Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

BRIAN LANDRUS ORCHESTRA γενιές

Στο δισκορυχείον έχουμε γράψει για τα περισσότερα από τα άλμπουμ τού Brian Landrus, ξεκινώντας από το πρώτο του, το “Forward” [Cadence Jazz, 2009], και φθάνοντας μέχρι το… προτελευταίο του, το The Deep Below” [BlueLand] πρόπερσι. (Χτυπάει όποιος ενδιαφέρεται τις σχετικές keywords στο google και βρίσκει τα ανάλογα κείμενα). Τώρα, ένα καινούριο CD έρχεται να προστεθεί στη δισκογραφία τού σημαντικότατου αυτού σύγχρονου (ας τον πούμε έτσι) σαξοφωνίστα-κλαρινίστα (βαρύτονο, μπάσο κλαρίνο), ένα CD, που… και χοντρικώς και ειδικώς διαφέρει απ’ ό,τι προηγούμενο.
Το Generations [BlueLand Records, 2017] είναι κατ’ αρχάς ένα άλμπουμ για μεγάλη ορχήστρα – την Brian Landrus Orchestra, η οποία αριθμεί πάνω από 20 μέλη (φυσικά μέλος της είναι και ο ίδιος ο Landrus, ενώ διευθυντής της είναι ο JC Sanford). Η ορχήστρα αποδίδει συνθέσεις του Landrus, ο οποίος, εκτός από το να συμμετέχει σ’ αυτήν, έχει επιμεληθεί και τις ενορχηστρώσεις. “Generations” γιατί; Κατ’ αρχάς, επειδή υπάρχουν επιρροές από διαφορετικές γενιές μουσικών-παραγωγών, τους οποίους σέβεται και υπολήπτεται ο Landrus. Στις επιρροές αυτές μπορεί εύκολα να διακρίνει κάποιος τον Duke Ellington και λιγότερο ίσως τον Berry Gordy της Motown, τον Gerry Mulligan φυσικά και λιγότερο τους Pink Floyd κ.ο.κ. Υπάρχει λοιπόν ένα σύμπλεγμα αναφορών, φανερών και λιγότερο φανερών, που δίνουν ταυτότητα στο ακρόαμα. “Generations” επειδή –όπως ο ίδιος ο Landrus εξηγεί– υπάρχουν κομμάτια αφιερωμένα ή εμπνευσμένα από διαφορετικά μέλη της οικογένειάς του (φερ’ ειπείν το “The warrior” είναι αφιερωμένο στον πατέρα του, ενώ το “Ruby” είναι γραμμένο για την κόρη του). Τέλος “Generations”, καθότι εδώ ακούγονται διαφορετικές γενιές μουσικών, από τον 77χρονο ντράμερ Billy Hart και τον 61χρονο κοντραμπασίστα Jay Anderson, μέχρι τον 38χρονο Landrus ή και ακόμη μικρότερους.
Πώς «κάθονται» όλα αυτά; Τέλεια, θα λέγαμε.
Το “Jeru Concerto” με τα τέσσερα movements και το ένα ιντερλούδιο, παίρνει ονομασία από τον πνευματικό πατέρα του Brian Landrus, τον θρύλο Gerry Mulligan. Πρόκειται για την πιο κλασικότροπη σύνθεση τού άλμπουμ, με αναφορές άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο σαφείς όχι μόνο στον Duke, μα ακόμη και στον Στραβίνσκι. Ρυθμικά, επίσης, υπάρχει μεγάλη ελευθερία, καθώς στο τέταρτο movement μπορεί ν’ ανιχνευτούν ακόμη και ελαφρές funky δομές, ενώ και μελωδικά η σύνθεση στέκει πολύ ψηλά, με το βαρύτονο (του Landrus) να… μάχεται συνεχώς. Το 3λεπτο “Orchids” είναι καταπληκτικό και σαν σύνθεση βγάζει μια πνευματικότητα (που δεν οφείλεται μόνο στην άρπα της Brandee Younger και στα vibes του Joe Locke). Η 9λεπτη “The warrior” είναι μια λυρική σύνθεση, με τα βασικά σολιστικά όργανα, το βιμπράφωνο, το βιολί, την τρομπέτα και το βαρύτονο σαξόφωνο να εκτελούν άψογα το πρόγραμμά τους, με το 3λεπτο “Arrow in the night” να επενδύει επίσης στη βαθιά μελωδία. Το “Arise” έχει «ντανσικές» αναφορές. Έτσι, πάνω σ’ ένα άριστα διαμορφωμένο groove πατάει σύσσωμη η ορχήστρα σουινγκάροντας με τρέλα. Το “Human nature” το προδίδει, ίσως, και ο τίτλος του. Τα φλάουτα έχουν, εδώ, πρωτεύοντα ρόλο, με τα strings να δημιουργούν το απαραίτητο «χαλί», προκειμένου να αναπτυχθεί αυτή η ελαφρώς exotica σύνθεση. Το “Ruby” θα έλεγα πως ξεχωρίζει για την ενορχήστρωσή του, με το έσχατο 9λεπτο “Every time I dream” να σε κερδίζει λόγω μελωδίας και ρυθμικής ακολουθίας. Ωραίο κομμάτι.
Δεν ξέρω αν το “Generations” είναι το καλύτερο έως σήμερα άλμπουμ του Brian Landrus, σίγουρα είναι όμως, ένα ακόμη καίριο ψηφιδωτό στη δισκογραφία ενός μουσικού, που κοιτάει... μπροστά και πίσω με την ίδια πάντα αγωνία και το ίδιο πάθος.
Επαφή: www.brianlandrus.com
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου