιχαήλ κιθάρα, Χάρης Ιωάννου σαξόφωνα και Ανδρέας Παντελή fender rhodes (στο “As It Is” συμμετέχουν συνολικώς 14 μουσικοί). Η jazz του συγκροτήματος, που άλλοτε είναι τρίο, άλλοτε κουαρτέτο και άλλοτε κουιντέτο, είναι ήπιων τόνων, δίνοντας έμφαση στη μελωδία και τον μελωδικό αυτοσχεδιασμό. Οι συνθέσεις του Kutrafali είναι ολοκληρωμένες, παρέχοντας δυνατότητες στους συμπαίκτες του και για «προσωπικές» καταδείξεις, με τα πιο ενδιαφέροντα tracks να είναι εκείνα που γειτνιάζουν με το ηλεκτρικό «πρόσωπο» της  jazz (με το fender rhodes και τις κιθάρες πρωταγωνιστές).
TOLGA ERZURUMLU: Fingerprints [A.K. Müzik Yapım Org., 2015]
Μουσικοί, που συμμετέχουν στο προηγούμενο CD συμμετέχουν και σε αυτό – μόνο που τώρα είναι οκτώ συνολικώς και όχι δεκατέσσερις. Το πρόσταγμα, εδώ, το έχει ο πιανίστας και keyboard player Tolga Erzurumlu, ενώ δίπλα του είναι και ο Kurtafali και ο Ξυδιάς, καθώς και άλλοι διάφοροι από το προηγούμενο session. Ηχογραφημένο στη Λευκωσία το “Fingerprints” είναι ενδεικτικό ενός κλασικού bopneo-bop όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται) κλίματος, στηριγμένο στην παρουσία του σολίστα (πλήκτρα και πνευστά), με τις ωραίες ρυθμικές εναλλαγές και τις όποιες επιμέρους προσθήκες-διακλαδώσεις (πάντα από τον ηλεκτρικό κορμό της jazz). Οι τρεις versions που καταγράφονται στο συγκεκριμένο CD καταδεικνύουν, αν θέλετε, και τις διαστάσεις, τα όρια τής εκάστοτε μπάντας τού Tolga Erzurumlu. Από το “Summertime”, λοιπόν, μέχρι το “Giant steps” και από ’κει μέχρι το “Light my fire” μπορεί οι αποστάσεις να είναι τεράστιες, κονταίνουν όμως λόγω της παρουσίας αυτών των νέων-νεαρών μουσικών που έχουν μάθει να διαχειρίζονται ποικίλες (μουσικές) καταστάσεις.
ANIL ERASLAN: Absorb [A.K. Müzik Yapım Org., 2015]
Οι ηχογραφήσεις για σόλο τσέλο δεν είναι σπάνιες στο χώρο της κλασικής, της σύγχρονης κλασικής και της πρωτοπορίας, αρκεί να θυμηθούμε τα σχετικά άλμπουμ των János Starker, David Darling, Yo-Yo Ma και πολλών άλλων. Ακόμη και στο rock θυμάμαι ένα άλμπουμ, που μπορεί να μην είναι για σόλο τσέλο, όμως το τσέλο πρωταγωνιστεί (από το εξώφυλλο μέχρι την τελευταία στροφή). Αναφέρομαι στο CD Phoenix” του Daniel, που κυκλοφόρησε το 2001 από την World in Sound περιέχοντας εγγραφές των ετών 1976/1978 (ας μην ξεφύγουμε). Ο Anil Eraslan είναι ένας σύγχρονος τούρκος τσελίστας, δίχως προκαθορισμένα όρια. Κινείται ελεύθερα θέλω να πω σ’ ένα χώρο που ορίζεται από την «δωματίου» αισθητική, έως τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, προσφέροντας το λιγότερο ενδιαφέροντα tracks. Για παράδειγμα, στο “Günübirlik hapsuruk” ακούμε ταυτόχρονα δύο εγγραφές, την κανονική (από την αρχή προς το τέλος) και την αντίθετή της (από το τέλος προς την αρχή), ενώ στο “Miki miki mi ki?” τρία αυτοσχεδιαστικά overdubs δημιουργούν μιαν «άλλην» αίσθηση του improv και του τυχαίου. Περιπετειώδες άκουσμα, που δεν παύει από το ξεκίνημά του μέχρι την οριστικοποίησή του να εκπλήσσει.
AHMET SÖNMEZLER: Koyunbaba [A.K. Müzik Yapım Org., 2015]
Ο Ahmet Sönmezler είναι κλασικός κιθαρίστας… και το “Koyunbaba” μια πρώτης τάξεως ευκαιρία προκειμένου να μας δείξει το έργο και το ταλέντο του. Το υλικό, που είναι ηχογραφημένο στο παρόν CD, αφορά σε συνθέσεις των Carlo Domeniconi, Heitor Villa-Lobos (1887-1959), Johann Anton Logy (1650-1721), Konstantin Vassiliev, João Pernambuco (1883-1947), Sergei Rudnev, ενώ υπάρχει κι ένα track ανωνύμου. Η 8λεπτη εισαγωγή με το “Variations on an anatolian folk song” του Ιταλού Carlo Domeniconi είναι εξαιρετική, τοποθετώντας αμέσως το “Koyunbaba” πολύ ψηλά – ή, μάλλον, ταυτοχρόνως, σε πολλές διαφορετικές κορυφές. Ρομαντισμός, το παραμυθένιο oriental πνεύμα, το folk, η κλασική και άλλα διάφορα… ο καθείς συμπληρώνει άμα τη ακροάσει. Θαυμάσιος ο Sönmezler και στη βραζιλιάνικη σουίτα του Villa-Lobos και εντελώς στο στοιχείο του στο “Kâtibim - Üsküdar'a Gider İken”, που ως μελωδία έχει ταξιδέψει παγκοσμίως, αφού έφθασε ν’ ακούγεται μέχρι και στο “Rasputin” των Boney M!
CEM NASUHOĞLU: Still Life [A.K. Müzik Yapım Org., 2015]
Ένα πολύ ευχάριστο jazz CD από τον κιθαρίστα Cem Nasuhoğlu και την μπάντα του (ακούγονται επίσης σαξόφωνα, πλήκτρα και βεβαίως μπάσο, ντραμς). Όλα τα κομμάτια του “Still Life” είναι συνθέσεις του Nasuhoğlu, ενώ διακρίνονται για τις ωραίες και απλές μελωδικές γραμμές τους, και βεβαίως για τα παιξίματα –στις κιθάρες πρώτα-πρώτα– που μεταφέρουν μερικές φορές έναν soul-jazz αέρα. Λέω «μερικές φορές», επειδή το κλίμα μεταπίπτει συχνά και σε πιο… lounge/contemporary jazz καταστάσεις. Φυσικά, τόσο τα σαξόφωνα (σοπράνο, τενόρο), όσο και τα πλήκτρα (πιάνο κ.λπ.) παίρνουν μέρος στη δράση – αν κι εκείνο που σε κερδίζει, τελικώς, στο “Still Life” είναι οι συνθέσεις και οι ενορχηστρώσεις τού Nasuhoğlu, που αποδεικνύεται «μάστορας» σ’ ένα στυλ εντελώς αμερικανικό. Το λέω τούτο επειδή ακόμη και οι συνθέσεις (όπως η “Night in Istanbul”) που παραπέμπουν σε Ανατολή δεν διαθέτουν τίποτα το ανατολίτικο!
BULUT GÜLEN: SU [A.K. Müzik Yapım Org., 2015]
Ακόμη μια πτυχή της σύγχρονης τουρκικής jazz από ένα νέο πρόσωπο, τον τρομπονίστα Bulut Gülen. Οκτώ δικές του συνθέσεις και μια διασκευή σ’ έναν παραδοσιακό σκοπό περιλαμβάνει το “SU” – ένα άλμπουμ στο οποίο παίρνει μέρος ένα βασικό κουαρτέτο (πιάνο, μπάσο, ντραμς τα υπόλοιπα όργανα), συν τους guests (σε κιθάρες, τρομπέτα και τενόρο). Και σ’ αυτή την περίπτωση η jazz και ο ήχος του ’60 είναι πρωταγωνιστές, με τις συνθέσεις να διακρίνονται για την μελωδική ευφράδειά τους και τους σολίστες να καταθέτουν απέριττα, αλλά πολύ «διαβασμένα» παιξίματα. Πρόκειται για την κλασική περίπτωση μουσικών, οι οποίοι έχουν μεγαλώσει στα ωδεία, έχοντας εντρυφήσει συγχρόνως και σε ακούσματα, προάγοντας γνώση και ταλέντο. Οι Τούρκοι είναι πολύ διαβασμένοι – κάτι που για ακόμη μια φορά αποδεικνύεται.
ANDREW DOWNING, GÜÇ BAŞAR GÜLLE: Anahtar [AD, 2013]
Αν και δεν ξέρω τι νόημα έχει ακριβώς το να μιλάει και να γράφει κανείς για τουρκική jazz (σίγουρα έχει κάποιο νόημα), φρονώ πως η παρούσα ηχογράφηση είναι μια καλή, σύγχρονη πρώτη απάντηση. Πέντε μουσικοί, ο Andrew Downing τσέλο, ο Güç Başar Gülle ούτι, ο Ömer Can Satir καβάλ, ο Serhan Erkol σαξόφωνα και ο Gürkan Özkan τάμπλα, κρουστά παίζουν σ’ ένα ύφος… anadolu, συνδυάζοντας μελωδίες της Ανατολίας (αυτό που κάπως πιο επίσημα αποκαλούμε κλασική οθωμανική μουσική) με μιαν αίσθηση τελετουργικού αυτοσχεδιασμού. Αν και τα περισσότερα από τα tracks ανήκουν στον καναδό τσελίστα Andrew Downing (το “Anahtar” είναι ηχογραφημένο στην Κωνσταντινούπολη, όμως το mixing και το mastering έχουν γίνει στο Τορόντο) τούτα διακρίνονται για τις απόλυτες ανατολίτικες οσμές τους, με το παίξιμο να είναι σχεδόν πάντα ομαδικό (ασχέτως αν από το ούτι περνά όλη η μελωδική διαδρομή) και σε γενικές γραμμές με ίσους-μοιρασμένους ρόλους μεταξύ των πέντε. Ωραίο και ευχάριστο άκουσμα, πολύ κοντά και στα δικά μας ανάλογα.
GÜÇ BAŞAR GÜLLE: BenSiz [MMA Records, 2013]
Ο Güç Başar Gülle, ο οποίος στο προηγούμενο CD έπαιζε ούτι στο παρόν χειρίζεται κλασική κιθάρα, έχοντας δίπλα του έναν μόνο στυλοβάτη – το κοντραμπάσο του Volkan Hürsever. Και τα οκτώ κομμάτια του “BenZiz” είναι δικές του συνθέσεις και διακρίνονται αυτή τη φορά, για τις ρομαντικές αναφορές τους. Υπάρχει θέλω να πω μια προσαρμογή στα… κλασικά δεδομένα της κλασικής κιθάρας, με το κοντραμπάσο πάντως να υποσκάπτει ένα εντελώς «δυτικό» ακρόαμα. Κι αυτό είναι το ενδιαφέρον του συγκεκριμένου άλμπουμ. Από τη μια μεριά η αυτοδύναμη και αυτοσχεδιαστική παρουσία του κοντραμπάσου, που θα μπορούσε να ωθήσει προς πιο crossover κατευθύνσεις, και από την άλλη ο σταθερός προσανατολισμός του Başar Gülle σ’ έναν δρόμο που ξεκινά από τους ισπανούς ρομαντικούς για να καταλήξει στον Villa-Lobos.
