Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

SAN FRANCISCO STRING TRIO διασκευάζοντας το “Sgt. Pepper’s…”

Τα εορταστικά 50χρονα από την έκδοση του “Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band” απλώνονται στη δισκογραφία με νέα tributes, που ξεπηδούν από κάθε μουσικό χώρο, υποβάλλοντας σέβη στο magnum opus των Beatles. Λογικό, κι έτσι έπρεπε να συμβεί. Και συμβαίνει.
Στο May I Introduce to You [Ridgeway, 2017] έχουμε μια κάπως ιδιαίτερη περίπτωση, που επιχειρεί με τόλμη και φαντασία πάνω στο κλασικό υλικό των Σκαθαριών. Ένα τρίο από την Bay area, το Σαν Φρανσίσκο πιο συγκεκριμένα, πολύ διαφορετικό από τ’ άλλα τζαζ τρίο ή μη τζαζ τρίο τέλος πάντων.
Λέμε για τους San Francisco String Trio, που αποτελούνται από τον Δανό κλασικό σολίστα Mads Tolling βιολί, την Mimi Fox ηλεκτρική, ακουστική, 12χορδη κιθάρα (με 30χρονη προσωπική δισκογραφία και συμμετοχές δίπλα σε «ονόματα») και τον Jeff Denson κοντραμπάσο, φωνή (από τους σημαντικούς σύγχρονους τζαζ συνθέτες και ενορχηστρωτές).
Τρία όργανα λοιπόν (βιολί, κιθάρα, κοντραμπάσο) αντιμέτωπα μ’ ένα υλικό γνωστό τοις πάσι και άρα «επικίνδυνο» από τη φύση του σε κάθε ιδιότυπη προσέγγισή του. Γιατί, εδώ, η προσέγγιση είναι ιδιότυπη, καθώς όχι μόνο λόγω setting, αλλά και λόγω παρεμβάσεων (μετρικών και άλλων) και λελογισμένων αυτοσχεδιασμών (άκου π.χ. το “Good morning good morning”) το θρυλικό υλικό των Beatles αποκτά άλλες διαστάσεις. Οι εναρμονίσεις επίσης είναι πάντα εμπνευσμένες (άκου το “She’s leaving home” για παράδειγμα), γεγονός που δείχνει την αξία τούτων εδώ των μουσικών, που ξέρουν να συνδέουν τα πάντα (την κλασική, την ποπ, την jazz, την πιο προχωρημένη country), έχοντας όραμα και στόχο.
Το ότι δεν ακολουθούν, σ’ αυτό το δικό τους tribute, το track list του “Sgt. Peppers” είναι κι αυτό ενδεικτικό της συνολικότερης άποψής τους – να επιχειρήσουν να δώσουν, δηλαδή, στο “May I Introduce to You” έναν προσωπικό «αέρα», πράγμα που, εν τέλει, κατορθώνουν.

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

BLUES REVIVAL 21: LIGHTNIN’ HOPKINS (1912-1982)

Ο LightninHopkins δεν ηχογράφησε πριν τον Πόλεμο, αφού τα πρώτα τραγούδια του εκδόθηκαν από την Aladdin το 1946. Επίσης, αν εξαιρεθεί ένα μικρό χάσμα στη δισκογραφική πορεία του, από το 1956 έως το 1959, η παρουσία του υπήρξε μόνιμη στα δρώμενα για σχεδόν 60 χρόνια (καθώς είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του ’20). Τότε πώς δικαιολογείται η παρουσία του σ’ αυτή τη σειρά των άρθρων; Βασικά, για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί στην ουσία τον ανακάλυψε, βγάζοντάς τον από την αφάνεια, ο Sam Charters τον Ιανουάριο του 1959 και δεύτερον, γιατί πάνω του στηρίχθηκε ένα μεγάλο κομμάτι του blues revival. Σκεφτείτε μόνο τούτο. Πως ο διακεκριμένος αυτός μουσικός ηχογράφησε στη δεκαετία του ’60 περισσότερα από 40 άλμπουμ! Εξωπραγματικό νούμερο, αλλά πέρα για πέρα αληθινό – και δεν εννοούμε συλλογές και τα τοιαύτα, αλλά δίσκους με αυθεντικό κατά το μάλλον ή ήττον υλικό. Φυσικά, όλα αυτά τα άλμπουμ δεν ήταν πάντα αντάξια της φήμης και των δυνατοτήτων του, πολλά όμως ήταν κάτι παραπάνω από σπουδαία, αφού όχι λίγες φορές ο LightninHopkins βρισκόταν σ’ αυτά σε μεγάλη φόρμα, έτοιμος για απίθανες συνεργασίες ή για απροσδόκητες ηχογραφήσεις.
Το πρώτο LP του Lightnin' Hopkins στην Folkways, το 1959
Αυτό που η ιστορία του blues έχει κατακρατήσει από την περσόνα του LightninHopkins ήταν η μοναδική ικανότητά του να αυτοσχεδιάζει πολλές φορές τους στίχους των τραγουδιών του, εμπιστευόμενος πάντα τον αυθορμητισμό του. Ό,τι τον ανέδειξε δηλαδή ως έναν από τους μεγαλύτερους λαϊκούς ποιητές της Αμερικής
Ως άνθρωπος, βάσει των περιγραφών που υπάρχουν σε βιβλία, ο Hopkins ήταν «βαρύς», επιφυλακτικός και καχύποπτος. Λένε, δε, πως πριν από κάθε ηχογράφηση ζητούσε πρώτα να πληρωθεί, αλλιώς δεν έμπαινε στο στούντιο. Επειδή οι παραγωγοί τα «έσκαγαν», μιας και οι δίσκοι του πουλούσαν, συνήθως δεν περίσσευε δεκάρα για alternative takes ή διορθώσεις. Αποτέλεσμα; Πολλοί δίσκοι του να έχουν ατέλειες ή να είναι προχειρογραμμένοι.
Ο Hopkins δεν είχε πρόβλημα να παίζει ηλεκτρική ή ακουστική κιθάρα, να συνεργάζεται με μαύρους ή λευκούς, να βουτά στο ψυχεδελικό κλίμα της εποχής (ηχογράφησε ένα πολύ καλό LP στην International Artists με μέλη, στην μπάντα συνοδείας, κάποιους από τους 13th Floor Elevators) ή στο κλασικό hard-driving blues. Ήταν περίεργος άνθρωπος και μάλλον όχι παραδόπιστος, αφού όπως λένε οι φήμες τα λεφτά τα χρειαζόταν απλώς και μόνο για να μπορεί να συντηρεί το πάθος του για τα χαρτιά. Θα μπορούσε, δε, να βγάλει πολύ περισσότερα λεφτά, αν μετακινιόταν από το Houston προς τις δύο Ακτές της Αμερικής, αλλά σπανίως έπαιρνε τα πόδια του αφού δεν συμπαθούσε τα ταξίδια. Εγκατέλειψε εξάλλου ελάχιστες φορές το Τέξας, στο οποίο γεννήθηκε και πέθανε.
Από την πληθώρα των ηχογραφήσεών του, πραγματικός πονοκέφαλος για τους blues fans, αξίζει κανείς να ψάξει για τα παρακάτω άλμπουμ.
Δισκογραφία (επιλογή) 
1. Lightnin’ Hopkins – Folkways FS3822 – 1959
2. Country Blues – Tradition TLP 1035 – 1959 
3. Lightnin’ in New York – Candid CJM 8010 – 1961
4. Lightnin’ – Bluesville BVLP-1019 – 1961 
5. Last Night Blues – Bluesville BVLP 1029 – 1961 (με Sonny Terry)
6. Blues in my Bottle – Prestige/Bluesville BVLP 1045 – 1961 
7. Lightnin’ Sam Hopkins – Arhoolie F 1011 – 1962
8. Walkin’ this Road by Myself – Prestige/Bluesville BVLP 1057 – 1962 
9. Smokes Like Lightning – Prestige/Bluesville BVLP 1070 – 1963
10. Soul Blues – Prestige PR 7377 – 1965 
11. Lightnin’ Strikes – Verve Folkways FVS-9022 – 1966
12. Something Blue – Verve Forecast FTS 3013 – 1967 
13. Free Form Patterns – International Artists IA-LP-6 – 1968
14. The Great Electric Show and Dance – Jewel LPS-5002 – 1969 
15. In Berkley – Arhoolie 1063 – 1972 

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 49

16/10/2017
Οι φιλελέδες μάχονται από τα χαρακώματα του protagon για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα και για την κυριότητα των προσωπικών επιλογών.
Σε πρόσφατο άρθρο του ο Κοσμάς Βίδος επιτίθεται σε όλους εκείνους που κρίνουν αρνητικά, και με σεξιστικούς όρους, την απόφαση της ηθοποιού Ναταλίας Λιονάκη να χειροτονηθεί καλόγρια. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ετσι επιθετικά εκδηλώνεται η έκπληξή μας που “η όμορφη ηθοποιός χειροτονήθηκε μοναχή”. Επιθετική και η σεξιστική επιμονή μας στο θέμα της εμφάνισής της. Αν ήταν άσχημη θα την αποδεχόμασταν πιο εύκολα με ράσο».
Ο Βίδος μ’ αυτά που γράφει άνοιξε μια τρύπα στο νερό κι έπεσε μέσα και πνίγηκε ή τον πνίξανε – καθότι το οπτικό κομμάτι του άρθρου του είναι σαν εκείνα που κατηγορεί. Εικονίζει φάτσα-μόστρα την «όμορφη ηθοποιό» κλίνοντας μάτι στο σεξισμό και μάλιστα σε εμφανή αντιπαραβολή με την ίδιαν ως καλόγρια (ώστε να είναι ακόμη πιο χτυπητό το πλάνο). Αν ήθελε να ήταν συνεπής με όσα υποστηρίζει στο άρθρο του δεν θα έπρεπε να υπάρχει καν φωτογραφία της ηθοποιού Λιονάκη, παρά μόνον της μοναχής Φεβρωνίας.
Αλλά το να εκτίθεται ένας φιλελές μ’ αυτά που γράφει (και δείχνει) είναι κάτι που αποτελεί, πλέον, κοινό τόπο…

16/10/2017
ΕΘΕΛΟΔΟΥΛΙΑΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Ενώ ο πάπυρος (που χρονολογείται μεταξύ 340 και 320 π.Χ) βρέθηκε κάπου έξω από τη Θεσσαλονίκη κάποιοι σπεύδουν να τον χαρίσουν στην… Ευρώπη! Ποια Ευρώπη ρε γλείφτες; Τι σχέση έχει η Ευρώπη με το 340 π.Χ.;
Αντί, οι ευρωλιγούρηδες, να γράψουν για το αρχαιότερο σωζόμενο ελληνικό «βιβλίο» προτιμούν να κοτσάρουνε μια «Ευρώπη» εκεί πέρα, μήπως και τους πούνε… απολίτιστους!
Παρακάτω δε στο κείμενο, με μικρά γράμματα, γράφουν και για την… «προστιθέμενη αξία για την εξωστρέφεια, που τόσο ανάγκη έχει η Ελλάδα»!!
Οι άνθρωποι είναι εντελώς για τα πανηγύρια…

16/10/2017
ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ...
Ο υπουργός Σπίρτζης σε ρόλο Παττακού. Θα ψάχνει για γόπες στους δρόμους... και θα ρίχνει και πρόστιμα με εισοδηματικά κριτήρια! Μιλάμε για κυβέρνηση της Αριστεράς τώρα, όχι τρίχες...

16/10/2017
Γελοίο πρωτοσέλιδο... σοβαρής ελληνικής εφημερίδας, που απευθύνεται στον πολύ κόσμο.
Ούτε στο Σικάγο της ποτοαπαγόρευσης και του Αλ Καπόνε τέτοια αισχρή σπέκουλα…

15/10/2017 
Συνεχίζουμε... ποδοσφαιρικά λόγω Κυριακής.
Υπάρχει ένα βίντεο στο YouTube, εκεί όπου ο Αλέφαντος την πέφτει στον Ντίνο Καρύδη! Τον θεωρεί κυριλέ, άνθρωπο του κατεστημένου, και δεν τον αφήνει να πάρει ανάσα. Και ο κακομοίρης ο Καρύδης, που πρέπει να ’ναι καλός άνθρωπος, τα καταπίνει όλα αμάσητα…
Κάποια στιγμή ο μουρλαμένος Αλέφαντος, για να τονίσει τη λαϊκή καταγωγή του, θυμάται κάτι από τα μαθητικά του χρόνια, όταν ήταν φτωχός με μπαλωμένα παπούτσια και τον σήκωνε ένας καθηγητής του (κάποιος Σαραλής), όρθιο, για να πει μάθημα (και δεν του έβαζε καλό βαθμό, παρότι τα έλεγε σωστά, επειδή είχε παρουσιαστικό φουκαρατζίκου). Και αρχίζει ο Αλέφαντος να κλίνει, από μνήμης, κάποιο ανώμαλο ρήμα της αρχαίας, τους αρχικούς χρόνους του (κάτι τέτοιο πρέπει να’ ναι), και πέφτει το γέλιο της αρκούδας καθώς λέει ό,τι του κατέβει. Δηλαδή, εγώ πέθανα στα γέλια, γιατί οι υπόλοιποι στο πάνελ δεν κατάλαβαν γρι απ’ αυτό που συνέβη. 
Δείτε στο 4:20… Αλωσκωμιληηηηλασκωνιναααααλοοοκαιαλλοοοκααλαλοκι…  

15/10/2017 
Γιατί όταν φωτογραφίζονται οι ομάδες, σήμερα, οι μπροστινοί, στη σειρά, ποδοσφαιριστές στέκονται κάπως-όρθιοι, λες και είναι συγκαμένοι; Πού είναι το βαθύ κάθισμα των μπροστινών, που το είχαμε συνηθίσει εδώ και δεκαετίες; Τι θέλουν να παραστήσουν μ’ αυτή τη μαλακία; Πως είναι τάχα ετοιμοπόλεμοι, υπονοώντας πως θα λύσουν τους… ζυγούς στο πι και φι για να φύγουνε μπροστά σαν σφαίρες; 
Όλο σύμβολα-αηδίες είναι πλέον το ποδόσφαιρο, απ' όποια μεριά και να το πιάσεις...

14/10/2017 
Χθες έλαβα ένα φάκελο από Θεσσαλονίκη με κολλημένα, πάνω, δυο γραμματόσημα με τον Κώστα Γαβρά.
Ξέρετε, πριν το Ζ (1969), τον Γαβρά δεν τον ήξεραν ουσιαστικά στην Ελλάδα (παρότι το Ζ ήταν η τρίτη και όχι η πρώτη ταινία του), καθώς ακόμη και σε κινηματογραφικά περιοδικά των σίξτις τον έγραφαν… Γκαβράς (εκ του Gavras)! 
Διάβασα, πως στην τελευταία του ταινία ο Γαβράς σκέφτεται ν’ ασχοληθεί με το πρόσφατο βιβλίο του Βαρουφάκη. Να το κινηματογραφήσει! 
Πού θα βρει σωστό προσωπικό για όλους αυτούς τους ρόλους ρε φίλε, και κυρίως ποιον θα επιλέξει για τον Τσίπρα; Πρέπει να απευθυνθεί σε πολύ μεγάλους… υποκριτές.

14/10/2017 
Επειδή έχω συγγενή νταλικέρη τον είχα ρωτήσει παλιά, όχι το 1982, πιο μετά, αν ήξερε το τραγούδι του μακαρίτη του Γιώργου Σαρρή «Με τα φώτα νυσταγμένα» (Νικολόπουλος-Ρασούλης) και αν, εν πάση περιπτώσει, τον εξέφραζε ως φορτηγατζή – αν το γούσταρε. Ο άνθρωπος μού είχε πει πώς ναι το ήξερε, το άκουγε, αλλά δεν κατανοούσε τι έλεγε ακριβώς. Τον μπέρδευε. Πού θέλω να καταλήξω…
Υπάρχουν λαϊκά τραγούδια μετά το ’80 (το τονίζω αυτό, μετά το ’80), που κυκλοφορούν μέσα στο λαό, εκμεταλλευόμενα λαϊκούς ρυθμούς/χορούς (ζεϊμπέκικο π.χ.) με στίχους… τρέχα-γύρευε (πάρε τη «Ρόζα» π.χ.). Με στίχους που είναι κουλτουριάρικοι και που δεν γίνονται καταληπτοί στην ολότητά τους από τον κόσμο. Κάτι ρημάδια λέξεις μένουνε μόνο από δω κι από κει…
 Μία λέξη λοιπόν, η «νταλίκες», που δεν ήταν καν στον πρώτο-πρώτο τίτλο του τραγουδιού, και μια ζεμπεκιά ήταν αρκετή για να γίνει αυτό το κομμάτι… ύμνος των φορτηγατζήδων.
Τώρα, τι ρόλο έπαιζαν… οι νταλίκες στην Αθήνα, πώς συνδέονταν με τις σκηνές από ταινία προσεχώς (δηλαδή με τα εντυπωσιακότερα πλάνα μιας ταινίας – γιατί αυτά βλέπουμε στις «ταινίες προσεχώς») και πώς συνομιλούσαν με τις στροφές αυτού του νόστου κανείς δεν ξέρει (ούτε ο… μέσος νταλικέρης, ούτε ο Βέλτσος, ούτε κανένας) και ούτε πρόκειται ποτέ να μάθει. Ό,τι κατάλαβες… κατάλαβες. 

14/10/2017
Τεύχος του Wire από τον Αύγουστο του ’98, πριν 20 χρόνια σχεδόν. Δείτε θεματολογία και συγκρίνετέ την με τη σημερινή… Να μην ποστάρω, γιατί έχω ξαναποστάρει, Wire του ’85…

12/10/2017 
«(…) Αντίθετα ο Νίκος Μ. είχε μια σοβαρότητα και μια ευγένεια. Με σύστησε στον * τραγουδιστή της Ροκ, ένα χαριτωμένο μακρυμάλλικο αγόρι που έμοιαζε με τη Χαρούλα Αλεξίου. Εκείνος μού πρότεινε να ποζάρω για εξώφυλλο του δίσκου που θα έβγαζε. Δε συμφωνήσαμε όμως γι’ αυτό. Αυτό ήταν το πρόσχημα για να ξεπεταχτούμε. Πήγαμε σινεμά κι από κει σπίτι μου όπου(…).
Ένα βράδυ μας πιάσανε για εξακρίβωση, πιάσανε κι αυτόν τον τραγουδιστή, γιατί είχε περάσει το κόκκινο μ’ ένα μηχανάκι. Φυ
σικά κανένας απ’ τους αστυνομικούς δεν τον γνώρισε, γιατί αυτοί αν και αμερικανόφιλοι, δεν ακούνε καθόλου ροκ μουσική. Προτιμούν τον Φλωρινιώτη, τον Χριστοδουλόπουλο, την Χριστοπούλου και άλλους ανάλογους. Έτσι ταλαιπωρήθηκε κι εκείνος μαζί μας. Εκείνη την ώρα φέραν κι ένα ξένο που τον είχαν πιάσει να καπνίζει ναρκωτικά και βάλαν τον τραγουδιστή * να τους κάνει τον διερμηνέα. Τελικά μεσολάβησα κι εγώ και τους είπα πως πρόκειται για ένα διάσημο τραγουδιστή, με δίσκους, δημόσιες εμφανίσεις και εμφανίσεις στην τηλεόραση, και τον άφησαν.(…)».
ΜΠΕΤΤΥ, Εξάντας, Ιανουάριος 1980 

12/10/2017
ΠΩ ΠΩ ΠΩ!
Τι έχει γράψει αυτός ο Σπανός! Την άμμο της θάλασσας!
Και αυτή η Μοσχολιού έχει πει με τη φωνάρα της ό,τι δεν θα πουν όλες οι σημερινές τραγουδίστριες σε 5 ζωές.
Εγώ δεν είμαι παπαδοπουλικός, δεν μ’ αρέσει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος γενικά, αλλά υπάρχουν ορισμένες εικόνες σε μερικά στιχάκια του, που με στέλνουν.
Όταν ακούω π.χ. τη Βίκυ να τραγουδάει «λάσπη πετούν τα βιαστικά λεωφορεία» ανατριχιάζω…

12/10/2017
Ένα από τα χειρότερα που βιώνει η ηλικία μου είναι ο κομπασμός κάποιων για τις «καλές» ιατρικές εξετάσεις τους. Το θεωρώ αειδές. Και απεχθές.

12/10/2017
Ήμουν κάπου σ’ ένα φιλικό σπίτι τις προάλλες, σε κάτι γενέθλια, και κάποιοι μαθητές (Λυκείου) συζητούσαν, πριν την κάνουν για Γκάζι, για μιαν εκδρομή στο CERN (Ελβετία), που θα έκαναν με το σχολείο τους στο τέλος της χρονιάς - με έξοδα πληρωμένα από τις ρημαγμένες οικογένειές τους. Τους άκουγα και γέλαγα, από μέσα μου. Για τα… έτη φωτός, που έχει προχωρήσει μπροστά το ελληνικό σχολείο.
Κάποια στιγμή δεν άντεξα και τους ρώτησα…
Ρε μάγκες να σας πω κάτι… Ξέρετε τι σημαίνει «αδράνεια» στη Φυσική; Κανένας, εννοείται, δεν απάντησε (από τους τρεις). Λοιπόν, επειδή, δεν ξέρετε, τους λέω, να πείτε στους καθηγητές σας να σας μάθουν πρώτα αυτό, και μετά να σας πάνε μέχρι τον Ισθμό, από την παλιά Εθνική, να φάτε κανα σουβλάκι και να γυρίσετε πίσω… Που μου θέλετε και CERN…
Ήταν καλά παιδιά και γελάσανε, αντί να με στείλουνε στο διάολο…

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

ΝΙΚΟΣ ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ κοινόβιο

Ο Νίκος Καχτίτσης (Γαστούνη 1926-Πάτρα 1970) είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μου πεζογράφους. Ορισμένοι κριτικοί της λογοτεχνίας λένε πως είναι και από τους πλέον σημαντικούς της μεταπολεμικής γενιάς. Δίκιο έχουν.
Είχα την τύχη να έρθω σ’ επαφή από πολύ νωρίς (για μένα) με το έργο τού Καχτίτση, κάποιο από το έργο του τέλος πάντων, παρότι, ποτέ, ούτε τότε που τον «γνώρισα» εγώ (στα μέσα του ’80), ούτε σήμερα το όνομά του ήταν από ’κείνα που απασχολούσαν και τόσο τα λογοτεχνικά κυκλώματα. Περιστασιακά μόνον, από δω κι από ’κει, κάποιοι γράφουν για τον Καχτίτση, τα λίγα βιβλία του οποίου ποτέ δεν εντοπίζονταν, όλα, ανά πάσα ώρα και στιγμή.  
Ο Νίκος Καχτίτσης σε νεκροταφείο του Μόντρεαλ, γύρω στο 1960
Ήταν λοιπόν ένα τεύχος του πατρινού περιοδικού Παράθυρο, το υπ’ αριθμόν 4 από τις αρχές του ’85, εκεί όπου ο πατρινός λογοτέχνης Βασίλης Λαδάς παρουσίαζε ένα μονοσέλιδο κείμενο για τον Καχτίτση, προτείνοντας μάλιστα να δοθεί το όνομά του και σ’ ένα δρόμο της πόλης…
«Θα ήθελε άραγε να ταφεί κάπου στην οδό Αγίου Ανδρέου (σ.σ. κεντρικός δρόμος των Πατρών) ο Καχτίτσης; Ή μήπως σ’ ένα σιδηροδρομικό σταθμό του ηλειακού κάμπου, πλάι σε πυκνές φυλλωσιές; Είτε το ’θελε είτε δεν το ’θελε ενταφιάστηκε στο Β Νεκροταφείο Πατρών. Να τολμήσω να προτείνω πως αν όχι η Αγίου Ανδρέου ένας άλλος δρόμος παρακατιανότερος θα μπορούσε να λάβει το όνομα Νίκος Καχτίτσης; Ή θα παρεξηγηθώ από το Δήμαρχο και τους δημοτικούς συμβούλους, αφού ο Νίκος Καχτίτσης δεν είναι και δεν μπορεί να αποτελέσει σύμβολο λαϊκίστικης νοοτροπίας και ήθους».
Το ονοματεπώνυμο «Νίκος Καχτίτσης» να πούμε πως δόθηκε όντως, κάποια στιγμή, σ’ ένα δρόμο της Πάτρας, σ’ ένα χαμένο αδιέξοδο στενό με πέντε σπίτια, κάπου στα Συχαινά (συνοικία της πόλης, στο δρόμο προς το Πανεπιστήμιο).

Τέλος πάντων εκείνο το κείμενο τού Λαδά (που συνέδεε την εμπορική αρτηρία της πόλης, την Αγίου Ανδρέου, την γεμάτη, κάποτε, με πρατήρια εδωδίμων και αποικιακών, με τον εγκατεστημένο στην άλλη άκρη του κόσμου συγγραφέα) με είχε κινητοποιήσει, τότε και κάπως έτσι είχα οδηγηθεί στα βιβλιοπωλεία, ώστε να βρω και να διαβάσω τον Εξώστη και τον Ήρωα της Γάνδης, που αναφέρονταν και στο κείμενο. Αν και δεν μπορώ, τώρα, να θυμηθώ λεπτομέρειες… είμαι σίγουρος πως εκείνη την εποχή είχα βρει δύο βιβλία του Καχτίτση που μόλις είχαν επανεκδοθεί –για το 1985 λέμε πάντα– χωρίς να είμαι 100% βέβαιος αν ο Λαδάς είχε γράψει τα σχετικά στο Παράθυρο πριν τις επανεκδόσεις ή μετά (μάλλον πριν).
Τα βιβλία αυτά ήταν ο Εξώστης και Η Περιπέτεια Ενός Βιβλίου (η περιπέτεια της έκδοσης του Εξώστη και η μακρόθεν αντιπαράθεση του συγγραφέα με τον γνωστό καλλιτεχνικό επιμελητή και άλλα τινά Κάρολο Τσίζεκ), αμφότερα τυπωμένα από τις εκδόσεις Στιγμή. Τρία χρόνια αργότερα (1988) η Στιγμή θα τύπωνε και τον Ήρωα της Γάνδης κι έτσι κάπως θα ολοκληρωνόταν στη δεκαετία του ’80 μια προσπάθεια αποκατάστασης του ονόματος του Καχτίτση (και του έργου του βεβαίως), που ήταν για χρόνια έξω από τα βιβλιοπωλεία και άρα σχεδόν άγνωστο.
Οι πρώτοι που έκαναν μια προσπάθεια να φέρουν τα βιβλία και τις ιστορίες τού ήδη πεθαμένου Καχτίτση μπροστά στο φως ήταν ο Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος και ο Ηλίας Πετρόπουλος μέσω του μικρού βιβλίου τους Μνήμη Νίκου Καχτίτση, που είχε κυκλοφορήσει από το περιοδικό Φάσμα (του Δημήτρη Παναγιωτάτου), το 1972. Το βιβλιαράκι ήταν καλαίσθητο, γιατί καλαίσθητα ήταν τα βιβλία και του τυπογράφου Καχτίτση, και σ’ έμπαζε όντως σ’ ένα κλίμα, αφού περιείχε αποσπάσματα από τα εκτενέστερα πεζογραφήματά του, τα Ποιοι οι Φίλοι, Η Ομορφάσχημη, Ο Εξώστης, Ο Ήρωας της Γάνδης μαζί δε και το έξοχο μικρό αφήγημα Ο Θάνατος του Κροκεβιλέ, που θύμιζε Poe ή καλύτερα κάτι από τη Μουσική του Έριχ Ζαν του H.P. Lovecraft.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1976, ο Κέδρος θα επιχειρούσε και την πρώτη κανονική επανέκδοση πεζών του Καχτίτση με τα Ποιοι οι Φίλοι Η Ομορφάσχημη Το Ενύπνιο, που πέρασε όμως απαρατήρητη.

Να πούμε, ώστε να είναι κάπως ολοκληρωμένη αυτή η αναφορά, πως ο Καχτίτσης είχε γεννηθεί στη Γαστούνη της Ηλείας και πως τα εφηβικά του χρόνια τα είχε περάσει στην Πάτρα. Το 1952, στα 26 του, βρίσκεται στο Καμερούν, όπου δουλεύει ως λογιστής σε μια εταιρεία στη Ντουάλα, ενώ το 1956 εγκαθίσταται μονίμως στο Μόντρεαλ του Καναδά. Ζούσε, στην αρχή, παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα ελληνικών, αγγλικών και γαλλικών, ενώ αργότερα θα διοριζόταν διερμηνέας (Ελλήνων) στα καναδικά δικαστήρια. Ήξερε ότι θα πέθαινε από οξεία λευχαιμία και ίσως γι’ αυτό επέστρεψε στην Πάτρα, όπου και συνέβη το μοιραίο το 1970 (25 Μαΐου) στα 44 μόλις χρόνια του. Άσχετο. Ο Νίκος Καχτίτσης γεννήθηκε και πέθανε τις χρονιές που γεννήθηκε και πέθανε και ο Γιάννης Χρήστου. Τα βιβλία του, που κυκλοφόρησαν με τα χίλια ζόρια, κατά τη διάρκεια της ζωής του, συνήθως τα έστελνε, λίγα-λίγα, ο ίδιος μέσω ταχυδρομείου σε έλληνες εκδότες και τυπογράφους, είτε τα τύπωνε ο ίδιος μετά το 1968 (καθώς έμαθε και να τυπώνει από προσωπική ανάγκη).
Το Δεκέμβριο του 1985, που ήταν μια κομβική χρονιά (το ’85) για τη γνωριμία ενός κάπως πλατύτερου κοινού με το έργο του Καχτίτση, κυκλοφορεί το 8ο τεύχος του περιοδικού Το Τέταρτο (επί Χατζιδάκι ακόμη) κι εκεί δημοσιεύονται τρεις ανέκδοτες επιστολές του προς τον φίλο του και επίσης λογοτέχνη Ε.Χ. Γονατά (επιστολές του Καχτίτση είχαν δημοσιευτεί και σ’ άλλα περιοδικά εκείνη την εποχή).
Ο Καχτίτσης, που ήταν παράξενος άνθρωπος και όμνυε στη μοναξιά επικοινωνούσε με τους λιγοστούς φίλους του στην Ελλάδα μέσω αλληλογραφίας (υπήρξε μανιώδης επιστολογράφος), δίχως, μάλιστα, ορισμένους απ’ αυτούς, να καταφέρει να τους γνωρίσει και δια ζώσης. Το έργο του είναι βαθύ, δαιδαλώδες, με πολλά αυτο-υπονομευτικά στοιχεία, συμπαγές, καφκικό, θριλερικό με πρωταγωνιστές ήρωες συντριμμένους, απόλυτα δέσμιους των ενοχών τους, που είναι σχεδόν πάντα αόρατες (οι ενοχές), καθώς αποκτούν όψη μόνο μέσα από τα οδυνηρά αποτελέσματά τους.
Εδώ, ένα απόσπασμα από επιστολή τού Νίκου Καχτίτση στον Ε.Χ. Γονατά, που αφορά στη δημιουργία ενός ιδιότυπου κοινοβίου για δύο…
Πολυαγαπητέ μου Κύριε Γονατά, (επιστολή σας 10σέλιδος 10ηςΑυγ.) 

Σχετικά με τα περί κοινοβίου, σας ανακοινώνω με απάθεια ότι ουδόλως πλέον με θορυβεί το γεγονός της ταυτότητος των απόψεων (ίδε και τα περί πολιορκίας). Θ’ αρχίσουμε να ψάχνουμε σε τι δεν μοιάζουμε. Ας σημειωθεί ότι, βέβαια, έχω βρει το μέρος κι εγώ: Είναι σε μια βραχώδη περιοχή μεταξύ Αιγίου και Κορίνθου, και συγκεκριμένα πάνω σ’ ένα βράχο στον οποίο είδα, από το παράθυρο του τραίνου, ένα τερατώδες σπίτι, το οποίο κάποιος μού εξήγησε ότι ανήκει στο ζωγράφο Θωμόπουλο (την τέχνη του οποίου απεχθάνομαι). Κατά μίαν εκδοχήν, γύρω από το σπίτι που θα χτίζαμε, θα υπήρχαν ηλεκτρικά πολυβόλα τα οποία θα έβαλλον συνεχώς – προς τα έξω βέβαια… Την περιοχήν θα διέτρεχον επίσης αποτρόπαιοι σκύλοι-μολοσσοί, απ’ αυτούς που ακόμα και προς τα αφεντικά τους φέρονται με τραχύτητα, και έχουν το βλέμμα κακεντρεχούς ανθρώπου, και συνεχώς δείχνουν τα δόντια. Οπότε, έστω και αν κανένας ανεπιθύμητος διέφευγε τα πυρά, θα κατεξεσκίζετο και κατεσπαράσσετο από αυτούς. Στα υπόγειά μας, εκτός από τα κρασιά και τυριά, θα είχαμε αποθέματα από μελάνι (φτιαγμένο από μας τους ίδιους, ακολουθώντας μια παληά φόρμουλα – από βελανίδια ίσως), χαρτί χειροποίητο, πέννες και άλλα τρόφιμα – τουλάχιστον για μερικά χρόνια, ώστε να είμαστε αυτάρκεις, οπότε, αν, για τον α’ ή β’ λόγο (λόγω πανώλης π.χ.) είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε μέσα, να μην κινδυνεύσουμε να πεθάνουμε. Από το άλλο μέρος, εξασφαλίζουμε και διάφορα τρόφιμα μόνοι μας επιτοπίως – κυνηγώντας στα γύρω δάση, μαζεύοντας χόρτα, ψαρεύοντας στη θάλασσα. Θα μαζεύουμε ως και βότανα ακόμα – από τα οποία βρίθει η περιοχή. Θα φτιάνουμε κολώνια μόνοι μας, ροδοζάχαρη, κ.λπ. Όλα αυτά, από το ένα μέρος θα αποτελούν την οικονομία της εγκαταστάσεως, ενώ από το άλλο θα είναι ωραίες απασχολήσεις – ώστε να μην παθαίνουμε κόπωση από το πολύ γράψιμο και την εν γένει καθιστική ζωή. Εννοείται ότι τα φαγητά που θα τρώμε θα είναι λιτά. Άσπρο τυρί με μαύρο ψωμί. Εληές. Κρέας ψητό στην πέτρα. Όσπρια σκέτα. Χορταρικά. Σαλάμια. Το κρασί, θα το πίνουμε – ΟΧΙ με την «κοσμική» έννοια των μοδέρνων ταβερνείων της Αθήνας, παρά ως ευφροσύνη του λάρυγγος, και  σαν ερεθισμό της φαντασίας, κ.λπ. Για να μη βγάνουμε τα μάτια μας λόγω συνεχούς επαφής ο ένας με τον άλλον, θα εφαρμόζουμε «μέρες σιωπής» (αυτή τη στιγμή σ’ αυτό αποδίδω τη σχετική συνήθεια των τραππιστών*). 

*Τραππιστές: Αυστηρό θρησκευτικό μοναστικό τάγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Οι μοναχοί, ανάμεσα σε άλλα, μιλούσαν μόνον όταν ήταν απαραίτητο.

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

WILL Z. με βάση τον Dante ένα σύγχρονο cosmic-folk κομψοτέχνημα

Τις καλές εισαγωγές μας, με τα σωστά προκαταρκτικά, οφείλουμε να τις επαναλαμβάνουμε και όχι να επινοούμε καινούριες. Δεν υπάρχει λόγος. Να λοιπόν τα σχετικά για τον Will Z. από μια παλαιότερη ανάρτηση (19/3/2014), που είχε γίνει με αφορμή μιαν ελληνική κυκλοφορία του Βέλγου (εντός ή εκτός εισαγωγικών) από την Anazitisi Records:
«Όσοι παρακολουθούν από κοντά το occult rock και folk-rock σίγουρα θα γνωρίζουν την περίπτωση του πολυεθνικού συγκροτήματος Can Am Des Puig, που είχε σχηματισθεί στην Σκωτία στις αρχές των seventies πριν καταλήξει στις Βαλεαρίδες Νήσους, εκεί όπου το 1978 ηχογράφησε ένα θρυλικό (εδώ ταιριάζει η λέξη) psych-folk άλμπουμ, που είχε τίτλο “The Book Of AM, Part One: Dawn And Morning”. Το 2006 η ισπανική εταιρεία Wah Wah επανεξέδωσε εκείνο το “χαμένο” άλμπουμ, μαζί με το δεύτερο, ανέκδοτο έως τότε, μέρος του, ως “The Book Of AM, Pts. I & II” (προσφέροντας μαζί και το απίθανο λατρευτικό βιβλίο των 143 σελίδων), ενώ to 2013 η ίδια εταιρεία έδωσε και το “Book Of AΜ, Parts III & IV - Afternoon & Evening”, επίσης ένα 2LP, ολοκληρώνοντας κατά μίαν έννοια το project. Πάνω σ’ αυτά τα τελευταία μέρη (το “III” και το “IV”) είχε δουλέψει ο Will Z (από τους Cosmic Trip Machine – “Vampyros Roussos” κ.λπ.) σε συνεργασία με τα αυθεντικά μέλη των Can Am Des Puig (Leslie Mackenzie, Juan Arkotxa, Carmeta Mansilla), ο οποίος, αφού επεξεργάστηκε παλαιά σκόρπια demos, προσθέτοντας και καινούρια όργανα, ολοκλήρωσε την ηχογράφηση».
Στενά συνδεδεμένος με τους Can Am Des Puig λοιπόν, ο Will Z. συνεχίζει το… κοσμικό-ψυχεδελικό ταξίδι του μ’ ένα ακόμη πιο καινούριο άλμπουμ, που έχει τίτλοA New Mirrored You” (το πέμπτο του) και που κυκλοφορεί ξανά από μιαν ελληνική εταιρεία – την G.O.D. Records αυτή τη φορά.
Βασική έμπνευση στο παρόν CD αποτελεί το κείμενο του Dante La Vita Nuova (έχει εμπνεύσει και στο παρελθόν ροκ-άλμπουμ και συγκροτήματα το συγκεκριμένο κείμενο), που βοηθά τον Will Z. να εξερευνήσει δύο θέματα (όπως σημειώνει ο ίδιος). Πρώτον, το πώς μπορεί να μετατραπεί μια δύσκολη μονόπλευρη σχέση σε κομψή τέχνη (κατά τον τρόπο των αλχημιστών που «μετέτρεπαν» τα πάσης φύσεως μέταλλα σε χρυσάφι) και δεύτερον, το πώς θα γινόταν να βιώναμε ταυτοχρόνως δύο ζωές – μία που να σχετιζόταν με την πραγματικότητα και μιαν άλλη με την ποίηση, και από ’κει και πέρα το πώς θα μπορούσε να βρεθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ φυσικού κόσμου και ονείρων, αφού πρώτα θα έχουμε συνειδητοποιήσει τινές συνέπειες και απογοητεύσεις. Ok. Όλα αυτά μπορεί να κινητοποιούν εσωτερικώς τον Will Z., όμως εδώ, εμείς, θα κρίνουμε το αποτέλεσμα τούτων ή και ακόμη άλλων διαδικασιών και όχι τις προθέσεις του αναγκαστικώς.
Λέμε λοιπόν από την αρχή πως το “A New Mirrored You” είναι ένα πολύ καλό σύγχρονο folk/rock άλμπουμ, διανθισμένο με πολλά cosmic στοιχεία – τόσα και τέτοια, ώστε να είναι εύκολη, νομίζω, η κατάταξή του κοντά στις παραφυάδες του κλασικού kraut/folk (Emtidi, Hoelderlin, Kalacakra κ.λπ.). Οι συνθέσεις είναι πολύ καλές, ρέουσες, και υποστηρίζονται άψογα τόσο στο φωνητικό κομμάτι τους, όσο και οργανικά – καθώς οι κιθάρες και τα σύνθια επιτυγχάνουν να δώσουν αυτό το space ξεπέταγμα, που το έχει ανάγκη και ο Will Z. και το συγκεκριμένο θέμα. Βοηθούν προς αυτό, πέραν του πρώτου τη τάξει που χειρίζεται κιθάρες, μπάσο, σύνθια, κρουστά και τραγουδά, ο Juan Arkotxa (από τους Can Am Des Puig) φλάουτο και ακόμη οι Og Musique μπάσο, κιθάρες, Sammy Goldstein ντραμς και Alice Artaud φωνητικά.
Από τα κομμάτια, τώρα, θα ξεχώριζα το εισαγωγικό “A new mirrored you” (ίσως το πιο ηλεκτρικό απ’ όλα τα tracks του άλμπουμ, με ωραίο spaced όργανο), το “The book of battles”, που έχει πληθώρα γόνιμων πλήκτρων και… αισθησιακά φωνητικά), την «Ψυχεδελική εκκλησία» (κινούμενη σε neo-psych δρόμους, στο ύφος της πάλαι ποτέ Xotic Mind), την μπαλάντα “Through the wind” (οι Incredible String Band εδώ κλείνουν το μάτι… ακόμη και στους φολκ-κραουτάδες των seventies), το βαρυφορτωμένο με εφφέ κ.λπ. “Lady Mediterranea” και άλλα…
Δεν υπάρχει μέτριο ή αδιάφορο κομμάτι στο “A New Mirrored You” τού Will Z. τούτη είναι ουσία – και να το πούμε αυτό ξεκάθαρα.

ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ a space journey

Πριν δυο χρόνια τέτοιαν εποχή πάνω-κάτω είχα γράψει για το προηγούμενο LP του Σπύρου Ξένου, που είχε τίτλο “The Valley of Dreams” και που εμφάνιζε ωραία ορχηστρική και κάπως rock μουσική. Μια συνέχεια εκείνου ή κάτι άλλο τέλος πάντων έχουμε τώρα, στο A Space Journey [Xenos Music, 2017], που προσδιορίζεται στο οπισθόφυλλο του long-play από τον ίδιο το συνθέτη του ως: A space trip from Earth into the Universe. A journey through the analog sounds of synthesizers. Experience the magic trip of existence from birth to the end of life”.
Ο Ξένος, που χειρίζεται ηλεκτρικό πιάνο, ARP2600, mini moog συν κάτι KORG δεν είναι μόνος του σ’ αυτό το ταξίδι. Δίπλα του βρίσκονται ο Βασίλης Κώτσιας (αν τον τονίζω σωστά) σε ακουστικές, ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσο, ο Χρήστος Μανωλόπουλος ντραμς και η Μάτα Κούρτη φωνητικά. Το υλικό είναι φυσικά συντεθιμένο από τον Ξένο, ενώ, σε μερικά κομμάτια, παρεμβάλλονται και space ήχοι δανεισμένοι από προγράμματα της NASA (space sound library). 
Το αποτέλεσμα είναι ευχάριστο, αλλά, ας μου επιτραπεί, κάπως απλοϊκό. Βεβαίως και η απλοϊκότητα μπορεί να έχει κι αυτή τη χάρη της μέσα σ’ έναν κυκεώνα υπερφορτωμένων πραγμάτων, συχνά άτεγκτων και απροσπέλαστων (όπως είναι πολλές σημερινές ηλεκτρονικο-κατασκευές), όμως και πάλι το “A Space Journey” κάτι παραπάνω θα χρειαζόταν από την αναντίρρητη πίστη τού Ξένου στον αναλογικό ήχο.
Τι θέλω να πω; Θα ήθελα περισσότερο εμπνευσμένες συνθέσεις (σαν την “Sentiments in low gravity” π.χ.), πιο μακριές στο χρόνο (και όχι θεματάκια, του ενός ή δύο λεπτών, χαλαρά συνδεδεμένα) και περισσότερη εκμετάλλευση των υπολοίπων οργάνων (και της φωνής ενδεχομένως). Τέλος μιαν αρτιότερη ηχογράφηση-παραγωγή θα έδινε στο “A Space Journey” ένα συνολικότερο ξεπέταγμα.
Ο Ξένος δεν είναι αδιάφορος μουσικός και δεν θα ήθελα να νομιστεί κάτι τέτοιο – εξάλλου το προηγούμενο LP του ήταν όντως «ένα απολύτως αποδεκτό και ευχάριστο άλμπουμ», όπως είχα γράψει και τότε (9/2015). Απλώς, νομίζω, πως θα μπορούσε, εδώ, να μας παρουσιαστεί ως ακόμη πιο ενδιαφέρων.

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

BLUES REVIVAL 20: JAZZ GILLUM (1902 ή 1904-1966)

Ο Jazz Gillum είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αρμονικίστες του blues, καθώς στη δεκαετία του ’30 ήταν δεύτερος σε φήμη πίσω μόνον από τον Sonny BoyJohn LeeWilliamson. Αν και ο William McKinley “Jazz” Gillum δεν ηχογράφησε ευρέως στα sixties, εντούτοις βρέθηκε στην επικαιρότητα κυρίως μέσω των πάμπολλων συλλογών του που κυκλοφόρησαν, τότε, με τα πρώτα του τραγούδια.
Έχοντας μια στρωτή δισκογραφική καριέρα, από το 1934 που μπήκε για πρώτη φορά στο στούντιο, μέχρι το 1949 (με τις τελευταίες τότε «πλευρές» του για την RCA), ο Jazz Gillum θα χαθεί ξαφνικά από τα πράγματα για δώδεκα χρόνια, για να επανεμφανιστεί το ίδιο ξαφνικά το 1961 με κάποιες καινούριες εγγραφές του για την Folkways.
Με μέτρια υγεία και με τουλάχιστον περίεργη συμπεριφορά –διαβάστε τι γράφει ο Michael Bloomfield στο βιβλιαράκι του Με τον Big Joe Williams των εκδόσεων Απόπειρα από το 1983– ο σημαίνων αυτός αρμονικίστας θα έλθει ξανά στο προσκήνιο μ’ εκείνο το session του 61 (στη Νέα Υόρκη). Έχοντας δίπλα του τον Memphis Slim στο πιάνο και τον Arbee Stidham στην κιθάρα, ο Jazz Gillum θα ερμηνεύσει για τελευταία φορά, ανάμεσα σε άλλα, και το κορυφαίο κομμάτι του (σύνθεση του Big Bill Broonzy) “Key to the highway” (πρώτη ηχογράφηση από τον Big Bill στο Σικάγο το 1940).
Ο Jazz Gillum θα πυροβοληθεί σ’ έναν καυγά και θα πεθάνει λίγα χρόνια αργότερα, το 1966.
Δισκογραφία
1. Blues by Jazz Gillum – Folkways FS3826 – 1961

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

MATT WILSON τζαζ επηρεασμένη από την ποίηση του Carl Sandburg

Δεν ξέρω πόσοι μπορεί να γνωρίζουν στην Ελλάδα τον σημαντικό αμερικανό ποιητή και διακεκριμένο folkist Carl Sandburg (1878-1967). Το λέω επειδή δεν είμαι σίγουρος αν έχει ποτέ τυπωθεί βιβλίο του στη γλώσσα μας (ποιήματά του πάντως έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες), ενώ δεν διανοούμαι να υποθέσω πως μπορεί να έχει κυκλοφορήσει δίσκος ή έστω τραγούδι του στη χώρα.
Ο Sandburg υπήρξε μεγάλη περίπτωση, με κοινωνική δράση σημαντικότατη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν εμφορείται από τις σοσιαλιστικές ιδέες, δημοσιογραφώντας σε ανάλογα έντυπα και γράφοντας αυθεντική εργατική ποίηση, υπό την έννοια πως και ο ίδιος ως παιδί σουηδών μεταναστών στον Νέο Κόσμο είχε κάνει άπειρες δουλειές χαμηλού κοινωνικού προφίλ για να επιβιώσει, ως αληθινός hobo (μια έννοια που άλλαξε νόημα στα sixties), αντιλαμβανόμενος «από τα μέσα» το πώς λειτουργούσε η κατάσταση. Συγχρόνως, ο Sandburg από πολύ νωρίς, από τη δεκαετία του ’30 ήδη, αρχίζει να καταγράφει και να ηχογραφεί παλιά λαϊκά τραγούδια, δίνοντας μάλιστα κι ένα άλμπουμ τότε με 4 78άρια(!), το “The American Songbag”, πράγμα που συνέχισε και τις επόμενες δεκαετίες με εγγραφές στις Decca, Lyricord κ.λπ. Γενικώς το έργο του, ποιητικό και μουσικό θεωρείται πολύ μεγάλης σημασίας, καθώς τα βιβλία του, όπως και οι μελέτες γύρω απ’ αυτό (το έργο) δεν σταμάτησαν ποτέ να τυπώνονται στην Αμερική.
Τι συμβαίνει τώρα και τα λέμε όλα αυτά; Ένας σημαντικός σύγχρονος μουσικός της jazz, ο ντράμερ Matt Wilson φέρνει ξανά στο φως (και στην jazz) την ποίηση τού Carl Sandburg, μέσω του καινούριου άλμπουμ του Honey and Salt / Music inspired by the poetry of Carl Sandburg [Palmetto Records, 2017]. Αλλά για το ποιος είναι ο Wilson ας θυμίσουμε τα σχετικά από μια παλαιότερη ανάρτηση του δισκορυχείου (Μάιος του ’16):
«Ο Wilson αποτελεί εδώ και καιρό μέλος της οικογένειας της Palmetto Records, που οδηγεί ο παραγωγός και κιθαρίστας Matt Balitsaris. Πριν κάποιο καιρό είχαμε γράψει για ένα προηγούμενο άλμπουμ τού Wilson, το “Gathering Call”, τη συνεργασία του με τον John Medeski, ενώ τώρα θα επικεντρωθούμε στην πιο καινούρια δουλειά του, που έχει τίτλο “Beginning of a Memory” (2016) και που είναι αφιερωμένη στην προσφάτως εκλιπούσα σύζυγό του (και βιολίστρια) Felicia Wilson.
Ο Matt Wilson δεν είναι κάποια τυχαία περίπτωση. Γεννημένος το 1964 στο Knoxville του Illinois, απασχολεί τη σκηνή από τα χρόνια του ’80 όντας μέλος σε μπάντες που οδηγούσαν οι Joe Lovano, John Scofield, Charlie Haden, Lee Konitz κ.ά., συνεργαζόμενος στην διαδρομή με τους Herbie Hancock, Elvis Costello, John Zorn, Bill Frisell, Marshall Allen και πάει λέγοντας. Με προσωπική καριέρα που αριθμεί περισσότερα από δέκα άλμπουμ, ο Wilson είναι ένας θεράπων του groove, όταν εμφανίζεται με μικρά σχήματα, όπως κι ενός ιδιότυπου swing, όταν παίζει με πιο μεγάλα, όταν εμφανίζεται με την 13μελή Matt Wilsons Big Happy Family».
Πριν γράψουμε για το “Honey and Salt”, ας πούμε δυο λόγια και για τη σχέση που συνδέει τον Wilson με τον Sandburg, και η οποία (σχέση) έδωσε την απαραίτητη ώθηση ώστε να γίνει πράξη το εν λόγω ηχογράφημα. Υπάρχει λοιπόν κατά πρώτον η εντοπιότητα που συνδέει Sandburg και Wilson (αμφότεροι γεννήθηκαν σε διπλανά μέρη, στην Knox County, του Illinois) και ακόμη μια πολύ μακρινή συγγένεια, μιας κι ένας πρώτος ξάδελφος του Sandburg είχε παντρευτεί μια… προ-θεία του Wilson. Τρέχα γύρευε τέλος πάντων, αλλά επειδή τα σημειώνει ο ίδιος ο Wilson στο cover τ’ αναφέρω κι εγώ. Το σημαντικότερο πάντως δεν είναι αυτό, αλλά το γεγονός πως ο Wilson έχει διάφορες αναφορές στον Sandburg και σε παλαιότερους δίσκους του (δανειζόμενος τίτλους ποιημάτων του για να ονοματίσει άλμπουμ του κ.λπ.), που δείχνει μια σχέση εν εξελίξει, η οποία οδηγείται τώρα στο απόλυτο – σ’ ένα άλμπουμ εννοώ εντελώς επηρεασμένο από τον συγκεκριμένο (ποιητικό) λόγο.
Ο Wilson προς τούτο έχει δίπλα του μια ομάδα μουσικών που κάνει, για ’κείνον, την καλύτερη δουλειά. Είναι η τραγουδίστρια και κιθαρίστρια Dawn Thomson, ο κορνετίστας Ron Miles, o πνευστός (κλαρίνο κ.λπ.) Jeff Lederer και ο μπασίστας Martin Wind. Δίπλα σ’ αυτούς και μια… ισχυρότερη ομάδα απαγγελτών, οι οποίοι διαβάζουν με τον τρόπο τους τα ποιήματα του Sandburg. Ποιοι είναι αυτοί/αυτές; Διαβάστε ονόματα: Carla Bley, Joe Lovano, Rufus Reid, Bill Frisell, Jack Black, John Scofield, Christian McBride, ακόμη οι Wilson και Lederer και τέλος… ο ίδιος ο Carl Sandburg, που απαγγέλει κι αυτός ένα από τα πιο γνωστά ποιήματά του, το “Fog” (από παλιά ηχογράφηση εννοείται), σε μια ιδιαίτερη «συνομιλία» του με τα ντραμς (του Wilson).
To άλμπουμ ανοίγει με το φοβερό bluesSoup”, με την Thomson να παίρνει πάνω της το κομμάτι. Συνεχίζει σ’ ένα πιο… spoken word-funk ύφος με τον τρόπο του τρανού Oscar Brown, Jr. στο “Anywhere and everywhere people”, ακολουθεί η μπαλάντα “As wave follows wave”, το αργό αλλά τόσο διαβρωτικό 6λεπτο “Night stuff”, το χαρούμενο σ’ ένα shuffle στυλ “We must be polite”, ο ίδιος ο Sandburg στην απαγγελία τού “Fog”, για να κλείσει το Chapter One, με το μαρς (κάτι από «Συννεφούλα» ακούμε εδώ!) “Choose”…
Υπάρχουν άλλα δύο Κεφάλαια στο “Honey and Salt” κι ένας επίλογος, που ολοκληρώνει με τον καλύτερο τρόπο τούτο το διαφορετικό τζαζ άλμπουμ, που μετράει πολύ απ’ όποια πλευρά και να το δεις.

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

DIMORFIA βορειοελλαδίτικο μέταλλο

Έλληνες, από τη Θεσσαλονίκη, είναι οι Dimorfia, με το Utopia [Private, 2017] να αποτελεί το πρώτο ολοκληρωμένο CD τους. Τι παίζουν οι Dimorfia; Από το εξώφυλλο, και από το όνομα ακόμη-ακόμη, όλοι μπορούν να το υποθέσουν. Μέταλλο. Μεταλλικοί λοιπόν, αλλά με τα δικά τους επιμέρους χαρακτηριστικά.
Είναι power μπάντα οι Dimorfia, με πολλά όμως μελωδικά και progressive χαρακτηριστικά. Δίνουν βάση θέλω να πω στις μελωδίες τους (και καλώς πράττουν), με τα φωνητικά τους να είναι κατά το μάλλον ή ήττον οπερατικά και συχνά ομαδικά (εδώ μου θυμίζουν τους Therion και άλλους πολλούς), αφήνοντας (και) στα πλήκτρα πολλούς κενούς χώρους για να τους γεμίσουν. Ναι, έχουν κιμπορντίστα ή πληκτρά (πείτε τον όπως θέλετε) οι Dimorfia και αυτός είναι ο Stathis X (ένα από τα έξι βασικά μέλη του γκρουπ), ενώ οι υπόλοιποι είναι οι Maria Loti φωνή, φωνητικά, Kimon Pantelidakis ρυθμικές, lead κιθάρες, Nikos Giogas ρυθμικές, ακουστικές, lead κιθάρες, Kleanthis Xenitidis μπάσο και George Baltas ντραμς, κρουστά, lead και backing φωνητικά.
Το γκρουπ τα καταφέρνει μια χαρά, σχεδόν στα πάντα. Και όταν λέω «στα πάντα» εννοώ πως έχουν και αναφορές (πολύ ωραία ενταγμένες στο σύνολο) από είδη μουσικά, που δεν τα φαντάζεται, ενδεχομένως, ο απλός φίλος μεταλλάς. Και αναφέρομαι βασικά στα ethnic στοιχεία στο “Witch in veil white” και όχι τόσο στις art-rock επιρροές, που είναι, εν πάση περιπτώσει, πιο κατανοητές. 
Αν υπάρχει κάποιο ζητηματάκι με το “Utopia” αυτό έχει να κάνει κυρίως με την παραγωγή, που συχνά είναι/ακούγεται κάπως flat. Χωρίς το απαιτούμενο «βάθος» εννοώ και το… τρισδιάστατο του πράγματος (πρόσεξε το ποδοβολητό στα ντραμς, που ακούγεται ξέπνοο, όπως και το rhythm section γενικότερα, που δεν προσφέρει τον απαιτούμενο όγκο).
Έχουν πολλά προσόντα οι Dimorfia, με σημαντικότερο φυσικά το να γράφουν καλά τραγούδια, όπως και το να τα τραγουδάνε με πρωτότυπο τρόπο. Δεν χρειάζονται πολλά, για να ανεβούν πολλές θέσεις ή και να πλησιάσουν προς την κορυφή σ’ αυτό που κάνουν.