Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

ΜΑΡΙΑ ΘΩΙΔΟΥ ένα ιδιότροπο άλμπουμ

Η επανεμφάνιση στη δισκογραφία τής Μαρίας Θωίδου (γνωστή από τα προσωπικά CD της, όπως και από τις συνεργασίες της με τον Σωκράτη Μάλαμα κ.ά.) έχει τη σημασία που έχει. Το λέω, γιατί η τραγουδοποιία τής Θωίδου διατηρεί πολλά στοιχεία προσωπικά, ιδιοσυγκρασιακά να τα πούμε, που αφορούν τόσο στις συνθέσεις όσο και στις ερμηνείες της. Μάλιστα, στο άλμπουμ «Η Αλήθεια Είναι Δύο» [Μετρονόμος, 2016] όλα τούτα μεγεθύνονται, καθώς οι… αφορμές, που ακούν στα ονόματα Drasta και Χαμένοι Εραστές (τα δύο διαφορετικά γκρουπ, που συνοδεύουν στις συγκεκριμένες εγγραφές τη Θωίδου) συμβάλλουν ακόμη περισσότερο προς το προσωπικό – ενίοτε δε και προς το μοναδικό. Περί τίνος ακριβώς πρόκειται;
Να πούμε κατ’ αρχάς πως έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικές εγγραφές. Η πρώτη με το συγκρότημα Χαμένοι Εραστές (Θύμιος Ατζακάς ούτι, ηλεκτρική κιθάρα, Κώστας Ράπτης μπαγιάν, Κυριάκος Ταπάκης ηλεκτρικό μπάσο, Λουκάς Μεταξάς κρουστά, Νίκος Παραουλάκης νέυ) προέρχεται από το 2009, ενώ η δεύτερη με τους Drasta (Φίλιππος Κωσταβέλης πιάνο, James Wylie σαξόφωνο, πολίτικη λύρα, Αγαμέμνων Μάρδας κοντραμπάσο, Νίκος Ψοφογιώργος ντραμς) είναι μεταγενέστερη και συνέβη ανάμεσα στα χρόνια 2013-2016.
Εκείνο, που εκ πρώτης μοιάζει περίεργο έχει να κάνει με το γεγονός πως τα κομμάτια τής Θωίδου, με τα δύο διαφορετικά συγκροτήματα, εναλλάσσονται στο CD – είναι ανακατεμένα δηλαδή. Κάτι «επικίνδυνο» νομίζω, αν δεν επρόκειτο, επί της ουσίας, για «ίδια» τραγούδια. Τι τα ενώνει; Η εντελώς ιδιαίτερη ματιά τής τραγουδοποιού στη μελωδική γραφή, που είναι άλλοτε πυκνή και άλλοτε «ελεύθερη», έτοιμη σχεδόν για αυτοσχεδιαστικές παρεκκλίσεις, και βεβαίως οι ερμηνείες της, που είναι τόσο ιδιότυπες και εύπλαστες, καθώς σχετίζονται μ’ ένα «δύσκολο» και στριφνό υλικό (και άρα προσπελάσιμο στον υψηλότερο βαθμό μόνον από την ίδια τη δημιουργό του). Άφησα, παραπέρα, τους στίχους, γιατί και μ’ αυτούς κάτι περίεργο συμβαίνει. Ενώ, όπως τους διαβάζεις σου δίνουν άμεσα την αίσθηση του τραγουδιού (έχουν συγκεκριμένη ροή, εμφανίζουν τυπικές ομοιοκαταληξίες κ.λπ.), στην πράξη, κι έτσι όπως αποδίδονται, μεταπλάθουν το νόημά τους σε κάτι περισσότερο ασαφές και «ελεύθερο», αποδεσμευμένο δηλαδή από την προφανή ροή τού μέτρου.
Τελικά που οδηγούμαστε;
Τo «Η Αλήθεια Είναι Δύο» είναι ένα ιδιότροπο άλμπουμ – όσο ιδιότροπο μπορεί να είναι κάτι που ισορροπεί ανάμεσα στο λεγόμενο «έντεχνο», στην ελληνική μουσική παράδοση και στον τζαζ αυτοσχεδιασμό. Υπάρχουν κομμάτια θαυμαστά εδώ, όσον αφορά στην ευφραδή πολυπλοκότητά τους, όπως είναι το 9λεπτο «Αητέ μου», το 7λεπτο «Ανείπωτο ποτό» ή το 9λεπτο «Τσιμεντένια βουνά» και άλλα που σε πιο... ευθείες ράγες, χωρίς ποτέ να γίνονται «εύκολα («Ούτε που ξέρεις», «Κίτρινες γραμμές»), συντελούν και αυτά προς μιαν εκστατική κατάσταση – με τα πρώτα, χοντρικώς, ν ανήκουν στους Χαμένους Εραστές και τα δεύτερα στους Drasta.
Ελάχιστες ελληνίδες τραγουδίστριες μπορούν να προτείνουν τέτοια άλμπουμ σήμερα (και πάντα) και η μόνη που έρχεται, αβίαστα, στο μυαλό μου, ακούγοντας αυτό το CD, είναι η Σαβίνα Γιαννάτου.
Νομίζω πως τώρα γίνομαι ακόμη πιο αντιληπτός…
Επαφή: www.metronomos.gr

BEEKMAN

Από το Brooklyn, την κοιτίδα της σύγχρονης αμερικανικής jazz, προέρχονται οι Beekman, ένα κουαρτέτο, το οποίο αποτελούν οι Yago Vazquez πιάνο, fender rhodes, Pablo Menares μπάσο, Rodrigo Recabarren ντραμς και Kyle Nasser τενόρο, σοπράνο. Το Vol.02” [ropeadope, 2016], όπως μαρτυρά και ο τίτλος, είναι το δεύτερο CD τους –είχε προηγηθεί το “Vol.01” στο χιλιανό label Discos Pendiente, όπως διαβάζω–, ένα CD γεμάτο με συνθέσεις των μελών του συγκροτήματος.
Οι Beekman δανείζονται στοιχεία από διάφορες φάσεις τής τζαζ ιστορίας – και όχι μόνον της τζαζ. Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο να μην ακούγονται τόσο ξεκάθαρα ως Αμερικανοί από το Brooklyn (στην πράξη μόνον ο Nasser είναι Αμερικανός, αφού ο Vaszquez είναι Ισπανός και οι άλλοι δύο Χιλιανοί), καθώς συχνά-συχνότατα τούς... μπερδεύεις με Ευρωπαίους. Γιατί; Είναι κυρίως οι μελωδίες τους, πάνω στις οποίες «κάθονται» οι αυτοσχεδιασμοί, που δεν «κολλάνε» τόσο με το blues, όσο με την ευρωπαϊκή κυρίως και, δευτερευόντως, με την latin παράδοση.
Περαιτέρω είναι διακριτός κι ένας δυναμισμός στο σχήμα, που μάλλον προέρχεται από την επαφή των τεσσάρων με το rock –με κάποιο rock τέλος πάντων–, καθώς αποδεικνύονται πολύ λειτουργικά τα διάφορα «σχήματα» τόσο στα παιξίματα των σαξοφώνων, όσο, κυρίως, του fender rhodes (“Something unsettled”).
Από τις συνθέσεις που ξεχωρίζουν είναι επίσης και η “Verdicts out” με την ιδιαίτερη τενόρικη εισαγωγή της. Το βασικό περίπου οκτάλεπτο κομμάτι, που ακολουθεί τού προλόγου, μοιράζεται σωστά ανάμεσα στο latin piano-playing του Vazquez (συχνά σ’ ένα πνεύμα... νοσταλγίας) και στα σαξόφωνα τού Nasser (δική του η σύνθεση), ο οποίος ανεβοκατεβαίνει τις κλίμακες με ταχύτητα, σε μιαν επίδειξη παθιασμένων φυσημάτων και δεξιοτεχνίας.
Οι Beekman είναι ένα απλό, αλλά πολύ μεστό κουαρτέτο, που παίζει αληθινά σημερινή jazz. Μια jazz, δηλαδή, που χωρίς να απαρνείται το παρελθόν της διατηρεί, ταυτοχρόνως, έναν σύγχρονο groovy βηματισμό.
Επαφή: www.beekmanmusic.com

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ 50 χρόνια από το «Φορτηγό»

Το «Φορτηγό» [Lyra, 11/1966] είναι για τους πάντες, πλέον, ένας δίσκος «τομή» για το ελληνικό τραγούδι του ’60 (και πέραν αυτού).
Αν κι έχει περάσει μισός αιώνας από τότε ο πρώτος εκείνος δίσκος του Διονύση Σαββόπουλου εξακολουθεί να φαντάζει μοναδικός και μόνος, ίσως γιατί κανένας άλλος 20άρης δεν έκανε ποτέ ένα τέτοιο ανατριχιαστικό ντεμπούτο, όλα τα επόμενα χρόνια – κάτι, τέλος πάντων, που να μπορεί να κοντράρει, με τη δημιουργική έννοια, εκείνο το μοναδικό και ακατάτακτο άλμπουμ.
Καμία ταμπέλα δεν ήταν εύκολη, εκείνη ειδικά την εποχή, για το «Φορτηγό» – και το «νέο κύμα», που είχε εμπνευστεί Αλέξανδρος Πατσιφάς (και η εταιρεία Lyra), έμοιαζε πολύ περιοριστικό και κυρίως ασαφές για να περιγράψει ό,τι ακουγόταν στο συγκεκριμένο άλμπουμ.
Εξάλλου, τι σχέση μπορεί να είχαν τα κομμάτια τού «Φορτηγού» με τα αξιοπρεπέστατα εν πάση περιπτώσει τραγούδια του Βιολάρη ή του Πουλόπουλου; Γιατί όλα τούτα «νέο κύμα» τα βάφτιζαν τότε…
Πηγή: «Ο Σαββόπουλος στην Λύρα» 11/1997
Έχουν γραφεί τόσα πολλά για το «Φορτηγό», τις δεκαετίες που ακολούθησαν, ώστε να μην υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος για να προσθέσουμε (καινούρια) περισσότερα εδώ και τώρα. Οι αξίες τού δίσκου είναι προφανείς, και, πάντα, τραγούδια όπως «Οι πλανόδιοι», «Το δέντρο», «Τα πουλιά της δυστυχίας», «Οι παλιοί μας φίλοι» και όλα τα υπόλοιπα θ’ ακούγονται, κάθε φορά, σαν να είναι η πρώτη φορά.
Τι γραφόταν όμως, σε περιοδικά κι εφημερίδες, σε πρώτο χρόνο, για τα τραγούδια τού «Φορτηγού»; Έχει σημασία αυτό. Όχι για τα τραγούδια αυτά καθ’ αυτά, αλλά για την κριτική. Κατά πόσο, δηλαδή, είχε αντιληφθεί το «καινούριο» που κόμιζαν τα νέα άσματα και πόσο κοντά βρισκόταν (η κριτική) σ’ εκείνο που συνέβαινε.
Για να δούμε…

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

SUNDAYMAN για το “Scene Missing”

Είχα γράψει παλαιότερα για τον Sundayman: «Ο… κατά κόσμον Κυριάκος Μουστάκας γεννημένος στην Αθήνα το 1974 ξεκινά τη μουσική διαδρομή του στην Αμερική στα τέλη των 90s, κάνοντας περισσότερο γνωστή (σ’ εμάς) την περίπτωσή του μέσω του άλμπουμ “Retronome”, που κυκλοφόρησε από την Restless Wind τον Ιούνιο του ’12. Ο Sundayman αγαπά, γουστάρει τον παλαιό, κλασικό, ηλεκτρονικό ήχο – και τον πιο πεζογραφημένο του Vangelis, του Jean Michel Jarre και των Neuronium (που τους θυμήθηκα;) και τον πιο ριζοσπαστικό (ας τον αποκαλέσουμε έτσι) των Neu! και των Cluster».
Παρότι τα παραπάνω λόγια αφορούσαν σε προηγούμενο άλμπουμ, εντούτοις δεν απέχουν και πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα τού Sundayman – ενός μουσικού, που εξακολουθεί να παλεύει και να αναμετράται επιτυχώς με τον vintage αναλογικό ηλεκτρονικό ήχο των seventies, δίχως να ξεχνά βεβαίως και το πώς διοχετεύτηκε εκείνος μέσα στην ποπ τραγουδοποιία της δεκαετίας του ’80 (κυρίως). Μάλιστα τούτο το τελευταίο, συχνά, μετατρέπεται και σε βασικό στοιχείο τού πρόσφατου LP του στην Inner Ear, που τιτλοφορείται “Scene Missing” (180άρι βινύλιο, με innersleeve και κάρτα για downloading).
Εννοώ πως ο Sundayman προτείνει ένα ξεκάθαρο eighties στη βάση του άκουσμα, που είναι κάπως σοφιστικέ για να το πεις εντελώς… electro-pop – αν και φρονώ πως κάτι τέτοιο θα ήθελε να δημιουργήσει, εδώ, ο καλός μουσικός. Θα μου πείτε τώρα… δεν το πέτυχε; Όχι, εντάξει… Το “Scene Missing” είναι αρκετά καλό – έχει πολύ καλά κομμάτια, όπως ας πούμε το εισαγωγικό “Jupiter” και το “Dandelion” από την πρώτη πλευρά ή το “Sun king” και το “Alive” από τη δεύτερη–, απλώς το περίμενα κάπως περισσότερο «φωτεινό», δίχως δηλαδή να το σκεπάζει το ελαφρύ (έστω) πέπλο τής ανερμάτιστης μαυρίλας τής… καταραμένης, μουσικώς, δεκαετίας (εκείνης του ’90 εννοώ).
Δεν ξέρω αν γι’ αυτή τη «σκοτεινιά» ευθύνεται ο Sundayman, ο συνεργάτης του Γιώργος Μανωλούδης (έχει γράψει μουσικές σε μερικά tracks, όλους τους στίχους, τραγουδώντας τους κιόλας) ή και οι δυο μαζί. Εκείνο που ξέρω είναι πως το “Scene Missing” θα μπορούσε να υπερκεράσει (με ευκολία φρονώ) κάποια προφανή… δυστοπικά περιβάλλοντα, βγαίνοντας ανελέητα στο ξέφωτο.
Όταν το κατορθώνει είναι τέλειο.
Επαφή: www.inner-ear.gr
 

