Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ο UDO KIER στο «Αδιέξοδο» του Όμηρου Ευστρατιάδη

Το ελληνικό σινεμά έδινε ευρωπαϊκά εξώφυλλα –εξώφυλλα σε κινηματογραφικά περιοδικά εννοώ– στις αρχές του ’70. Και όχι με την Αναπαράσταση του Αγγελόπουλου ή με την Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού, αλλά με ταινίες του Όμηρου Ευστρατιάδη (το ξέρω βλασφημώ, αλλά αυτή είναι η αλήθεια).
Αναφέρομαι, βασικά, στο αγγλικό Films and Filming, το οποίο κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1970 (volume 17, number 3), με ύλη δυνατή (Richard Fleischer, Παράσταση/ Donald Cammell/ Nicholas Roeg, Ομολογία/ Κώστας Γαβράς κ.λπ.) και με τον Udo Kier στο εξώφυλλό του. Με τον Udo Kier, βεβαίως, που πρωταγωνιστούσε στο Dead End (το Αδιέξοδο, το Conflict of Emotions, τους Ερωτομανείς ντε), μια ταινία του ’70, και όχι του ’73 όπως γράφει η ΙΜDb, την οποία είχε σκηνοθετήσει ο Ευστρατιάδης, έχοντας ως βασικό πρωταγωνιστή τον γερμανό ηθοποιό. (Από την ίδια εποχή προέρχεται και η ταινία Πρόκληση, πάλι με τον Udo Kier, με παρτενέρ τις Άννα Φόνσου, Έλενα Ναθαναήλ, Ελένη Ανουσάκη και με μουσική του Μάνου Λοΐζου).
Φωτογραφία του 1970. Από αριστερά: ο Ούντο Κιρ, ο θρυλικός Μαξ Ρόμαν (που ασχολιόταν με τις αγγλικές versions των ταινιών της G.D. films), η Άννα Φόνσου, ο παραγωγός Γρηγόρης Δημητρόπουλος και ο Όμηρος Ευστρατιάδης.
Στο Αδιέξοδο, δίπλα στο Kier, που έχει συνεργαστεί ακόμη και με τον Φασμπίντερ (τον θυμάμαι στο Berlin Alexanderplatz και σε διάφορα άλλα φοβερά και τρομερά, καθότι υπήρξε/είναι μεγάλος δευτεραγωνιστής ή πρωταγωνιστής «δευτέρων» ταινιών), εμφανίζονταν καλοί έλληνες ηθοποιοί (Μπέτυ Αρβανίτη, Ανέστης Βλάχος, Χρήστος Τσάγκας), αλλά και άλλοι πιο κλασικοί πρωταγωνιστές του Ευστρατιάδη, όπως ο Λευτέρης Γυφτόπουλος – παρά ταύτα η ταινία βλέπεται σήμερα με δυσκολία. Την είχα δει παλιά στο βίντεο και αργότερα σε DVD, μαζί με άλλες ταινίες τής G.D. films τού Γρηγόρη Δημητρόπουλου.
Χοντρικά το στόρι του Γιάννη Τζιώτη (μόνιμος σεναρίστας, τότε, του Όμηρου Ευστρατιάδη) έχει ως εξής. Μπορεί και να μην είμαι εντελώς ακριβής, καθότι ξαναείδα το Αδιέξοδο στο γρήγορο…

Η συνέχεια εδώ…

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ silentium

Ο πειραματιστής Γιώργης Σακελλαρίου, γνωστός και ως Mecha/Orga και ακόμη ως ιδρυτής της ετικέτας echOmusic, έχει καινούριο CD, που τυπώθηκε για την αμερικανική εταιρεία Pogus Productions τού Al Margolis (πληροφοριακώς, ο Margolis είναι κι αυτός πειραματιστής κι έχει κυκλοφορήσει δουλειές του στην Ελλάδα στα labels absurd και echOmusic).
Το Silentium είναι ένα προχωρημένο, ηλεκτρονικώς μανιπουλαρισμένο, άλμπουμ, με ήχους από καμπάνες και εκκλησιαστικά όργανα, ηχογραφημένο στην γκαλερί Školská της Πράγας, τον Δεκέμβριο του 2015. Φυσικά, το άκουσμα είναι πειραματικό. Είναι ένας «κόσμος», που στήνεται από τον Σακελλαρίου, ο οποίος, στο μοναδικό κομμάτι τού CD που διαρκεί 50 λεπτά, εμφανίζεται (ο «κόσμος») ως σαφής και ολοκληρωμένος.
Το άκουσμα έχει τη σειρά του και –θα τολμούσα να πω– τα χαρίσματά του. Ξεκινά με μια κλασική βομβική (εκ του βόμβου) εισαγωγή, για να συνεχίσει, μετά το δεύτερο λεπτό κάπως πιο βιομηχανοποιημένα και μετά το τέταρτο προς μια πιο χαμηλών τόνων ηχητική αναπαράσταση ή ανασύσταση ενός περιβάλλοντος χώρου, στον οποίο ενυπάρχουν ήχοι χαμηλού ύψους ή και λιγότερο χαμηλοί, δημιουργώντας μια κοσμική ambience. Μετά το έβδομο λεπτό η ένταση ανεβαίνει και πάλι –εδώ υπάρχει ένας electro-progressive διάκοσμος, με γεμίσματα από bells(;)– πριν μεταβούμε σε μια φάση ηχητικής ανυπαρξίας. Είναι μια ιερή ησυχία, που υποβάλλει με την κενότητά της.
Από το εικοστό λεπτό και πέραν αυτού αρχίζει και πάλι να γίνεται αισθητή μια ηχητική παρουσία, η οποία σιγά-σιγά αποκτά πιο σαφή ηλεκτροστατικά χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό με αναπάντεχα γεμίσματα από field καταγραφές. Μάλιστα μετά το εικοστό έκτο λεπτό οι καμπανοκρουσίες είναι εκείνες που μεταφέρουν το… χαρμόσυνο μήνυμα, πάντα «κάτω» από ένα ή και δύο «στρώματα», επί των οποίων εξελίσσεται η ηχητική δράση. Η ένταση, σ’ αυτό το διάστημα ανεβαίνει σταδιακά, τα δρώμενα είναι πυκνά, με τις καμπάνες να «εξαφανίζονται» πίσω από ένα noisy συνεχές, που φτάνει σ’ ένα όριο, πριν αρχίσει κι εκείνο να μειώνεται μετά το τριακοστό έκτο λεπτό. Από ’κει και κάτω το “Silentium” αποκτά και πάλι κάποια σκληρά και μονότονα χαρακτηριστικά, που εξελίσσονται πάνω από ένα βιομηχανικό background… πριν την οριστική και τελεσίδικη ανακωχή.
Ακρόαση ανοιχτή…
Επαφή: www.pogus.com

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 3

30/1/2017
Μάγκες μάς τα πρήξατε με ΤΑ ΝΕΑ και το ΒΗΜΑ, που επιτελεί και… εκπολιτιστικό έργο – έχετε περάσει ποτέ από το Μοναστηράκι για να δείτε, πού καταλήγει το εκπολιτιστικό έργο;
Κανείς δε διαβάζει απολύτως τίποτα. Αφήστε, δε, τη σιχαμένη κατάσταση να διαλέγουν άλλοι τίτλους, αντί για σένα.
Τις εφημερίδες τις έκλεισαν ή θα τις κλείσουν τα μνημόνια (τα οποία μνημόνια το συγκρότημα τα είχε στα ώπα-ώπα), μαζί βεβαίως με την αλλαγή του σκηνικού από τον έντυπο στον ηλεκτρονικό Τύπο και τη γενικότερη εξαχρείωση της κατεστημένης δημοσιογραφίας.
Κι αφήστε επίσης τα δακρύβρεχτα πως ο ΔΟΛ είναι από το ’22 κ.λπ., γιατί και η Πειραϊκή-Πατραϊκή ήταν από το 1919 και όταν έκλεισε, οριστικά, άφησε ξεκρέμαστους κάτι χιλιάδες υπαλλήλους. 

30/1/2017 
Να καταργηθεί το σχολικό καθισιό λόγω της γιορτής των Τριών Ιεραρχών. Αν οι Τρεις Ιεράρχες είναι προστάτες των γραμμάτων και όχι του κωλοβαρέματος, τότε όλοι στις αίθουσες και στα θρανία. 

29/1/2017
ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΥΣ ΤΣΙΓΓΑΝΟΥΣ
Τώρα στο πλατώ το γαλλικό εφτάιντσο εφταράκι (περιέχει 7 κομμάτια δηλαδή) με το σάουντρακ της θρυλικής ταινίας του Aleksandar Petrović από το 1967. H «βασίλισσα» Olivera Katarina τραγουδά το “Đelem, đelem”. 

29/1/2013
DUSTBOWL
(για τη δισκάρα τους "The Great Fandago")
Στη σκηνή από το 2006 –άρα έκλεισαν δεκαετία–, οι Dustbowl είναι ίσως το πιο πιστό, το πιο ταγμένο ελληνικό americana συγκρότημα που μπορείς να συναντήσεις τριγύρω. Λέω «το πιο ταγμένο», επειδή οι αναφορές τού γκρουπ είναι και καταγραμμένες και καταφανείς, ώστε να μην χρειάζεται εμείς να προσθέσουμε κάτι άλλο. Δεν είναι μόνο το γεγονός πως όλα όσα απαιτούνται ακούγονται στις μουσικές τους, είναι γιατί τα λένε και οι ίδιοι. Δεν κρύβονται – και δεν έχουν κανένα λόγο να το κάνουν. Διαβάζουμε λοιπόν… Green On Red, Dream Syndicate, Neil Young & The Crazy Horse, Gram Parsons, The Byrds, Grateful Dead, Townes Van Zandt, The Band, Gene Clark, Long Ryders, Flying Burrito Brothers, Gun Club, Drive By-Truckers, Velvet Underground, Television, the “paisley underground”… Τι πιο σαφές;
Πάντως ακόμη και τις καλύτερες επιρροές να έχει κάποιος δεν σημαίνει πως, αυτομάτως, θα μπορέσει να γράψει καλά δικά του τραγούδια. Χρειάζεται και κάτι άλλο, κάτι λιγότερο εύκολο και καθημερινό, που, όμως, οι Dustbowl το διαθέτουν σε περίσσεια. Το ταλέντο να μεταστοιχειώνεις ό,τι θαυμάζεις και αγαπάς σε δικά σου αυθόρμητα και, γιατί όχι, σπουδαία κομμάτια. Είναι, εν ολίγοις, αυτό που πράττει το αθηναϊκό συγκρότημα στο “The Great Fandango”, μιας και κατορθώνει να ολοκληρώσει ένα opus της americana που θα έκανε πολλούς να τα χάσουν. Και τούτο, γιατί το άλμπουμ έχει τέλεια οργανική ενότητα, με τα τραγούδια να είναι το ένα καλύτερο από το άλλο, παρασύροντάς σε συν τω χρόνω.
Στην αρχή ξαφνιάζεσαι. Είναι ο ήχος, βασικά, που είναι τόσο… Band, τόσο Crazy Horse, τόσο… όλα αυτά που προαναφέρθηκαν. Όμως καθώς κυλάει η εγγραφή αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι τι είναι εκείνο ακριβώς που κάνει το “great fandango” μοναδικό. Είναι οι άψογες και ολοκληρωμένες μελωδίες, τα ωραία στιχάκια που είναι πλημμυρισμένα από το φυσικό στοιχείο και τις αδρές γραμμές της απλής ζωής, οπωσδήποτε τα παιξίματα, που είναι άπιαστα, και πάνω απ’ όλα (κι εδώ έχουμε αυτό το «κάτι», που τα συμπεριλαμβάνει όλα) η γνώση τού κώδικα τού country-rock, της βάσης της σύγχρονης americana.
Οι έξι βασικοί Dustbowl, δηλαδή ο Πάνος Μπίρμπας φωνή, ακουστικές κιθάρες, ο Νίκος Φυσάκης ηλεκτρικές, ακουστικές κιθάρες, ο Γιάννης Χουστουλάκης pedal steel, ο Μάκης Δρεμέτσικας ηλεκτρικές, ακουστικές κιθάρες, η Λυδία Γραμματικού μπάσο και ο Γιώτης Πετρέλης ντραμς συν οι guests σε φωνητικά, πιάνο/πλήκτρα και σιτάρ είναι σίγουρο πως δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, υπογράφοντας μόνο τραγουδάρες.
Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις κομμάτι σ’ αυτό τον δίσκο, γιατί όλα έχουν μια σειρά – επιστημονικώς βρίσκονται εκεί όπου βρίσκονται. Από την εισαγωγή και το “Linger on” οι Dustbowl σε πιάνουν από τα μούτρα, όπως λέμε, και δεν σ’ αφήνουν μέχρι το εξόδιο “Lay me down easy”. Στο ενδιάμεσο; Εκείνο το “The gracious exile” ή το “Harvest and remains”, που κοιτάνε κατάματα τα αριστουργήματα του είδους – τα τραγούδια του Danny Whitten φερ’ ειπείν (ναι, το ανατριχιαστικό “I don’t want to talk about it”) από ’κείνο το πρώτο LP των Crazy Horse.
Τι άλλο να πω; 

28/1/2017 
Μια αγγλική παροιμία λέει «μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του». (Υπάρχει και τραγούδι, που έχει πει, πρώτος, ο Bo Diddley μ' αυτό τον τίτλο). Σωστό. Όμως μιαν έκδοση μπορείς να την κρίνεις από το εξώφυλλό της. Κι εδώ μιλάμε για ένα κλασικό βιβλίο μ’ ένα γαμάτο εξώφυλλο, που τυπώθηκε σε ΒίΠΕΡ το 1971 – εκατό φορές ωραιότερο από τα αδιάφορα ή και κακά εξώφυλλα των σημερινών ελληνικών εκδόσεων τού Brave New World. 

27/1/2017
ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΙΛΗΣ (πριν τη γκρίση)
Ωωωωωωωωωωω
Τώρα παπούτσα για να πας να πάρεις δε συφέρει
Με σαγιονάρες τη ’βγαλα όλο το καλοκαίρι
Από τα ευρώ και δώθε έκοψα και το γκουρέα
Έχει μάθει η γυναίκα μου και με κουρεύει ωραία 

26/1/2017
έιτις ΙΙ
Όταν ο Βαμβακούλας πήγε στον Παναθηναϊκό και τον περίμεναν οι Γαύροι στη γωνία…
(υπάρχει και όργανο ανάμεσα)
(φωτογραφία κρατημένη από τότε και σκαναρισμένη τώρα) 

25/1/2017
έιτις Ι 

24/1/2017 
Άλλος ο Αγγελόπουλος πριν την Καραΐνδρου, άλλος μετά. Εμένα μ’ αρέσει ο πριν.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

KAMP μπάντα πρώτης τάξης και άλμπουμ ανάλογο

Οι Kamp είναι ένα σχετικά καινούριο ελληνικό γκρουπ. Σχηματίστηκαν το 2012 και σήμερα αποτελούνται από τους Γιάννη Καμπουρόπουλο τραγούδι, κιθάρες, κρουστά, Νίκο Κουτσοποδιώτη κιθάρες, Μιχάλη Ευδαίμων μπάσο και Αντώνη Δούνια ντραμς. Δεν ξέρω αν αυτά τα ονόματα ανακαλούν κάτι στους φίλους του πιο σύγχρονου ελληνικού ροκ (πείτε το alternative, indie ή όπως αλλιώς θέλετε), αλλά επειδή μπορεί και όχι να πούμε πως ο Καμπουρόπουλος (ως Johnny Camp) υπήρξε τραγουδιστής των εξαίρετων Closer, εκεί γύρω στο 2000 (τραγουδά στο άλμπουμ “Suddenly Comes…” π.χ.), ενώ και ο Δούνιας ήταν πριν στους Next Time Passions. Υποθέτω δε πως και οι υπόλοιποι μουσικοί θα έχουν, κι εκείνοι, την ιστορία τους. Εν πάση περιπτώσει εδώ δεν θα μιλήσουμε για ιστορία, αλλά για το καινούριο άλμπουμ του συγκροτήματος, που τιτλοφορείται Clairvoyance [Ανεξάρτητη Παραγωγή] και κυκλοφόρησε τον προηγούμενο Σεπτέμβρη.
Τα τραγούδια του Καμπουρόπουλου (άπαντα δικά του – μουσικοί και στίχοι) είναι ολοκληρωμένα στη βάση τους. Δεν τους λείπει εννοώ απολύτως τίποτα, ενώ και με την περαιτέρω ενοργάνωσή τους (απ’ όλο το γκρουπ) αποκτούν ακόμη πιο πλήρη χαρακτηριστικά, αγγίζοντας το τέλειο.
Τι εννοούμε όταν λέμε «τέλειο»;
Πως τα τραγούδια χαίρουν απολύτως πειστικών μουσικών, στίχων, ερμηνειών, ηχογράφησης, παραγωγής και τα λοιπά, και τα λοιπά. Πρόκειται, δηλαδή για μιαν ακόμη ζηλευτή δουλειά ενός ελληνικού συγκροτήματος, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα απολύτως από άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά, που κινούνται στο εν λόγω στυλ, σ’ εκείνο του εναλλακτικού ροκ, και κυρίως στο αυτό υψηλό επίπεδο. Μελωδίες στέρεες, που δεν χάνουν από πουθενά, στίχοι (στην αγγλική) και με τις προσήκουσες κοινωνικές αναφορές, δυνατές ερμηνείες, που πάνε παράλληλα με τα κομμάτια χωρίς να τα υπερβαίνουν, παιξίματα εννοείται άψογα, ριγμένες «ατμόσφαιρες», εδώ κι εκεί, όταν και όπου πρέπει…
Φυσικά μέσα σε μια τέτοια δουλειά, που κινείται σ’ αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο, πάντα κάτι θα υπάρχει που να ξεφεύγει… προς τα πάνω. Και αυτό δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο από τέσσερις-πέντε τραγουδάρες όπως το “Waste land”, το “Galileo”, το “Release me” (εκεί προς τη μέση), το αρχικό “Nonsense”, το δεύτερο “Humans”, που κερδίζουν, όχι άδικα, τις πρώτες εντυπώσεις.
Το “Clairvoyance”, που έχει τον τίτλο του αγαπημένου μου LP των Screaming Trees (USA), είναι ένα άλμπουμ που σε κάνει να αισθάνεσαι πλήρης ως ακροατής – κι αυτό δεν το λες για κάθε τι κάθε μέρα. 
 

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

οι E.S.T. μέσω μιας συμφωνικής

Το σχέδιο είναι απλό. Μια συμφωνική, ή μάλλον μια φιλαρμονική (Royal Stockholm Philharmonic Orchestra), μερικοί άσσοι σολίστες (οι δύο εναπομείναντες e.s.t., ο Berglund και ο Öström, και ακόμη ο σαξοφωνίστας Marius Neset, ο τρομπετίστας Verneri Pohjola, ο pedal steel κιθαρίστας Johan Lindström και ο πιανίστας Iiro Rantala) και βεβαίως ένα ρεπερτόριο (εκείνο των κλασικών e.s.t.) και το πράγμα είναι έτοιμο. Και βεβαίως άψογα πλαισιωμένο και σίγουρο, ώστε να φαίνεται εντυπωσιακό… είναι-δεν είναι.
Ηχογραφημένο «ζωντανά» στο Konserthuset της Στοκχόλμης, στο διάστημα 10-12 Ιουνίου του 2016, τοSymphony [ACT Music + Vision/ AN Music, 2016], είναι ένα CD φόρος τιμής στους e.s.t., που τους εμπεριέχει, χωρίς να τους ακουμπά (και πολύ).
Το συγκρότημα που άλλαξε το τοπίο της σύγχρονης τζαζ, και που δεν υφίσταται εδώ και 8-9 χρόνια, για τους πασίγνωστους άδικους λόγους, εξακολουθεί να αποτελεί πόλο έλξης – για παλιούς και νέους ακροατές. Έτσι, συνεχίζει να πουλάνε τα original άλμπουμ του, νέα-ανέκδοτα βγαίνουν και ξαναβγαίνουν, ενώ στήνονται μικρά και λιγότερα μικρά ή και μεγαλεπήβολα projects, ίνα τιμηθεί η προσφορά του. Στην περίπτωση του “Symphony” κινούμαστε, φυσικά, στη φάση του μεγαλεπήβολου.
Δεν λέω, το άλμπουμ έχει τις στιγμές του, καθώς το ρεπερτόριο, που είναι το γνωστό-κλασικό αντλημένο από τα έξοχα CD των e.s.t., δεν αφήνει πολλά περιθώρια για «λάθος» επιλογές, όμως έχω τη γνώμη πως η αίσθηση «γιγαντισμού» που προσδίδεται, συχνά, στα διάφορα tracks δεν ταιριάζει με το πνεύμα της μουσικής του σουηδικού γκρουπ. Η κλασικοποίηση, να την πούμε έτσι, ιδίως στο background, με τα έγχορδα να χτίζουν «τείχη» προβάλλοντας μια ψευδο-χολιγουντιανή αύρα, δεν συνάδει με την επί της ουσίας ριζοσπαστική άποψη των e.s.t. Με το πώς δηλαδή τρεις μουσικοί, ένα τρίο, κατόρθωσε να δημιουργήσει μια σύγχρονη ευρεία τζαζ, που εντός της να χωρούν τα πάντα. Και η ποπ με το πείραμα, και το ροκ με την romance, και η παράδοση με την πρωτοπορία.
Εδώ, όλα τούτα είναι από λίγο έως πολύ κρυμμένα.
Ok, για ένα tribute πρόκειται…

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

THE MAN FROM MANAGRA το νέο άλμπουμ

Διάβασα τι είχα γράψει για τον The Man from Managra/ Coti K. πριν τρία χρόνια (4/3/2014), με αφορμή το πρώτο, τότε, άλμπουμ του κάτω απ’ αυτή την επωνυμία… και θέλω να το επαναλάβω. Όχι γιατί δυσκολεύομαι να γράψω κάτι καινούριο, αλλά γιατί είναι τόσο «ακριβές» σε σχέση και με το έσχατο “Half a Century Sun” [Inner Ear, 2017], ώστε να με κάνει κομματάκι να απορώ. Τον ίδιο δίσκο έκανε ο Coti K.; Στη βάση του ναι, κι αυτό είναι μαγκιά – εννοώ πως το προσμετρώ θετικά.
Τι λέγαμε, τότε, λοιπόν; Αντιγράφω… με κάποιος ελάχιστες προσαρμογές:
«Όντας ολοκληρωμένο στην Τήνο και την Αθήνα το άλμπουμ αυτό επιχειρεί να προσεγγίσει την πλευρά του “καθαρού” τραγουδιού, με τον τρόπο ενός Syd Barrett (των προσωπικών του LP) ή ακόμη καλύτερα ενός Kevin Ayers (για να μην αναφερθώ σε μεταγενέστερους τραγουδοποιούς, όπως ο David Sylvian π.χ.). Υπάρχει λοιπόν μία… ταπεινών vibes μουσική συνοδεία –ένα προσαρμοσμένο μπάσο, κατ’ αρχάς, που κάνει σχεδόν τα πάντα, και βεβαίως η φωνή που είναι, ίσως, το βασικότερο όργανο– και από ’κει και πέρα μία ανάλογη διάθεση παραγωγής, που μεγεθύνει επί των “στοιχειωδών”, ώστε να δίνεται η εντύπωση του “ολοκληρωμένου” και του “πλήρους”.(…) Δεν χρειάζονται πολλά πράγματα για να κάνεις την διαφορά, και ο Coti K. το γνωρίζει».
Αυτά τα λόγια ταιριάζουν γάντι και στο παρόν “Half a Century Sun”, ένα LP που διακρίνεται κατ’ αρχάς για τη λιτότητά του. Όσο και αν, εδώ, έχουμε κάτι φαινομενικώς πιο «απαιτητικό» από το παρθενικό “The Man from Managra” (καθότι υπάρχουν περισσότερα όργανα και άρα περισσότερες συμμετοχές), στην πράξη πρόκειται για ένα δεύτερο άλμπουμ που βαδίζει, εντελώς, στα χνάρια του πρώτου.
Ο Coti K. ενδιαφέρεται για τα πρωταρχικά στοιχεία του τραγουδιού: τη μελωδία, τον καθαρό λόγο και από ’κει και πέρα την ενοργάνωση και παραγωγή τού υλικού του, στηριγμένος πάντα σ’ αυτό το πνεύμα της ολιγάρκειας. Έχοντας, λοιπόν, ένα πρωτογενές υλικό που ν’ ανταποκρίνεται στις συγκεκριμένες απαιτήσεις δεν έχει παρά να το κατανείμει, απλώς, στο χρόνο. Και αυτό πράττει στο “Half a Century Sun”.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Sailor”, ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχει γράψει ο Coti K. Απολαυστικό… Kevin Ayers style, που με κάνει να ανατριχιάσω. Αρχοντική ερμηνεία, άψογη μελωδική γραμμή, ωραία φωνητικά γεμίσματα από τη Ρένα Ρασούλη και γερή συνοδεία από τον πάντα παρόντα Χρήστο Λαϊνά. Στο δεύτερο και στο τρίτο κομμάτι της πρώτης πλευράς ντραμς παίζει ο Jim White των Dirty Three –ωραία τραγούδια–, είναι στο τέταρτο όμως, το “Se ti rivedro’”, όταν η τραγουδοποιία του Coti K. εξακοντίζεται στο αχανές. Έξοχο τραγούδι που θα το ζήλευαν οι πάντες (ακόμη και ο Bowie των early seventies) και που κερδίζει ακόμη περισσότερο από τα πλήκτρα (του Coti) και από την τρομπέτα του Γιώργου Αβραμίδη. Η πλευρά θα κλείσει με το επίσης εξαιρετικό “Marthas home”, που ρέει σαν… ποίημα.
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το δυναμικό και περισσότερο εξωστρεφές “You can keep your winters”, στο οποίο τραγουδά ο Blaine L. Reininger. Όμως και η συνέχεια είναι κάπως ανάλογη με τον Coti να παρουσιάζει ένα πρότυπο ποπ τραγούδι, βασισμένο σε μια γερή ρυθμική γραμμή και με ωραία breaks από φωνητικά και τρομπέτα (και με κεντημένη ενοργάνωση γενικότερα). Στο “Because of you” το πνεύμα του Ayers (θα επιμείνω) είναι, και εδώ, πανταχού παρόν. Ένα τρίτο στη σειρά κομμάτι που στηρίζεται εξ ίσου και στο ρυθμό, και που σε κερδίζει με την ουσιαστική και προσεγμένη επεξεργασία του. Άλλη μια ιδιαίτερη romance αποτυπώνεται στο “Forgotten”, ένα επίσης τραγούδι-μετάξι με τον Coti να τραγουδά απλά και με πίστη. Το προτελευταίο “This wind” είναι μια τέλεια συνέχεια, με το ορχηστρικό “Paddle away”, που κλείνει το LP να στηρίζεται στη βιόλα του Blaine L. Raininger.
Το “Half a Century Sun” είναι το πρώτο σημαντικό ελληνικό άλμπουμ του 2017. Να το θυμηθούμε στις λίστες 11 μήνες αργότερα…
Επαφή: www.inner-ear.gr
 

ΝΑΤΑΣΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ (1946-2017)

Η ποιήτρια ήταν κατηγορούμενη, μαζί με άλλους, πριν 40 χρόνια για τη δημοσίευση ενός διηγήματος του Τάσου Φαληρέα, με γκέι αναφορές, στο περιοδικό ΣΗΜΑ
Το ΣΗΜΑ ήταν το κορυφαίο περιοδικό Τέχνης της δεκαετίας του ’70. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Φλεβάρη του ’75 από τον Νίκο Παπαδάκι, με διευθυντή σύνταξης τον Δημήτρη Νόλλα και συντακτική ομάδα αποτελούμενη από τον Γιάννη Γαϊτάνο, τον Γιάννη Δραγώνα, τον Μιχαήλ Μήτρα και τη Νατάσα Χατζιδάκι, τη σημαντική  ποιήτρια της γενιάς του ’70, που έφυγε χθες/ προχθές από τη ζωή. Η Χατζιδάκι ήταν η ψυχή του περιοδικού, καθώς έγραφε (για σινεμά, για θέατρο, για βιβλία), μετέφραζε, έπαιρνε συνεντεύξεις, έκανε ρεπορτάζ κ.λπ.
Μάλιστα, σ’ εκείνη και στον Μήτρα είχε ανατεθεί η υλοποίηση ενός μοναδικού έως τότε θέματος – να γίνει μια ενδελεχής καταγραφή της άλλης «σκηνής» της Αθήνας. Των ανθρώπων, δηλαδή, που έκαναν τέχνη πίσω από τα φώτα, εκείνης (της τέχνης) που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως underground. (Προσωπικά δεν με βρίσκει και τόσο σύμφωνο ο όρος, αλλά τον αποδέχομαι, για την εξέλιξη της ιστορίας, και επειδή έτσι καθιερώθηκε).
Οι κατηγορούμενοι: (μπροστά, από αριστερά) ο εκδότης Νίκος Ε. Παπαδάκις, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Γιώργος Χρυσοβιτσάνος και η Νατάσα Χατζιδάκι, (πίσω, από αριστερά) Γιάννης Γαϊτάνος (με το μουστάκι), Μιχαήλ Μήτρας, Τάσος Φαληρέας (επίσης με το μουστάκι)
Το Σεπτέμβριο του 1975, λοιπόν, τυπώνεται το περίφημο ένατο τεύχος του περιοδικού, του επικαλούμενου και «Η ΣΚΗΝΗ», με κείμενα (λογοτεχνία, ποίηση), μεταφράσεις, σκίτσα κ.λπ., που συγκέντρωσαν η Χατζιδάκι και ο Μήτρας, και που παρουσιάστηκαν σε μιαν έκδοση ξεχωριστή από κάθε πλευρά.
Σ’ εκείνο το τεύχος είχαν δώσει πληροφορίες και υλικό ο ποιητής Σπύρος Μεϊμάρης, ο ποιητής, συγγραφέας και σκιτσογράφος Πάνος Κουτρουμπούσης, ο παραγωγός δίσκων (τότε) Τάσος Φαληρέας, ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Γιώργος Μπαράκος (του Τζαζ Κλαμπ), ο Θανάσης Σβορώνος, ο Κώστας Θεοφιλόπουλος, η Μαρία Μήτσορα κ.ά.
Ανάμεσα στα κείμενα και το διήγημα του Τάσου Φαληρέα ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΕΤΡΕΧΕ ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ, που περιέγραφε ψωνιστήρια στην Αθήνα των μέσων του ’70. Ένα απόσπασμα…

Η συνέχεια εδώ…

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

ΦΙΛΟΠΟΙΜΗΝ ΦΙΝΟΣ με αφορμή τα 40 χρόνια από το θάνατό του, που συμπληρώνονται σήμερα

