Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

THE TEARDROPS γκαράζ (ελληνικό) κι άγιος ο Θεός

Όπως διαβάζουμε στο ένθετο: «Οι Teardrops σχηματίστηκαν στην Αθήνα το 1999. Από τότε και μέχρι το 2010 έκαναν αρκετά live σε διάφορους χώρους της Αθήνας (Gagarin, Κύτταρο, Rodeo, An, House of Art, Mo Better, Be-Bop, Καφεθέατρο, Odd, Τεχνόπολις-ΒΑΒΕΛ Comics Festival, Glam κ.ά.) και στο club Be-live της Λάρισας, μαζί με τους Seeds και το Sky Saxon. Τρία κομμάτια τους έχουν συμπεριληφθεί στις συλλογές Enjoy the Greeks Vol.1 και Vol.2, που κυκλοφόρησαν από την On Stage Records και ένα ακόμη κομμάτι τους περιλαμβάνεται στη συλλογή του περιοδικού ΠΟΠ+ΡΟΚ Secret Tapes».
Αρκετά καλό, εισαγωγικό, βιογραφικό για μια μπάντα, που «τα σπάει» (όπως λέμε) στο παρόν 3-tracks 7ιντσο, ζωντανά ηχογραφημένο στο An Club την 14η Μαΐου 2010 – δισκάκι, που έκοψε η B-otherSide [Lost Archives] σε 350 αριθμημένα αντίτυπα με την εξής ιδιαιτερότητα. Η πρώτη πλευρά (1 track) να γυρίζει στις 45 στροφές, ενώ η δεύτερη (2 tracks) στις 33 και 1/3.
Η μπάντα παίζει με πατημένο το γκάζι στην πρώτη πλευρά (“Girl of mine”) αραδιάζοντας όλα εκείνα τα αναμενόμενα garage χαρακτηριστικά. Τα τραχιά, που γίνονται και συναισθηματικά, φωνητικά, μαζί με τους στην-τσίτα συνδυασμούς οργάνου και κιθάρας. Ντεμαράζ «πανικού» προς το τέλος, σ’ ένα track που μεταφέρει οπωσδήποτε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα της ζωντανής παράστασης.
Η B side διαθέτει δύο κομμάτια. Ανοίγει με το μέσου-τέμπο “You never loved me”, που κυλάει σε… δραματικούς τόνους –πολύ ωραίο τραγούδι, με άψογα αφομοιωμένες sixties και eighties αναφορές– και κλείνει μ’ ένα άτιτλο ελληνόφωνο, που παραπέμπει ευθέως στα δικά μας ανάλογα κομμάτια του ’60 (σε όλα τα επίπεδα).
Δυνατοί οι Teardrops. Τους ακούσαμε και από το CD Gew-Gaw εσχάτως…
Επαφή: www.b-otherside.gr
 

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 12

30/3/2017
Πήγαινα σε μια δουλειά το πρωί κι έξω από μια εκκλησία είδα αρκετούς μαθητές. Δε βιαζόμουν κι έτσι μπήκα μέσα για να δω τι συμβαίνει – από περιέργεια να πούμε. Έπαιζαν… «Χαιρετισμοί». Μέσα στην εκκλησία γινόταν της πουτάνας. Χάβρα Ιουδαίων. Κάθισα 5 λεπτά και δε βρέθηκε ένας παπάς, ένας ψάλτης, ένας επίτροπος, ένας καντηλανάφτης, κάποιος τέλος πάντων, να τους πει από μικροφώνου ένα «σκάστε ρε, αλλιώς σηκωθείτε φύγετε». Δε μιλάμε για τους καθηγητές… Αυτοί, απλώς, καμάρωναν.
Μάγκες μου μαζί με τη «διαγωγή» καταργείστε και το σχολικό εκκλησιασμό. Αν πριν δεν είχε ΚΑΝΕΝΑ νόημα, τώρα δεν έχει ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΚΑΝΕΝΑ νόημα.

30/3/2017
ΝΤΕΤΕΚΤΙΒΣ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑ
(Αθήναι 1981)
«Ο βιομηχανικός κατάσκοπος θα προσπαθήσει με κάθε μέσο να έλθει σε επαφή με πρόσωπα ‘κλειδιά’, προκειμένου να πάρει τις πληροφορίες που θέλει. Οι μέθοδοί του είναι αυτοσχέδιες και δεν ακολουθούν κανένα συγκεκριμένο τρόπο. Εκμεταλλεύεται τις διάφορες ανάγκες και συναισθήματα των ανθρώπων που θα πλησιάσει. Πολλές είναι οι επιχειρήσεις που θα πληρώσουν 500 χιλιάρικα, για να έχουν μια έτοιμη έρευνα, για ένα φάρμακο π.χ., που αν την έκαναν οι ίδιες θα τους εστοίχιζε 5 εκατομμύρια».

30/3/2017
ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΑΦΙΣΑ
"Χριστός, Μωάμεθ, Βούδας, Ιεχωβάς / γκουρού και Κρισναμούρτι / άμα καείς απ' το χυλό / φυσάς και τη γιαούρτη..."
(Δ. Πουλικάκος)

29/3/2017
Πολύς κόσμος βλέπει σίριαλ – και φίλοι μου. Κυρίως ξένα. Καλωδιακά κ.λπ.
Ποτέ δεν είδα ξένο σίριαλ. Μόνο μερικά ελληνικά… από παιδί έως φοιτητής.
Το πρώτο σίριαλ που θυμάμαι να παρακολουθώ ήταν ο «Ο Παράξενος Ταξιδιώτης» (μαθητής στο Δημοτικό, την περίοδο 1972-73), ενώ το τελευταίο πρέπει να ήταν το κάπως καφκικό «Οι Συνυπάρχοντες» (1985) του Πάνου Κοκκινόπουλου, με τον φοβερό Χρήστο Τσάγκα, τον Πουλικάκο (που είχε γράψει και τη μουσική) κ.ά., στηριγμένο στο μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο του Αριστοτέλη Νικολαΐδη, που είχε κυκλοφορήσει στο Μόντρεαλ (εκδόσεις Ωμέγα) το 1969.

29/3/2017
Δεν μπορεί... Τελικά πρέπει να υφίσταται κάποιος κρυφός διαγωνισμός, χρηματοδοτούμενος από κάποιο θινκ-τανκ του Σόρος, για το ποιος θα γράψει τη μεγαλύτερη μαλακία για την Αριστερά.
>>Εζησα την εφηβεία μου με την Αριστερά να ταυτίζεται με το απόλυτο καλό και τη Δεξιά με το απόλυτο κακό. Η καλλιτεχνική ζωή ανήκε μόνο στην Αριστερά, ενώ στη Δεξιά δόθηκε το σκυλάδικο.<<
Ο καλλιτέχνης Ρένος Χαραλαμπίδης 

28/3/2017 
Ο γνωστός και μη εξαιρετέος Στέφανος Κασιμάτης της Καθημερινής ήταν εκείνος που αναρωτιόταν αν ο Μπελογιάννης, ένας καταδικασθείς «για κατασκοπεία εις βάρος της χώρας του» (από το στρατοδίκη ΙΔΕΑατζή και πράκτορα της CIA Γεώργιο Παπαδόπουλο κ.ά. να υπενθυμίσω), θα έπρεπε να τιμηθεί από την ελληνική βουλή.
Ο κόλακας της αστικής ευπρέπειας Κασιμάτης θα ήθελε, προφανώς, να δει τον Μπελογιάννη να μετανιώνει σαν τον… κομμουνιστή πράκτορα Κώστα Πρέκα «Στα Σύνορα της Προδοσίας». Τότε, θα του άξιζαν αληθινές τιμές… 

28/3/2017 
ΚΙΝΕΖΟΣ – ΤΣΙΜΑΣ – ΚΟΣΙΩΝΗ στον ΣΚΑΪ
Απόψε στις 12 τα μεσάνυχτα είναι τελικά η «Ώρα της Γης».
Κατεβάζουμε όλοι γενικούς… 

27/3/2017 
Αυτό το CD το πουλάει ένας μόνο στο discogs 140 ευρώ. Άμα το θέλει κανένας, για να τσοντάρω να πληρώσω τον ΕΦΚΑ, το συζητάμε...

27/3/2017
Λυπηθείτε την… άυπνη Σία Κοσιώνη.
>>Έχω έναν εφιάλτη. Πώς θα διαχειριστώ τη στιγμή που ίσως θα είμαι αναγκασμένη να πω ότι η Ελλάδα χρεοκόπησε και θα βγει από το ευρώ; Πώς το λες αυτό;<<
Ας απαντήσουν οι –εντός του ευρώ χρεοκοπημένοι– 125 χιλιάδες δυστυχείς εργαζόμενοι, που αμείβονται με λιγότερα από 100 ευρώ το μήνα, και τα 3,8 εκατομμύρια, που ζουν κάτω από συνθήκες φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. 

26/3/2017 
Χθες βρέθηκα σ’ ένα συγγενικό σπίτι (λόγω γιορτής) και είδα μετά από πολλά χρόνια την Εθνική (ποδόσφαιρο) κόντρα στο Βέλγιο. Είδα, κάπως αναγκαστικά, το δεύτερο ημίχρονο (αλλά έχασα το γκολ, το 0-1, που μπήκε στο 46). Κατ’ αρχάς να πω πως πέραν του Μήτρογλου και του Τοροσίδη, κι ίσως ενός-δυο ακόμη (το πολύ), όλοι οι υπόλοιποι παίκτες μας μού ήταν παντελώς άγνωστοι. Από τα λίγα λοιπόν που διαπίστωσα…
Η ομάδα μας είναι για γέλια. Οι παίκτες είναι άμπαλοι, κι αν παίζουν οι περισσότεροι απ’ αυτούς σε ομάδες του εξωτερικού (δεν ξέρω λεπτομέρειες) τούτο αποδεικνύει ένα και μόνο. Πως και το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο είναι πλέον για πολλά γέλια. Οι Βέλγοι, που τρέχανε απλώς (τίποτ’ άλλο), είχαν μόνο έναν παίκτη, μπροστά, ένα μαύρο, που έκανε τη διαφορά (αυτός έχωσε και το γκολ της ισοφάρισης). Όλα τ’ άλλα... φτήνια. Τώρα, αν πω πως… το γλεντάω με την κατάντια ενός μεγάλου μέρους τού σύγχρονου ποδοσφαίρου ελπίζω να μη φανώ χαιρέκακος.

η ROSE ELLIS τραγουδάει jazz

Η Rose Ellis είναι μια ολλανδή τζαζ τραγουδίστρια και τραγουδοποιός, που ζει και παρουσιάζει τη δουλειά τους στη Νέα Υόρκη. Το Like Songs Like Moons [Private, 2016] είναι κατά πάσα πιθανότητα το ντεμπούτο άλμπουμ της (ηχογράφηση: Νέα Υόρκη Οκτώβριος 2015), ένα άλμπουμ με έντεκα τραγούδια – τα περισσότερα συνθέσεις (και στίχοι και ενορχηστρώσεις) κάποιου R.E. Plaatsman.
Ο τρόπος της Rose Ellis και βεβαίως το στήσιμο των τραγουδιών παραπέμπουν στις κλασικές αξίες της τραγουδιστικής τζαζ (η Ellis εξάλλου αναφέρει στις επιρροές της τις Ella Fitzgerald, Sarah Vaughan, Carmen McRae and Billie Holiday), που, στη διαδρομή, απέκτησαν κι ένα ευρωπαϊκό περιεχόμενο – και ολλανδικό, γιατί όχι; Ας θυμηθούμε τις φωνάρες Greetje Kauffeld, Rita Reys και Ann Burton μεταξύ άλλων. Έχοντας, λοιπόν, το φυσικό προσόν μιας καθαρής, μελετημένης, mezzo φωνής και βεβαίως τη συμπαράσταση τριών ακόμη μουσικών που κάνουν πολύ καλή δουλειά (Glenn Zaleski πιάνο, fender rhodes, Pablo Menares μπάσο, Ross Pederson ντραμς), η Rose Ellis αναπλάθει τραγούδια ιστορικά, όπως το φοβερό “He needs me” του Arthur Hamilton (που είχε πει η Peggy Lee) ή ακόμη και το εξ ίσου συναρπαστικό “Preacher boy” της Billie Holiday (ένα από τα εφτά τραγούδια, που έγραψε ή συνέγραψε η Holiday, δίχως ποτέ να τα ηχογραφήσει), προσθέτοντας, φυσικά, και τα καινούρια πρωτότυπα. Μπορεί, αυτά ακριβώς τα πρωτότυπα τραγούδια να μην διαθέτουν το βάρος των παλαιών σκοπών, είναι όμως φτιαγμένα από τα ίδια υλικά. Και τούτο δεν μπορεί παρά να τα τοποθετεί, εξ αρχής, σ’ ένα άλφα επίπεδο.
Το “Like Songs Like Moons” της Rose Ellis είναι ένα απλό, καθημερινό τζαζ άλμπουμ, που διαθέτει μιαν ωραία φωνή, καλά τραγούδια και πολύ καλούς οργανοπαίχτες. Ο ωραίος αυτός συνδυασμός δεν είναι πάντα προφανής.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

οι TRIPLICITY είναι Έλληνες και το “Birth of the Sun” το πρόσφατο CD τους

Εντυπωσιακής συσκευασίας –ξεκινάμε από ’κει, καθότι είναι εκείνο που πρωτοβλέπουμε– ελληνικό jazz-fusion CD, που συνοδεύεται και από στικάκι(!) περιέχον οπτικό υλικό από τη διαδικασία της ηχογράφησης, το οποίον όμως δεν είδα. Προτίμησα να μείνω σε ό,τι ακούγεται… Πάμε λοιπόν…
Οι Triplicity είναι βασικά τρεις, ο κιθαρίστας Γιώργος Σταυρουλάκης (κιθάρα, synth κιθάρα), ο μπασίστας Παναγιώτης Μπουραζάνης και ο ντράμερ Πάνος Βασιλόπουλος. Λέω «βασικά», γιατί υπάρχουν τρεις ακόμη μουσικοί, που συμμετέχουν στην εγγραφή: ο τενορίστας Chad Lefkowitz-Brown, ο περκασιονίστας Pete Lockett και η τραγουδίστρια Tammy Scheffer.
Το Birth of the Sun [Τεχνότροπον Artway, 2016] δεν μπορεί εύκολα να καταταχτεί, καθότι ο όρος jazz-fusion μπορεί να λέει κάτι, δεν λέει όμως τα πάντα. Στο CD υπάρχουν πολλές και σωστά διευθετημένες «ειδικές διαδρομές», που θέλουν μια πιο «ειδική» περιγραφή, προκειμένου να αποκρυπτογραφηθεί κάπως η ουσία και το βάρος αυτού του άλμπουμ. Πάντως θα λέγαμε πως, κατ’ αρχάς, έχουμε ένα άλμπουμ παιξιμάτων και μετά συνθέσεων ή ενορχηστρώσεων – δίχως κάτι τέτοιο να λαμβάνεται μειωτικά για τις δεύτερες. Όλοι οι μουσικοί, βασικοί και guests, έχουν εδώ μερικές πολύ δυνατές στιγμές, ορισμένες από τις οποίες μπορεί να σε αφήσουν και άφωνο, όπως για παράδειγμα τα vocal percussions τού Lockett στο “Athenian junction” και στο “Rebirth” ή η διασκευή στο “What this thing called love” του Cole Porter, με τα ωραία φωνητικά της Scheffer και το γενικότερο bluesy feeling. Εντυπωσιακά ηχούν στ’ αυτιά μου και άλλα tracks, όπως το “Bag of winds”, που με πήγε πίσω στις καλύτερες μέρες του σαξοφωνίστα Steve Marcus (από τα πιο ωραία free κομμάτια, στην ανάπτυξή του, που έχω ακούσει ποτέ από ελληνικό σχήμα), το πιο ροκάδικο “The road ahead”, με τους ταχύτατους δακτυλισμούς στην κιθάρα και το κάπως space κλίμα ή το εντελώς περιπετειώδες και κάπως haunted κατά μέρη “Chasing the sun”, που κλείνει και το άλμπουμ.
Ξέχασα να γράψω κάτι και για την άλλη διασκευή τού “Birth of the Sun”, εκείνη στο “Message in a bottle” των Police. Ακόμη κι αυτή έχει ενδιαφέρον…
Πολύ καλό άλμπουμ, που θα μπορούσε να σταθεί σε διεθνές επίπεδο. Να το έχουμε κατά νου κι αυτό.
Επαφή: www.triplicityband.com
 

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

δύο άλμπουμ του ιταλού αυτοσχεδιαστή GIANNI MIMMO (το δεύτερο σε συνεργασία με την ιαπωνίδα πιανίστρια YOKO MIURA)

GIANNI MIMMO: Prossime Trascendenze [IT. Amirani]
Σοπρανίστας είναι ο Gianni Mimmo, και από τους πιο διακεκριμένους τις τελευταίες δεκαετίες στη γείτονα Ιταλία. Εν τω μεταξύ έχουμε γράψει πολλές φορές στο δισκορυχείον για τα παλαιότερα CD του, και εν πάση περιπτώσει πάντα θα το κάνουμε (όταν μας δίνεται η ευκαιρία δηλαδή), καθότι ο Mimmo γράφει ή παράγει αξιοπρόσεκτες μουσικές, που περιστρέφονται, συνήθως, γύρω από το τρίπτυχο jazz/ improv/ avant. Ένα τέτοιο άλμπουμ, που κινείται χοντρικά γύρω απ’ αυτά τα είδη (ας προσθέσουμε όμως και τη «σύγχρονη κλασική»), είναι και το “Prossime Trascendenze”.
Βασικά, εδώ περιλαμβάνονται δύο έργα. Το 23λεπτο (δύο tracks) “Duo Sestetti” (για σοπράνο σαξόφωνο, τρομπέτα, τρομπόνι, μπάσο κόρνο, βιολί, κοντραμπάσο) και το 32λεπτο (πέντε tracks) “Cinque Multipli” (για σοπράνο, αγγλικό κόρνο, γαλλικό κόρνο, βιολί, κρουστά). Και τα δύο έργα είναι καινούρια, αφού συνετέθηκαν στη διετία 2014-15 και βεβαίως ηχογραφημένα προσφάτως.
Στο πρώτο απ’ αυτά παρακολουθούμε μια σειρά από συμπράξεις πνευστών (παράλληλους λόγους περισσότερο, παρά συνομιλίες), οι οποίες υποστηρίζονται από δύο έγχορδα με δοξάρι. Αν και ενδιαμέσως καταγράφονται σόλο στιγμές απ’ όλα τα όργανα (π.χ. κάπου ακούς το σοπράνο του Mimmo να αυτοσχεδιάζει σαν κλαρίνο – άρα υπάρχει και μια τάση να «πατηθούν» αλλότρια τίμπρε), στην πράξη είναι οι διάλογοι, των δύο οργάνων, των τριών… εξαρτάται, που οδηγούν την εγγραφή. Το κλίμα, πάντως, θα το χαρακτήριζα περισσότερο σύγχρονο κλασικό/ αβαντγκαρντίστικο παρά jazz/ improv – χωρίς τούτο να σημαίνει πως το “Duo Sestetti” είναι λιγότερο ενδιαφέρον.
Τώρα, στο δεύτερο έργο, το “Cinque Multipli”, τα κρουστά σε πρώτη φάση κάνουν μια διαφορά –κυρίως ως υποσκάπτοντα μιαν ηχητική κανονικότητα με… εφφέ παρεμβάσεις– ενώ και το βιολί έχει περισσότερο χώρο (ως το μόνο έγχορδο) να συνομιλήσει με το σοπράνο, καθώς τα κόρνα μοιάζει να αυτοσχεδιάζουν σ’ ένα δεύτερο επίπεδο. Εδώ, θα μπορούσε μάλιστα να διερευνηθούν και σχέσεις δύναμης και πάθους, ορισμένες φορές όχι μακριά από την αίσθηση / λειτουργία ενός σάουντρακ με επικές διαστάσεις. Συναρπαστικό ως εξέλιξη, αλλά για κάπως μυημένους ακροατές.
Και όλο το CD δηλαδή.
YOKO MIURA, GIANNI MIMMO: Departure [IT. Setola di Maiale, 2016]
Ηχογραφημένο στο Μιλάνο, το 2015, το “Departure” είναι μια συνεργασία τις ιαπωνίδας πιανίστριας Yoko Miura και του σοπράνο σαξοφωνίστα Gianni Mimmo. To ντούο, που συνθέτει και αυτοσχεδιάζει, ή συνθέτει σαν να αυτοσχεδιάζει, καταγράφεται σε πέντε tracks, τα οποία αποκαλύπτουν υψηλό βαθμό επικοινωνίας, έμπνευση και εφευρετικότητα. Μάλιστα, στο εισαγωγικό 12λεπτο “Prologue” θα έλεγα πως παρουσιάζεται το άπαν. Από τη μια μεριά η αποτύπωση των μελωδικών και ρυθμικών μεγεθών, και από την άλλη η ανάγκη εξερεύνησης των δυνατοτήτων, όπως λέμε, των δύο οργάνων, μέσω χειρισμών και ηχοχρωμάτων οι οποίοι (και τα οποία) εκπλήσσουν. Δεν είναι μόνο το παίξιμο στο πιάνο «από μέσα» ή τα παράξενα τίμπρε του τενόρο σαξοφώνου, αλλά βασικά ο συνδυασμός τους, που τα φέρνει σε μια φάση «άλλη». Αυτό το «άλλο», που έχει να κάνει με την ανάγκη να αποδομηθεί ελαφρώς η γραμμικότητα και περαιτέρω το αναμενόμενο, αποκτά νέες διαστάσεις στο επόμενο μεγάλο track του άλμπουμ, το 10λεπτο “Boogie-woogie wonderland”, στο οποίο επιχειρείται το… γκρέμισμα και από ’κει και κάτω η ανακατασκευή ενός κλασικού πιανιστικού ρυθμού, με τα ίδια υλικά, τοποθετημένα, τώρα, σε επιμελώς διαφορετικές θέσεις.
Εδώ, σ’ αυτό το track, που αποτελεί και το επιστέγασμα της συνεργασίας της Miura και του Mimmo, η συνεργασία, η ταύτιση και, φυσικά, η αποτελεσματικότητα των δύο μουσικών πιάνει κορυφή.

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

BABY GURU για το «τέσσερα»

Μπορεί να είναι τέσσερις πλέον οι Baby Guru (Prins Obi φωνή, πλήκτρα, King Elephant ντραμς, Sir Kosmiche μπάσο, Kon Kon κιθάρες), όμως το αποτέλεσμα στοIV [Inner Ear, 2017] με πείθει λιγότερο από τον καιρό όπου ήταν τρεις. Και δεν φταίει, φυσικά, ο Kon Kon γι’ αυτό.
Θέλω να πω πως βρίσκω το συγκρότημα σε μια φάση ψαξίματος –όπως το εύρισκα δηλαδή και στις περισσότερες από τις προηγούμενες δουλειές του– χωρίς αυτό να σημαίνει πως κι εδώ δεν υπάρχουν ενδιαφέροντα κομμάτια (ιδίως στην δεύτερη πλευρά τού LP). Το «ψάξιμο» εννοώ είναι καλό πράγμα, αλλά, κάποια στιγμή, πρέπει κι αυτό κάπου να καταλήγει. Με τους Baby Guru συμβαίνει πάντα (έως τώρα εννοώ) το ανάποδο. Το «ψάξιμο» όχι απλώς δεν καταλήγει πουθενά, αλλά είναι και… δημόσιο, καθώς αποτυπώνεται στα αυλάκια των δίσκων! Ορισμένοι αυτό μπορεί να το θεωρούν καλό, προσόν να πούμε – εμένα, όμως, μου φαίνεται κάπως παράταιρο. Κυρίως γιατί το «ψάξιμο» είναι μια διαδικασία και όχι το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Αυτή είναι η διαφορά, που, προσωπικώς, με κάνει να νοιώθω κάπως «κουμπωμένος» με το “IV”. Κάτι με εμποδίζει δηλαδή, ώστε να το απολαύσω.
Ξεκινάω λοιπόν από την Side Β η οποία μπαίνει με τα μπούνια – μ’ ένα από τα ωραιότερα κομμάτια, που έχουν γράψει μέχρι σήμερα οι Baby Guru. Λέμε για το “Motel Rwanda” (που έχει μουσική του γκρουπ και στίχους των Prins Obi και Jef Maarawi). Εδώ δεν είναι μόνο η πακτωμένη μπασογραμμή, αλλά όλος ο τρόπος που αναπτύσσεται αυτό το afro-reggae-rock χορευτικό track, που θυμίζει τις καλύτερες στιγμές των ύστερων CAN (εποχής “Flow Motion” π.χ.) και της τραγουδοποιίας του Brian Eno (φάση “Before and After Science”). Ξεχωριστό είναι επίσης το μικρό στο χρόνο “Nothing really bothers me”, που οφείλει επίσης πολλά στο ρυθμικό τμήμα, δίχως να υπολείπεται σε ποπ αξία και το ρεφραινάκι του, με το χαλαρό-νοσταλγικό “Amarousion” (τελευταίο κομμάτι του LP) να επιβεβαιώνει, και αυτό από τη μεριά του, το «ένα σκαλί πιο πάνω» της πλευράς.
Αντιθέτως, τώρα, στη Side A τα πράγματα δεν προχωράνε και τόσο. Μπορεί το ποπ στοιχείο να κυριαρχεί, αλλά συνήθως είναι αδύναμο. Καλή η δουλειά στα στιχάκια, δε λέω, αλλά απουσιάζουν εκείνα τα ρεφραίν από τα κομμάτια, που θα τα πήγαιναν πιο πέρα. Συγκριτικά, το καλύτερο τραγούδι της πλευράς είναι το “Oaxaca (The calvino song)”, που εμφανίζει κάποια καινοτόμα στοιχεία μέσα στην αρχική ρυθμική μονοτονία του – με την παρατεταμένη επωδό που λειτουργεί και την επακόλουθη οργανική αλλαγή (που μετράει), ενώ και το κλείσιμο με το ήσυχο “Before sundown” (και τις τάμπλες) δεν είναι άσχημο.
Είμαι αυστηρός και απαιτώ περισσότερα από τους Baby Guru, γιατί μπορούν να τα δώσουν.
Επαφή: www.inner-ear.gr
 

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΘΩΜΑΣ ΤΑΜΒΑΚΟΣ η επίσημη δισκογραφία του Σπυρίδωνος-Φιλίσκου Σαμάρα σ’ ένα συναρπαστικό βιβλίο

Μπορεί ένα βιβλίο-δισκογραφία να είναι συναρπαστικό; Μπορεί, όταν το αναλαμβάνει ο φίλτατος μουσικογράφος, ερευνητής και παλαιός συνεργάτης στο Jazz & Τζαζ Θωμάς Ταμβάκος – ένας από τους ελάχιστους Έλληνες που μπορούν να διεκπεραιώσουν, στον απολύτως άριστο βαθμό, τέτοιου τύπου projects. Αναφέρομαι, φυσικά, στην έκδοση Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας (17.11.1861-25.3.1917) / Επίσημη Δισκογραφία (1904-2016) / Συμβολή στα 100 Χρόνια από την Εκδημία του [Μουσική Εταιρεία Αλεξανδρούπολης, 2017], ένα μεγάλου σχήματος βιβλίο 122 σελίδων αφιερωμένο στον έλληνα μουσουργό και τυπωμένο σε 200 μόλις αντίτυπα (κατατεθειμένα σε βιβλιοθήκες και πολιτιστικούς φορείς). Γράφει ο Θωμάς Ταμβάκος στην Εισαγωγή:
«Την άνοιξη του 1963, σε κινηματογραφική αίθουσα των Ιωαννίνων, έγινε η προβολή της ταινίας Η Μεγάλη Ολυμπιάδα (La Grande Olympiade) (1961) του Ρόμολο Μαρτσελλίνι (Romolo Marcellini) με θέμα τους 17ους (XVII) Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης του 1960, σε ειδική προβολή για τους μαθητές των δημοτικών σχολείων της πόλης. Οκταετής τότε, θυμάμαι πόσο με είχε εντυπωσιάσει η τελετή έναρξης με τον Ολυμπιακό Ύμνο του Σπυρίδωνος-Φιλίσκου Σαμάρα. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα μελοποιημένο το θαυμάσιο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Την ίδια ζωηρή εντύπωση μου προκάλεσαν και οι ταινίες για τους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκυο και του Μεξικού. Αφότου άρχισαν οι τακτικές τηλεοπτικές εκπομπές στην Ελλάδα, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλες τις επόμενες τελετές έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων και παράλληλα να μάθω περισσότερα για τη ζωή και το έργο του μουσουργού».
Αν και όλοι γνωρίζουν πως ο Σπυρίδων Σαμάρας υπήρξε ο συνθέτης του Ολυμπιακού Ύμνου, σίγουρα πολλοί λιγότεροι έχουν αντιληφθεί το διαμέτρημα τής συνθετικής ευφυΐας τού κερκυραίου μουσουργού. Έτσι, η δισκογραφία, με τον εξονυχιστικό τρόπο με τον οποίον παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο βιβλίο, δεν μπορεί παρά να αποκαλύπτει ένα μέρος αυτού του μεγέθους (δίνοντας την ώθηση στον ενδιαφερόμενο, ώστε να προχωρήσει περαιτέρω), καθώς οι εν συνόλω 117 εκδόσεις απ’ όλο τον κόσμο (με έργα Σαμάρα) δρουν προς αυτή την κατεύθυνση.
Τίθεται, όμως, το ερώτημα. Είναι επαρκής αυτός ο αριθμός;
Μπορεί εκ πρώτης, και ως νούμερο, το 117 να παραξενεύει θετικώς, όμως στην πράξη (και όπως διαβάζουμε στο βιβλίο) υπάρχουν πάμπολλα επισήμως αδισκογράφητα έργα τού Σαμάρα, ενώ δισκογραφούνται συχνά τα ίδια και τα ίδια (π.χ. υπάρχουν 43 εκδόσεις τού Ολυμπιακού Ύμνου). Έτσι, και όπως γίνεται αντιληπτό, η πλήρης αποτύπωση τού καλλιτεχνικού μεγέθους τού μουσουργού μοιάζει, έως ώρας, να παραμένει κτήμα μόνο κάποιων λίγων επαϊόντων.
Η δουλειά που παρουσιάζει εδώ ο συγγραφές θα τολμούσα να πω πως, πέραν από συναρπαστική, είναι και συγκινητική. Εννοώ πως μένεις άναυδος από τις συνεχείς και «αλύπητες» δισκογραφικές λεπτομέρειες, που περιλαμβάνουν όλα εκείνα που μπορούν να θέλξουν έναν αληθινό μουσικόφιλο, ανεξαρτήτου αισθητικής κατεύθυνσης.
Σελίδα από το βιβλίο
Ο Θωμάς Ταμβάκος ξεκινάει από το 1904 και τους πρώτους δίσκους 78 στροφών με έργα Σαμάρα, που τυπώθηκαν στην Ιταλία, για να καταλήξει μετά από μια… απολαυστική ηχογραφική περιπέτεια, που διαπερνά 13 ευρωπαϊκές χώρες και ακόμη την Αυστραλία, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τον Καναδά, στο ηχογράφημα «117», ένα ιταλικό 2CD, παραγωγής 2016, στην εταιρεία Circolo Mandolinisto Italiano, στο οποίο (ανάμεσα σε άλλα έργα) ακούγεται και η «Κιθάρισις» (του Σαμάρα).
Οι απόλυτες-απίστευτες λεπτομέρειες της επίσημης δισκογραφικής καταγραφής, οι πάμπολλες (Α/Μ) φωτογραφίες, και βεβαίως τα παραρτήματα με τα ευρετήρια έργων και ερμηνευτών, καθώς και με την ανεπίσημη δισκογραφία(!) και βιβλιογραφία καθιστούν το βιβλίο του Θωμά Ταμβάκου Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας (17.11.1861-25.3.1917) / Επίσημη Δισκογραφία (1904-2016) / Συμβολή στα 100 Χρόνια από την Εκδημία του ως πρότυπο μελέτης, γύρω από το πώς καταρτίζεται, σήμερα, επιστημονικώς, μια δισκογραφία.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 11

25/3/2017
Ψάχνω, για να το διαβάσω (και να το έχω), το βιβλίο τού Μάνου (Εμμανουήλ) Φαλτάιτς «Κοινή Αγορά: Ο προάγγελος της οικονομικής μας καταστροφής και της εθνικής μας εκμηδενίσεως» [Ιδιωτική Έκδοση, Αθήναι 1963].
Προσφέρω καλό (εννοώ δυσεύρετο) έντυπο αντάλλαγμα…

24/3/2017
Τα κάπιταλ κοντρόλ έχουν σμπαραλιάσει τις τράπεζες. Οι υπάλληλοι βαράνε μύγες. Μόνο όποτε πληρώνονται οι συντάξεις των μπαρμπάδων έχουν κόσμο. Πάλι καλά δηλαδή, καθότι όσοι δε γουστάρουμε τις ηλεκτρονικές πληρωμές πληρώνουμε τα σκατά του ΕΦΚΑ στο πι και φι. 

24/3/2017
ROBERT WYATT

23/3/2017
Η λύση γι’ αυτά που λέει η Σώτη στην A.V. («"Δεν θέλω να ερεθίσω τα πνεύματα"») – η οποία Σώτη κάνει μόνο διαπιστώσεις, δίχως να προτείνει απολύτως τίποτα (και καλύτερα εδώ που τα λέμε, γιατί ξέρω τι θα προτείνει)–, είναι να επιστρέψει η αραβική ανατολή σε διακυβερνήσεις τύπου Μπάαθ, Άσαντ Σενιόρ, Καντάφι κ.λπ., τις οποίες ανέτρεψαν οι εγκληματικές ελίτ της Δύσης (και επαίνεσαν οι απανταχού μολυβοσπρώχτες του συστήματος), με ολέθρια παγκόσμια αποτελέσματα.
Τότε, ο κόσμος ήταν πιο ασφαλής. Τώρα, έχει ανοίξει ο ασκός του Αιόλου και δεν μας σώζει, πλέον, τίποτα…

23/3/2017 
ΓΑΜΩ ΤΟ SURVIVOR
Το να βλέπει κάποιος το λεγόμενο Survivor δε με νοιάζει. Το να γράφει όμως γι’ αυτό, με αποτέλεσμα να πληροφορούμαι άθελά μου έστω και την ύπαρξή του, με νοιάζει και με κόφτει.
Μακάρι να υπήρχε προσωπικός κόφτης (για τη λέξη).

22/3/2017
ΙΣΩΣ ΤΟ ΩΡΑΙΟΤΕΡΟ BLUES ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ 20ΕΤΙΑΣ 
Rusty Zinn: The Chill (2000)
“Now winter time is coming, I can’t pay my heating bill,
 Now winter time is coming, I can’t pay my heating bill,
And I am looking at my woman, and I begin to feel the chill”  

22/3/2017
Στόχος της πολύμηνης δήθεν-τάχα διαπραγμάτευσης φαίνεται πως είναι μόνο ένας. Πέρα από τα βασικά και αμετακίνητα (την προστασία δηλαδή των ΔΥ) εκείνο που νοιάζει τους Τσιπροκαμμένους είναι η πλήρης διάλυση των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και των αυτοαπασχολούμενων (επί «αριστεράς» έχουν κλείσει π.χ. πάνω από 120 χιλιάδες μπλοκάκια). Η συνεχιζόμενη οικονομική εξαθλίωση αυτών των ομάδων πάει παράλληλα με τις απαιτήσεις των δανειστών για τα εργασιακά, ώστε να γίνουμε οσονούπω Μπαγκλαντές (31,5% επίσημη φτώχεια, 57% των 15χρονων δουλεύουν και «ανάπτυξη» με αμοιβές τρία δολάρια τη μέρα). 

22/3/2017
Είπε αυτός ο Ολλανδός μια μαλακία. Ότι τα τρώμε και τα πίνουμε, λέει, με γυναίκες στα ξενυχτάδικα. Στα τέτοια μας κι αν το ’πε. Πολλή σημασία δίνετε στο τι λέει ο κάθε τέτοιος παπάρας.
Δεν υπάρχει στο YouTube να σας βάλω «Τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια» με τη Γιάννα Κομνηνού και τους Αισθηματίες, που είναι η πρώτη εκτέλεση (ως «Και να ’ρθεις με το μίνι-μπας»). Την άλλη με τον Χρήστο Κυριαζή την ξέρετε...

21/3/2017 
ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΙΩΤΗΣ
21 Μαρτίου 1920 - 21 Μαρτίου 1970
Στρογγυλά πράματα…
Το καλύτερο τραγούδι που έγραψε ο Χιώτης είναι το «Φτωχομπούζουκο». Αφήστε τα τώρα τα «Περασμένες μου αγάπες»… «Με κυνηγούν τ’ αδέρφια σου» και όλα τα υπόλοιπα (με τη Μαίρη Λίντα). Όλα καλά είναι, αλλά μπροστά στο «Φτωχομπούζουκο» μοιάζουν με τη… σημερινή ΑΕΚ μπροστά στην ΑΕΚ του Φάντροκ.
Σκίζει με τον πατέρα...
 

20/3/2017 
ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΑ ΕΦΕ
Εμείς οι παλιοί να πούμε (ok, υπάρχουν και παλιότεροι) στα σέβεντις ασχολούμαστε και με ηλεκτρικές κατασκευές. Εγώ διάβαζα κυρίως Τεχνική Εκλογή (όχι τόσο Μικρό Επιστήμονα), που είχε και δισκοκριτικές, κι είχα φτιάξει διάφορα… Αγοράζαμε πυκνωτές, αντιστάσεις, διόδους κ.λπ., φτιάχναμε τις πλακέτες, είχαμε (τα έχω ακόμη) κολλητήρια και πολύμετρα.
Αυτό το τεύχος, από το Γενάρη του ’75, γράφει για το πώς θα έφτιαχνες, τότε, φωτορυθμικό («φωτιστικά ψυχεδελικά εφέ» δηλαδή) και δεν το πρόλαβα στην εποχή του (ήμουνα μικρός ακόμη). Το αγόρασα αργότερα…

19/3/2017
Παπάρια είχε στην έκθεση για τα έιτις;

19/3/2017
Πόσοι Έλληνες έχουν τραγουδήσει Chuck Berry; Λέω για τη δισκογραφία, όχι στα live. Θυμάμαι αμέσως τους Dragons του Λάκη Παπαδόπουλου από το 1966 (ήταν οι πρώτοι;), που είχαν πει το “Around and around” (μάλλον το είχαν ακούσει από τους Rolling Stones), και τον Πουλικάκο που είχε πει το “Little queenie” στο “Crazy Love στου Ζωγράφου” το 1979. Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι. Πείτε κι εσείς…

Η ιστορία πίσω από το πιο γνωστό ελληνικό τραγούδι για την Επανάσταση του ’21, το «Νάτανε το 21» του Σταύρου Κουγιουμτζή και της Σώτιας Τσώτου, που έχει τραγουδηθεί και στα τούρκικα!

Το «Νάτανε το 21» είναι ένα ιστορικό, πλέον, ελληνικό τραγούδι. Τη μουσική του είχε γράψει ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ενώ τους στίχους του η Σώτια Τσώτου. Ως γνωστόν το τραγούδι το ηχογράφησε σε πρώτη εκτέλεση ο Γιώργος Νταλάρας, ενώ λίγο αργότερα (αν και κάποιοι λένε λίγο πιο πριν) το είχε πει και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης (με τη Βούλα Γκίκα). Λέμε για «ηχογράφηση», όχι για το ποια εκτέλεση κυκλοφόρησε πρώτη σε δίσκο, γιατί, σ’ αυτή την περίπτωση πρώτο κυκλοφόρησε το δισκάκι με τον Νταλάρα [MINOS 5067] προς τα τέλη του 1969 και μετά εκείνο με τον Μπιθικώτση [His Masters Voice 7PG 3897].
Το 1970 το τραγούδι, που είχε δώσει τίτλο και στο σχετικό LP, ακουγόταν πλέον παντού, κυρίως από τον Νταλάρα, βεβαίως από τον Μπιθικώτση, αλλά στην πορεία και από διάφορους άλλους τραγουδιστές και εταιρείες, που ήθελαν έτσι να επωφεληθούν οικονομικά από την τεράστια επιτυχία (Δημήτρης Μητροπάνος, Γιώργος Ζωγράφος, Σταύρος Μιχαλόπουλος, Χρ. Πατρωνίδης, Αδελφοί Κατσάμπα κ.λπ.).
Υπάρχουν διάφορα που λέγονται για το συγκεκριμένο άσμα.
Κάποιοι λένε πως εξέφραζε «αντίσταση» προς το χουντικό καθεστώς, ενώ κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν πως το τραγούδι προωθήθηκε από τη χούντα, για τους δικούς της λόγους.
Στην πραγματικότητα το «Νάτανε το 21» ήταν ένα έξυπνο τραγούδι. Ήταν έξυπνοι, δηλαδή, οι στίχοι της αείμνηστης Σώτιας Τσώτου, γιατί από τη μια μεριά έπιαναν τον παλμό της 150ετηρίδας από την Επανάσταση του ’21 (που θα συμπληρωνόταν το 1971) και από την άλλη άφηναν τους χουντικούς να νομίζουν πως εκείνο το «21» θα μπορούσε και να τους αφορά (παραπέμποντας στην 21η Απριλίου). Αυτή η... δημιουργική ασάφεια, να το πούμε έτσι, έδωσε πολλούς πόντους στο άσμα, το οποίο δεν εμποδίστηκε από πουθενά, ώστε να φτάσει μέχρι και στο τελευταίο χωριό της χώρας (κατ’ αναλογία με την κοκακόλα), στήνοντας κατ’ ουσίαν την καριέρα του Νταλάρα. Πότε άρχισε να κάνει εξώφυλλα, το ένα μετά το άλλο, ο Νταλάρας στα περιοδικά; Μετά το «Νάτανε το 21».
Ένα δεύτερο θέμα, που σχετίζεται με το τραγούδι, είχε να κάνει με την αλλαγή μιας λέξης στη δεύτερη πια εκτέλεσή του (τόσο από τον Νταλάρα, όσο και από τον Μπιθικώτση). Στην αρχή, μια στροφή τής Σώτιας Τσώτου έλεγε:

Η συνέχεια εδώ…

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

GEW-GAW ένατο τεύχος μετά από 17-18 χρόνια

Θυμάμαι τώρα, έτσι μου ήρθε στο νου, το περιοδικό Ντέφι στα eighties, που έβγαζε τεύχη, από ένα σημείο και μετά, όποτε μπορούσε. Ποτέ όμως αυτή η διαφορά (τεύχους από τεύχος) δεν ξεπέρασε τα τρία χρόνια. Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλες ανάλογες περιπτώσεις, με μεγαλύτερο χάντικαπ, αν και τα 17-18 χρόνια από το προηγούμενο τεύχος τού «ψυχεδελικού» fanzine Gew-Gaw ίσως να είναι ένα κάποιο ρεκόρ. Τέλος πάντων… δεν έχουν και πολύ σημασία όλα αυτά. Πιο πολύ σημασία έχει το τεύχος αυτό καθ’ αυτό, που κυκλοφορεί σε τρεις διαφορετικές εκδοχές. Η πρώτη… 200 κόπιες με CD, η δεύτερη…50 κόπιες με CD και με 7ιντσο των Marshmallow Overcoat και η τρίτη… άλλες 50 κόπιες με CD και μ’ ένα 7ιντσο του Ελληνοαμερικάνου Constantine. Χλιδή λοιπόν για το καλό fanzine, που έρχεται να ξαναταράξει τα νερά του… γκαραζοψυχεδελικού εν Ελλάδι γίγνεσθαι, μ’ έναν τρόπο που θ’ αφήσει στίγμα.
Κι αυτό το λέω πρώτον απ’ όλα για το CD «Στοιχειά» με γκαραζοψυχεδελικού τύπου τραγούδια, ερμηνευμένα στη γλώσσα μας (όλα!), από ελληνικά και όχι μόνο σύνολα (υπάρχουν ανάμεσα τρία αμερικάνικα, ένα αγγλικό, ένα καναδικό κι ένα γερμανικό!!). Εδώ βρίσκεται το πολύ-ζουμί, σ’ αυτές τις πολύ ξεχωριστές εγγραφές, που δείχνουν το ταλέντο και τη θέληση των παιδιών (των συγκροτημάτων κ.λπ.) να ενδυναμώσουν την πεποίθηση πως η ελληνική γλώσσα μπορεί να δέσει με τα πάντα, αρκεί να έχεις τη διάθεση να το παλέψεις. Εδώ, το παλεύουν όλοι με φοβερά, ορισμένες φορές, αποτελέσματα.
Φοβάμαι, λοιπόν, πως αν αρχίσω να γράφω για κάθε ένα από τα 22(!) tracks του CD θα βρεθώ στη… δυσάρεστη θέση να επαναλαμβάνομαι, καταλήγοντας στο τέλος φορτικός. Προτρέπω, λοιπόν, όσους με διαβάζουν να ψάξουν, να βρουν και ν’ ακούσουν αυτό το άλμπουμ απολαμβάνοντας τους Snails να τραγουδούν στα ελληνικά το έξοχο «Νανούρισμά» τους, τους Cyclothymics να σκοτώνουν με το «Σαν μια ανοιξιάτικη πνοή», τους… Έλληνες-Creeps Ανάπλους να γδέρνουν στο «Αρνητικό», τις Mongrelettes, που σε φάση τελείως Blues Magoos, να τραγουδούν αγέρωχα «Φύγαμε μακριά», τους «πιτσιρικάδες» Divina Ornamenta στο «Θα φύγω μακριά» (κι άλλη φυγή, εδώ, στο στυλ των early 70s Ιωνάθαν), τους γνωστούς και μη εξαιρετέους Frantic V σ’ ένα greek garage mid-sixties track («Κορίτσια για παρηγοριά»), τους Ακούγοντας τη Φύση μου στο «Τέλος των χρωμάτων» (που θα μπορούσε να μοιάζει με κατάλοιπο από το καλύτερο “Pop Festival ’73”), τους Αμερικάνους Seventh Ring of Saturn στο κλασικό «Σούρα και μαστούρα» του Δελιά…
Από ’κει και πέρα υπάρχει βεβαίως και το περιοδικό, που είναι πολύ συμπαθητικό, στο γνώριμό μας στυλ των fanzines του είδους. Συνεντεύξεις με μουσικούς και συγκροτήματα (τους Γερμανούς Roaring 420s, τους Impuritan, τους Galactic Harbour, τους Snails, τον Constantine…), πολλές δισκοκριτικές και ακόμη ένα «προσωπικό» χρονικό που σχετίζεται με τις μέρες τού fanzine («λεύκωμα σαχλαμάρας»).
Το νέο Gew-Gaw του Γιώργου Μάρκου είναι ένα «πακέτο» με μεγάλο ενδιαφέρον. 
  

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΚΑΪΦΥΛΛΙΑΣ για το βινύλιο τού “Stavento”

Για τον Θανάση Γκαϊφύλλια δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Είναι γνωστή φρονώ η ιστορία του στο χώρο τού ελληνικού ροκ, φολκ-ροκ, νέου κύματος, μπαλάντας κ.λπ. Ένας τραγουδοποιός, με πολύ ιδιαίτερη φωνή, με καταγεγραμμένο ήθος, με σχεδόν 50 χρόνια στη φάση, με σημαντικούς δίσκους στην κατοχή του… όντας, πάντα, στις επάλξεις. Το κοινωνικό τραγούδι ήταν το διαχρονικό ατού τού Θανάση Γκαϊφύλλια και αυτό ακριβώς το είδος τραγουδιού είναι εκείνο, που, δυνητικά, θα τον κρατάει πάντα στην επικαιρότητα. Είναι το είδος τραγουδιού, κοντολογίς, που προβάλλεται κατά κόρον και στο Stavento[B-otherSide/ Lost Archives, 2017], το πέμπτο προσωπικό άλμπουμ του, που τυπώθηκε σε CD το 1998 και που τώρα επανεκδίδεται σε 200 αντίτυπα βινυλίου, με τρία bonus tracks, από την B-otherSide Records (σε συνεργασία με τους Δίσκους Κύτταρο).
Το “Stavento” ανοίγει με το φερώνυμο… θαλασσινό, υπαρξιακό, δραματικό track σε στίχους Θανάση Αβραμίδη, που τραγουδάει ο ίδιος ο Γκαϊφύλλιας. Ωραίο κομμάτι, με «καββαδικούς» στίχους, που θεωρείται (και είναι), από τα διαχρονικά πολύ καλά τού θρακιώτη τραγουδοποιού. Το «Αντιστέκομαι» σε στίχους Νίκου Σαλαβάτη (απόδοση Θ. Γκαϊφύλλιας, Μ. Πασχαλίδης, μουσική ομάδα της κοινότητας Στροφή) είναι επηρεασμένο (στα λόγια) από το πασίγνωστο «Αντισταθείτε» του Μιχάλη Κατσαρού (θα το ακούσουμε σε δύο εκδοχές στην Πλευρά Β), με το «Χώμα ελληνικό» (λόγια Γιάννης Καλαμίτσης, τραγούδι Θ. Γκαϊφύλλιας, παιδική χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου) να καταγράφεται στα καθαρά πολιτικά τραγούδια της εποχής (τέλη 90s), έχοντας, όμως, αντιαμερικανικό seventies άρωμα (και το αντι-νατοϊκό τής εποχής ενδεχομένως…). Το «Μη με ακούτε» σε στίχους Μιχάλη Γκανά είναι ένα κάπως σκωπτικό blues (αποδίδουν, πέραν του Γκαϊφύλλια, και οι Γρηγόρης Γκερτσάκης-Νίκος Σουσαμίδης), ενώ η «Κομοτηνή που ακολουθεί είναι για μένα ένα από τα 3-4 ωραιότερα τραγούδια που έχει γράψει ποτέ ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας. Με δένουν πολλά μ’ αυτό το κομμάτι, γιατί το άκουσα και το αγάπησα όταν ακούστηκε για πρώτη φορά σε δίσκο, στο LP «Σαν Ελληνική Ταινία» των ΑλέΡεΤούρ, το 1984 (τότε, οι ΑλέΡεΤούρ είχαν γράψει και τη μουσική πάνω στους στίχους του Γκαΐφύλλια). Την επόμενη χρονιά την «Κομοτηνή» την μελοποίησε και την τραγούδησε και ο ίδιος ο Γκαϊφύλλιας στο «Φύλλο Πορείας», με το τραγούδι να γίνεται ακόμη πιο γνωστό στον κόσμο, ενώ τώρα, στο “Stavento” το ακούμε από τον Μίλτο Πασχαλίδη (είναι ωραία και αυτή η διασκευή έχοντας κι ένα σχήμα από βιολί-ακορντεόν, που πολύ της πάει). Η πλευρά θα κλείσει με τη μελοποίηση του ποιήματος του Κώστα Καρυωτάκη «Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο». Για τους στίχους δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα εκτός από το ότι ο Καρυωτάκης, όταν έγραφε αυτό το ποίημα, βρισκόταν δεκαετίες μπροστά από την εποχή του. Ενδιαφέρουσα κι εδώ, και jazzy, η μελοποίηση.
Η Πλευρά Β ανοίγει με τις «Ιστορίες» σε στίχους Ν. Αρμπιλιά –ένα σκληρό τραγούδι που περιστρέφεται γύρω από τις συντηρητικές κοινωνικές μεταλλάξεις τής κάθε εποχής–, για να συνεχίσει με μια πρώτη (ροκ) μελοποίηση του «Αντισταθείτε» του Μιχάλη Κατσαρού, τραγουδισμένη από το Χρήστο Θηβαίο (χωρίς το στόμφο των μετέπειτα ερμηνειών του). Τελευταίο κομμάτι του (παλιού) “Stavento” το τραγούδι «Θέλω να φύγω πια από δω» και πάλι σε στίχους Κώστα Καρυωτάκη – μια ενδιαφέρουσα μελοποίηση, που καταφέρνει να αναδείξει το θέμα των λόγων τού ποιητή. Τα τρία bonus tracks που ακολουθούν έρχονται να συμπληρώσουν την έκδοση της B-otherSide. O «Διομήδης» (τραγούδι γνωστό από το 2005 και το premium CD τού βραχύβιου περιοδικού Octava) είναι μια παραβολή (με πολιτικοκοινωνικά υπονοούμενα), που έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Οπωσδήποτε πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Θανάση Γκαϊφύλλια από τα 00s και μετά.
Τα υπόλοιπα δύο tracks, το «Ο κόσμος μας» με την Λία Τζιαμπάζη και ξανά το «Αντισταθείτε» (του Κατσαρού) με τον ίδιο τον Γκαϊφύλλια, είχαν ακουστεί για πρώτη φορά στο CD «Επί Πτυχίω», που είχε κυκλοφορήσει από τους Δίσκους Κύτταρο το 1996. Σωστές επιλογές για ένα συνολικό κλείσιμο.
Επαφή: www.b-otherside.gr