Ήταν οι Beatles απαγορευμένοι στην Κούβα το 1965; Για δείτε αυτή τη φωτογραφία…

Τη φωτογραφία που βλέπετε την ψάρεψα από το LiFo.gr – δεν ήταν και τόσο δύσκολο δηλαδή!
Είναι τραβηγμένη το 1965 από τον αμερικανό φωτογράφο Lee Lockwood και δείχνει πιτσιρικάδες στο Βεντάδο, στην Αβάνα, όχι απλώς να κρατάνε άλμπουμ των Beatles, αλλά και να φωτογραφίζονται με αυτό! 
Η φωτογραφία περιέχεται στο βιβλίο Lee Lockwood / Castro’s Cuba. An American Journalist’s Inside Look at Cuba, 1959–1969 των εκδόσεων TASCHEN.
Και όπως είχα γράψει σε σχόλιο της 6 Ιουνίου 2016 - 11:52 π.μ., στην ανάρτηση «ΔΙΣΚΟΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ BEATLES ΣΤΟ ΠΡΩΗΝ EASTERN BLOCK ΣΤΑ SIXTIES» απαντώντας σε κάποιον ηλίθιο:
«Η Κούβα, σε πληροφορώ, γιατί είσαι και βλάκας και αστοιχείωτος, είχε πολύ καλές εμπορικές σχέσεις ακόμη και με χώρες της Δύσης, όχι μόνο με του ανατολικού μπλοκ. Με το Μεξικό π.χ. ή με τη Σουηδία. Ακόμη και με τη Γαλλία ή και τον Καναδά».
Πηγή: discogs
Το άλμπουμ των Beatles, που κρατάει ο κουβανός πιτσιρικάς είναι το “The Beatles / Vol.3” στη μεξικάνικη Musart από το 1964.

Μαλάκηδες (στους γνωστούς μαλάκηδες «μαμαμάμες» αναφέρομαι εννοείται), όταν μιλάει ο… θείος-Φώντας να τον ακούτε.
Άιντε τώρα να το πείτε και στους Μανδραβέληδες!

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

το νέο rock είναι εδώ!

Καινούριοι δίσκοι ροκ συγκροτημάτων, που άκουσα το τελευταίο διάστημα. Πλούσιες παραγωγές, που ορισμένες φορές αγγίζουν τις «εκπλήξεις».
EFTERKLANG & KARSTEN FUNDAL: LeavesThe Colour of Falling [Tambourhinoceros, 2016]
Η ροκ όπερα δεν ξέρω αν περνάει μια δεύτερη (ή μια τρίτη) νεότητα, είναι όμως αλήθεια πως τα τελευταία χρόνια έχει ανακάμψει – όπως έχουν ανακάμψει τα πάντα. Ακόμη και στην Ελλάδα ακούσαμε προσφάτως τους Opera Chaotique (και κάποιους άλλους, που δεν μου έρχονται, τώρα, στο μυαλό), ενώ διεθνώς χάνεται η μπάλα. (Αν πατήσεις “rock opera” στο discogs θα βρεις κάπου 10 χιλιάδες λήμματα, που μπορεί να μην αντιστοιχούν βεβαίως σε... 10 χιλιάδες ροκ όπερες, σίγουρα όμως αντιστοιχούν σε κάποιες εκατοντάδες).
Επί του παρόντος η ροκ όπερά μας αποκαλείται “LeavesThe Colour of Falling” και οδηγείται από τους Δανούς Efterklang σε συνεργασία με τον συμπατριώτη τους συνθέτη Karsten Fundal. Ο ίδιος εξηγεί σε σχέση με το “Leaves”: «Θελήσαμε να σπάσουμε τις συμβάσεις της όπερας ως είδος. Το αποτέλεσμα είναι ένας κύκλος τραγουδιών για μια χθόνια λατρεία, ενόσω η Γη θα μπορούσε να βιώνει την καταστροφή της πάνω από το έδαφος. Μιλάμε για την απώλεια – την απώλεια της ταυτότητας, της αγάπης, της ζωής αυτής καθ’ αυτής. Θέλαμε να δημιουργήσουμε μιαν όπερα… κάπως σαν να βρίσκεσαι σε μιαν όμορφη φθινοπωρινή μέρα, βλέποντας τα φύλλα να πέφτουν από ένα δέντρο στον κήπο – γι’ αυτήν την πτώση τραγουδάμε, για το λίκνισμα στον αέρα, που σημαίνει ότι όλα θα χαθούν».
Περισσότερο μια σύγχρονη όπερα και λιγότερο μια… κλασική ροκ όπερα το “Leaves” έχει βεβαίως τις στιγμές του, αν και για τ’ αυτιά μου είναι κάπως δυσκίνητο – όπως εξάλλου οι περισσότερες από τις ροκ όπερες που έχω ακούσει. Υπάρχει έντονη δραματουργία και στα μουσικά και στα τραγουδιστικά patterns (με χορωδίες, scat, φωνητικά και lead φωνητικά), αλλά υπάρχει κι ένα κάπως «κρύο αίμα», που σ’ εμποδίζει να ταυτιστείς με τα συμβάντα. Ας είναι…
ASGER TECHAU: Phonetics [ArtPeople, 2016]
Ο δανός τραγουδοποιός Asger Techau υπήρξε/είναι από τις αρχές των nineties μέλος των Kashmir – ενός από τα πιο διάσημα indie, όπως τα λένε, συγκροτήματα τής σκανδιναυικής χώρας. Στο “Phonetics”, που μάλλον είναι το πρώτο προσωπικό CD του, συνεργάζεται με τον παραγωγό Mario McNulty (έχει δουλέψει με τον David Bowie, την Laurie Anderson και άλλους πολλούς) για μια σειρά τραγουδιών «εσωτερικών δαιμόνων» (όπως επίσης το/τους λένε). Τα τραγούδια του Techau, τα οποία είναι ενοργανωμένα για κιθάρες, μπάσο, ντραμς, πιάνο και σύνθια είναι μέσου τέμπου και αργά, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον δανό τραγουδοποιό να αποτυπώσει ευκρινώς τις μελωδίες του (οι οποίες υποβοηθούνται κατά πολύ από τα πλήκτρα). Με φωνή απαλή, καθαρή και δυνατή (έτσι τραγουδούσε ο κόσμος στα eighties και μετά απ’ αυτά), ο Techau δίνει εδώ μερικά πολύ καλά τραγούδια, όπως είναι το φερώνυμο και το “Brother”, δίχως όμως να κάνει τη μεγάλη διαφορά.
Ένα απλώς ευχάριστο CD είναι το “Phonetics”… όχι κάτι περισσότερο.
PRAY FOR SOUND: Everything is Beautiful [dunk!records, 2016]
Πενταμελής ροκ μπάντα από τη Μασαχουσέτη είναι οι Pray for Sound (Bruce Malley, Chris Larocque, Nick Stewart, Joe Alyward, Steve Aliperta), με το “Everything is Beautiful” να αποτελεί το τρίτο άλμπουμ τους τα τελευταία πέντε χρόνια. Το ελαφρώς περίεργο (πολύ ελαφρώς) περίεργο είναι πως οι Αμερικανοί είναι… ινστρουμενταλίστες, σ’ ένα στυλ που μπορεί να θυμίζει πολλά (My Bloody Valentine) ή ακόμη περισσότερα (να μην πούμε κι άλλα ονόματα).
Έχουν ενδιαφέρον οι συνθέσεις των Pray for Sound; Έχουν – παρότι δεν πρόκειται για τίποτα φοβερό και πρωτάκουστο. Είναι, βεβαίως, καλοπαιγμένες, έχουν ένα ύφος, ένα στυλ, είναι «άνετες» (αναπτύσσονται θέλω να πω, χωρίς δεδηλωμένες μανιέρες), εναλλάσσοντας σκληρά, σκληρότερα, μαλακά και μαλακότερα μέρη, αλλά στο τέλος δεν είμαι σίγουρος αν σου μένει κάτι. Αν μένει κάτι βαθύ και διαρκές εννοώ, γιατί προς ώρας μπορεί να «κολλάς» σε μερικά tracks (“They gave up looking”, “Congratulations, you’re alive”, “'Til the summer comes again”), τα οποία, δείχνουν, όσο να ’ναι, πως το… έπος ξέρουν να το διαχειρίζονται σωστά οι Pray for Sound.
CANCEL OF THE APOCALYPSE: Our Own Democracy [Ger a Life! Records, 2016]
Όταν ένα γαλλικό, «μεταλλικό» στην περίπτωσή μας, συγκρότημα ξεκινάει το άλμπουμ του με κομμάτι που το τιτλοφορεί “Athens”… ε, δεν μπορεί, θα έχει κάποιο ενδιαφέρον. Τι να θέλουν να πουν με την «Αθήνα» τους οι Audrey Paquet τσέλο, MatthieuMilkaMiegeville φωνή, Arnaud Barat κιθάρες, πιάνο και Jeremy Cazorla ντραμς; Για νακούσουμε“This town can be yours and can be mine/ Our town/ They built a town/ Years after years/ they couldn’t hide/ marks and their hands/ They built the law/ for every land/ They couldn’t hide/ It took some time”. Η Αθήνα ως… μια μητρόπολη του Νότου; Κάπως έτσι. 
Πέραν αυτού, τώρα, οι Cancel of Apocalypse δεν είναι ένα τυπικό metal σχήμα. Το τσέλο π.χ. τούς δίνει μια διαφορετική υπόσταση, ενώ υπάρχουν και tracks, που ακούγονται εντελώς διαφορετικά (σαν μπαλάντες… δωματίου), όπως το “A bunch of roses with thorns” φερ’ ειπείν, ενώ άλλα, όπως το “Planes and bombs”, μέσα από τα… κολασμένα φωνητικά τους προωθούν σωστά κοινωνικά μηνύματα (I refuse to be one who killed/ I refuse to pilot anything/ I refuse to be one inside/ I refuse to be the one). Όπως το ίδιο συμβαίνει και με το “The things that can never be done”, το έσχατο (έξοχο) “We were young”, καθώς και με όλα σχεδόν τα υπόλοιπα κομμάτια τους.
Με άπασες τις ποιότητες του είδους εν παρατάξει και με διακριτό πλεονέκτημα τα ωραία στιχάκια τους, οι Cancel of the Apocalypse είναι το σχήμα που μπορεί να κάνει τη διαφορά (μια κάποια διαφορά τέλος πάντων) στο σύγχρονο «μέταλλο».
THE MICRONAUT: Forms [Acker, 2016]
Δεν είναι rock το “Forms” του Mikronaut (άλλως Stefan Streck) είναι electro-pop. Ευχάριστη και μετρημένη electro-pop (με τραγούδια και instros), όπως εκείνη πάνω-κάτω που ακούγαμε στα eighties, με τα σύνθια να αλωνίζουν και με τις κιθάρες να κρατούν έναν πολύ προσγειωμένο και πειθαρχημένο ρόλο. Δεν ξέρω αν είναι πρώην Ανατολικογερμανός ο Streck (καθότι, όπως διάβασα, προέρχεται από τη Λειψία), όμως εκείνο που παρατηρώ ακούγοντας το “Forms” είναι οι… επιρροές από το eastern electro των mid-80s, με τα αναλογικά σύνθια ν’ ακούγονται συχνά παλιομοδίτικα και με τις ρυθμοδομές να έχουν την… στρογγυλεμένη ηθική του «υπαρκτού» (Reinhard Lakomy, Pond, Servi και τέτοια). Μπορεί να είναι και η ιδέα μου δεν ξέρω. Πάντως το “Forms” είναι καλό, και κομμάτια όπως το “Ellipse” θα έκανε τις ντισκοπίστες να ξαναβρούν το χαμένο χρώμα τους.
ANARCHIST REPUBLIC OF BZZZ: United Diktatürs of Europe [Atypeek Music, 2016]]
Ένα πολύ περίεργο σχήμα είναι οι Anarchist Republic of Bzzz – ένα από τα πιο περίεργα που έχω συναντήσει/ακούσει τον τελευταία καιρό, τα τελευταία χρόνια. Ποιοι το αποτελούν; Είναι ένα ζήτημα αυτό, αν μιλάμε για τους Arto Lindsay, Archie Shepp (αρκούν αυτοί οι δύο!), Mike Ladd, Seb El Zin, Luc Ex και διαφόρους άλλους. Πόσοι συνολικώς; Δεκατρείς νοματαίοι, που χειρίζονται κιθάρες, νέι, σαξόφωνα, μπάσο, βιολί, κανονάκι, πικάπ (κάνουν σκρατς εννοώ), ηλεκτρικό σάζι, πλήθος κρουστών, ενώ υπάρχει και τραγούδι. Εκ πρώτης είναι σαν ν’ ακούς πολύ πιο… στοναρισμένους 23 Skidoo, αλλά στην πορεία αντιλαμβάνεσαι πως το θορυβώδες no wave, είναι ακόμη πιο… εθνολογικά πλατύ και κοινωνικά στερεωμένο, ώστε να σε αναγκάζει να τοποθετήσεις τους Anarchist Republic of Bzzz κάπου πιο πέρα και πάντως μόνος τους. Θα επιχειρήσω να περιγράψω λοιπόν αυτό που ακούω με όσο πιο σαφείς, αν και ακατάστατες, λέξεις μπορώ. No wave, ethno-beat, ethno-kraut, hip-hop, anadolu rock. Κάπως το «έπιασα», αλλά θέλει δουλειά ακόμη… Πολύ δυνατό, πυρακτωμένο θα το αποκαλούσα άλμπουμ, που θα το γουστάρουν, σίγουρα, τελείως διαφορετικά ακροατήρια.
QUEEN ELEPHANTINE: Kala [Atypeek Music, 2016]
Παλιοί γνώριμοι οι Queen Elephantine, καθώς ένα προηγούμενο LP τους, το “Scarab”, είχε κυκλοφορήσει πριν τρία χρόνια από την ελληνική Cosmic Eye. Το συγκρότημα, όπως γράφαμε και τότε (17/7/2013)… σχηματίστηκε στο Χονγκ-Κονγκ το 2006, ενώ έχει κυκλοφορήσει κάμποσα CD, CD-R, κασέτες, 7ιντσα και κανονικά άλμπουμ έως σήμερα, με το “Kala” να αποτελεί την πιο πρόσφατη δουλειά τους. Με έδρα, εδώ και χρόνια, το Providence του Rhode Island, οι Queen Elephantine (όπως ξαναγράφαμε και τότε)… εμφανίζουν πολλά στοιχεία, τα οποία θα μπορούσε να τους εκτροχιάζουν από την πιο τυπική διαστημική τροχιά. Δεν έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, μ’ ένα κλασικό lost in space συγκρότημα, αλλά με μιαν ομάδα μουσικών που χειρίζεται εξ ίσου καλώς το βαρύγδουπο stoner, με το... δυσοίωνο επίχρισμα. Πιο doomy και πιο πειραματικό από το “Scarab”, όπως και κάπως «μεταλλικό» ή «μεταλλικότερο» κατά τόπους, το “Kala” είναι ένα βαρύ, σκληροτράχηλο άλμπουμ με τα πιο… αισθαντικά στοιχεία του να εμφανίζονται σε λίγα σχετικώς tracks (“Onyx”, “Throne of the void the hundred petal lotus”) και να είναι, προφανώς θα πω εγώ, τα ωραιότερα.
Οι Queen Elephantine το πάνε «παραπέρα» με το “Kala”, δίχως, όμως, την απαραίτητη κάλυψη (από τα μέσα).
CHROMB!: 1000 [Atypeek Music, 2016]
Άλλη μιαν… ωραία παραξενιά αποτελεί και το “1000” των Chromb!. Γάλλοι πρέπει να είναι οι Chromb! αν κρίνω από τα ονόματά τους (Léo Dumont ντραμς, κρουστά, φωνή, Camille Durieux πιάνο, σύνθια, Lucas Hercberg μπάσο, σύνθια, Antoine Mermet σαξόφωνα, σύνθια) κι ένα μείγμα RIO, Canterbury και σκληροπυρηνικού αβαντγκαρντίστικου jazz-rock (o John Zorn μπορεί να είναι μια καλή αναφορά-επιρροή) είναι η μουσική τους στο “1000”, ένα άλμπουμ που προσφέρει πολύ έντονες ορχηστρικές συνθέσεις, συχνά σε γρήγορα tempi και με συνεχή «γεμίσματα» απ’ όλα τα όργανα. Η ενεργητικότητα και ο δυναμισμός (ας πούμε του rock) είναι τα βασικά γνωρίσματα της μουσικής των Chromb!, οι οποίοι τα «χώνουν» μονίμως και διαρκώς, πριν μας εκπλήξουν με το πιο progressive κομμάτι τους (με τα ωραία σαξόφωνα, πλήκτρα και φωνητικά), το έσχατο “Il en fallait”, που κατακρατεί στοιχεία από ZNR και King Crimson, επενδύοντας ιδιαιτέρως στο ρυθμικό τμήμα.
SHAMAN ELEPHANT: Crystals [Karisma, 2016]
Το (σύγχρονο) progressive rock πάει καλά στη Νορβηγία, με τα σχετικά συγκροτήματα (Seven Impale, D'AccorD, Occicles κ.λπ.), το ένα μετά το άλλο όπως λέμε, να δίνουν δισκάκια, δίσκους και… δισκάρες. Τετράδα είναι οι Shaman Elephant, προέρχονται από το Bergen και αποτελούνται από τους Jonas Særsten όργανο, πλήκτρα, κιθάρες, φωνητικά, Eirik Sejersted Vognstølen κιθάρες, φωνή, Ole-Andreas Sæbø Jensen μπάσο, φωνή, κρουστά, κιθάρες και Jard Hole ντραμς, κρουστά. Το στυλ τους έχει αναφορές στο κλασικό… αρτίστικο progressive (οι Yes θα παραμένουν πάντα μια πρωταρχική αναφορά), μπολιάζοντάς το όμως με αρκετά hard στοιχεία. Υπάρχουν οι ωραίες απλωμένες μελωδίες, σωστή δουλειά στον αρμονικό τομέα (ιδίως μέσω των προσεγμένων φωνητικών), αλλά υπάρχει και πολύ αποφασιστικό rhythm section, με τα σολιστικά μέρη να έρχονται συχνά σε δεύτερη μοίρα – μιας και το ομαδικό παίξιμο προβάλλεται περισσότερο από τις γραμμές του γκρουπ. Όλα τα κομμάτια των Shaman Elephant έχουν ενδιαφέρον και δύσκολα μπορείς κάποιο να ξεχωρίσεις. Το “Crystals” διαθέτει δηλαδή φοβερή ενότητα σαν άλμπουμ και παρότι η διάρκειά του δεν είναι και μικρή (ξεπερνά τα 45 λεπτά), νοιώθεις –κι έτσι είναι– να μην περισσεύει τίποτα. Βεβαίως τα δύο μεγαλύτερα σε διάρκεια tracks που βρίσκονται στο τέλος τού άλμπουμ (το 10λεπτο “The jazz” και το 13λεπτο “Stoned conceptions”) είναι εκείνα που κερδίζουν τις εντυπώσεις (και όχι μόνον επειδή ακούγονται τελευταία), με τους Shaman Elephant να μου θυμίζουν τα… εκτραχηλισμένα italian prog σχήματα των seventies (τους Alphataurus π.χ.).
Δυνατό CD, που… μάλλον θα ενθουσιάσει τους φίλους του σύγχρονου hard-prog.
Επαφή για όλα τα CD: www.creative-eclipse.com