Ο Φιλοποίμην Φίνος γεννήθηκε το 1908 στην Κάτω Τιθορέα της Λοκρίδας (Φθιώτιδα) και πέθανε στην Αθήνα την 26η Ιανουαρίου του 1977. Λίγες μέρες νωρίτερα (12/1) η Finos Film κατέβαζε ρολά, μετά από 34 χρόνια, με την πρώτη προβολή τής τελευταίας ταινίας της Ο Κυρ-Γιώργης Εκπαιδεύεται. Σ’ αυτό το διάστημα ο «πατριάρχης» του ελληνικού σινεμά κατάφερε να ολοκληρώσει 187 ταινίες, δίνοντας οριστική πνοή σ’ εκείνο που αποκαλούμε Ελληνικός Κινηματογράφος. Ούτε Νέος, ούτε Παλιός, απλά Ελληνικός – καθότι χωρίς τις ταινίες τού Φίνου δεν θα είχε υπάρξει ούτε ο λεγόμενος «νέος» κινηματογράφος. Πρώτα-πρώτα από την τεχνική πλευρά του, το ανθρώπινο (τεχνικό) δυναμικό του.
Για τη ζωή του Φίνου έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά, παρότι ο ίδιος σπανιότατα μιλούσε δημοσίως για τον εαυτό του και πολύ περισσότερο για τα τεχνικά επιτεύγματά του – για το γεγονός π.χ. πως είχε καταφέρει από το τίποτα, πριν από τον πόλεμο, να φτιάξει μηχανή, που να «γράφει» και να «μιλάει» ελληνικά. Έτσι, αποτέλεσμα αυτού ήταν να ετοιμάσει την πρώτη ομιλούσα ταινία του κινηματογράφου μας, Το Τραγούδι του Χωρισμού (1939), την οποία σκηνοθέτησε κιόλας. Ήταν η πρώτη και η τελευταία απόπειρά του στο ρόλο αυτό. Την ταινία, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας (στα τραγούδια τον ντουμπλάριζε ο φημισμένος τενόρος Πέτρος Επιτροπάκης), την είδαμε για πρώτη φορά στα τέλη του’95-αρχές ’96, στο Παλλάς, με αφορμή τις εκδηλώσεις για τα «Τα πρώτα 100 χρόνια του κινηματογράφου», καθώς έως τότε εθεωρείτο χαμένη.
Το 1943 είναι η κομβική χρονιά για την Finos Film καθώς προβάλλεται, μέσα στην Κατοχή (29 Μαρτίου) H Φωνή της Καρδιάς σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ιωαννόπουλου και με πρωταγωνιστές τους Αιμίλιο Βεάκη, Δημήτρη Χορν, Καίτη Πάνου, Σμαρούλα Γιούλη, Λάμπρο Κωνσταντάρα κ.ά. Η μεγάλη, για τα δεδομένα της εποχής, επιτυχία της ταινίας δεν ευοδώθηκε, καθώς ο Φιλοποίμην μαζί με τον πατέρα του Γιάννη συλλαμβάνονται από τους Γερμανούς. Η κατάληξη; Ο απαγχονισμός του Γιάννη Φίνου, τον Ιούλιο του ’44 με την κατηγορία τού «δρώντος κομμουνιστή».

Η συνέχεια εδώ…

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 2

23/1/2017
Πάει και ο Jean Georgakarakos, o Jean Kastro Kornflakes του πανθέου των Gong, κι ένας από τους μεγαλύτερους γάλλους (είχε φυσικά ελληνική καταγωγή) promoters της free jazz και του progressive rock – βασικά μέσα από την BYG (το “G” ήταν δικό του), τη φοβερή εταιρεία που ξεπήδησε από το περιοδικό Actuel, και αργότερα τη Celluloid. Δεν ήταν, φυσικά, μόνον οι παραγωγές του Karakos, ήταν κι εκείνο το ιστορικό φεστιβάλ στην Amougies του Βελγίου (24-28 Οκτ. 1969), που με ελάχιστα άλλα θα μπορούσε να συγκριθεί (δείτε ονόματα... να πάθετε), και στο οποίο ο Ελληνογάλλος ήταν βασικός κουμανταδόρος.
O Γεωργακαράκος ανάμεσα σε άλλα είχε κάνει παραγωγή και στο καλύτερο τραγούδι που είπε ποτέ η Whitney Houston (με τον Archie Shepp στο τενόρο!), το “Memories”, που ήταν σύνθεση του Hugh Hopper και που είχε πει πρώτος ο Robert Wyatt με τους Soft Machine. Εκείνο το “Memories” με τους Softs, το έβγαλε πρώτη φορά σε bootleg ο Γεωργακαράκος το 1972 στην BYG.
Μεγάλη μορφή, θεός σχωρέστον.

23/1/2017
Πέθανε ο Jaki Liebezeit, o ντράμερ των CAN. Πάνω σ' αυτόν και στο μπάσο του Holger Czukay στηρίχτηκε ο ήχος του γερμανικού συγκροτήματος, που έγραψε ίσως το πιο σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία του krautrock.

22/1/2017
Ακούω-διαβάζω διάφορα για το νέο αμερικάνο πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ – τα περισσότερα, φρονώ, ανόητα. Ο καθένας από τη μεριά του (πολιτική, κοινωνική κ.λπ.) λέει το μακρύ του και το κοντό του. Να πω κι εγώ, δημοσίως (γιατί, ιδιωτικώς, λέω πολύ περισσότερα), το δικό μου «μακρύ» ή «κοντό» ή «ανόητο», πείτε το όπως θέλετε, που είναι το ελάχιστο.
ΜΑΚΑΡΙ Ο ΤΡΑΜΠ, ΚΑΤΑ ΠΡΩΤΟΝ, ΝΑ ΑΙΜΑΤΟΚΥΛΗΣΕΙ ΣΤΗ ΘΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΛΙΓΟΤΕΡΕΣ ΧΩΡΕΣ ΑΠ' ΟΣΕΣ ΑΙΜΑΤΟΚΥΛΗΣΕ Ο ΟΜΠΑΜΑ.
Αυτό.
Για όλα τα υπόλοιπα εδώ είμαστε…

22/1/2017
Δήλωσε η Madonna: “Welcome to the revolution of love. To the rebellion. To our refusal as women to accept this new age of tyranny”. Για ποια “new age of tyranny” των γυναικών μιλάει; Υπάρχει κάτι καινούριο από το οποίο κινδυνεύουν οι γυναίκες, και από το οποίο δεν κινδύνευαν πριν τον Τραμπ; Έχουμε τρελαθεί τελείως; Μήπως κινδυνεύουν και οι Ελληνίδες, που διαδήλωναν χθες; Μιλάμε για απίστευτες γελοιότητες.

21/1/2017
Ποιος Πουλικάκος μωρέ τώρα…
(χρόνια πολλά και σ’ εκείνον, να τα κατοστήσει)
Εδώ είχε ο συνομήλικός του Γιώργος Χατζηνάσιος γενέθλια πριν δυο μέρες (χιλιόχρονος κι αυτός!) και δεν είδα κανέναν να ποστάρει τραγουδάρες του.
Για σας παρακαλώ πολύ.
Να τηρούμε τουλάχιστον τα προσχήματα…

21/1/2017
Το τρομερό σ’ αυτή τη φωτογραφία δεν είναι τα μπούτια με τη γκόμενα, δεν είναι ο Τζίμης στον τοίχο, δεν είναι ο αγροίκος/μακαρίτης Τσαχιρίδης, είναι το τεράστιο μπαμπάκι-χωρίς-αίμα με τα ξεκολλημένα λευκοπλάστ στον ώμο του Τσαχιρίδη…

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΕΞΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ όψεις του νέου ροκ... progressive, avant ή όποιου άλλου

NOYADES: Go Fast [Atypeek Music/ S.K. Records, 2016]
Από τη Λυών είναι οι Noyades, ένα instrumental power rock trio αποτελούμενο εκ των Cyril Meysson κιθάρες, Vincent Cuny μπάσο και Jessy Ensenat ντραμς. Βεβαίως, με το να λέμε σκέτο «ροκ» είναι σαν να μη λέμε απολύτως τίποτα, οπότε ας συμπληρώσουμε και τα παρακάτω…
Όχι οι Cream, αλλά ο Hendrix θα μπορούσε να είναι μια κλασική πρώτη αναφορά των Γάλλων – και λέμε πρώτη, γιατί από ’κει κάτω το… χάος. Με τις κιθάρες ναι μεν στην τσίτα και σε πλήρη θορυβοποιό δράση, αλλά ενίοτε και με μια διάθεση περισσότερο περιγραφική, οι Noyades έχουν κομμάτια, στο “Go Fast”, για το μέσο αυτί, και βεβαίως πιο πολλά για το… εξειδικευμένο. Το track 5 π.χ., που τιτλοφορείται “Sidi Abderrahman” (βραχώδες σχεδόν-νησί κοντά στην Καζαμπλάνκα, που «κρατάει») ξεκινά κάπως χαλαρά, με έξυπνη μονοτονία, πριν αρχίζει να «γεμίζει» μετά τη μέση του, με το “Mevlana” να επενδύει στα χοντροκομμένα riffs, όχι μακριά από μια Sabbath-ική λογική. Μνείας χρήζει, τέλος, και το έσχατο 17λεπτο “Reflects”, στο οποίο οι τρεις Noyades το πάνε το θέμα και σε πιο κοσμικές, μα πάντα «σκληρές» μεριές (πολύ ενδιαφέρον).
Γενικώς, ένας συνδυασμός «μετάλλου» και noise είναι ό,τι πιο περιεκτικό μπορείς να πεις γι’ αυτό το ενδιαφέρον γκρουπ.
LABIRINTO: Gehenna [Pelagic, 2016-17]
Μεταλλική κατασκευή… χτισμένη στο São Paulo. Βραζιλιάνοι είναι οι Labirinto (Ricardo P. Cabral μπάσο, Muriel Curi ντραμς, Erick Cruxen κιθάρες, Luis Naressi πλήκτρα) με το “Gehenna” να μην είναι το ντεμπούτο τους, αλλά το τελευταίο τους 2LP/CD. Εννοούμε πως το συγκρότημα υπάρχει από το 2003, έχοντας κυκλοφορήσει διάφορες δουλειές του είτε σε ψηφιακή, είτε σε υλική μορφή, έχοντας (πάντα και εξ όσων κατάλαβα) καλή σχέση με το έπος. Χωρίς φωνή κι εδώ, και με τέσσερις μουσικούς που ξέρουν πού πατούν και πού πηγαίνουν, οι Labirinto είναι η μπάντα εκείνη που μπορεί να κάνει όνομα και στην Ευρώπη – καθώς το “Gehenna”, που τυπώθηκε στη Βραζιλία πέρυσι από την Dissenso Records θα κυκλοφορήσει και στη Γερμανία το προσεχές διάστημα από την Pelagic.
Εκείνο που πρέπει να πούμε για τους Labirinto είναι πως έχουν πολύ καλή αίσθηση της μεταλλικής μελωδίας, διαθέτοντας φυσικά και όλη εκείνη τη φαρέτρα με τα riffs, που τους χρειάζεται καθώς ξεδιπλώνουν τα κομμάτια τους. Βεβαίως και τα keyboards παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο σε κομμάτια όπως το “Locrus” π.χ., που πάει ενίοτε προς μια κατεύθυνση “666” και Aphrodites Child(!), με το έπος (πείτε το και stoner) να χαρακτηρίζει κάθε μικρό ή μεγαλύτερο κομμάτι των συνθέσεων. Το ίδιο, δε, θα έλεγα και για ένα άλλο κιμπορντικό track, το “Aludra”.
Περαιτέρω, δεν γίνεται να μείνει ασχολίαστη η παραγωγή του Billy Anderson (έχει δουλέψει με Melvins, Swans κ.ά.), που προσφέρει στους Labirinto έναν διαυγή hard/cosmic ήχο.
Πολύ καλό άλμπουμ, που κλείνει με δύο ακόμη, θα τα χαρακτήριζα μεγαλειώδη, θέματα, το 7λεπτο “Qyth-el” και το 12λεπτο, φερώνυμο, “Gehenna”.
APOLLONIUS ABRAHAM SCHWARTZ: S/T [Atypeek Music, 2016]
Δεν το έψαξα και πολύ για πληροφορίες από το δίκτυο, αλλά έχω την εντύπωση πως οι ApOllonius AbRaham ScHwarz είναι καινούριο (γαλλικό) σχήμα. Για τριπλέτα πρόκειται (Laurent Waeber βαρύτονο, David Doyon κιθάρες, Dominic Frey ντραμς), που ασκείται σε προχωρημένα πεδία, εκεί όπου τέμνεται π.χ. η avant-jazz με το ανάλογο rock. Δηλαδή συγκρότημα τύπου R.I.O. είναι οι Γάλλοι; Ναι, θα έλεγα, μ’ έναν τρόπο, φυσικά, σημερινό. Με κομμάτια μέσης και μικρής διάρκειας (το μεγαλύτερο είναι εννέα λεπτά και το μικρότερο δύο), οι ApOllonius AbRaham ScHwarz έχουν πνευστό μπάσο (όπου το χρειάζονται), κάτι που, οπωσδήποτε, τους κάνει ξεχωριστούς. Βεβαίως, τον περισσότερο χρόνο το βαρύτονο δεν παίζει «πίσω», ενώ και οι κιθάρες θα έλεγα πως ανταποκρίνονται σ’ έναν διπλό ρόλο, καθώς με τα διάφορα εφφέ τις ακούς συχνά και σαν keyboards. Με όλα τούτα θέλω να πω πως οι τύποι, αν και μόλις τρεις, κατορθώνουν ν’ ακούγονται για περισσότεροι, αγγίζοντας στιγμές εμπνευσμένης δημιουργίας στα 7λεπτα “Scum” και “Il naquit dun zèbre”, με τα πιο μικρής διάρκειας tracks, όπως το “Daniel Weiss”, να φέρνουν στο νου τους Henry Cow, με τις «κοντές» συγκοπτόμενες φράσεις στην κιθάρα και τη γενικότερη «μπρεχτική» ατμόσφαιρα. Δεν ξέρω αν λείπει η φωνή από τους Απολλώνιους, όμως κι έτσι όπως παρουσιάζονται διαπρέπουν.
ALFIE RYNER: What’s Wrong? [Atypeek Music, 2016]
Από το 2006 στη γύρα, οι Alfie Ryner είναι ένα ακόμη γκρουπ της μεγάλης γαλλικής σχολής τού προχωρημένου ροκ. Του ροκ δηλαδή της δεκαετίας του ’70, που συνδύασε στοιχεία από την free jazz, τη σύγχρονη avant και το progressive, προκειμένου να πάει κάπου πέρα… πολύ πιο πέρα – σε άλλη κατεύθυνση από το ιταλικό, το γερμανικό κ.ο.κ. Σ’ αυτή τη «γραμμή», που συνεχίζει να χαράσσεται ακόμη, θέση έχουν, και μάλιστα περίοπτη (ως καινούριο σχήμα), και οι Alfie Ryner. Το τέταρτο(;) άλμπουμ των Γάλλων έχει τίτλο “Whats Wrong” είναι ηχογραφημένο τον Μάιο του 2016 και είναι από εκείνα που σε «πιάνουν» με την πρώτη. Οι Paco Serrano σαξόφωνα, φωνή, Guillaume Pique τρομπόνι, Gérald Gimenez κιθάρες, Guillaume Gendre κοντραμπάσο και Loris Pertoldi ντραμς (σ’ ένα κομμάτι φωνή και η Yuko Yamada) εμφανίζουν εδώ μια σειρά από συνθέσεις (επτά στον αριθμό) φισκαρισμένες απ’ όλα εκείνα τα στοιχεία που θα σε αναγκάσουν να κολλήσεις. Κοντολογίς; Θαυμάζεις, απλώς, τη μαεστρία και την εφευρετικότητά τους.
Δυναμικά rock passages, ρυθμοί ατέρμονοι, αλλαγές σε tempi μέσα στο ίδιο track, που προσφέρουν διαδοχικές συγκινήσεις, τέλος πάντων μιαν αλλόκοτη αλληλουχία μελωδιών και ρυθμών, που μπορεί τους μη μυημένους να τους κουράσει, αλλά εκείνους που έχουν εξοικειωθεί με τα ηχοχρώματα της γαλλοβελγικής σχολής (Univers Zero, ZNR, Etron Fou Leloublan, Art Zoyd κ.λπ.) να τους ενθουσιάσει.
OWLS ARE NOT: isnot [Atypeek Music/ 1000HZ, 2016]
Ακόμη ένα ευρωπαϊκό και κάπως παράξενο σχήμα, οι Πολωνοί Owls Are Not αποτελούνται από τον Piotr Cichocki ηλεκτρονικά και τον Marcin Suliński ντραμς. Αυτοί οι δύο είναι βασικά, ενώ σ’ ένα track ακούγεται και ο Paco Serrano σαξόφωνα (από τους Alfie Ryner). Δεν είναι εύκολο να περιγράψεις εκείνο που ακούς στο “isnot” και το να πεις, τέλος πάντων, “Suicide” μοιάζει το πιο εύκολο. Υπάρχει δηλαδή πού και πού ένας πάνκικος θυμός, πλημμυρισμένος φυσικά στα ηλεκτρονικά, χωρίς, σε καμμία περίπτωση να έχουμε ένα electro/wave σχήμα. Η διάθεση είναι μάλλον ανατρεπτική, καθώς στη μουσική του γκρουπ παρεισφρέουν off ήχοι και άλλες παραδοξότητες (φωνές κ.λπ.), που τοποθετούν αυτομάτως το “isnot” στο χώρο του experimental. Υπάρχουν στιγμές, εδώ, στις οποίες «χάνεσαι», όπως συμβαίνει με το προτελευταίο 8λεπτο – ένα πολύ γαμάτο track, που θυμίζει τις σκληρές μέρες των Heldon, πίσω στο δεύτερο μισό των seventies.
Σε γενικές γραμμές το τρίτο αυτό άλμπουμ των Owls Are Not είναι υπεράνω των όποιων προσδοκιών – με τις τρεις μεγαλύτερες στο χρόνο συνθέσεις όχι απλώς να ξεχωρίζουν, αλλά και να… ενσωματώνονται με άνεση στην αφρόκρεμα του παρελθόντος.
TWINESUNS: The Empire Never Ended [Pelagic, 2017]
Αν υπάρχει ένα πρώτο που διακρίνει τους Twinesuns από άλλα συγκροτήματα του improv/ noise/ space/ ambient σκηνικού τούτο είναι η απουσία ντραμς. Περίεργο και ασύνηθες όσο να ’ναι για το χώρο. Παρά ταύτα, εμείς θα πούμε, πως η όλη κατασκευή στέκει και μάλιστα πολύ καλά, μέσα βασικά από τα τείχη των κιθαρών και βεβαίως των εφφέ, που δίνουν στο άκουσμα αυτή την space/cosmic όψη. Υπάρχει, περαιτέρω, και μιαν άλλη ατμόσφαιρα, που κάνει συχνά-πυκνά, για να μην πω μονίμως εμφανή την παρουσία της στο άκουσμα κι αυτή είναι η… δυστοπική. Σαν σάουντρακ ταινίας φουτουριστικού τρόμου ηχεί το “The Empire Never Ended”, με τίτλους όπως οι “Simon the Magus”, “Pneuma”, “Going through life with eyes closed” κ.λπ. να προξενούν από μόνοι τους εντυπώσεις.
Βαρύ και ασήκωτο λοιπόν το άκουσμα, συνήθως χτισμένο πάνω σε μια γραμμή, με πολύ συγκεκριμένες μετακινήσεις ένθεν κι ένθεν. Ρέει, πάντως, καλά.