ŞİRİN SOYSAL: Bir Şeyler Var [nu-dc Records, 2011]
Τουρκάλα τραγουδίστρια είναι φυσικά η Şirin Soysal, είναι όμως γεννημένη στη Βιέννη (το 1980). Εκτός από τραγουδίστρια με ωραία, ευλύγιστη φωνή, η Soysal είναι και τραγουδοποιός, αφού στο “Bir Şeyler Var”, όλα τα κομμάτια (μουσική-στίχοι) είναι δικά της. Όργανα που την συνοδεύουν; Βασικά, δυτικά. Ηλεκτρικές κιθάρες, τσέλο, σαξόφωνα κ.λπ. Τα τραγούδια τής Soysal πρέπει να διηγούνται ιστορίες – υπάρχει δηλαδή σ’ αυτό μιαν αφηγηματικότητα-θεατρικότητα. Διάβασα πως η Τουρκάλα έχει εντρυφήσει στο «βαρύ» δυτικό ρεπερτόριο… από Weill και Piaf, μέχρι Billie Holiday και αυτό φαίνεται. Θέλω να πω πως το άλμπουμ της παρουσιάζει ενδιαφέρον (έως και πολύ ενδιαφέρον), ενώ θα το χαρακτήριζα… ελαφρώς rock, με τάση προς το έντεχνο – και σε κάθε περίπτωση, πολύ πιο πάνω από ανάλογες δουλειές δικών μας τραγουδοποιών, που δύσκολα επενδύουν στον ήχο. Η Şirin Soysal το έχει ψάξει το πράγμα και αυτό είναι προς τιμήν της.
FAZIL SAY: 1001 Nights in the Harem [A.K. Müzik Yapım Org., 2009]
Πιανίστας και συνθέτης είναι ο Fazιl Say και μάλιστα ένας από τους πιο καλλιτεχνικώς προβεβλημένους της γείτονος. Στο παρόν CD παρουσιάζει βασικά το έργο του “1001 Nights in the Harem”, που όπως όλοι αντιλαμβάνονται είναι επηρεασμένο από τις «Χίλιες και μία νύχτες», με το βιολί της Patricia Kopatchinskaja να παίζει το ρόλο της… αφηγήτριας Σεχραζάτ (στην εγγραφή συμμετέχει και η συμφωνική ορχήστρα της Λουκέρνης). Πολύ δουλειά στα κρουστά από την ορχήστρα, ιλιγγιώδες παίξιμο από τη βιολίστρια, με τον γενικότερο αραβο-οριενταλισμό να «μπερδεύεται» ωραία με την δυτικότροπη «συμφωνική» αντίληψη. Στο ίδιο CD επίσης, πρώτον, το “Summertime variations” με το πιάνο του Fazιl Say να αυτοσχεδιάζει πάνω στην πασίγνωστη μελωδία, δεύτερον, το 26λεπτο “Patara ballet” για σοπράνο φωνή (Burcu Soysev), νέι (Celalettin Biçer), πιάνο (Fazιl Say) και κρουστά (Aykut Köselerli), που είναι επηρεασμένο από την σονάτα No. 11 in A major του Μότσαρτ και τρίτον, το δίλεπτο “Alla Turca jazz, fantasia on the rodo”, που είναι Μότσαρτ 100% και με τον Say να παίζει… υπερηχητικώς. 

Επαφή: www.recordisc.wordpress.com και στα δισκάδικα Art Nouveau (Αραχώβης 42, Εξάρχεια), Music Corner (Πανεπιστημίου 56, Αθήνα) και Underflow (Καλιρρόης 39, Αθήνα)