Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ένα εγκώμιο για την Ομόνοια του ’80

Ήταν Οκτώβριος του 1980 όταν κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδυσσέας το βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) «Ομόνοια 1980», με τις ωραίες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Ανδρέα Μπέλια.
Ήταν κάπως της μόδας εκείνη την εποχή τα βιβλία με φωτογραφίες, που δεν λειτουργούσαν, όμως, ούτε ως φωτογραφικά λευκώματα, αλλά ούτε και ως «σκέτη» λογοτεχνία. Θυμάμαι π.χ. τις «Τελετές Μοτοσυκλέτας» (1981) του Γιώργου Χρονά, με τις έξοχες φωτογραφίες του Γιώργου Τουρκοβασίλη ξανά από τον Οδυσσέα, το «Εμπρός στον Έτσι που Χάραξε ο Τέτοιος» (1981) του Γιάννη Δημαρά, με φωτογραφίες του ίδιου, στον Κάκτο και άλλα διάφορα.
Κείμενο και φωτογραφία σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πήγαιναν μαζί, δρώντας συμπληρωματικά ως προς τον αναγνώστη – κάπως σαν ένα είδος κοινωνικού ρεπορτάζ που απαιτούσε και την εικόνα, ώστε να μην μοιάζει απλώς μα και να είναι ολοκληρωμένο. Φυσικά, όταν από την μια μεριά υπήρχε η πένα ενός Γιώργου Ιωάννου το πράγμα ξέφευγε από μια τυπική «συνομιλία» γραπτού λόγου και εικόνας και μετατρεπόταν σε συναρπαστική λογοτεχνία (έστω και εικονογραφημένη).
Εδώ, θα μεταφέρουμε μερικά αποσπάσματα των κειμένων τού Ιωάννου για την Ομόνοια και τους ανθρώπους της (από το 1980), μαζί βεβαίως με κάποιες φωτογραφίες του Μπέλια.
«Κουβεντιάζοντας για την Ομόνοια τίθεται συνήθως το θέμα των ορίων της, μια και το όνομά της δεν σημαίνει μόνο την πλατεία αλλά όλη την εφαπτόμενη γύρω της περιοχή, που ζώνει με δυο και τρία ζωνάρια τον περιώνυμο χώρο.(…) Τι τα θέλεις όμως; Ομόνοια είναι κυρίως η πλατεία, όλα τα άλλα υπάρχουν μονάχα χάρη σ’ αυτήν, όχι μονάχα στ’ όνομά της αλλά και στην έλξη της».
«Ο θάνατος της Ομόνοιας θα σημάνει από τη στιγμή που θα κλείσουν και τα υπόλοιπα καφενεία, ιδίως τα ισόγεια. Γιατί αυτό, το ισόγειο, είναι το καλό καφενείο, που επιτελεί τη λειτουργία του ως στέκι. Κιόλας τα μαγαζιά αυτά έχουν υποστεί στις μέρες μας ένα πλήγμα – δεν διανυκτερεύει κανένα τους. Η διοίκηση, που για ιδανικό της πάντοτε, κάτω από όλα τα καθεστώτα, έχει το “ησυχία, τάξις και ασφάλεια”, ενώ στην πραγματικότητα μόνο για τη δική της ησυχία τη νοιάζει, έκλεισε τα καφενεία τα διανυκτερεύοντα και τώρα για ένα τρίωρο περίπου, από τις 2 τη νύχτα ως τις 5 τα ξημερώματα, επικρατεί στα πεζοδρόμιά της, ανάμεσα στις τάξεις των αστέγων της, θλίψις και κατήφεια και έλεγχοι και εξακριβώσεις και κυνηγητό μερικές φορές».

Η συνέχεια εδώ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου