Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

YOUN SUN NAH – ERIC SCHAEFER δύο CD της ACT Music + Vision

YOUN SUN NAH: She Moves On [ACT 9037-2, 2017]
Δεν ξέρω αν γεμίζει το κενό από το προηγούμενο άλμπουμ της στην ACT (το “Lento” του 2013), όμως και αυτό το CD της Youn Sun Nah έχει πράγματα να δώσει και βεβαίως να διατρανώσει. Βασικά, το γνωστό και αναμενόμενο. Πως η Νοτιοκορεάτισσα είναι «αηδόνι», με φοβερές φωνητικές/εκφραστικές δυνατότητες. Είναι αυτό που λέμε, δηλαδή, μια «τέλεια τραγουδίστρια». Η φωνή της είναι εντυπωσιακή χωρίς φτηνά να εντυπωσιάζει. Ολοκάθαρη, ολοστρόγγυλη, με έκταση, με χρώμα, με εκπληκτική άρθρωση και καταλήξεις… τα ’χει όλα στο τσεπάκι της. Και όταν λέμε «όλα» εννοούμε όλα. Δικά της κομμάτια και των συνεργατών της, ποπ, ροκ, φολκ, τα πάντα. Όλα τα προσαρμόζει στις δικές της (μεγάλες) δυνατότητες και, χωρίς, το ξαναλέω, να εντυπωσιάζει με… ψεύτικες κορδέλες, δίνει ένα άλμπουμ ολοκληρωτικά δικό της. Βεβαίως, οι ενορχηστρώσεις και οι μουσικοί που συμμετέχουν (ο Jamie Saft που χειρίζεται όλα τα πλήκτρα, ο Brad Jones που παίζει κοντραμπάσο, ο ντράμερ Dan Rieser, ο άσσος Marc Ribot στις κιθάρες συν τα έγχορδα, δύο βιολιά, βιόλα, βιολοντσέλο) προσφέρουν πολλά, όμως… όμως… τίποτα απολύτως δεν θα συνέβαινε χωρίς τη φωνή τής Youn Sun Nah.
Εδώ, λοιπόν, την ακούμε να τραγουδά, εκπληκτικά, το ξαναλέω, δικά της τραγούδια και ακόμη Lou Reed, Paul Simon, Joni Mitchell, Jimi Hendrix, Fairport Convnetion, “Black is the color of my true loves hair”, τζαζ στάνταρντ και άλλα με απίστευτη άνεση, δίχως ποτέ να παρεκκλίνει από το υψηλό και το… ανήκουστο.
Δεν έχω κάτι άλλο να πω γι’ αυτή την τραγουδίστρια. Αν και θα προτιμούσα ένα άλμπουμ με καινούρια (δικά της και άλλων) τραγούδια, δεν υπάρχει περίπτωση, ακούγοντας το “She Moves on”, να μη συμφωνήσεις πως ακόμη και τις versions, όταν ερμηνεύονται από την Youn Sun Nah, είναι σαν να τις ακούς για πρώτη φορά.
 
ERIC SCHAEFER: Kyoto mon Amour [ACT 9835-2, 2017]
Ντράμερ είναι ο Γερμανός Eric Schaefer, με καλή δισκογραφία στην ACT και με κάποιο παρελθόν (εκτός ACT), για το οποίο έχουν γίνει αναφορές και στο δισκορυχείον. Στο παρόν CD ο Schaefer πράττει κάτι πρωτότυπο. Έχοντας επισκεφθεί την παλαιά, αυτοκρατορική πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, το Κυότο, κι έχοντας συγχρωτιστεί με ανθρώπους, εμπλακεί σε καταστάσεις και μελετήσει την τοπική ιστορία, επιστρέφει στην πατρίδα του και ηχογραφεί στο Βερολίνο ένα άλμπουμ εις ανάμνησιν όλων όσων έζησε στη μακρινή χώρα της Ανατολής. 
Το “Kyoto mon Amour” δεν είναι ένα τζαζ άλμπουμ με τη στενή έννοια, και ενδεχομένως να μην είναι ούτε και με την πλατιά. Περιέχει κατά βάση μουσικές φολκ ενδιαφέροντος, που αποδίδονται από ένα μικρό σχήμα –ένα κουαρτέτο–, το οποίο αποτελούν οι: Kazutoki Umezu κλαρίνο & μπάσο κλαρίνο, Naoko Kikuchi κότο, John Eckhardt μπάσο και Eric Schaefer ντραμς. Οι συνθέσεις, τώρα, αν και όλες ενός κάποιου ιαπωνικού προφίλ (που άλλοτε φτάνει πολύ βαθιά, και άλλοτε μένει στους τίτλους), δεν είναι πάντα γραμμένες από Ιάπωνες. Από τα 11+1 tracks του CD τα επτά ανήκουν στον Schaefer, τρία είναι ιαπώνων συνθετών, ένα προέρχεται από το OST της ταινίας «Χιροσίμα Αγάπη μου» του Αλέν Ρενέ (μουσική: Georges Delerue & Giovanni Fusco) και ένα, το bonus, είναι μια διασκευή σε μια παβάνα του Ravel.
ΤoKyoto mon Amour” είναι ένα ιδιόμορφο άλμπουμ, προφανούς θα έλεγα ιαπωνικότητας – ακόμη και όταν αυτή (η ιαπωνικότητα) δεν προβλέπεται να είναι τόσο προφανής.

Η ACT Music + Vision εισάγεται στην Ελλάδα από την AN Music

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 29

22/6/2017
>>Η κυρία Σοφία, 47 ετών και μητέρα τριών κοριτσιών, που κατέβηκε στη διαδήλωση με πλακάτ στον λαιμό, ανέλαβε να συνοψίσει γιατί η κυβέρνηση της χώρας έχει τα μαύρα της τα χάλια: «Τα κορίτσια μου πάνε σε ιδιωτικό σχολείο και τα πάμε μόνο σε ιδιώτες γιατρούς. Γιατί εγώ να πληρώνω φόρους για το παιδί του διπλανού που δεν έχει λεφτά; Εγώ αγωνίζομαι για τα δικά μου παιδιά».<<
Αυτή η ανοησία δεν είναι τωρινή. Είναι παμπάλαια. Είναι η βάση του νεοφιλελευθερισμού, και κάτι τέτοια τα έλεγε ο Μίλτον Φρίντμαν στα σέβεντις. 
Από συνέντευξή του στο περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ της αμερικάνικης πρεσβείας (τεύχος 17, Φθινόπωρο 1975) υπό τον τίτλο «Ισότητα – Εχθρός της Ελευθερίας;»:
«Δεν υπάρχει “κοινωνία”, που να μπορεί να προσφέρει οτιδήποτε. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι. Αυτό που εννοείτε (σ.σ. απαντάει σε άλλον) είναι ότι μερικοί πολίτες θα πρέπει να πληρώνουν για τη διατήρηση της υγείας των άλλων (σ.σ. πράγμα που το θεωρεί ανελεύθερο!)».
Βασικά, εκείνο που έθετε ο καθηγητής τού Πανεπιστημίου του Σικάγου ήταν η εξασφάλιση ενός κατωτέρου εισοδήματος για τους φτωχούς (ίσα-ίσα για να μην πεθαίνουν από την πείνα – τα λέει και ο Μάνος κάτι τέτοια) και από ’κει και πέρα η δυνατότητα να απολαβαίνεις (από παιδεία και υγεία, μέχρι ταξίδια και λοιπές υλικές απολαύσεις) ανάλογα με το πόσα έχεις ή βγάζεις.

22/6/2107
Πριν μερικές μέρες (11 Ιουνίου) πέθανε, στα 67 του, ο ρουμάνος ντράμερ του free-improv Corneliu Stroe. Εντάξει, εδώ πέρα δεν πρόκειται ν’ ασχοληθεί κανείς, αλλά, αφού το έμαθα, ας πω δυο λόγια.
Ο Stroe ήταν μέλος της μπάντας του πιανίστα Harry Tavitian κι είχε ηχογραφήσει μαζί του για την Leo Records, του Ρώσου Leo Feigin στα έιτις (εκεί είχαν βγει και δίσκοι του Σάκη Παπαδημητρίου ως γνωστόν). Stroe και Tavitian είχαν εμφανιστεί μαζί με τον Φλώρο Φλωρίδη στα 90s, στο Ιάσιο, στη Ρουμανία, ενώ Φλωρίδης και Tavitian είχαν εμφανιστεί και στην Αθήνα, στη γιορτή για τα 600 τεύχη του περιοδικού ΑΝΤΙ (την άνοιξη του ’96). Δεν θυμάμαι αν ήταν μαζί τους και ο Stroe…

21/6/2017
Tο «Πίσω απ’ τη Βιτρίνα» (1981) είναι ένας από τους καλύτερους ελληνικούς δίσκους της δεκαετίας του ’80. Αν και δεν είμαι «παπαδοπουλικός» ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έγραψε μερικούς από τους καλύτερους λυρικούς στίχους του στην πρώτη πλευρά του άλμπουμ, καθώς στη δεύτερη οι στίχοι ήταν κοινωνικοπολιτικοί και ανήκαν στον Κώστα Τριπολίτη. Μουσικές βεβαίως από τον Γιώργο Χατζηνάσιο και τραγούδι από τον Γιάννη Κούτρα. Από την πλευρά του Τριπολίτη είναι το τραγούδι που ακούμε…
Ο τύπος που το ανέβασε «σκότωσε» το βίντεό του μ’ αυτή την άθλια φωτογραφία. Δυστυχώς δεν υπάρχει άλλο στο YouTube. Το τραγούδι έχει ελάχιστα views μέσα σε 3 χρόνια. Ντροπή...

19/6/2017
Η ηλεκτρονική γραφειοκρατία είναι ασυζητητί πιο οργουελική από τη συμβατική. Πρόκειται για ένα τρομοκρατικό σύστημα, που μπορεί να σε εκμηδενίσει και να σε ισοπεδώσει ψυχολογικά από τη μια στιγμή στην άλλη.
Τη συμβατική απλώς την αντιπαθούσα, αυτήν τη σιχαίνομαι.

17/6/2017
Και ο Κουρής κάτι τέτοιες αρλούμπες γράφει...
(πριν 10 μέρες)

TO NEO ROCK

N’ ακούσουμε και να γράψουμε τα σχετικά για μερικά σύγχρονα rock άλμπουμ, που έφθασαν πρόσφατα στα χέρια μας. Πολλά τα ενδιαφέροντα…
NIHILING: Batteri [Kapitan Platte, 2107]
Το “Batteri” είναι το τέταρτο άλμπουμ των Γερμανών Nihiling (έδρα τους το Αμβούργο), το οποίο κυκλοφορεί σε 2LP και βεβαίως σε CD. Οκτώ… κάπως ευμεγέθη κομμάτια περιλαμβάνονται εδώ, έχοντας διάρκειες από 5:18 έως 8:58 λεπτά, και τα οποία κινούνται στο χώρο του σύγχρονου rock – εκείνου που, χοντρικά, αποκαλείται post-rock. Χωρίς εμφανείς αναφορές στο παρελθόν (εμφανείς λέω…) και με την κιθάρα σε πρώτο ρόλο, οι Nihiling τα καταφέρνουν μια χαρά στα τραγούδια τους, αν και αρκετές φορές μού δημιουργήθηκε η βεβαιότητα πως θα ήταν ακόμη καλύτερα τα πράγματα αν δεν υπήρχαν τραγούδια και υπήρχαν μόνον ορχηστρικά. Δεν είναι τόσο η γυναικεία φωνή (που αποδίδει στα αγγλικά με γερμανική προφορά), όσο κυρίως το γεγονός πως στα οργανικά τους έχουν, ώρες-ώρες, μερικά έξοχα ξεπετάγματα τα οποία φρενάρονται από το λόγο (στο “Power rangers” αναφέρομαι). Γενικά, θα έλεγα πως οι Nihiling είναι ένα σχήμα, που ξέρει να παρουσιάζει καλές μουσικές, ακόμη και όταν οι διάρκειες ξεφεύγουν, με μεγαλύτερη επιτυχία, πάντως, όταν κινούνται συγκεντρωμένοι προς το έπος, παρά «χαμένοι» προς τον λυρισμό. Αν και, ενίοτε, το ένα δεν αποκλείει το άλλο (“Cellardoor”).
BELOW THE SUN: Alien World [Temple of Torturous, 2017]
Το Κράσνογιάρσκ είναι μια μεγάλη πόλη, με περισσότερο από ένα εκατομμύριο ανθρώπους, χαμένη κάπου στην κεντρική-νότια Σιβηρία. Απ’ αυτή την πόλη προέρχονται οι Below the Sun, ένα «μεταλλικό» συγκρότημα, που κυκλοφορεί τώρα το δεύτερο CD του. Το “Alien World” μπορεί ως τίτλος να παραπέμπει στο Σολάρις, του Στάνισλαβ Λεμ, όμως το συγκρότημα δεν είναι από ηχητικής πλευράς ένα space όχημα – και το λέμε τούτο παρά το γεγονός πως ορισμένες φορές το «κοσμικό» στοιχείο (και οι Pink Floyd) δεν απουσιάζουν από τις αναφορές του. Παίζουν καλά οι Ρώσοι και ωραίες συνθέσεις έχουν και σωστά τις αναπτύσσουν, όταν όμως αρχίζουν να τραγουδούν μ’ αυτά τα… σατανικά, βοθρώδη, doomy, φωνητικά, κάπου με ωθούν στο να μην τους πάρω στα σοβαρά. Ενώ, το πιστεύω αυτό, δεν είναι τέτοια η… επιδίωξή τους. Το συγκρότημα, εννοώ, στέκεται πολύ καλά, και έξω από τη μυθολογία του «μαύρου μετάλλου», καθώς ακόμη και το στόρι του (έτσι όπως το προβάλλουν) με τον «Τυφλό ωκεανό» και την «Αυγή για κανέναν» είναι σωστά ενταγμένο μέσα στη… σοβιετική φουτουριστική παράδοση.
PÙ: Tunguska: Last Transmission [Atypeek Music, 2017]
Δεν έχω πολλά πράγματα να πω για τους «σκοτεινούς» Pù και για το mini-CD τους “Tunguska: Last Transmission” με τα τέσσερα κομμάτια (και τη συνολική διάρκεια περί τα 18 λεπτά). Δεν ξέρω αν είναι Ρώσοι οι Pù (μ’ ένα πρώτο ψάξιμο δεν εντόπισα κάτι), Τουνγκούσκα όμως είναι ποτάμι και περιοχή της Σιβηρίας, κοντά στο Κράσνογιάρσκ (πατρίδα των Below the Sun, για του οποίους γράψαμε πιο πάνω), γνωστό (το όνομα) από την κοσμική έκρηξη που ξεπάστρεψε μια δασώδη περιοχή σε ακτίνα δεκάδων χιλιομέτρων, το 1908. Πιθανώς οι Pù να είχαν κατά νου ένα σάουντρακ για ’κείνο το γεγονός, κάτι που ως ιδέα θα μπορούσε να λειτουργήσει, αλλά ως “Tunguska: Last Transmission” δεν ξέρω αν λειτουργεί και τόσο. Διατηρώ επιφυλάξεις θέλω να πω. Τα τέσσερα κομμάτια του mini-CD δεν είναι ακριβώς γραμμικά / αφηγηματικά –καθώς αφήνουν ελεύθερους χώρους για την «έκπληξη»– αν και στην ουσία το track που ξεχωρίζει, πραγματικά, είναι μόνο το τελευταίο, το “Eastern western”, με τις ωραίες κιθάρες και την αργά αναπτυσσόμενη μελωδία του.
CANTENAC DAGAR: Stilletonne [Atypeek Music/ SK Records/ Isola Records, 2017]
Δύο Γάλλοι είναι οι Cantenac Dagar, που χειρίζονται ηλεκτρονικά, κρουστά, μπάντζο, παίζοντας με κασετόφωνο και πιάνοντας ρυθμούς με το στόμα. Το “Stilletonne” κυκλοφορεί σε LP και CD, έχει μόλις δύο κομμάτια (21 και 27 λεπτών), που καταλαμβάνουν τις δύο πλευρές του βινυλίου, και γενικά θα το περιγράφαμε ως ένα electro / experimental/ progressive άλμπουμ, που θα μπορούσε να ανήκει σ’ εκείνη τη μουσική οικογένεια, που ξεκίνησε από τους Silver Apples στα sixties, πέρασε στους Suicide στα seventies και τα eighties, πριν καταλήξει… και στους Cantenac Dagar. Φυσικά και γαλλικές αναφορές μπορεί να αναζητηθούν εδώ π.χ. από Heldon μέχρι και Ghédalia Tazartès (χωρίς τις φωνές), αν και τούτοι εδώ οι Γάλλοι (ο Aymeric Hainaux και ο Stéphane Barascud) είναι οι περισσότερο «χαμένοι» απ’ όσους δικούς τους μπορώ να σκεφτώ. Πολύ καλοί!!
THE SOUNDBYTE: Solitary IV [Temple of Torturous, 2017]
Πίσω από τους Soundbyte βρίσκεται ο συνθέτης και κιθαρίστας Trond Engum, μέλος ενός ακρογωνιαίου γκρουπ τού νορβηγικού doom metal, των The 3rd and the Mortal. Από το 2004 κινεί το συγκεκριμένο πρότζεκτ ο Engum, φθάνοντάς το σ’ ένα σημείο αρκετά υψηλό και πάντως πέραν εκείνου τού συγκροτήματός του. Τι είναι οι Soundbyte; Ένας μελετημένος συνδυασμός ιδιόμορφου «μετάλλου» (ας το πούμε κάπως πειραματικό-progressive) και παγανιστικού φολκ, από ’κείνο που πάντα θα ευδοκιμεί στη Βόρεια Ευρώπη. Υπάρχουν ακόμη γυναικεία φωνητικά, ωραία λυρικά guitar passages, καθώς και μια άπλα μελωδική που επιτείνει το αίσθημα του λυρισμού και της… απώλειας. Βαρύ άκουσμα, που είναι σωστά «δεμένο» και αναπτύσσεται με τον πρέποντα τρόπο.
AMANTRA: As it Should Have Been [Atypeek Music/ Avalanche Recordings, 2017]
Amantra είναι ένα alter ego του Γάλλου Thierry Arnal. Ο Arnal όμως έχει κι άλλα «εγώ», καθώς ως Fragment ηχογραφεί από το 2008, έχοντας κυκλοφορήσει αρκετό υλικό. Προς ποια κατεύθυνση; Ένα κάπως παράταιρο μίγμα σκληρού ροκ (ας το πούμε και ελαφρώς «μεταλλικό»), pop-shoegaze αφέλειας και κάποιων επίσης ελαφρών ηλεκτρονικο-πειραματισμών. Το πράγμα δουλεύει, δίχως, πάντως, να καταφέρνει να αρθεί και του αναμενόμενου.
Επαφή για όλα: www.creative-eclipse.com  

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Λίγες σκέψεις πάνω στο άρθρο του καθηγητή Στάθη Ν. Καλύβα για τα 50 χρόνια από τη χούντα, στην Καθημερινή, που τάραξε τα social media - Πόσο «άνθισαν» οι Τέχνες επί δικτατορίας και γιατί η νεολαία προσέγγισε «μαζικά τα δυτικά πρότυπα διασκέδασης»;

Πριν λίγες μέρες (18/6/2017) δημοσιεύτηκε στο kathimerini.gr άρθρο του καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale Στάθη Ν. Καλύβα υπό τον τίτλο «Μια παράδοξη κληρονομιά». Το άρθρο του καθηγητή Καλύβα ξεκινούσε ως εξής:
«Η​​ επέτειος πενήντα χρόνων από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου προσφέρεται ως ευκαιρία για αναστοχασμό. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η σημερινή πραγματικότητα είναι σε κάποιο, μάλλον όχι ασήμαντο, βαθμό προϊόν και της δικτατορίας. Ποιες όμως ήταν οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της για τη χώρα μας; Σε τι θα διέφερε η Ελλάδα σήμερα εάν δεν είχε γίνει το πραξικόπημα τότε; Τι ακριβώς μας κληροδότησε; Τι κουβαλάμε πάνω μας απ’ αυτό το ιστορικό παρελθόν; Πρόκειται προφανώς για δύσκολα και μάλλον αναπάντητα ερωτήματα, που δεν μπορούμε όμως και δεν πρέπει να αποφεύγουμε».
Όντως τα ερωτήματα αυτά είναι δύσκολα και δεν μπορεί να απαντηθούν χωρίς κάποιες μικρές ή και μεγαλύτερες αυθαιρεσίες. Ίσως, μάλιστα, δεν έχει και νόημα πια ν’ απαντηθούν, καθότι τα χρόνια έχουν περάσει –μισός αιώνας είναι αυτός– και λίγοι πλέον ενδιαφέρονται, στις μέρες μας, για την πρακτική ουσία τέτοιων «αγωνιών».
Αν υπάρχει, τώρα, ένα βασικό πρόβλημα στο άρθρο του καθηγητή Καλύβα αυτό έχει να κάνει με το γεγονός πως είναι γραμμένο από την υπερατλαντική και ακροκεντρώα μεριά. Και εξηγούμαι…
Ο Καλύβας αγνοεί παντελώς (θέλει ν’ αγνοεί δηλαδή) το γεγονός πως το στελεχικό φάσμα της χούντας περιελάμβανε και μια τρανή εγκληματική «περιοχή», την οποίαν αποτελούσαν απομεινάρια των Χιτών και των δοσιλόγων της Γερμανικής Κατοχής και των στηριγμένων από την Αμερική «νικητών» τού Εμφυλίου, καθώς και της επακόλουθης αντικομμουνιστικής υστερίας, της βίας και της τρομοκρατίας τής πρώτης περιόδου του Καραμανλή (Οκτώβριος ’55 – Ιούνιος ’63). Ήταν, δηλαδή, ένα καθεστώς ακραίο και δολοφονικά «μακαρθικό», που στόχο είχε την πλήρη πάταξη των ηττημένων στον Εμφύλιο – όσων ακόμη, τέλος πάντων, διανοούνταν να δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και δεν είχαν καταφύγει, κυνηγημένοι, στις χώρες του λεγόμενου «παραπετάσματος».
Η χούντα ήταν, με άλλα λόγια, ο εξτρεμιστικός αντικομμουνισμός (υπήρχε και ο «επιστημονικός» φυσικά τού Γεωργαλά), τα βασανιστήρια, οι φυλακίσεις, τα εγκλήματα και οι διώξεις, όλων εκείνων –μερικών δεκάδων χιλιάδων τέλος πάντων– που δεν υπέκυψαν στην άνωθεν τρομοκρατία και που επιχείρησαν εντός των συνόρων (μα και στο εξωτερικό) την ανατροπή ενός σφόδρα αντιδημοκρατικού καθεστώτος με δράσεις άλλοτε χαμηλού και άλλοτε υψηλότερου κοινωνικού προφίλ. Γιατί όλοι οι υπόλοιποι, όπως είχε πει ευφυώς κάποτε και ο Τάσος Φαληρέας, είχαν απλά αντικαταστήσει το βουλευτή με το λοχαγό.

Η συνέχεια εδώ…
http://www.lifo.gr/articles/opinions/149560

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

KAMASI WASHINGTON

Συνέβαινε με την τζαζ αυτό και δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Πάντα στην 100χρονη ιστορία της κάποια πρόσωπα έβγαιναν μπροστά και χάραζαν καινούριους δρόμους. Είναι τα πρόσωπα εκείνα που δεν καινοτομούσαν απλά, αλλά αποτελούσαν, για τα μέτρα του χώρου, και τις εμπορικές αιχμές του. Το χρειαζόταν αυτό η τζαζ και το χρειάζεται – τους ανθρώπους, δηλαδή, που θα σύρουν το χορό σε κάθε εποχή, παρασύροντας στη δίνη της καινούρια πλήθη. Ο αμερικανός τενόρο σαξοφωνίστας Kamasi Washington είναι ο άνθρωπος, που μπορεί να πάει, σήμερα, την τζαζ πιο κάτω. Και κυρίως να δώσει την ώθηση ώστε να μετεξελιχθεί σε ολοκληρωμένο οργανισμό εκείνο που φαίνεται, σιγά-σιγά, να αναπτύσσεται. Ένα ολιστικό τζαζ άκουσμα, που να περικλείει κάθε πτυχή τής 100χρονης μαύρης μουσικής μέσα από ένα σημερινό άλεσμα. Το να ισχυρίζεται, λοιπόν, κάποιος πως «έχουν ειπωθεί τα πάντα» στη μουσική είναι η μισή μόνον αλήθεια, καθώς η άλλη μισή βρίσκεται στο πώς όλα αυτά «τα πάντα» θα μετατραπούν σε κάτι νέο. Εκεί ακριβώς μπαίνει ο Kamasi Washington για να πει την… προτελευταία λέξη.
Γεννημένος στο Λος Άντζελες το 1981, ο Washington μεγαλώνει σε μουσική οικογένεια. Σπουδάζει μουσική σε καλά σχολεία και Εθνομουσικολογία στο UCLA. Οι ρυθμοί απ’ όπου κι αν προέρχονται (Αφρική, Ασία, Αμερική…) κεντρίζουν από την αρχή την προσοχή του, ξεκινώντας να παίζει με ροκ και τζαζ συγκροτήματα και καλλιτέχνες. Στη δισκογραφία, από τις πιο παλιές του εμφανίσεις, είναι εκείνες σε άλμπουμ του τραγουδοποιού Ryan Adams (2001) και των «εναλλακτικών» Twilight Singers (2003), πριν ξεκινήσει την πιο προσωπική τζαζ διαδρομή του, στην αρχή με κάποιες αυτοεκδόσεις, που δεν γνώρισαν όμως μεγάλη επιτυχία. Για έναν τζάζμαν όμως, όπως ήταν ο Washington, πολλά αρχίζουν και τελειώνουν πάνω στο πάλκο. Έτσι, τον συναντάμε από νωρίς να παίζει δίπλα στους Herbie Hancock, Gerald Wilson, George Duke και βασικά στον Wayne Shorter, που θ’ αποτελέσει μια από τις κυριότερες πρώιμες αναφορές του. Ακόμη, κοντά στον τρομπετίστα Gerald Wilson ο Kamasi Washington θ’ αρχίσει να κάνει «όνομα» σιγά-σιγά, καθώς θ’ αποτελέσει μέλος της ορχήστρας του για τέσσερα άλμπουμ (2005-2011).
Πριν φτάσουμε στο “The Epic” του 2015, που άλλαξε την καριέρα του Washington, ου μην αλλά και της ίδιας της σύγχρονης τζαζ, υπάρχουν ακόμη ορισμένα tips που έχουν τη σημασία τους. Κατ’ αρχάς η παρουσία τού Kamasi στους punk-jazz Throttle Elevator Music, που κατακρατούν στοιχεία από τους soul-jazz «πατέρες» του ’60 μέχρι Material, Ronald Shannon Jackson και τις ακόμη πιο σύγχρονες street ρυθμολογίες. Εξαιρετικοί. Δεύτερον μια συμμετοχή του Kamasi, που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Η παρουσία του σ’ ένα από τα σημαντικότερα «μαύρα» άλμπουμ των τελευταίων ετών, στο “To Pimp a Butterfly” (2015) του Kendrick Lamar. Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάνουμε στο «Έπος»…
Το άλμπουμ κυκλοφορεί σε τριπλό βινύλιο, τον Μάιο του 2015 από την εταιρεία τού DJ, ράπερ και παραγωγού Flying Lotus, την Brainfeeder από το L.A. κι έχει κατ’ αρχάς ένα καταπληκτικό εξώφυλλο – συνέχεια των space covers του Sun Ra τύπου “Astro Black”. Ο Kamasi Washington μπροστά με το τενόρο του και πίσω πλανήτες, δορυφόροι και αστέρια σε ασπρόμαυρο φόντο.
Το “The Epic” μπορεί να μην είναι εύκολο να περιγραφεί, το γεγονός όμως πως βρέθηκε μέσα σε όλες τις λίστες με τα καλύτερα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν πρόπερσι λέει πολλά – ή, ίσως, και τα πάντα.

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Αυτά είναι μερικά από τα ωραιότερα ελληνικά άλμπουμ, που ακούσαμε το τελευταίο διάστημα: electro, folk-psych, jazz, surf, americana

AKIS: Space, Time and Beyond/ Selected Works 1986-2016 [Into the Light]
Νέο 2LP από την Into the Light, αυτή τη φορά αφιερωμένο σ’ έναν ακόμη έλληνα συνθέτη ηλεκτρονικής μουσικής, που ξεκίνησε στα eighties και που εξακολουθεί και σήμερα να παρουσιάζει και να ηχογραφεί με (καλλιτεχνική) επιτυχία. Το όνομά του Akis ή Άκης Δαούτης.
Αν και τον Δαούτη τον θυμάμαι από νωρίς στα χρόνια του ’80, όταν είχε περάσει κάτι φεγγάρια, ως μπασίστας, από τις Μουσικές Ταξιαρχίες, τον Akis άργησα πολύ να τον μάθω. Ακόμη και όταν άκουσα το δικό του σάουντρακ από την ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη «Από την Άκρη της Πόλης» (1999) δεν είχα συνειδητοποιήσει ποιος ήταν ο Akis και πώς, τέλος πάντων, από τον Δαούτη με τον Πανούση, φθάναμε (τότε) στον Δαούτη με τον Γιάνναρη.
Βασικά, είχα χάσει το επεισόδιο τού άλμπουμ “Into the Light”, που είχε βγει στην Music Box το 1990 και το οποίο είχα υποτιμήσει λόγω ονόματος. Akis… τρέχα γύρευε δηλαδή. Δεν είχα δώσει την παραμικρή σημασία. Τον δίσκο, εννοώ, τον συναντούσα μπροστά μου συνεχώς, αλλά ποτέ δεν μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον για να τον αγοράσω – ούτε όταν κόστιζε ένα πεντακοσάρικο (δραχμές), ούτε όταν κόστιζε 5 ευρώ. Τώρα, για έναν όχι ανεξήγητο λόγο, το άλμπουμ αυτό χτυπάει στο discogs 300άρια(!), κι εγώ… γελάω. Όχι φυσικά με το πάθημά μου…
Χαίρομαι, λοιπόν, γιατί μια τόσο περιποιημένη συλλογή (σαν αυτές που κυκλοφορεί από καιρού εις καιρόν η Into the Light) θα μου δώσει την ευκαιρία να μπω στον ηλεκτρονικό κόσμο τού Άκη Δαούτη, εκτιμώντας συνολικά τη συμπυκνωμένη ύλη τού “Space, Time and Beyond”, που περιλαμβάνει 16 εγγραφές (6 στη Side A, 3 στη Side B, 3 στην Side C και 4 στην Side D), άπασες ολοκληρωμένες την τελευταία 30ετία (1986-2016).
Να πούμε, κατ’ αρχάς, πως ο Δαούτης δεν χρησιμοποιεί αποκλειστικά και μόνο συνθεσάιζερ στις παραγωγές του. Θέση, ανάμεσα, διεκδικούν και πιο… συμβατικά όργανα (κλαρινέτο, σαξόφωνα, κιθάρες, τρομπέτα, μπάσο), με αποτέλεσμα οι συνθέσεις του να αντιμετωπίζονται, συχνά, όχι ως αμιγώς ηλεκτρονικές, αλλά ως ημι-ηλεκτρονικές.

Η συνέχεια εδώ…

ΔΥΟ CD ΤΗΣ AMIRANI RECORDS

Το Sestetto Internazionale αποτελείται από τους Harri Sjöström σοπράνο & σοπρανίνο σαξόφωνα, Gianni Mimmo σοπράνο σαξόφωνο, Alison Blunt βιολί, Achim Kaufmann πιάνο, Veli Kujala ακορντεόν και Ignaz Schick πικάπ. Πολυεθνές οπωσδήποτε το σχήμα έδωσε κάποια live στη Φινλανδία, στο Ελσίνκι και στο Τούρκου, τον Σεπτέμβριο του ’15 και δύο κομμάτια μεγάλης διάρκειας από ’κείνα τα live καταγράφονται τώρα σ’ ένα… full improv CD, που έχει τίτλο Aural / Vertigo [Amirani AMRN 049]. Το πρώτο εξ αυτών είναι το “Aural” (διαρκεί 34:09) και το δεύτερο το “Vertigo” (διαρκεί 43:01). 
Δεν ξέρω πόσοι είναι εξοικειωμένοι με τα ονόματα της σκηνής του euro-improv, αν και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να πούμε πως ο Φινλανδός Sjöström έχει συνεργαστεί μέχρι και με τον Cecil Taylor, πως ο Mimmo (ιδιοκτήτης και της Amirani) είναι πολύ γνωστός στους φίλους του δισκορυχείου, πως η Blunt έχει συνεργαστεί με Mimmo, Evan Parker κ.ά., πως ο Kaufmann είναι Γερμανός φυσικά και με παρουσία σε δεκάδες πρότζεκτ, πως ο Kujala είναι κι αυτός Φινλανδός έχοντας παίξει με Kalle Kalima & K-18, TUMO κ.λπ. και, τέλος πως ο Γερμανός Schick είναι και σαξοφωνίστας με προσωπική δισκογραφία. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως εδώ έχουμε ένα αρκετά εντυπωσιακό γκρουπ, το οποίο αποδίδει «τέλεια» εντός των συγκεκριμένων πλαισίων. Τρία σαξόφωνα (σοπράνο και σοπρανίνο) που κινούνται σε ίδια / παραπλήσια τονικά ύψη, δύο όργανα με πλήκτρα (πιάνο, ακορντεόν), ένα με δοξάρι (βιολί) συν τα εφφέ δημιουργούν ένα σύμπλεγμα ήχων, που, προφανώς, παίρνει αφορμή από συγκεκριμένες ψυχοσωματικές καταστάσεις (αναπτυγμένες κατά τη διάρκεια του live), πριν ολοκληρωθεί μέσα σ’ ένα πνεύμα εν τω γεννάσθαι επικοινωνίας.
Όχι εύκολη μουσική, συχνά χαμηλού volume, αλλά και με πολλές στιγμές εκρήξεων.
Το Cerro de Huitepec είναι ένα ηφαίστειο κοντά στην πόλη San Cristobal de las Casas στην Chiapas του νοτίου Μεξικού. Διαβάζω πως είναι χωμένο μέσα σ’ ένα εκπληκτικό φυσικό περιβάλλον και πως προσφέρεται η περιοχή γενικότερα για οικοτουρισμό και τα ρέστα. Εκεί βρέθηκε ο περκασιονίστας Milo Tamez κι ανέπτυξε ένα πρότζεκτ αποτελούμενο βασικά από ηχήσεις και συνηχήσεις κρουστών, σε συνδυασμό με φυσικούς/ περιβαλλοντικούς ήχους και real time ηλεκτρονικά (όλα τούτα στο διάστημα 2013-2015). Ένα χρόνο πιο μετά όλο αυτό το σκηνικό μεταφέρθηκε σ’ ένα στούντιο της Πόλης του Μεξικού και αυτή η ηχογράφηση αποτυπώθηκε στο CD Oxyoquet / El Volcán Silencioso, που έχουμε τώρα στο player.
Υπάρχει μιαν αντίληψη  πίσω από τη συγκεκριμένη ηχογράφηση, που έχει να κάνει βασικά με τον ορισμό της φυσικής ζωής σ’ ένα περιβάλλον που... αρνείται να αλλοιωθεί και για το πώς εκείνη (η ζωή) εξελίσσεται με γνώμονα προαιώνιους φυσικούς νόμους, που σχετίζονται με τη μεταβολή της εντροπίας, την κινητική θεωρία της θερμότητας κ.λπ. – και όλα τούτα ενόσω το ηχητικό σκηνικό εξελίσσεται μέσα από τις 12 cadencias (όπως ονομάζει τα μέρη τού έργου του ο Tamez). Το άκουσμα έχει πολύ ενδιαφέρον. Η κρουστή καταιγίδα έχει κάτι το αρχέγονο και υποβλητικό, ενώ οι φυσικοί ήχοι (από πουλιά, έντομα, θροΐσματα, τρεχούμενα νερά κ.λπ.) σε συνδυασμό με το ηλεκτρονικό μανιπουλάρισμα, το οποίο είναι μια κι έξω, χωρίς εννοώ overdubs και τα τοιαύτα, δημιουργούν… εξώκοσμους ηχητικούς τοίχους, που δένουν όμως γερά το όλον.
Όχι παράξενο άκουσμα, σώνει και καλά, και σε κάθε περίπτωση βαθιά φιλοσοφημένο και επεξεργασμένο.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

ένα ποίημα του ΣΠΥΡΟΥ ΜΕΪΜΑΡΗ για τον αληθινό πατέρα

VADIM NESELOVSKYI TRIO

Ο Vadim Neselovskyi είναι πιανίστας, ουκρανός πιανίστας, και το τρίο του, εκτός από τον ίδιο που συνθέτει παίζοντας και μελόντικα, αποτελείται από τον μπασίστα Dan Loomis και τον ντράμερ Ronen Itzik, ενώ σε δύο κομμάτια ακούμε τη φωνή τής γνωστής μας Sara Serpa (γνωστή μας από τις συνεργασίες της με τους Ran Blake, Greg Osby κ.ά.). Το Get Up and Go [Jazz Family / Blu jazz productions, 2017] περιλαμβάνει έντεκα κομμάτια, όλα συνθέσεις του Neselovskyi, ο οποίος δεν ζει στην Ουκρανία εδώ και πολλά χρόνια, αλλά επιστρέφει, όποτε του δίνεται η ευκαιρία, για live και ηχογραφήσεις. Το εν λόγω άλμπουμ μπορεί να είναι ηχογραφημένο στη Βοστώνη (σε στούντιο του Berklee College of Music), «πιάνει» όμως το κλίμα μιας εμφάνισης τού Neselovskyi στο μεγαλύτερο τζαζ φεστιβάλ της πατρίδας του, το Alfa Jazz, στην πόλη Lviv (το καλοκαίρι του 2014).
Η τζαζ του Neselovskyi είναι ιδιαίτερη – εννοώ πως δεν μπορείς να την κλείσεις σ’ ένα «κουτάκι». Εμφανίζει και αμερικάνικα προχωρημένα στοιχεία και τοπικά (ουκρανικά) ή νοτιο-ανατολικο-ευρωπαϊκά να τα πούμε. Για παράδειγμα το “Who is it?” έχει έναν ξέφρενο ρυθμό, που φέρνει στο μνήμη μας τις παραδοσιακές μουσικές των Βαλκανίων. Αντιθέτως, κομμάτια όπως το “Prelude for vibes” είναι πιο κοντά στην αμερικάνικη… εκλεκτική τζαζ παράδοση (ενός Chick Corea ή ενός Gary Burton ή ενός συνδυασμού τους). Άλλα, πάλι, όπως το “Krai” διατηρούν κάτι από την ψυχρή γοητεία της nordic jazz (δίχως να αποσιωπούνται και κάποιες νεο-κλασικές/ ρομαντικές τάσεις), ενώ υπάρχει και το “Station taiga” ακόμη, με τα φωνητικά τής Sara Serpa, που είναι επίσης «κάτι άλλο».
Ένα ιδιαίτερο και κατά τόπους πολύ γοητευτικό τζαζ CD είναι το “Get Up and Go” τού Vadim Neselovskyi Trio.

QUINSIN NACHOFF’S ETHEREAL TRIO

Για τον τενόρο σαξοφωνίστα Quinsin Nachoff είχα γράψει πέρυσι. Συγκεκριμένα για το άλμπουμ του “Flux” σημειώνοντας πως κινείται… «στο χώρο τής κάπως-chamber jazz, εκείνης, τέλος πάντων, που διατηρεί κάποια τριτορευματικά στοιχεία, μαζί με πληθώρα οργανωμένων αυτοσχεδιασμών και κομψές αναφορές στις μουσικές του κόσμου».
Φαίνεται πως το πεδίο επικοινωνίας jazz και κλασικής παραμένει ενεργό για τον Nachoff, ο οποίος και στο πιο πρόσφατο CD του [Whirlwind Recordings, 2017], στο οποίο συνεργάζεται με τον Mark Helias κοντραμπάσο και τον Dan Weiss ντραμς, δεν παραλείπει να μας το κάνει, ξανά, σαφές. Φυσικά, όταν λέμε «κλασική» εννοούμε κυρίως την κλασική του 20ου αιώνα, τη σύγχρονη κλασική, εκείνη που θα μπορούσε να γειτνιάζει και με κάποιες τζαζ εκφάνσεις από τα fifties και τα sixties (και πέραν αυτών). Δεν θα ήταν άστοχο, θέλω να πω, αν αποκαλούσαμε ό,τι ακούμε εδώ ως… αβάντ τζαζ δωματίου, με το σαξόφωνο να μοιράζει ελεύθερα παιγνίδι και με το μπάσο-ντραμς να ακολουθεί πιστά μεν, από κάποια απόσταση δε (όχι πάντως στο “Push-pull topology”). Ο Nachoff παίζει με τους χρόνους, τα μέτρα, τις αρμονίες, δημιουργώντας ένα συνθετικό σώμα, μέσα στο οποίο χωράει οπωσδήποτε ο αυτοσχεδιασμός – και μιαν αφήγηση «προχωρημένη», που δεν χάνει ποτέ τον μπούσουλα.
Όχι απαραιτήτως εύκολο άλμπουμ, μα σίγουρα ενδιαφέρον.
Επαφή: www.quinsin.com