Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

πέντε άλμπουμ της βρετανικής Edition Records

Πάντα καλή εταιρεία, με πάντα απρόβλεπτες (μέσα στη φάση της) εγγραφές.
IVANA GAVRIC: Chopin [EDN1086, 2017]
Όχι, δεν είναι η πρώτη φορά που ακούω Σοπέν στη ζωή μου – αφού έχω ακόμη κι έναν σοβιετικό δίσκο του (εδώ και πολλά χρόνια). Δεν θα είναι όμως, ούτε τώρα, η πρώτη φορά που θα γράψω για ένα άλμπουμ κλασικής (διάβαζε ρομαντικής) μουσικής. Τα απολύτως απαραίτητα λοιπόν. Η Ivana Gavrić είναι βρετανίδα πιανίστρια, γεννημένη στο Σεράγεβο, είναι βραβευμένη φυσικά, έχει ήδη «όνομα» και εδώ, στο “Chopin”, αποδίδει βασικά μαζούρκες (του φημισμένου πολωνού συνθέτη).
Ωραίον ως άκουσμα (άκουσα μία φορά το CD, ενώ έγραφα κάτι άλλο).  
PHRONESIS: The Behemoth [EDN1085, 2017]
Οι Phronesis (Jasper Høiby κοντραμπάσο, Ivo Neame πιάνο, Anton Eger ντραμς) είναι ένα από τα καλύτερα σύγχρονα jazz-trio. Το λένε οι πάντες, το έχουμε πει κι εμείς εδώ στο δισκορυχείον παλαιότερα – το λένε όσοι έχουν ακούσει τα άλμπουμ τους, όπως και όσοι τους έχουν δει live. Πρόκειται, εν ολίγοις, για μια συναρπαστική τριπλέτα, που, εδώ, στο “The Behemoth” δεν εμφανίζεται μόνη της, αλλά μαζί με την Frankfurt Radio Big Band, υπό τη διεύθυνση τού (και ενορχηστρωτή) Julian Argüelles.
Δεν παρουσιάζουν καινούριο υλικό οι Phronesis στο παρόν CD. Παλαιότερα κομμάτια τους, από τα προηγούμενα άλμπουμ τους, έρχονται και πάλι στην επικαιρότητα, διασκευασμένα για τρίο και μεγάλη μπάντα. Το αποτέλεσμα είναι όμορφο, αλλά απέχει, συγχρόνως, παρασάγγας από το κλίμα των άλμπουμ του τρίο. Μια ορχήστρα είναι μια ορχήστρα και όσο σοβαρή, άξια και σπουδαία να είναι, όπως τούτη εδώ η γερμανική (που έχει ως μέλος της και τον γνωστό στην Ελλάδα ούγγρο σαξοφωνίστα Tony Lakatos), δεν παύει, όταν θέλει να μεγεθύνει σε μουσικές που δεν είναι γραμμένες για τον όγκο της, να προβαίνει σε «αλλοιώσεις» τού πρωταρχικού κλίματος. Εδώ, πάντως, οι «αλλοιώσεις» αυτές είναι μικρές, κυρίως γιατί από την ορχήστρα απουσιάζουν τα έγχορδα (που θα έδιναν ένα τελείως διαφορετικό ηχόχρωμα στις συνθέσεις των Phronesis) και βεβαίως επειδή στην εγγραφή συμμετέχουν οι ίδιοι οι Phronesis, έχοντας μάλιστα και δικά τους εκτεταμένα μέρη.
Κάπως σαν… “Concerto For Group And Orchestra”… «κάπως» βεβαίως, γιατί εδώ δεν έχουμε ζωντανή ηχογράφηση κονσέρτου μα στούντιο εγγραφή, με όλη την «τελειότητα» στον ήχο, που αρμόζει στην περίπτωση.
DANIEL HERSKEDAL: The Roc [EDN1084, 2017]
Τουμπίστας είναι ο Daniel Herskedal και τούτο το CD, που πιθανώς να είναι το τρίτο του στη βρετανική Edition, έρχεται να υπογραμμίσει διάφορα τινά. Πρώτον, πως η τούμπα μπορεί να είναι και ένα τζαζ όργανο (φυσικά ο Herskedal δεν είναι ο πρώτος τουμπίστας-τζαζίστας στην ιστορία, αλλά αυτό το περί τούμπας καλό είναι να το θυμόμαστε πότε-πότε). Δεύτερον, πως μπορεί να υπάρχει ευρωπαϊκή contemporary jazz, πολύ διαφορετική από εκείνη την κλασική της Δυτική Ακτής, η οποία να εγκολπώνει και ευρωπαϊκά στοιχεία, μα ακόμη και ανατολίτικα (και άλλα… εθνικά), μαζί με «πρωτοποριακά» κ.λπ., δίνοντας πνοή στο δικό της χαρμάνι, το δικό της τύπο. Τρίτον, και εξ ίσου σημαντικό με τα προηγούμενα (ίσως και σημαντικότερο όλων), ο Herskedal δεν είναι ένας απλός ηχητικός μεταπράτης, που δανείζεται ό,τι του κάνει από ’δω κι από ’κει, δημιουργώντας το δικό του «χυλό»,  αλλά ένας αυτοδύναμος δημιουργός με άποψη και για τη σύγχρονη τζαζ και για το πώς θα μπορούσε να ηχεί αυτή, μέσα στον σημερινό κυκεώνα. Το αποτέλεσμα της δουλειάς του φαίνεται σ’ αυτό το CD/LP, το “The Roc”, και κρίνεται ως εξαιρετικό.
Είναι οι κομψά δαιδαλώδεις στην ανάπτυξή τους μελωδίες του δανού μουσικού, που κυριαρχούν στο άκουσμα, η κάπως doomy ή πένθιμη ατμόσφαιρα ορισμένων εξ αυτών (“The Afrit” π.χ.), το «χάσιμο» σ’ έναν βαθιά μελετημένο (έτσι φαίνεται) οριενταλισμό (“Kurd, Bayat, Nahawand to Kurd”) και βεβαίως η εντυπωσιακή συνεισφορά των υπολοίπων οργανοπαικτών (σε βιόλα, τσέλο, πιάνο και κρουστά), που προσφέρουν αυτό το τόσο ιδιαίτερο, από πάσης απόψεως, ηχογράφημα.
NICOLAS KUMMERT: La diversité [EDN1083, 2017]
Βέλγος τενορίστας είναι ο Nicolas Kummert, φτιάχνοντας «όνομα» (ας το πούμε κι έτσι) ως μέλος τού κουαρτέτου τού Alexi Tuomarila, στις αρχές των 00s. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, να τον έχουμε δει και στην Αθήνα, σε κάποιο/κάποια από τα Eurojazz Festival της Τεχνοπόλεως, γιατί τ’ όνομά του κάτι μου λέει – αν και δεν έχω χρόνο, τώρα, να το ψάξω και να το επιβεβαιώσω. Στο παρόν άλμπουμ, το “La diversité”, εκείνος που κερδίζει πάντως τις εντυπώσεις δεν είναι ο Kummert, με τις γερά δομημένες συνθέσεις του, αλλά ο κιθαρίστας Lionel Loueke, ένας πολύ μεγάλος παίκτης (ως γνωστόν θα πω), που εδώ κατεβάζει παπάδες, προσφέροντας μια τέλεια πινακοθήκη συχνά φιλοτεχνημένη από ασυνήθιστα timbre. Είναι βέβαια και οι συνθέσεις του Kummert (όπως και οι λίγες versions σε Leonard Cohen και Satie – πολύ καλό το “Gnossienne”), είναι οπωσδήποτε ο ήχος/φωνή του βέλγου μουσικού με τα βαθιά φυσήματα, φυσικά το rhythm-section των Nicolas Thys κοντραμπάσο, Karl Jannuska ντραμς, είναι όμως ο Lueke, ή αν θέλετε το δίδυμο Kummert-Lueke, που συναρπάζει σε κομμάτια όπως στο 6λεπτο “Liberté” ή στο 4λεπτο “Well be alright”, μια ξέφρενη τζαζροκιά/φανκιά, που θα μας γυρίσει πολύ πίσω στο χρόνο, στα καλύτερα χρόνια αυτών των μουσικών (στα τέλη του ’60).
Το “La diversité” είναι ένα πάρα πολύ καλό άλμπουμ, πολύ ευφάνταστο, πολύ ουσιαστικό, που δείχνει με ποιον τρόπο αυτή ακριβώς η μουσική, η τζαζ, μπορεί να ανανεώνεται διαρκώς και να ’χει το «πάνω χέρι».
MORTEN SCHANTZ: Godspeed [EDN1081, 2017]
Είναι εκλεκτική εταιρεία η Edition, δεν υπάρχει λόγος. Όλα τα άλμπουμ της, ή τα περισσότερα τέλος πάντων, έχουν ένα… ή πολλά «κάτι». Δεν μπαίνουν σώνει και καλά σε μια σειρά, καθώς αντιμετωπίζουν τη σύγχρονη τζαζ μέσα από πολλά και τελείως διαφορετικά ενδεχόμενα. Εδώ, στο “Godspeed” του κιμπορντίστα (παίζει τα πάντα – καμμιά δεκαριά keyboards χοντρικά) Morten Schantz, έχουμε μια τζαζ… πολύ progressive rock. Χωρίς κιθάρες δίπλα του, μόνο με τα σαξόφωνα (σοπράνο, τενόρο) συν ακόμη κάποια σύνθια τού γνωστού μας Marius Neset και τα ντραμς του Adon Eger (από τους Phronesis) ο Schantz δημιουργεί ένα άλμπουμ, που φέρνει πιο πολύ στη μνήμη μου τους Refugee ή και τους Yes (ακόμη-ακόμη), παρά τη fusion περίοδο του Miles και των υπολοίπων. Υπάρχει και το ηλεκτρικό πιάνο θα μου πει κανείς (το κλασικό Fender Rhodes), αλλά ούτε κι αυτό είναι αρκετό για να προσθέσει μια… φάνκικη αμερικανιά στο “Godspeed”. Ο γενικότερος ήχος παραμένει, πάντα, ευρωπαϊκός, βασισμένος στα σύνθετα μελωδικά patterns του κλασικού τεχνορόκ, με τις συνεχείς κιμπορντικές ή και σαξοφωνικές αλλαγές, ενταγμένες πάντα μέσα σ’ ένα αρτίστικο πλάνο.
Πολύ ευχάριστο άλμπουμ, με δυνατά περφεξιονιστικά παιξίματα, ιδίως από τον Schantz, που θα ενδιαφέρει πολλούς και από διάφορα αισθητικά μετερίζια προερχόμενους. 

Η Edition Records εισάγεται από την AN Music

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου