Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

STRATMAN για το “Borders of Paradise”

Stratman, για όσους ενδεχομένως δεν γνωρίζουν, είναι ο Στράτος Αλοίμονος, ένας μουσικός με παρουσίες σε Λερναία Ύδρα, Εν Πλω, Επόμενη Κίνηση και Clandestinos – ενώ και ως Stratman έχει εμφανισθεί στη δισκογραφία προγραμματίζοντας δικά του tracks ή άλλων. Το πιο πρόσφατο CD τού Stratman είναι το Borders of Paradise [Ankh Productions, 2017] και είναι εμπνευσμένο από το σύγχρονο προσφυγικό.
Οι λεγόμενες «μουσικές του κόσμου», με άλλα λόγια, συγκλίνουν πάνω στα tracks του CD και έτσι όπως δημιουργικά προγραμματίζονται οριοθετούν τις σωστές ατμόσφαιρες, είτε για να «πατήσουν» πάνω τους τα λόγια είτε για ν’ αποδείξουν, οι μουσικές αυτές καθ’ αυτές, το πώς μπορούν να σταθούν και μόνες τους, δίχως τα λεκτικά στηρίγματα. Για την επίτευξη αυτού του στόχου-σκοπού ο Αλοίμονος προσέφυγε στη βοήθεια δοκιμασμένων οργανοπαικτών, κρατώντας ο ίδιος το πάνω χέρι, ενσωματώνοντας περαιτέρω στο “Borders of Paradise” διάφορους παραδοσιακούς σκοπούς, δίνοντάς τους ένα σημερινό επίχρισμα («Κέρνα μας», «Σ’ αγαπώ γιατί ’σαι ωραία»). Από τους φίλους-μουσικούς που βρέθηκαν δίπλα στον Stratman να αναφέρουμε τον Αργεντινό Melingo, που κάνει spoken word στο “Tango rebetiko”, τον κιθαρίστα Γιώργο Μπαντούκ Αποστολάκη, τον Vahan Galstyan στο duduk, την Αγγελική Τουμπανάκη στα φωνητικά, τον Αλέκο Βρέτο στο ούτι, τον Μίμη Καφούσια (από Εν Πλω) κ.ά. – με τον ίδιο τον Stratman πάντα σε μουσικές, ενορχηστρώσεις, πλήκτρα, προγραμματισμό, ηχογράφηση και μίξη.
Πέραν του θέματος τώρα, και του κατά πόσον αυτό μπορεί να εκφράζει, περισσότερο ή λιγότερο, το σύγχρονο προσφυγικό, εγώ θα μείνω σε μερικά tracks που έχουν αληθινό μουσικό ενδιαφέρον, όπως το «Χάρισμα» με την ωραία χρήση ηλεκτρικής κιθάρας, το “Oudoo child” που διαθέτει ούτι και ήχο hammond (και που το καθιστούν μια πολύ ενδιαφέρουσα ethnic-γκρούβα σε στυλ ύστερων Embryo κ.λπ.), το instro ethnic-tranceTransit to salvation”, το τραγούδι “Borders of paradise” (που ανέστησε στη μνήμη μου τα περήφανα vibes των Πυξ Λαξ/Marc Almond στο “All my angels falling”) και ακόμη το “Delivery boy, Greco Pakistani”, που ανακατεύει Δύση με Ανατολή με τον ωραίο τρόπο της asian dub σκηνής (Badmarsh & Shri, Thievery Corporation, Up Bustle & Out, Nitin Sawhney κ.λπ.).
Ενδιαφέρουσα προσπάθεια από τον Stratman, με κάποια πολύ καλά, κατά τόπους, κομμάτια.

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 62

13/12/2017
Στα χρόνια των μνημονίων αναπτύσσεται από τα φιλελέδικα κέντρα μια επίθεση σκωπτικού, τάχα, περιεχομένου προς τον παπανδρεϊσμό της δεκαετίας του ’80.
Τα κέντρα αυτά παρουσιάζουν την τότε ΠΑΣΟΚική διακυβέρνηση (που τη συνδέουν δολίως με τον Τσίπρα - ουδεμία σχέση) σαν την μήτρα όλων των σημερινών κακών, αγνοώντας επιδεικτικά το άθλιο δεξιό κατεστημένο – την εμετική δουλικότητα προς τα ξένα συμφέροντα του Λαϊκού Κόμματος, την ΕΡΕ της βίας και της νοθείας, τη χούντα, τη μεταχουντική «δημοκρατική» μεταμφίεση της ΝΔ, τον ξεπουλημένο μητσοτακισμό… και σημιτισμό.
Επιχειρούν, δηλαδή, να ρίξουν όλο το φταίξιμο σε μιαν ιστορική περίοδο, που είχε και καλά στοιχεία ή και πολύ καλά κατά τόπους – όταν εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στην μετεμφυλιακή Ελλάδα η διάθεση να ασκηθεί ουσιαστική λαϊκή πολιτική, που θα τραβούσε από το βούρκο, το περιθώριο και την ανέχεια τη μισή τουλάχιστον ελληνική κοινωνία.
Προσωπικά, όλες αυτές τις νεοφυείς φιλελέδικες αρλούμπες τύπου «παλιό ΠΑΣΟΚ το ορθόδοξο» τις φτύνω… 

13/12/2017
Όταν ακούς Διεθνή Σύνοδο για το κλίμα να ξέρεις πως, ως μπανανία, θα βάλεις βαθιά το χέρι στην τσέπη για ακόμη περισσότερες περιβαλλοντικές εισφορές, φόρους, τέλη, δασμούς, παράβολα, ενεργειακά πιστοποιητικά, λεηλασία παραγωγικών ενεργειακών μονάδων, απάτες με φωτοβολταϊκά ή αιολικά πάρκα κ.λπ. τρέφοντας νέες στρατιές πράσινων γραφειοκρατών και αεριτζήδων…  

12/12/2017
Η Ρούλα Πατεράκη τα χώνει στην καλλιτεχνία, που έχει δει στο προσφυγικό έναν τρόπο για να είναι «μέσα» στα πράγματα, κάνοντας «παιγνίδι» και βγάζοντας φράγκα. Όσο «μέσα», όσο «παιγνίδι» και όσα φράγκα...
«Τώρα, για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, τη στιγμή που υπάρχουν αυτοί οι κραδασμοί σε όλη την Ευρώπη και πνίγονται δίπλα μας άνθρωποι, το να γράψεις, να βγεις στο θέατρο και να πεις έναν μονόλογο, είναι γελοίο για εμένα. (…) Είναι σαν μην έχεις να πεις τίποτα. Καλύτερα θα έλεγες για τον Λόρδο Βύρωνα, δηλαδή, θα ήταν πιο χρήσιμο να πεις για το ’21, παρά γι’ αυτό (…) αφού είναι τόσο νωπό το πράγμα και έχει πέτσες και πληγές, δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Το κάνεις, για να πουλήσεις ή επειδή νομίζεις ότι προσφέρεις».
https://www.vice.com/gr/article/j5dmvb/h-royla-paterakh-exei-bare8ei-to-8eatro

12/12/2017
Δεν είμαι φαν του Διονύση Τσακνή, καθώς σταμάτησα να τον παρακολουθώ καλλιτεχνικά από τα τέλη του ’80 – φυσικά, θα έχω πάντα στη δισκοθήκη μου εκείνο το ακριβό πρώτο LP του «Η Μπαλάντα του Ταξιδιώτη» από το 1983– αλλά σαν άνθρωπο τον εκτιμώ. Και τούτο, όχι επειδή κάποτε σφίξαμε τα χέρια στο μπαρ τού Πλακιά στην Τιμοθέου, στο Παγκράτι (αν και πάντα μια χειραψία, ένα βλέμμα και δυο λόγια μπορούν να σου δώσουν ακράδαντα στοιχεία για το ποιόν ενός ανθρώπου, του όποιου ανθρώπου).
Τον Τσακνή τον εκτιμώ, χοντρικά, γι’ αυτά που λέει και γράφει ή έγραφε (παλιά στην Ελευθεροτυπία). Δεν σημαίνει πως συμφωνώ με κάθε τι που έχει πει ή λέει, αλλά αναγνωρίζω στο λόγο του μιαν… ασυμβατότητα σε σχέση με τον λεκτικό κιμά των φιλελέδων (σήμερα) και αυτό μου αρκεί. Και θα εξακολουθώ να υποστηρίζω κάτι τέτοιο, όσο θα του την πέφτουν οι Μανδραβέληδες και οι Πετρουλάκηδες.  

11/12/2017 
Το απόγευμα άκουγα ένα ιταλικό συγκρότημα καινούριο, τζαζ, που μου θύμισε πάρα πολύ κάτι από το ασύλληπτο άλμπουμ του Frank Zappa και των Mothers “The Grand Wazoo” (1972). Αυτό το άλμπουμ είναι ένα σκέτο αριστούργημα, γεμάτο με καταπληκτικές συνθέσεις γραμμένες για big band, ενώ περιέχει το ωριμότερο fusion που έγραψε και ενορχήστρωσε ποτέ αυτός ο μεγάλος συνθέτης. Για μένα στην τριάδα των κορυφαίων ζαππικών LP, μαζί με το “Hot Rats” φυσικά και με τρίτο… δεν μπορώ εύκολα να αποφασίσω… Τείνω προς το “Absolutely Free”. Ακούω, ευχαρίστως, διαφωνίες...  

11/12/2017 
Υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να γράψουν για ροκ πρόσωπα και γράφουν όλο ασυναρτησίες. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Δημήτρης Νανούρης της Εφημερίδας των Συντακτών, ο οποίος προσφάτως (8/12/2017) ασχολήθηκε με τον Jim Morrison (είναι η αστεία αφορμή να γράφεις για μια φίρμα με αφορμή τη μέρα που γεννήθηκε ή πέθανε).
Ο Νανούρης αναπαράγει διάφορα βιογραφικά στοιχεία, γνωστά για τους Doors και τον Morrison από αιώνες, πληροφορώντας μας συγχρόνως πως ο μακαρίτης είχε «υψηλότατο IQ» και πως… είναι «Ιλιγγος στη σκηνή ο Τζιμ Μόρισον, διότι όντως περί του Δημητράκη πρόκειται (και) προκαλεί παραλήρημα στα πλήθη». Άκου… Δημητράκης!
 Συγχρόνως ξαναρίχνει στο τραπέζι διάφορα κουτσομπολιά σχετικά με τον Morrison και τα ναρκωτικά, μας «πληροφορεί» για το ελληνικό επίγραμμα στον τάφο του «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού» (που το μεταφράζει… «αφοσιώσου στη συνείδησή σου»), τελειώνοντάς μας με το αμίμητο πως τον θάψανε… «στη γωνιά των ποιητών του ονομαστού κοιμητηρίου Περ Λασέζ, κοντά στους Μολιέρο, Μπαλζάκ και Οσκαρ Ουάιλντ».
Ναι, είχαν προβλέψει από την εποχή του Μολιέρου πως ο ποιητής Μόρισον θα πέθαινε στο Παρίσι και του κάνανε χώρο… Όλο μαλακίες...

10/10/2017
Από πού στο διάολο ήξερε ο Λάμπρος το “Sugar man” του Sixto Rodriguez το 1988; Τον έχω συναντήσει τόσες φορές (τον Λάμπρο, aka R.R. Hearse) κι όλο ξεχνάω να τον ρωτήσω…

10/12/2017
Τζαζ φωτοκολάζ της Βάσως Κυριάκη
(περιοδικό ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ #2, 7 Μαρτίου 1970)

9/12/2017
O κάθε παπάρας του τζετ-σετ βγαίνει και λέει πως… ναι, έπαιρνα ναρκωτικά, αλλά τώρα τα έκοψα, γιατί δε μου προσφέρουν τίποτα. Και γιατί το κάνει αυτό κατά βάση; Για να μας δείξει ότι και «έζησε» (σ’ εμάς τον απλό λαό), και πως δε «μάσησε» (μάγκας και-καλά) και πως όταν γούσταρε έβαλε τα… δυνατά του και τα έκοψε (η… δύναμη της θέλησης και τρίχες κατσαρές).
Δεν υπάρχει μεγαλύτερος και επικινδυνότερος μαλάκας, στο θέμα «ναρκωτικά», από τον ντεμέκ μεταμελημένο, που βγαίνει και πουλάει «γνώση και συμμόρφωση».

οι WINGFIELD, REUTER και SIRKIS προτείνουν ένα εξαιρετικό progressive-fusion άλμπουμ

Στην αρχή της χρονιάς (27 Φεβ. 2017) είχα αναφερθεί στο άλμπουμ “The Stone House” [WRSS/ MoonJune], το οποίο υπέγραφαν οι Mark Wingfield κιθάρες, Markus Reuter touch κιθάρες (παίζεις και με τα δύο χέρια στο μπράτσο), Yaron Stavi μπάσο και Asaf Sirkis ντραμς. Τρεις απ’ αυτούς τους μουσικούς, ο Wingfield, ο Reuter και ο Sirkis (δύο κιθαρίστες κι ένας ντράμερ δηλαδή) συναντιούνται ξανά σ’ ένα στούντιο, κάπου στην Καταλονία, για να ηχογραφήσουν ένα νέο CD, με εφτά κομμάτια… ορχηστρικής μουσικής. Μ’ ένα instrumental άλμπουμ έχουμε να κάνουμε δηλαδή, που έχει το δικό του τρόπο (τον τρόπον εκείνο, που του έχουν προσδώσει οι μουσικοί) για να σε παρασύρει στο... χώρο και τη γοητεία του.
Ποιος είναι ο χώρος του; Χοντρικά θα λέγαμε ο ίδιος μ’ εκείνον του “The Stone House”. Το progressive fusion, που έχει, ταυτοχρόνως, και γοητεία εξασφαλισμένη.
Πού οφείλεται η γοητεία τού Lighthouse [MoonJune, 2017]; Σε διάφορα τινά. Κατ’ αρχάς στο γεγονός πως έχουμε να κάνουμε με παικταράδες. Με ανθρώπους που δένουν κόμπους τα όργανά τους. Δεύτερον. (Έχουμε να κάνουμε) με μουσικούς που μπορούν να συνεργάζονται με κλειστά μάτια, αναπτύσσοντας πάνω στη βράση θέματα και μελωδίες, κάνοντας τους αυτοσχεδιασμούς τους ν’ ακούγονται σαν συνθέσεις. Τρίτον, στο γεγονός πως ο περφεξιονισμός τους δεν αποβαίνει σε βάρος της πρωτοτυπίας και του αισθήματος, καθώς όλα τα tracks του “Lighthouse” (και τα εφτά) ακούγονται με απαράμιλλη άνεση και ενδιαφέρον. Τέταρτον, στην διάθεση, που προβάλλεται, τής ανανέωσης και του καινούριου φινιρίσματος παλαιών ιδιωμάτων, που, δια του τρόπου των Wingfield, Reuter και Sirkis, αποκτούν ξανά τη χαμένη τους φρεσκάδα και νέα ανεξίτηλα χρώματα.
Πολλοί, μέσα στα χρόνια καταφέρονται εναντίον του fusion –κάτι που ξεκινά, χοντρικά, από τα μέσα της δεκαετίας του ’70– και ίσως δεν έχουν άδικο, καθώς γρήγορα ξέπεσε σε κάτι αναμενόμενο και προφανές. Μετά τα μέσα των 90s, με την ανάπτυξη διαφόρων νέων κιθαρών (synths guitars, touch guitars κ.λπ.) δόθηκε η δυνατότητα (και) σε νεότερους μουσικούς (σπουδαγμένους, διαβασμένους και με ακούσματα) να πειραματιστούν με ήχους και ακολουθίες ήχων, εντάσσοντας τα νέα δεδομένα στα παλαιά patterns. Κάπως έτσι το fusion ανανεώθηκε, καθώς πειραματικά, progressive, ψυχεδελικά, ambient, avant, improv και ηλεκτρονικά στοιχεία, μπλέχτηκαν με τα προαιώνια τζαζ και ροκ, δημιουργώντας νέα δεδομένα.
Το “Lighthouse” είναι ακριβώς ένα τέτοιο άλμπουμ «νέων δεδομένων», που κάνει το fusion ν’ ακούγεται το ίδιο ενδιαφέρον όπως στα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70.
Εξαιρετικό!
Επαφή: www.moonjune.com

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

BLUES REVIVAL 29: FURRY LEWIS (1899;-1981)

Υπάρχει η αίσθηση πως από τους παλαιούς bluesmen που επανέκαμψαν στα χρόνια του ’60 ο Furry Lewis υπήρξε ο πιο προβεβλημένος – κάτι που οφείλεται, βασικά, στο γεγονός πως βρέθηκε με καλή υγεία μέχρι και τα γεράματά του. Έχοντάς τον δει «ζωντανό» στο ντοκιμαντέρ τού Ροβήρου Μανθούλη Le Blues Entre les Dents (1973), που προβλήθηκε και στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του ’70 υπό τον τίτλο Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως ο Furry Lewis υπήρξε ένας πράος, όσο και γλυκός άνθρωπος – και περαιτέρω ένας αληθινός songster, ο οποίος σχεδόν ποτέ δεν εμφανίστηκε με κάποιον άλλο μουσικό δίπλα του. Μέσα απ’ αυτήν τη διαμορφωμένη αυτοπεποίθηση, στην οποία πιθανώς να συνέβαλε κι ένα σοβαρό ατύχημα που είχε το 1917, όταν πήδησε από τραίνο με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και τελικώς να χάσει το πόδι του, ο Furry Lewis θα καταφέρει να γράψει 25 θέματα ανάμεσα στα χρόνια 1927-1929, με κάποια τουλάχιστον απ’ αυτά (“Kassie Jones I, ΙΙ”, “John Henry I,II”), να συγκαταλέγονται μεταξύ των σημαντικών εγγραφών εκείνης της εποχής.
Ο Furry Lewis στην ταινία του Ροβήρου Μανθούλη Le Blues Entre les Dents
Τον Φεβρουάριο του 1959 ο Sam Charters βρισκόταν στο Μέμφις, προκειμένου να συναντήσει και να συζητήσει με τον Will Shade των Memphis Jug Band. Σ’ εκείνη την κουβέντα ο Charters μνημόνευσε πολλά ονόματα παλαιών μουσικών, από τα οποία ο Shade «σκόνταψε» σε ένα – σ’ εκείνο του Furry Lewis. (Όπως γράφει ο Bob Groom, o Lewis είχε συναντηθεί τυχαίως με τη γυναίκα τού Shade μια βδομάδα νωρίτερα!). Έτσι, όπως αντιλαμβάνεστε, η στιγμή όπου θα εντοπιζόταν ο Lewis από τον Charters δεν θ’ αργούσε πολύ.
Ο Lewis δούλευε στο Μέμφις και είχε σχεδόν εγκαταλείψει τη μουσική, αφού δεν διέθετε πλέον ούτε κιθάρα. Μια Epiphone όμως, που νοίκιασε ο Charters, και την οποίαν του έδωσε για λίγο, ήταν κίνηση αρκετή για να πάρουν φωτιά τα χέρια τού θρύλου μουσικού, ερμηνεύοντας επιτόπου τα “John Henry” και “Im going to Brownsville”.
Κι έτσι κάπως το πρώτο άλμπουμ δεν θα αργήσει να έλθει – όπως και τα δύο επόμενα LP για την Prestige, τα οποία δικαίως θεωρούνται από τις σημαντικότερες εγγραφές του blues revival, αφού περιέχουν έξοχες εκτελέσεις των “John Henry”, “Shakeem on down”, “Roberta”, “Casey Jones”, “Frankie and Johnnie”, “Gointo Kansas City” κ.λπ.
Ένα μικρό χάσμα στην ιστορία μας κι ένα ακόμη εντυπωσιακό session στο Μέμφις (21 Ιουλίου 1968) θα δει το φως της δισκογραφίας μέσω της βρετανικής Blue Horizon (σε παραγωγή του Mike Vernon φυσικά και με σημειώσεις στο οπισθόφυλλο από τον Paul Oliver).
Έκτοτε οι δίσκοι του Furry Lewis θα διαδέχονται ο ένας τον άλλον, το Playboy θα δημοσιεύσει συνέντευξή του στον Stanley Booth (Απρίλιος 1970) και ο πάντα ευπροσήγορος μουσικός θα βρεθεί στα seventies με όλη τη δόξα του blues στις πλάτες του. Άξιος! 
Δισκογραφία (επιλογή)
1. Furry Lewis – Folkways FA 3823 – 1959 
2. Back on my Feet Again – Prestige PRST 7810 – 1961
3. Done Changed my Mind – Prestige / Bluesville – BVLP 1037 – 1961 
4. Presenting the Country Blues – UK. Blue Horizon 7-63228 – 1969
5. On the Road Again – Adelphi AD 1007 – 1969 (με Bukka White και Gus Cannon
6. Various – Memphis Country Blues Festival / Stars of the 1969-1970 – Sire SES 97015 – 1970
7. In Memphis – UK. Matchbox / Roots SDR 190 – 1970 (rec. 9/1968) 
8. When I Lay my Burden Down – Biograph BLP 12017 – 1970 (με Fred McDowell) 
9. Live at The Gaslight at The Au Go Go – Ampex A-10140 1971 
10. Beale Street Blues – FR. Barclay XBLY 920.352 T – 1971 (rec. Μέμφις, 5/1969)
11. At Home with Friends – ASP Records ASP 1 – 1972 (με Bukka White) 
12. The Fabulous Furry Lewis / American Blues Heritage Series - Volume 3 – Southland  SLP-3 – 1973 (rec. 6/1973)
13. Take your Time – Adelphi / Genes GCD 9911 – 2000 (με Lee Baker, Jr.) 
14. Party! at Home – Arcola ACD 1001 – 2001 (με Bukka White) 
15. Good Morning Judge / Recorded by George Mitchell in 1962 – Fat Possum CD 80374 – 2003 
16. The Complete Blue Horizon Sessions – UK. Sony / Blue Horizon CD 88697041792 – 2007 (με Mississippi Joe Callicott)

NORBERT STEIN / PATA MESSENGERS πά(ν)τα jazz με ανατροπές και εκπλήξεις

O Γερμανός Norbert Stein είναι ένας τενόρο σαξοφωνίστας, για τον οποίον έχω γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον. Βεβαίως είχα ξεκινήσει να γράφω γι’ αυτόν από το Jazz & Tζαζ, για να συνεχίσω εδώ στο blog με τα άλμπουμ του “Silent Sitting Bulls” (2010), “Pata on the Cadillac” (2012) και “Das Karusell” (2015). Τώρα έχω στη διάθεσή μου το πιο πρόσφατο CD τού Norbert Stein και του συγκροτήματός του, των Pata Messengers (Philip Zoubek πιάνο, Joscha Oetz κοντραμπάσο, Etienne Nillesen προετοιμασμένα snare drums, κύμβαλα – οι υπόλοιποι τρεις), που έχει τίτλο We Are [Pata Music, 2017] και το οποίον είναι μια εξ ίσου ενδιαφέρουσα πρόταση.
Πάντα είχαν ενδιαφέρον τα άλμπουμ των Pata Messengers θέλω να πω, επειδή η jazz που αρέσκονται να παίζουν είναι γεμάτη με ανατροπές και εκπλήξεις. Θα μπορούσε να γράψει κάποιος για έναν τύπο ελεύθερης τζαζ, χωρίς ιδιαίτερες δεσμεύσεις, που προκρίνει το ομαδικό πνεύμα, με το τενόρο βεβαίως να έχει την πρωτοκαθεδρία, αλλά και με το πιάνο και το ρυθμικό τμήμα να συντονίζονται εξ ίσου καλά πάνω στο γενικό καμβά. Υπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά, πάντως, της jazz των Pata Messengers και αυτά μπορεί να έχουν να κάνουν ακόμη και με το χιούμορ, το παιγνίδι μεταξύ των μελωδικών θεμάτων (που άλλοτε είναι σύντομα και άλλοτε με επαρκείς αναπτύξεις), τη χρήση των ακουστικών εφφέ, τις «αλλαγές» και τα αναπάντεχα γεμίσματα (από το πιάνο κυρίως) κ.λπ. Αν και θεωρητικώς έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις (όλες ανήκουν στον Norbert Stein), στην πράξη η έννοια της σύνθεσης τακτικά αναιρείται από το ίδιο το γκρουπ. Κι εδώ υπεισέρχεται ο παράγοντας του δημιουργικού αυτοσχεδιασμού, που κάνει τα κομμάτια ν’ ακούγονται, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, αναπάντεχα και συχνά με μιαν αίσθηση επιτόπιας ολοκλήρωσης.
Υπάρχουν δύο 7λεπτα κομμάτια στο “We Are”, που ακούγοντάς τα μπορείς να συμπεράνεις πολλά για την jazz των Pata Messengers.
Το πρώτο έχει τίτλο “What we are”, βρίσκεται στη μέση τού σετ και πρόκειται ουσιαστικά για ένα blues, που αναπτύσσεται σε τρία στάδια. Θα το έλεγες και σύγχρονο bop, με γρήγορη μπασογραμμή που κεντάει, εκκωφαντικό παίξιμο από τον Stein (στην αρχή) και πιάνο από τον Zoubek ακολούθως (με συνεχή ανεβοκατεβάσματα και με σφοδρή κινητικότητα και στα δύο χέρια). Στο τελευταίο μέρος του, και λίγο πριν το κλείσιμο, το κομμάτι αποκτά μια διαφορετική χροιά, καθώς γίνεται περισσότερο… ευρωπαϊκό, με ωραία μελωδική επαναφορά ρομαντικής οπωσδήποτε κατεύθυνσης. Στο προτελευταίο “Mellstones” το τενόρο βγαίνει πιο μπροστά από τα υπόλοιπα τρία όργανα, υποστηρίζοντας μια μελωδία με επαναληπτικά στοιχεία, παραχωρώντας θέση στο ρυθμικό τμήμα και το πιάνο, που ακούγονται μόνα τους για περίπου ένα λεπτό, πριν «γεμίσει» και πάλι το τενόρο με «κοντά» φυσήματα, δίνοντας ακόμη περισσότερο χώρο στα υπόλοιπα όργανα, σχολιάζοντας χαμηλά και τεχνικά. Λίγο πριν το τέλος το τενόρο επανατοποθετείται στο ύψος του, κλείνοντας με το αρχικό σχήμα.
Συνοψίζοντας, θα έλεγα πως το “We Are” συνεχίζει στην παράδοση των προηγούμενων άλμπουμ του Norbert Stein και των Pata Messengers, εμβαθύνοντας σε όλα τα τζαζ μέτωπα.
Επαφή: www.patamusic.de

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΛΑΖΑΡΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ ατέρμονες γέφυρες

Δεν γνωρίζω πολλά για το παρελθόν του Λάζαρου Σαμαρά. Λέω «πολλά», γιατί… λίγα ξέρω, καθώς είχα γράψει εδώ στο δισκορυχείον, το 2013, για ένα προηγούμενο CD του, το «Σταγόνες». Εκείνο δεν ήταν, πάντως, ολοκληρωμένο άλμπουμ, γιατί είχε διάρκεια περί τα 20 λεπτά, ενώ τούτο εδώ, το πιο πρόσφατο, είναι μεγαλύτερο… αν και πάλι διαφοροποιείται από τη «μέση οδό». Με ποιο τρόπο; Το «Ατέρμονες Γέφυρες» [Μετρονόμος, 2017] αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο με πέντε τραγούδια (στην αρχή) και το δεύτερο με έξι οργανικά στη συνέχεια. Έτσι, και πάλι είναι μικρό το δείγμα για να βγάλεις κάποια οριστικά ας-τα-πούμε-έτσι συμπεράσματα, για τον Σαμαρά ως τραγουδοποιό. Ας είναι… Αυτά έχουμε εδώ και γι’ αυτά θα μιλήσουμε.
Λέμε λοιπόν, αμέσως-αμέσως, πως το CD έχει ενδιαφέρον. Και στα δύο μέρη του, και κυρίως στο πρώτο, στα τραγούδια.
Ο Σαμαράς είναι σε όλα πολύ καλός. Γράφει και ωραίες μελωδίες, και στιχουργεί με απλό, αλλά έξυπνο τρόπο, και ενορχηστρώνει με έμπνευση, επιχειρώντας και σ’ αυτό το απαιτητικό πεδίο να καινοτομήσει.
Το πρώτο τραγούδι έχει τίτλο «Προβληματάκι» και αποδίδει η Ασπασία Θεοφίλου. Από τις καλύτερες καινούριες τραγουδίστριες, η Θεοφίλου υποστηρίζει με άνεση το τραγούδι, που ακούγεται ως electro, με ήχο κάπου ανάμεσα σε… Πυξ Λαξ και Στέρεο Νόβα. Το δεύτερο τραγούδι έχει τίτλο «Το μόνιμο χαμόγελο» και τραγουδάει ο Κώστας Μάντζιος. Καλός και σεμνός τραγουδιστής ο Μάντζιος ακούγεται εδώ σε μια μπαλάντα, με κρυφά λαϊκά χαρακτηριστικά. Ωραίο τραγούδι. Ακόμη καλύτερο είναι όμως το «Σκόρπια λόγια» με τη Σοφία Εμφιετζή, μια μεγάλη τραγουδίστρια, που δεν έχει απολάβει (έτσι νομίζω) τα εύσημα που αναλογούν στις ερμηνείες της. Εδώ, φυσικά διαπρέπει σ’ ένα από τα ωραιότερα… κρυφά-λαϊκά (δεν υπάρχει μπουζούκι) που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Το τέταρτο τραγούδι έχει τίτλο «Κορμάκι μυρωμένο» και αποδίδει ο Παναγιώτης Λάλεζας. Εδώ έχουμε κάτι δημοτικοφανές. Ο Λάλεζας είναι τέλειος σε τέτοια τραγούδια, αλλά το κομμάτι δεν κολλάει με όλα τα προηγούμενα – κι αυτό είναι ένα θέμα. Η «πλευρά» θα κλείσει με το «Έκπτωτος μύθος» (το μοναδικό τραγούδι που έχει μπουζούκι) και ερμηνεύει κάποιος Χαράλαμπος (αγνώστων, σ’ εμένα, λοιπών στοιχείων). Η… αποκατάσταση της πεθεράς έχει ένα νόημα (έστω και με κάποια στοιχεία φάρσας) και ο Χαράλαμπος είναι πειστικός στο ρόλο του.
Η δεύτερη «πλευρά» με τα ορχηστρικά έχει ενδιαφέρον και αυτή (ωραίες μελωδίες, με γνώση ενορχηστρωμένες), αλλά στη σύγκριση με τα τραγούδια δεν αντέχει – και κατά τη δική μου γνώμη δεν θα έπρεπε καν να υπάρχει. Τι θα έπρεπε να υπάρχει στη θέση της; Πέντε ακόμη ωραία τραγούδια του Σαμαρά, όπως εκείνα της πρώτης πλευράς.
Το συμπέρασμα το είπαμε στην αρχή και το ξαναλέμε και στο τέλος. Ο Σαμαράς γράφει ωραία τραγούδια (είναι ταλαντούχος και έχει όραμα) και πάνω εκεί θα πρέπει να εστιάσει.
Επαφή: www.metronomos.gr
 

περί ελληνικού χιπ-χοπ

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

BURGUNDY GRAPES ένα διαφορετικό ελληνικό συγκρότημα

Έχουν κάτι ιδιαίτερο οι Burgundy Grapes ως σχήμα. Κάτι που δεν το συναντάς συχνά στη μουσική καθημερινότητά μας. Ηχούν τελείως μοναδικά, έξω από οποιοδήποτε είδος που «παίζει», μακριά από την ανάγκη και την επιθυμία να είναι δημοφιλείς ή αρεστοί με κάθε τρόπο – ή έστω και με τον δικό τους τρόπο. Προς αυτό συντελούν τα εξής: α. το γεγονός πως είναι ένα instrumental γκρουπ και άρα… δίχως τραγούδι χάνουν φίλους, β. η απόφαση να στρέψουν την προσοχή τους σε μουσικές που ποτέ δεν ήταν δημοφιλείς στον τόπο μας, όπως και έξω απ’ αυτόν (σε γενικές γραμμές).
Το να προτείνεις, λοιπόν, μια μουσική ακουστικού τύπου, που να γειτνιάζει ή να παρακάμπτει ελαφρώς την αδιόρατη folk μελωδία, δεν είναι κάτι που συνηθίζεται. (Στα χρόνια μας μόνο σε κάτι αμερικανούς new-agers το έχω δει, επηρεασμένους από το κλίμα της κιθαριστικής αρχαιοπρέπειας, και σε κάτι βορειοευρωπαίους επίσης, με περιορισμένη, και στις δύο περιπτώσεις, την εμπορική επιτυχία).
Δύο είναι οι Burgundy Grapes στο Short Stories, Lasting Shadows [Inner Ear, 2017], o Γιώργος Κολυβάς κλασικές, ηλεκτρικές, slide κιθάρες, ακορντεόν, κρουστά κ.λπ. και ο Αλέξανδρος Μιαούλης μπάντζο, lap-steel, μπάσο και διάφορα άλλα κρουστά ή όχι όργανα. Αυτοί οι δύο μουσικοί πλαισιώνονται από ορισμένους ακόμη συναδέλφους τους ανά track (Γιώργος Τσιατσούλης ακορντεόν, όργανο, Σταύρος Παργινός τσέλο, Νίκος Βελιώτης τσέλο, Φώτης Σιώτας βιόλα, Διονύσης Μακρής κοντραμπάσο, Γιώργος Κατσάνος harmonium, Θοδωρής Ρέλλος βαρύτονο σαξόφωνο), συμβάλλοντας όλοι μαζί προς ένα μοναδικό, τελικό αποτέλεσμα.
Οι συνθέσεις στο “Short Stories, Lasting Shadows” (που είναι η τέταρτη κυκλοφορία των Burgundy Grapes από το 2004 και εντεύθεν) είναι φυσικά πρωτότυπες και διακρίνονται για τις «λεπτές», επαναλαμβανόμενες μελωδίες τους (υπάρχει εννοώ και μια μινιμαλιστική λογική), για τους χαμηλούς τόνους και τα αργά, γενικώς, tempi, τον κάπως προκαθορισμένο λυρισμό τους (εννοώ πως υπάρχει μιαν αυτοσυγκράτηση, χωρίς υπερβολές και άσκοπες εντάσεις), με τα κομμάτια να δρουν υπαινιχτικά και υποδόρια – αφήνοντάς σε να τα αναλογίζεσαι ώρες μετά.
Φυσικά και το “Short Stories, Lasting Shadows” είναι ένα άλμπουμ ειδικών συνθηκών. Δεν ακούγεται ανά πάσα ώρα και στιγμή, ούτε περιέχει μουσική που να μπορεί να προσαρμοστεί σε εντελώς διαφορετικές απαιτήσεις. Πρόκειται για ένα στιβαρό και απαιτητικό άκουσμα, υποστηρίζω, που προϋποθέτει την ενεργή συμμετοχή του ακροατή, που σε συνθήκες χαλάρωσης και ηρεμίας θα βρεθεί να απολαμβάνει ένα δίσκο, που κυλάει με θαυμαστή ενότητα, δίχως ποτέ να χάνει το στόχο, διατηρώντας καθ’ όλη τη διάρκειά του υψηλά αισθητικά χαρακτηριστικά.
Αυτό το άλμπουμ πολύ θα το γουστάρουν οι φίλοι των μουσικών του John Fahey.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 61

9/12/2017
Εκπληκτικό κείμενο του Τρότσκι για το ναζισμό και το φασισμό, γραμμένο τον Ιούνιο του 1933 (λίγο μετά τις εκλογές του Μαρτίου δηλαδή, που θα έφερναν στην εξουσία τους ναζήδες). Εκδόσεις Νέον Βιβλιοπωλείον, Αθήναι 1967 (προφανώς πριν την 21η Απριλίου). Το βρήκα χθες με 2 ευρώ.
«(...) Ο φασισμός ανέβασε στην πολιτική το βούρκο της κοινωνίας. Όχι μόνο στα σπίτια των χωρικών, αλλά και στους ουρανοξύστες των πόλεων, πλάι στον εικοστό αιώνα, ζουν ακόμα σήμερα ο 10ος και ο 13ος αιώνας. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι χρησιμοποιούν το ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς να παύουν να πιστεύουν στη μαγική δύναμη των χειρονομιών και των εξορκισμών. Ο πάπας της Ρώμης διαδίδει από το ραδιόφωνο το θαύμα της μεταμόρφωσης του νερού σε κρασί. Οι κινηματογραφικοί αστέρες καταφεύγουν στις μάγισσες. Οι αεροπόροι, που διευθύνουν τους θαυμαστούς μηχανισμούς, τους δημιουργημένους από τη μεγαλοφυΐα του ανθρώπου, φέρουν φυλαχτά πάνω στα σουέτερ τους. Τι ανεξάντλητα αποθέματα σκοταδισμού, άγνοιας και αγριότητας! Η απελπισία τα ξεσήκωσε, ο φασισμός τους έδωσε μια σημαία. Κάθε τι, που μέσα στην κανονική ανάπτυξη της κοινωνίας, θα απορριπτόταν από τον εθνικό οργανισμό σαν έκκριμα του πολιτισμού, ξεπετιέται τώρα από το λαρύγγι: ο καπιταλιστικός πολιτισμός ξερνά μια βαρβαρότητα που δεν χωνεύτηκε, αυτή είναι η φυσιολογία του εθνικοσοσιαλισμού(...)».

8/12/2017
H… θολοκουλτούρα του Πάσχοντος Μανδραβέλη.
Γράφει ο Πάσχων Μανδραβέλης στην «Κ»: «Βεβαίως, η 34χρονη αοιδός (σ.σ. για την Μποφίλιου ο λόγος) τόσα έμαθε στο σχολείο της μεταπολίτευσης και τόσα λέει. Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε με τις ψευδαισθήσεις μιας δήθεν επανάστασης που κατέληξε σε χουλιγκανισμούς σαν αυτούς που υπομένει κάθε λίγο και λιγάκι η Αθήνα. Από μικρή άκουγε τα “επαναστατικά κατορθώματα” των μεγαλύτερών της κι, επειδή είναι χαριτωμένη, πρέπει να της τα εξιστορούσαν πάρα πολλοί...».
Μακάρι να μάθαινε η Μποφίλιου και η κάθε Μποφίλιου από το σχολείο της τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, αλλά δεν… Τα βιβλία εξακολουθούν να ενημερώνουν τα παιδιά για το τι συνέβη το 500 π.Χ., αλλά καθόλου για το τι συνέβη το Δεκέμβρη του ’44, το καλοκαίρι του ’49, για τα Μακρονήσια, για το τι συνέβη όλη τη δεκαετία του ’50 της «καραμαλικής» βίας και τρομοκρατίας, για τα «δέντρα» που ψηφίζανε στις εκλογές του ’61, για τα εγκλήματα, των Γκοτζαμάνηδων, για τις Γυάρους και τους χαφιέδες της χούντας, πρώην δοσίλογους, χίτες, και κοομμουνιστοφάγους, που έριξαν δίχτυα και στη Μεταπολίτευση, για τους νεκρούς των Πολυτεχνείων, για… για… για…
Για δημοσιογράφους τύπου Μανδραβέλη η διαρκής και μόνιμη ερώτηση είναι μία. Πού θα έγραφε το άτομο αυτό αν ήταν δημοσιογράφος επί Μεταξά, επί Εμφυλίου-Μετεμφυλίου και επί Χούντας; Σε κάποιο από τα 1912 παράνομα έντυπα της κυνηγημένης Αριστεράς ή στον Αντικομμουνιστικό Αγώνα, τη Σοβιετολογία του Γεωργαλά και τον Εθνικό Εκδικητή; Η απάντηση είναι προφανής.

7/12/2017 
Mερικά από τα παράνομα ενεργά αριστερά κόμματα στην Τουρκία. Άλλα είναι τύπου EKKE και Μου-Λου, άλλα κουρδικά (όπως το γνωστό μας PKK) και πάντως όλα, άλλα έτσι κι άλλα αλλιώς, χαρακτηρίζονται ως «τρομοκρατικά» με μέλη τους να είναι σε φυλακές κ.λπ. Τα αρχηγεία τους φυσικά αγνοούνται, καθότι παράνομα, αν και κάποια απ’ αυτά βγάζουν εφημερίδες, ενώ όλα έχουν web sites!
1. Communist Workers Party of Turkey (TKİP)
2. Devrimci Halk Kurtuluş Partisi/Cephesi (DHKP/C) (Revolutionary People's Liberation Party-Front) 
3. Maoist Komünist Partisi (MKP) (Maoist Communist Party) 
4. TKP/ML – KONFERANS (Communist Party of Turkey/Marxist–Leninist) 
5. Marxsist Leninist Komünist Parti (MLKP) (Marxist Leninist Communist Party) 
6. Türkiye Devrimci Komünist Partisi (Revolutionary Communist Party of Turkey) 
7. PKK/KONGRA-GEL (Kurdistan Workers Party) 
8. Kürdistan Devrim Partisi (PŞK) (Revolutionary Party of Kurdistan) 

6/12/2017 
Η αποψινή νύχτα είναι και του Τζώνι Χαλιντέι. Ν’ ακούσουμε και καμιά ροκιά… Πίσω παίζουν οι Small Faces!
 

6/12/2017 
Πέθανε ο Johnny Hallyday στα 74 χρόνια του. Μία από τις εμφανίσεις του στην Αθήνα, Ιούλης 1971...

3/12/2017
Αν μου πει κάποιος να του προτείνω ΕΝΑ electro-pop άλμπουμ δεν θα του προτείνω ούτε Kraftwerk (τους γουστάρω μόνο στην αρχή τους, στο abstract kraut), ούτε τίποτα από βρετανικά έιτις, που τ’ ακούω σαν μετεξέλιξη του ήχου των πιονιέρων (και μ’ αρέσουν), ούτε φυσικά καμμία σημερινή αηδία. Θα του πρότεινα αυτό το άλμπουμ του Gershon Kingsley από το 1969. Τόσο παλιά! Έχει τα πάντα μέσα (και τον ύμνο “Pop corn”) και καμμία ιδέα δεν προστέθηκε από τότε στο είδος, ούτε από τους Kraftwerk, ούτε από τους Human League, ούτε από κανέναν άλλον.
1. Hey, Hey 2:15, 2. Scarborough Fair 2:50, 3. For Alisse Beethoven 2:21, 4. Sheila 2:35, 5. Pop Corn 2:24, 6. Twinkle, Twinkle 2:07, 7. Nowhere Man 2:59, 8. Sunset Sound 2:38, 9. Trumansburg Whistle 2:58, 10. Paperback Rider 2:49

XΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΠΑΣ το ημερολόγιο ενός τρελού

Έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον για τον συνθέτη, μουσικό και… συγκροτηματία Χρήστο Παππά – είτε για τις εγγραφές του με τους Coral Caves, είτε για προσωπικές δουλειές του κάτω από το όνομα C-Drain. O Παππάς έχει κάνει καριέρα και στο εξωτερικό (Αγγλία), ενώ προσφάτως τον βλέπουμε να γράφει μουσική για το (ελληνικό) θέατρο – είναι το CD, για το οποίο θα πούμε, τώρα, λίγα λόγια.
Πρόκειται για το «Το Ημερολόγιο ενός Τρελού» [CPS, 2017], που είναι βασισμένο στο φερώνυμο διήγημα του Κινέζου Λου Χσουν (1881-1936), της μεγαλύτερης μορφής της κινεζικής λογοτεχνίας στον 20ον αιώνα, απ’ όσα διαβάζω στο δίκτυο, με το συγκεκριμένο διήγημα να κυκλοφορεί και στα ελληνικά, μαζί με τα άλλα αντίστοιχα… ημερολόγια των Νικολάι Γκόγκολ και Γκυ Ντε Μωπασάν, από τις εκδόσεις Ηλέκτρα (2008). Αυτό το διήγημα μεταφέρθηκε τώρα στο θέατρο σε σκηνοθεσία Αυγουστίνου Ρεμούνδου και σ’ αυτό το θεατρικό, πια, έγραψε μουσική ο Χρήστος Παππάς.
Βασικά έχουμε να κάνουμε μ’ ένα soundtrack επτά τραγουδιών, σε αγγλικούς στίχους Δημήτρη Ζούγου (τέσσερα tracks), ενώ μελοποιούνται και τρία ποιήματα των Emily Dickinson (2) και Edgar Allan Poe (1), που υποτίθεται –κι έτσι θα είναι– πως ταιριάζουν με το ύφος, που έχουν δώσει στο θεατρικό οι συντελεστές τους.
Και τα επτά τραγούδια είναι πολύ ωραία. Ο Παππάς ξέρει να χρησιμοποιεί εκείνα τα στοιχεία του βρετανικού eighties rock –του new wave να πούμε, του dark wave, της τραγουδοποιίας των Robert Smith, Martin Gore, Morrisey κ.ά.– δημιουργώντας «σωστές» βάσεις για τα τραγούδια του και το ίδιο «σωστές» αναπτύξεις.
Δεν έχω να πω κάτι περισσότερο για ένα CD, για το οποίο δεν γνωρίζω πώς μπορεί να κολλάει (η μουσική του) με τις θεατρικές προσαρμογές εκείνων των παλαιών κειμένων, και που, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να ακουστεί εντελώς ανεξάρτητα (και κυρίως ευχάριστα) από την όποια σκηνική λειτουργικότητά του.

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

PONY POINDEXTER / FRANK ROSOLINO / FRITZ PAUER / ART FARMER ανέκδοτες sixties-seventies εγγραφές από το Domicile του Μονάχου

Σ’ ένα ωραίο περιποιημένο κουτί (box-set τεσσάρων CD, με 20σέλιδο δίγλωσσο booklet) κυκλοφορούν, από την ENJA (ΑΝ Μusic), μερικές πολύ δυνατές ανέκδοτες τζαζ εγγραφές από τα τέλη του ’60, έως τα τέλη του ’70. Μπορεί να μην είναι όλες ηχογραφημένες στο κλαμπ Domicile του Μονάχου (οι τρεις είναι από εκεί, η τέταρτη προέρχεται από την Luitpold Halle του Rosenheim), έχουν όμως όλες την ίδια υψηλή τεχνική απόδοση και βεβαίως το ίδιο υψηλό καλλιτεχνικό-τζαζικό ενδιαφέρον. O λόγος για το άλμπουμ των Pony Poindexter, Frank Rosolino, Fritz Pauer και Art Farmer The Exciting Jazz of the Early 70ies / Live at the Domicile / The Unreleased Recordings 1968-1978”.
Το πρώτο CD αφορά στο κουιντέτο του άλτο σαξοφωνίστα και τραγουδιστή Pony Poindexter (1926-1988), που συμπληρώνεται από τους Benny Bailey τρομπέτα, Jan Hammer όργανο, πιάνο, George Mraz μπάσο και Michael Dennert ντραμς.
Ο Poindexter ήταν εκπατρισμένος εκείνη την εποχή και εδώ τον συναντάμε με τον… συμπάσχοντα τότε και συμπατριώτη του (Αμερικανοί αμφότεροι) Benny Bailey, τους τότε Τσεχοσλοβάκους Hammer και Mraz και ακόμη τον γερμανό ντράμερ Dennert. Πολυεθνικό το γκρουπ, κλασικό το υλικό. Συνθέσεις των Duke Ellington, Charlie Parker, Nat Adderley, Luis Bonfa…, ένα παραδοσιακό και μια σύνθεση του ιδίου του Poindexter.
Το γκρουπ παίζει με κέφι και όρεξη, με τα χειροκροτήματα των θαμώνων, να συνοδεύουν συχνά τις «αλλαγές» και τα σόλι, και με τον Jan Hammer να δοκιμάζει συχνά στο όργανο, γκρουβάροντας το σετ. Παρότι πρόκειται για live μπροστά σ’ ένα θερμό κοινό τα κομμάτια, που ακούμε εδώ, δεν είναι όλα γρήγορα, καθώς και οι πιο χαμηλές ταχύτητες δίνουν την ευκαιρία στο κουιντέτο να δείξει τις αληθινά μεγάλες δυνατότητές του. Το κλου, μάλιστα, θα έλεγα πως είναι η διασκευή του κλασικού “How long, how long” (γνωστό και από το ρεπερτόριο του Lead Belly). Η εκτέλεση προσιδιάζει σε rock/ rhythm nblues σχήμα της εποχής – κάτι που δείχνει τις απαιτήσεις και του κοινού, αλλά και το πώς το british r&b είχε επηρεάσει πρόσωπα και καταστάσεις στην ηπειρωτική Ευρώπη εκείνη την εποχή. Ηφαιστειακή η 13λεπτη εκτέλεση τού “Βig foot” του Charlie Parker, δίνει τη δυνατότητα τόσο στον Poindexter, όσο και στους υπόλοιπους μουσικούς, για μερικά εντυπωσιακά ξεσπάσματα. Ήταν Σεπτέμβριος του 1968.
Μερικά χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1975, θα ηχογραφηθεί στη σκηνή τού Domicile το κουιντέτο των Frank Rosolino (τρομπόνι) και Conte Candoli (τρομπέτα), που το συναποτελούσαν οι Rob Pronk πιάνο, Isla Eckinger μπάσο και Todd Canedy ντραμς. Ψάχνοντας, λίγο, τα βιογραφικά του Rosolino (1926-1978) πληροφορήθηκα κάτι που δεν το είχα ξανακούσει. Ο αμερικανός αυτός τρομπονίστας, το 1978, είχε πυροβολήσει και τους δύο γιούς του (σκοτώνοντας τον έναν επιτόπου), αυτοκτονώντας αμέσως μετά. Τρομερά πράγματα.
Εδώ πάντως συναντάμε τον Rosolino σε διαβολεμένη φόρμα, έχοντας δίπλα του τον επίσης συμπατριώτη του Conte Candoli (1927-2001). Το ρεπερτόριο είναι όλο φωτιά, αποτελούμενο από συνθέσεις των Horace Silver, Jerome Kern, Charlie Parker, Sonny Stitt κ.ά., καθώς και από μια πρωτότυπη σύνθεση των Rosolino / Candoli, που κλείνει το CD. Πολύ γερό bop και blues εδώ, αλλά και με το απαραίτητο swinging, κινούμενο σε υψηλές ταχύτητες, που προκρίνουν γενικώς την ένταση και τη δεξιοτεχνία. Ο Ολλανδός Rob Pronk έχει τεράστια δισκογραφία σε jazz και pop, ενώ και ο Ελβετός Isla Eckinger έχει παίξει με δεκάδες (ακόμη και με τους φοβερούς Drum Circus του Peter Giger στις αρχές του ’70).
Το κουαρτέτο του αυστριακού πιανίστα Fritz Pauer (1943-2012) συλλαμβάνεται, και αυτό, στο Domicile (Ιανουάριος 1972) σε πολύ μεγάλα κέφια, καθώς δίπλα στον Pauer παρατάσσονται ο άσσος μπασίστας και τραγουδιστής Jimmy Woode, ο ντράμερ Erich Bachtraegl και ο περκασιονίστας Joe Harris. Με ρεπερτόριο απολύτως πρωτότυπο (συνθέσεις των Pauer και Harris) και με τον πρώτο τη τάξει να σπάει καρδιές με το παίξιμό τους στο ηλεκτρικό πιάνο, το live των Fritz Pauer Quartet είναι απολαυστικότατο και… fusion – στην παράδοση, να πούμε, που δημιουργούσε εκείνη την εποχή, και σιγά-σιγά, ο Herbie Hancock. Δεν είναι τόσο το funk, θέλω να πω, που σε κυριεύει εδώ, αλλά μιαν απολύτως επιτυχημένη προσπάθεια να παιχτεί jazz (και blues και rock) και μ’ έναν ηλεκτρικό τρόπο, με κομμάτια όπως τα “Now hear my meaning”, “Blues for D.S.”, “Djedar”, “Ham hocks” και “Blues for Mr. Jones” να χαρακτηρίζονται ως απολύτως απολαυστικά. Μουσική για κλαμπ! Φοβερά ηλεκτρικά πιανιστικά timbre από τον Pauer και μπασογραμμές από τον Woode, που θα μπορούσαν να στηρίξουν, χαλαρά και άνετα, ακόμη και ροκ μπάντα, συνθέτουν ένα σύνολο, που σε κερδίζει από το ξεκίνημά του μέχρι και την τελευταία νότα του.
Το live του κουαρτέτου του τρομπετίστα Art Farmer (1928-1999), όπως γράψαμε και στην αρχή, δεν προέρχεται από το Domicile, αλλά από την αίθουσα Luitpold της πόλης Rosenheim (κοντά στο Μόναχο). Συνέβη δε τον Δεκέμβριο του 1978. Εδώ τον διακεκριμένο τρομπετίστα συνοδεύουν οι Gerd Francesconi πιάνο, Günter Lenz μπάσο και Billie Brooks ντραμς (ένας μουσικός που είχε κάνει από νωρίς την Ευρώπη σπίτι του). Αν ο Art Farmer είναι ο… Art Farmer, τότε και ο Günter Lenz είναι ο… Günter Lenz. Θέλω να πω πως ο Lenz είναι ένας (γερμανός) μουσικός, που έχει παίξει σε απίστευτα άλμπουμ, όπως για παράδειγμα στο “Astigmatic” του Komeda, έχοντας εμφανιστεί ακόμη και με progressive/ πειραματικές ροκ μπάντες σαν τους Et Cetera. Τέλος πάντων αυτή η τετράδα δίνει εδώ ένα καθαρό και ουσιώδες jazz-set αποτελούμενο από στάνταρντ (Kenny Dorham, Jimmy Van Heusen, Leonard Bernstein…) και απ’ αυτή την άποψη οι Γερμανοί, που είχαν βρεθεί εκείνο το βράδυ της ηχογράφησης στη σάλα Luitpold, θα διαπίστωσαν τι σημαίνει καθαρή, πεντακάθαρη… αμερικανική τζαζ, χωρίς… ευρωπαϊκές καινοτομίες, ανατροπές και τα ρέστα. Τέσσερις μουσικοί, άσσοι στα όργανά τους, με καταφανές δέσιμο τρομπετίστα-πιανίστα και ντράμερ-μπασίστα, και όλων μαζί στο σύνολο, να τα δίνουν όλα, προσφέροντας μοναδικές στιγμές τζαζ τελείωσης. Εξαιρετικοί.
Όπως εξαιρετική είναι και η έκδοση της ENJA με το επιπρόσθετο δίγλωσσο booklet, που είναι φισκαρισμένο στα ιστορικά στοιχεία γύρω από το Domicile – το πώς αναδείχθηκε σε «ναό» της jazz στην ηπειρωτική Ευρώπη, πώς συνδέθηκε με την θρυλική BASF/MPS και άλλα πολλά.