Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

Με τον όρο «τραγούδια της αντίστασης» «ή της εθνικής αντίστασης» ή απλώς «αντάρτικα τραγούδια» εννοούμε τα τραγούδια της Κατοχής, της Απελευθέρωσης και εν μέρει και του Εμφυλίου, που στόχο είχαν την ανύψωση του ηθικού του δοκιμαζόμενου ελληνικού λαού, στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’40. Όπως γράφει η Βούλα Δαμιανάκου στο βιβλίο Τα Αντάρτικα Τραγούδια [Εκδόσεις Τετράδιο, Αθήνα 6/1975]:
«Βασικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τρεις κατηγορίες (αντάρτικων) τραγουδιών. Εκείνα που γινόντουσαν κυρίως πάνω σε παλιούς, κλέφτικους, είτε άλλους λαϊκούς σκοπούς, εκείνα που έφερναν μαζί τους οι παλιοί αγωνιστές, όσοι περίσεψαν από τa Κούρνοβα και τις Καισαριανές, που αποτέλεσαν τα βασικά στελέχη του αγώνα, και εκείνα που έφτιαναν επώνυμοι ποιητές, μερικά και μ’ εντολή του αγώνα και κυκλοφορούσαν στο λαό μέσω των οργανώσεων. Όλα αυτά τα τραγούδια έγιναν δεχτά και τραγουδήθηκαν μ’ ενθουσιασμό από τον αγωνιζόμενο λαό. Κι όσο φούντωνε το κίνημα τόσο παρουσιαζόντουσαν και νέα τραγούδια.(…)
Έξω όμως από τα ελληνικά τραγούδια, νέα και διασκευασμένα, έχουμε και ξένα τραγούδια, προπάντων ρούσικα, διασκευασμένα στα ελληνικά, είτε με στίχους ελληνικούς και σκοπούς ρούσικους. Μερικά ήταν αξιόλογα, όπως το πένθιμο εμβατήριο “Επέσατε θύματα”, το τραγούδι της Διεθνούς “Εμπρός της γης οι κολασμένοι”, το “Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους”, το “Θύελλες, άνεμοι γύρω μας πνέουν” και άλλα.(…)
Σήμερα μπορεί να στεκόμαστε κριτικά είτε κατακριτικά σ’ αυτή την πληθώρα των ρούσικων σκοπών. Αλλά τότε ήταν αλλιώς. Τότε η Σοβιετική Ένωση για τους έλληνες κομμουνιστές ήταν η χώρα του Λένιν και της σοσιαλιστικής Επανάστασης και για όλον τον ελληνικό λαό που ’χε ριχτεί σύσσωμος σε κείνον τον αγώνα, ήταν η μεγάλη αντιφασιστική δύναμη που σήκωνε το κύριο βάρος του αντιφασιστικού αγώνα.(…)
Θα ήταν όμως λάθος να φανταστεί κανείς πως τα ρούσικα τραγούδια –που τραγουδήθηκαν από τον λαό μας σαν τραγούδια της Αντίστασης– επιβλήθηκαν από τα πάνω με τίποτα εντολές, πιέσεις. Καθόλου. Κυκλοφορούσαν κι αυτά όπως άλλα, κι ενσωματώθηκαν σαν τραγούδια του Αγώνα και πολλά απ’ αυτά πολυτραγουδήθηκαν κι αγαπήθηκαν πολύ».
Η πρώτη προσπάθεια συλλογής και καταγραφής των τραγουδιών της Αντίστασης πρέπει να συμβαίνει λίγο καιρό μετά την Απελευθέρωση, όταν κυκλοφορεί το βιβλίο Τραγούδια της Αντίστασης [Αθήνα, 1946] σε επιμέλεια Μ. Δημητρίου και πρόλογο του Κώστα Βάρναλη.
Μάλιστα την επόμενη χρονιά πρέπει να συμβαίνει και η πρώτη ηχογράφηση αντιστασιακού τραγουδιού, που δεν έγινε βεβαίως στην Ελλάδα.
Αναφερόμαστε στην μια πλευρά ενός δίσκου 78 στροφών που κυκλοφόρησε από την γαλλική Le Chant du Monde το 1947. Εκεί ακουγόταν «Ο ύμνος του ΕΛΑΣ» (“Hymne de l’E.L.A.S.”) σε μουσική Νίκου Τσάκωνα και γαλλικούς στίχους Gil-Renaud (που προφανώς αποτελούσαν απόδοση των αυθεντικών στίχων της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη).
Χαρακτηριστικό της αξίας των ελληνικών αντιστασιακών τραγουδιών είναι, επίσης, το γεγονός πως ασχολήθηκε μαζί τους από νωρίς (1952-53) ακόμη και ο μεγάλος σοβιετικός συνθέτης Ντμίτρι Σοστακόβιτς, καθώς ενορχήστρωσε για πιάνο-φωνή μια μελωδία του Αλέκου Ξένου (του «συνθέτη της Αντίστασης»), αλλά και τον «Ύμνο του ΕΛΑΣ». (Υπάρχει και έκδοση απ’ όσο το έψαξα, στην Le Chant du Monde – αν και δεν ξέρω αν πρόκειται για έκδοση παρτιτούρων ή ηχογράφηση).
Μία επόμενη έντυπη έκδοση, που συνέβη μάλιστα κι αυτή στο εξωτερικό, ήταν το βιβλίο του Τάκη Αδάμου (στέλεχος του ΚΚΕ και ευρωβουλευτής του αργότερα) Το Λαϊκό Τραγούδι της Αντίστασης [Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, Βουκουρέστι 1964].
Μετά την πτώση της δικτατορίας, όταν το αντάρτικο τραγούδι ξαναβγήκε με φόρα στην επικαιρότητα (ως πλήρως νομιμοποιημένο πια), οι εκδόσεις υπήρξαν συνεχείς (και αναφερόμαστε σε εκδόσεις βιβλίων, αλλά και δίσκων, όπως εκείνων των γνωστών του Πάνου Τζαβέλλα, του Θάνου Μικρούτσικου κ.ά.).
Σημαντικό βιβλίο της εποχής αποτελεί αυτό που προαναφέραμε, Τα Αντάρτικα Τραγούδια (της Κατοχής, της Απελευθέρωσης, του Εμφυλίου) [Τετράδιο, Αθήνα 6/1975], που ήταν έκδοση του περιοδικού-εφημερίδας Τετράδιο, υπεύθυνοι του οποίου ήταν οι Φώντας Λάδης και Δημήτρης Γκιώνης. Παρένθεση. Σ’ ένα τεύχος του Τετραδίου υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα, έως σκληρή θα την αποκαλούσα, συνέντευξη του Βαγγέλη Παπαθανασίου, που κάποια στιγμή θα την αντιγράψω και θα την «ανεβάσω». Κλείνει η παρένθεση.
Την ίδια χρονιά, το 1975, κυκλοφορεί το βιβλίο Τραγούδια της Εθνικής μας Αντίστασης [Έκδοση Δημοκρατικής Κίνησης Νέων Παγκρατίου] με πρόλογο της Έλλης Αλεξίου, ενώ το 1977 επανεκδίδεται από τον Καστανιώτη το βιβλίο του Αδάμου Το Λαϊκό Τραγούδι της Αντίστασης.
Πιο πρόσφατες εκδόσεις, που εντοπίζονται και πιο εύκολα αφορούν στο βιβλίο της Μαρίας Δημητριάδου Πολεμάμε και Τραγουδάμε [Έκδοση: Πανελλήνια Ένωση Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης, Αθήνα 2002], όπως και η ανθολόγηση του Κ. Γαζή υπό τον τίτλο Αντάρτικα Τραγούδια [Δαμιανός].
Ανθολογημένα αντάρτικα συναντάμε και σε διάφορες άλλες εκδόσεις, κάπως ειδικότερου περιεχομένου. Ας πούμε στο βιβλίο Ο Άρης Κάνει Πόλεμο/ Έτσι τραγούδησαν τον πρωτοκαπετάνιο [Βιβλιοθήκη Εθνικής Αντίστασης/ Δομνίστα Ευρυτανίας – Μεσούντα Άρτας, 1998] κ.λπ. 

Δύο αντάρτικα στιχουργήματα για τη συνέχεια («Των γερμανοτσολιάδων», «Της Μαύρης Αγοράς») κι ένα τραγούδι για το τέλος, που έγινε διάσημο λίγο μετά την Απελευθέρωση (θα το ακούσουμε από τον Πάνο Τζαβέλλα). Πρόκειται για το «Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά» που μουσικώς στηριζόταν στο “Dear old sunny South by the sea” (1928) του θρύλου Jimmie Rodgers (αν και υπάρχει και το πιο παλαιό παραδοσιακό “She'll be coming 'round the mountain”), ή σε κάποιο άλλο «ίδιο» μεταγενέστερο τέλος πάντων, που έφτασε με κάποιο τρόπο στ’ αυτιά τού ανώνυμου στιχουργού… 

Των γερμανοτσολιάδων 

Εν-δυο, Εν-δυο!
φουστανέλα, τσαρουχ’ φούντα, φεσ’
εφτούνα τα ρούχα με καίνε
κι αδίκως μου τάχουν φορεσ’

Άιν-τσβάι, Άιν-τσβάι!
τσολιά να με λεν δε μ’ αρέσ’
εγώ γερμανός είμαι τώρα
καμάρ’ των ταγμάτων Ες-Ες

Εγώ είμ’ εγώ, και δεν αργώ
ρωμιούς να σφάξω μάνι-μάνι
με λεν λεφούσ’ και στο γιουρουσ’
τρεις τραυματίες έχω ξεκάνει

Άιν-τσβάι, Άιν-τσβάι!
λεφτά στο κεμέρι μ’ πολλά
κι αυτά που λεν δε με νοιάζουν
ο Αδόλφος μου να ’ναι καλά

Της Μαύρης Αγοράς 

Στης Ελλάδας τη δύσμοιρη ράχη
περπατά, όχι η Δόξα μονάχη
όπως κάποια φορά,
μα η… Μαύρη Αγορά!

Μελετά τα ισχνά παληκάρια
που γυρνούν με πνιγμένη οργή
και δε βρίσκουν ούτε… χορτάρια
για να φάνε στην έρημη γη.

Τα ’χαν φάει κι αυτά μεσ’ στο σάλο
Γερμανοί, Ιταλοί και άλλοι
που όπως παν θα φαν δίχως άλλο
και το βρωμερό τους κεφάλι 

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

μην πετροβολάτε τον Φίλη, είναι καλό παιδί και λέει τα πράγματα ως έχουν

Γνωρίζω τον Νίκο Φίλη από την δεκαετία του ’80. Όχι προσωπικώς, αλλά από τα Πανσπουδαστικά Συνέδρια εκείνης της περιόδου (αμφιθέατρο Φοιτητικής Εστίας Ζωγράφου κ.ά.), στα οποία υπήρξα είτε αντιπρόσωπος, είτε παρατηρητής. Ο Φίλης ήταν όπως είναι σήμερα, συμπαθής, με την κοιλίτσα του και τα λοιπά. Εκπροσωπούσε φυσικά τον Ρήγα, και λόγω της γενικότερης εμφάνισής του τράβαγε τα πειράγματα και τα εύστροφα συνθήματα των αναρχικών και των αριστεριστών (Συσπειρώσεις κ.λπ.). Γινόταν χαμός… και όταν μιλούσε, οι «χορωδίες» από κάτω έδιναν κι έπαιρναν. Εγώ τον συμπαθούσα από τότε. Ήταν ήρεμος, νηφάλιος, καλός ομιλητής, έκανε διάλογο, ήταν απλός, λαϊκός χωρίς περισπούδαστο ύφος… Χοντρικά έτσι είναι και σήμερα. Ένα καλό παιδί, που αποφάσισε όμως κι αυτό να διαλύσει τη χώρα, ως μέλος μιας κυβέρνησης που ξετυλίγει ένα απάνθρωπο, για όλους μας, σχέδιο.

Ο Φίλης τοποθετήθηκε από τον Πρωθυπουργό σ’ ένα πολύ σοβαρό και απαιτητικό υπουργείο. Το Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων. Δεν ξέρω πως τα πάει με την Έρευνα και τα Θρησκεύματα, αλλά με την Παιδεία… δεν μπορεί… πρέπει να έχει κάποια σχέση. Τόσα χρόνια στο Πανεπιστήμιο, ως φοιτητής, ως γραμματέας του Ρήγα, ως μέλος του ΚΣ της ΕΦΕΕ και ως δημοσιογράφος αργότερα, λογικώς, έχει μιαν ιδέα τού «τι παίζει». Νέος ακόμη στην καρέκλα κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα ψευδοπρόβλημα –εκείνο του ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση– που μπορεί ακόμη και να τον στείλει, από νωρίς, σπίτι του… Έμπλεξε και τον Πρωθυπουργό εσχάτως, που πολύ σωστά (ο Φίλης) τον αποκάλεσε «προνομιούχο». Μιλάμε για λύσσα προς τον υπουργό… Από γονείς, φροντιστές, καθηγητές, λαϊκίστικα κανάλια και άλλους διάφορους παρατρεχάμενους… Όλους τούς νεκροθάφτες της παιδείας! 

Όπως έχω ξαναγράψει και παλιότερα το ζήτημα του ΦΠΑ είναι ένα ψευδοπρόβλημα, επειδή η ιδιωτική εκπαίδευση αποτελεί στυγνή εμπορική δραστηριότητα με τεράστιο τζίρο, αναλογικώς πολύ υψηλότερο από τον αντίστοιχο άλλων χωρών της Ευρώπης – και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θα έπρεπε να υπόκειται σε ΦΠΑ. Από αρχαιοτάτων χρόνων και όχι από σήμερα. Δεν έχω πρόχειρα νούμερα, αλλά έχω την αίσθηση, για να μην πω την βεβαιότητα, πως αποκλείεται να υπάρχει κάπου αλλού ένα τέτοιο εκτεταμένο δίκτυο φροντιστηρίων, αγγλικάδικων και ιδιωτικών σχολείων, όσο στην ψωροκώσταινα.

Το ζήτημα είναι λοιπόν ποιος θα πληρώσει το 23%, γιατί αυτό είναι το κουμπί της υπόθεσης. Και επ’ αυτού υπάρχει σπέκουλα, αφού σε τέτοιες περιπτώσεις η λογική λέει πως το ποσό αυτό θα… τριχαστεί (όχι σε ίσα μέρη, αλλά σε αναλογικά μέρη). Ένα τμήμα θα το πληρώσουν οι ιδιοκτήτες, ένα άλλο θα το πληρώσουν οι εργαζόμενοι καθηγητές (με κάποιες μειώσεις στις απολαβές τους) και το τρίτο θα το πληρώσουν οι γονείς (πιθανώς δε αυτοί να πληρώσουν ακόμη λιγότερο αναλογικώς ή και καθόλου). Εξάλλου, λειτουργούν διαφόρου τύπου «απορροφήσεις». Παρά ταύτα όλοι φωνάζουν και κανείς δεν θέλει να πληρώσει τίποτα. Παρ’ τον έναν και χτύπα τον άλλον…

Ο Φίλης έχει απόλυτο δίκιο όταν μιλάει για «πενταροδεκάρες», ιδίως όταν απευθύνεται στην… συμπαθή τάξη των γονέων. Γιατί ο γονέας στην Ελλάδα είναι... κοινωνική τάξη με συγκεκριμένες απαιτήσεις και συμφέροντα. Οι γονείς, ας πούμε, ευθύνονται για το μισό τουλάχιστον χάλι της παιδείας. Για το άλλο μισό ευθύνονται οι κυβερνήσεις. Οι μαθητές, κυρίως οι μικρότεροι, δεν ευθύνονται για τίποτα. Κοιμούνται, απλώς, όπως τους στρώνουν…

Πριν πολλά χρόνια, στην δεκαετία του ’70 ας πούμε, στα ιδιωτικά σχολεία δεν πήγαιναν οι καλοί μαθητές (βασικά), ή τα παιδιά εκείνων των γονέων που επιθυμούσαν το καλύτερο (για τα βλαστάρια τους), αλλά ακριβώς το αντίθετο. Στα ιδιωτικά σχολεία πήγαιναν οι «κουμπούρες» και τα «ναυάγια»! Όσοι ήταν ανίκανοι να περάσουν τις τάξεις τού δημοσίου σχολείου, εξαναγκάζοντας τους γονείς τους να πληρώνουν, προκειμένου ο κανακάρης ή η… κανακάρα να τύχει ενός απολυτηρίου τριταξίου Γυμνασίου. Μιλάμε για τέτοιο χάλι ψευτοεκπαιδευτικής συναλλαγής!

Πώς έγινε ξαφνικά (ρητορική η ερώτηση) και το ιδιωτικό σχολείο μετατράπηκε σε υψηλού φρονήματος εκπαιδευτικό θεματοφύλακα... είναι ένα ζήτημα. Οι γονείς στην πλειονότητάς τους (Δεξιοί ή Αριστεροί), ανελέητοι εχθροί της κοινωνικής αξίας της γνώσης, πέφτουν διαρκώς από παγίδα σε παγίδα. Είναι ν’ απορείς.
Ξέρω γονέα, που ενώ πληρώνει κάτι χιλιάδες ευρώ το χρόνο για να στέλνει την κόρη του σε καλό ιδιωτικό, την στέλνει παραλλήλως σε φροντιστήριο, ενώ τις κάνει και ιδιαίτερο, για να μπορεί να ανταπεξέρχεται η ανερχόμενη… Μαρί Κιουρί στις απαιτήσεις του φροντιστηρίου! Τι σόι ιδιωτικά σχολεία είναι αυτά, όταν οι γονείς οδηγούνται να πληρώνουν για τα παιδιά τους ένα και δύο έξτρα φροντιστήρια; Ποιος θα μπορέσει να σπάσει, επιτέλους, αυτό το κακό σπυρί; 

Ρωτώ… και όποιος έχει κότσια να απαντήσει με ειλικρίνεια. Ποιος γονέας στέλνει το παιδί του σε ιδιωτικό σχολείο, στην Τρίτη Λυκείου φερ’ ειπείν ή και σε μικρότερες τάξεις, και δεν του παράσχει ταυτοχρόνως και φροντιστήριο; Πόσοι είναι αυτοί οι γονείς; Πέντε, δέκα τοις εκατό; Πολλούς λέω…

Το ξαναλέω. Ο γονέας κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να καταστρέψει την εκπαίδευση, αφού πρώτα καταστρέψει τα παιδιά του. Μπαίνει δηλαδή στο trip τής εισαγωγής των κουνενέδων του στην Τριτοβάθμια, όταν είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως ούτε το 1/4 εκείνων που σπουδάζουν στα ΑΕΙ δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. 

Και ξαναρωτώ. Πότε ενδιαφέρθηκε ο γονέας για την αναβάθμιση του δημοσίου σχολείου; Πότε οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων ενδιαφέρθηκαν για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού προσωπικού; Πότε είχαν λόγο για την εκπαιδευτική διαδικασία; Με τι ασχολούνται ακριβώς; Με το... αν θα βάλουν το χέρι στην τσέπη, κάνοντας τα πάντα ώστε να μην πληρώσουν τις πενταροδεκάρες του… φάπα; Ε τότε, άμα δυσκολεύονται, να κόψουν ιδιαίτερα από τα παιδιά τους (αφού πάνε έτσι κι αλλιώς σε ιδιωτικά σχολεία), ή να τα στείλουν στο δημόσιο σχολείο βρε αδελφέ, απαιτώντας και εκβιάζοντας καίριες λύσεις.

Ο Φίλης, αν θέλει να νοιώσει επιτυχής, θα πρέπει να παλέψει για την αναβάθμιση του δημοσίου σχολείου. Αυτό είναι το στοίχημα. Και κανένα σχολείο δεν πρόκειται να αναβαθμιστεί (είτε δημόσιο, είτε ιδιωτικό), αν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές δεν είναι ικανοί να αποδείξουν πόσο φτουράνε με μετρήσιμα αποτελέσματα.

Ένα διαγώνισμα προς τους μαθητές στην αρχή κάθε χρονιάς (από μιαν Επιτροπή Αξιολογητών π.χ.) θα μπορούσε να καταδείξει το γνωστικό επίπεδο μιας τάξης. Ένα δεύτερο διαγώνισμα στο τέλος της χρονιάς θα μπορούσε να καταδείξει την πρόοδο ή την μη πρόοδο μέσα στο σχολικό έτος τής ίδιας τάξης. Το συγκριτικό αποτέλεσμα θα είναι μετρήσιμο. Όσοι καθηγητές δούλεψαν θα επιβραβευθούν. Όσοι δεν κατάφεραν να ανεβάσουν το επίπεδο της τάξης τους θα έχουν ποινές (μισθολογικές, εξέλιξης κ.λπ.). 
Για να δούμε, τελικά, σ’ αυτό τον τόπο, κάποια στιγμή, ποιος δουλεύει και ποιος κοροϊδεύει… Ποιος αξιοποιεί τους φόρους μας και ποιος απλώς τους τσεπώνει.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

ο θρύλος ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ - ΜΠΕΜΠΗΣ ήταν ο μεγαλύτερος σολίστας μπουζουκιού, που υπήρξε ποτέ;

Το «μεγαλύτερο» στη μουσική δεν έχει το νόημα που συνήθως του δίνουμε – ειδικά όταν συγκρίνουμε τους «εκτός συναγωνισμού». Ποιος είναι λοιπόν… μεγαλύτερος; Ο Μπετόβεν ή ο Μότσαρτ; Ο Louis Armstrong ή o Duke Ellington; Ο John Lennon ή ο Mick Jagger; Ο Μάνος Χατζιδάκις ή ο Μίκης Θεοδωράκης; Όλες αυτές οι ερωτήσεις κρύβουν εντός τους μια δόση ανοησίας, ιδίως όταν προσπαθούν να στάξουν στην αξία του υποκειμενικού, μιαν ικμάδα αντικειμενικότητας. Εκεί, το μόνο μου μπορεί να διαχωρίσει τούς πολύ μεγάλους, προσθέτοντας μισό γαλόνι στον έναν, ή αφαιρώντας το από τον άλλον, είναι το γούστο του καθενός μας. Και αυτό δεν μπορεί παρά είναι σεβαστό. Ιδίως όταν υπάρχει…
Συμβαίνει, όμως, και κάτι άλλο, που συχνά μας ταλανίζει σε τέτοιου τύπου αποφάσεις. Ορισμένοι μουσικοί πορεύτηκαν συχνά πίσω από την κεντρική σκηνή, δίχως να κάνουν ταινίες, τηλεόραση, ραδιόφωνο, πολλούς δίσκους – μουσικοί θέλω να πω που δεν τους γνωρίζουν όλοι, αλλά συνήθως οι επαΐοντες. Έτσι, πλέκεται ένας θρύλος, που ενώνει το… ανένταχτο με την αλήθεια. Υπάρχουν τέτοια ονόματα σε όλους τους χώρους, που κατά καιρούς, ανά εποχές, ανέρχονται στην νοητή κλίμακα αξιών, καταλαμβάνοντας θέσεις άλλων γνωστών και καταξιωμένων. Μέχρι και ταινίες γίνονται, βιβλία γράφονται, ηχογραφήσεις ανασύρονται, δίσκοι κυκλοφορούν
Καιροφυλαχτεί, όμως, μια διαστροφή εδώ. Σε ορισμένους «κύκλους» όσο πιο άγνωστος παραμένει κάποιος, τόσο πιο πολύ εκτιμάται. Μάλιστα, όταν ο άγνωστος γίνει κάπως περισσότερο γνωστός, τότε οι «κύκλοι» θα σταματήσουν ν’ ασχολούνται μαζί του ανακαλύπτοντας κάποιον άλλον που θα πάρει τη θέση του. Είναι αλήθεια πως πολλές φορές ορισμένοι μελετητές βλέπουν όλους εμάς, τους κοινούς θνητούς, κάπως σαν την πλέμπα. Δεν θέλουν να ’χουν ουδεμία σχέση μαζί της/μαζί μας. Υψώνουν και γκρεμίζουν «ήρωες» ανάλογα με τις νευρώσεις τους…
Ένα τέτοιο ερώτημα που απασχολεί, από δεκαετίες τώρα, το χώρο του λαϊκού τραγουδιού και της λαϊκής μουσικής γενικότερα σχετίζεται με το απλούστατο. Ποιος υπήρξε ο μεγαλύτερος σολίστας του μπουζουκιού που πέρασε ποτέ από την Ελλάδα; Σαφές το ερώτημα, αλλά δύσκολη η απάντηση. Πολλοί θα πουν, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη… ο Μανώλης Χιώτης. Κάποιοι άλλοι, όμως, οι οπαδοί του τρίχορδου φερ’ ειπείν, θα πουν αμέσως ο Δημήτρης Στεργίου – Μπέμπης. Άλλοι ίσως χώσουν και κανέναν τρίτο ανάμεσα…

Η συνέχεια και το τέλος της ιστορίας στο Lifo.gr… http://www.lifo.gr/articles/music_articles/78960

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

NICOLA GUAZZALOCA «εκπληκτική» μουσική

Έχω γράψει κι άλλε φορές στο παρελθόν για τον ιταλό, αυτοσχεδιστή πιανίστα Nicola Guazzaloca. Κάποτε για το άλμπουμ του “Noble Art” (rec. 7/2007) την «ελεύθερη» συνεργασία μ’ έναν δεύτερο πιανίστα, τον Thollem McDonas, κάποτε άλλοτε για το Shoreditch Trio (Gianni Mimmo σοπράνο, Hannah Marshall τσέλο, Nicola Guazzaloca πιάνο) και κάποτε άλλοτε για το σόλο-πιάνο του “Tecniche Arcaiche” ηχογραφημένο στην Μπολόνια τον Μάρτιο του 2013 – άπαντα τα άλμπουμ «κομμένα» για την Amirani Records. Τώρα, ένα επόμενο σόλο CD του Guazzaloca, το “Tecniche Arcaiche / Live at Angelica” [Amirani/ Aut, 2015], γραμμένο κι αυτό στην Μπολώνια, στο Angelica Festival Internazionale di Musica την 16/5/2014, έρχεται να μας μεταφέρει στον αυστηρό, αλλά και τόσο ελεύθερο συνάμα κόσμο του ιταλού αυτοσχεδιαστή, ένα άλμπουμ δηλαδή που κρύβει, στα δύο κομμάτια που περιέχει, δυνατές εκπλήξεις.
Στο πρώτο απ’ αυτά, που έχει τίτλο “Parte prima” και διαρκεί περί τα 15 λεπτά ο Guazzaloca μας δείχνει το περισσότερο… ολιστικό, πιανιστικό του πρόσωπο. Πιάνο και ποικίλα αντικείμενα δημιουργούν ένα ακανόνιστο, αλλά τόσο γεμάτο και δυναμικό περιβάλλον – ολοκληρωμένο και συγχρόνως αυτοδύναμο εννοώ, από το πρώτο έως και το τελευταίο δευτερόλεπτο. Απίστευτοι και κατά μίαν έννοια ανεπανάληπτοι ήχοι, που τεντώνουν την ακοή, δημιουργώντας πολλαπλά επίπεδα ακρόασης, την ίδιαν ώρα που σκόρπιες, σύντομες μελωδικές φράσεις μάς υπενθυμίζουν με τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε. Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό που ακούμε προέρχεται από ένα προετοιμασμένο πιάνο, που έχει «δουλευτεί» καταλλήλως πριν την συναυλία, ή αν η προετοιμασία συμβαίνει εκείνη τη στιγμή (της εγγραφής) και επιτόπου. Όπως κι αν έχει η κατάσταση ο Guazzaloca εκμεταλλεύεται κάθε εσωτερικό ή εξωτερικό σημείο του οργάνου, «βασανίζοντας» τις χορδές και κάνοντάς τες να ηχήσουν με χίλιους-δυο διαφορετικούς τρόπους. Clusters, σύννεφα συγχορδιών, εμμονικές νότες και βεβαίως όλη εκείνη η κρουστή αντεπίθεση από το εσωτερικό του οργάνου, που είναι άλλο να την ακούς… αλλά και άλλο να την βλέπεις.
Το δεύτερο κομμάτι αγγίζει τα 27 λεπτά και έχει τίτλο “Parte seconda”. Εξωτερικώς είναι… κλασικό –εννοώ πως το παίξιμο του Guazzaloca περιορίζεται στα πλήκτρα–, αλλά στη δομή του παραμένει αυθόρμητο και αυτοσχεδιαστικό, με συνεχείς εναλλαγές στους ρυθμούς και τα tempi, με τις ίδιες μικρές και ανολοκλήρωτες μελωδικές φράσεις, με τον ίδιο πλουραλισμό σε όλη την γκάμα των οκτάβων. Σίγουρα το παίξιμο είναι εντυπωσιακό. Και το γεγονός πως περνάει από πολλά και διαφορετικά στάδια προσφέρει στο άκουσμα μιαν αναντίρρητη ποικιλία, και άρα ένα διαρκώς ανανεούμενο ενδιαφέρον.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

ALIVE SHE DIED βασικά και λίγο... Τσίπρας με Ολάντ

Όλοι το ξέρετε αυτό που έγινε ξαφνικά – το αναμετέδωσαν πολλά μεγάλα sites, και άλλα μικρότερα. Ένα κομμάτι ενός ξεχασμένου ελληνικού συγκροτήματος της δεκαετίας του ’80, των Alive She Died, μάλλον μια διασκευή τους στο πιο αδιάφορο και ταυτοχρόνως πιο εύκολο τραγούδι των Joy Division, το “She’s lost contol” (μάλλον γι’ αυτό το διάλεξαν, επειδή μπόρεσαν και το «έβγαλαν»), που είχε κυκλοφορήσει σε κασέτα το 1985, επιλέχθηκε για τη νέα διαφημιστική καμπάνια του Οίκου Gucci.
Και τι έγινε λοιπόν; Σημαίνει τίποτα ουσιαστικό αυτό; Απολύτως τίποτα. Γι’ άλλη μια φορά κάποιοι μένουν ενεοί μπροστά στα «γλυκά μάτια» από το εξωτερικό. Είναι γνωστό το φαινόμενο. Αποικιοκρατικού τύπου εθελοδουλεία. Το είπαν οι «ξένοι»; Γλείψτε τους τ’ @ρχίδι@... Να μιλάγαμε για τις ταλεντάρες μας που έσκιζαν στα sixties (τον Τζίμη Μακούλη, τη Νάνα Μούσχουρη, τη Βίκυ Λέανδρος, τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και όλους τους Aphrodite’s Child κ.λπ., κ.λπ.), για τους οποίους όλοι στην Ευρώπη και αλλαχού δικαίως «έχυναν κουβάδες», να πω ναι, το καταλαβαίνω, αλλά τώρα;

Προοσχή…
Τα ίδια, σ’ ένα άλλο επίπεδο –θα επανέλθω στους Alive She Died– συνέβησαν και με την έξοδο στο gazARTE του Τσίπρα με τον Ολάντ και τον Λαζόπουλο, προχθές το βράδυ. Κάποιοι… ευρωλιμασμένοι έβγαλαν σπιθούρια, επειδή ο Τσίπρας, λέει, αντί να πάρει μαζί του έναν Έλληνα γνωστόν στο Γάλλο –ξέρω ’γω τον… Αλιάγα, την Αρβελέρ, τον Γαβρά ή κανέναν... οργανικό διανοούμενο– πήρε λέει τον Λαζόπουλο. Εγώ δεν είμαι «Τσιπρικός», αλλά μπράβο στον Τσίπρα που διάλεξε το Λαζόπουλο – αν και τον Λαζόπουλο δεν τον αντέχω (το χιούμορ του είναι μικροαστικό και δεν μ’ αρέσει καθόλου). Δεν χρειάζεται να πω πως θα χαιρόμουν περισσότερο, αν ο Τσίπρας διάλεγε φερ’ ειπείν τον Σεφερλή για παρέα. Αυτό θα ήταν το θαύμα! Θα κάνανε με τον Ολάντ τρελό ντούο (ο Σεφερλής με τον Ολάντ εννοώ), που από την εποχή των Terence Hill και Bud Spencer θα είχαμε να δούμε στις οθόνες! Αλλά το ξέχασα, όπα, ο Σεφερλής δεν γλείφει τον ΣΥΡΙΖΑ…
Σιγά δηλαδή ρε μάγκες μου! Ποιος είναι ο Ολάντ; Τι σημαίνει Ολάντ; Τι είναι δηλαδή; Κανένας άνθρωπος του πνεύματος είναι; Ο Σάρτρ είναι και ο Ντελέζ, ή ο Αραγκόν και η Σιμόν Σινιορέ μαζί; Ένας τυχαίος Πρόεδρος είναι, που μετά από 2-3 χρόνια δεν θα τον θυμάται κανένας. Γιατί δηλαδή θα έπρεπε να ρίξουμε δίπλα του μια «γνωστή μορφή του πνεύματος» και όχι έναν… άγνωστο γελωτοποιό; Μαγκιά τού Τσίπρα λοιπόν και μπράβο του για τον συμβολισμό της επιλογής (παρόλο, το ξαναλέω, που θα μπορούσε αυτή να ’ταν καλύτερη), αλλά καθόλου μπράβο του για το κόκκινο χαλί στην Ηρώδου Αττικού (μεγάλη γελοιότητα, το ψευτοχόλιγουντ των φουκαράδων), ή για τα «ανοιχτά πόδια» και τα «σταυρωμένα χέρια» κατά το παιάνισμα της Μασσαλιώτιδας (λες και περίμενε στην ουρά για να προσκυνήσει κανένα… ιερό λείψανο). Ντροπή.
Ημιανάς…

Πηγή: Σχολιαστής #28, 7/1985
Alive She Died. Τους είχα δει στον Πήγασο, το ’85 και κατά πάσα πιθανότητα είχα φύγει, μετά από δυο-τρία τραγούδια. Ήταν κοντά το Αλφαβίλ, κι όταν τα συγκροτήματα δεν τραβάγανε, την κάναμε για κανένα μεταμεσονύχτιο. Βεβαίως δεν είμαι 100% σίγουρος τώρα, επειδή έχουν περάσει 30 χρόνια, κι επειδή δεν είχα φύγει μόνο από ένα συγκρότημα... Τα περισσότερα δεν ακούγονταν. Και μπορεί τις πιο πολλές φορές να έφταιγε ο Πήγασος, στον οποίον βούιζε ο τόπος, αλλά στην περίπτωση των Alive She Died ήταν σίγουρο πως έφταιγε το συγκρότημα. Όσο πιέζω το κεφάλι μου και ακούω, τώρα στο YouTube τα τραγούδια τους μετά από χρόνια, σιγουρεύομαι ακόμη περισσότερο. Μπασίστρια που χτύπαγε μια-δυο νότες, ένα σύνθι που έπαιζε ένα ακόρντο τη φορά –σε μια βδομάδα στο Νάκα είχα μάθει να παίζω καλύτερα–, ένα άλλο σύνθι που το πάλευε (αυτός ήξερε πάντως και πρέπει να ήταν ο συνονόματός μου Φώντας Ξένιος), μια τραγουδίστρια, η Δάφνη, που ήταν εντελώς «ξεκρέμαστη». Στο συγκρότημα δεν υπήρχε ντραμς, ούτε κιθάρα. Τέσσερα άτομα παλεύανε, πνιγμένα σχεδόν, στον ωκεανό.
Δίσκο δεν έβγαλαν στην εποχή τους οι Alive She Died. Εγώ λέω… πως δεν είναι ν’ απορείς. Όταν πολλά άλλα γκρουπ από ’κείνα που μπαινοβγαίνανε στον Πήγασο κάνανε δίσκους και δισκάκια, τούτοι ’δω έμειναν με την κασέτα. Προσπάθησαν κι έφαγαν «πόρτα»; Δεν προσπάθησαν; Αυτό το τελευταίο δύσκολο να το πιστέψω. Πάντως το γκρουπ δεν τράβαγε. Όλα τα κομμάτια του ήταν πρωτόλεια σε κάθε επίπεδο, εντελώς πρόχειρα και ερασιτεχνικά – δεν ήταν για κάτι παραπάνω. Κάποιοι λένε για τους στίχους… Σιγά τα ωά. Τι είχαν οι στίχοι; Τα ίδια και τα ίδια. Φαίνεται πως αυτοί που τα λένε δεν έχουν ακούσει (για αγγλικούς στίχους μιλάμε τώρα) τα λόγια των Mushrooms από την ίδιαν εποχή και δεν τους παρεξηγώ.
Τελικά, φαίνεται πως είχα πιάσει κάτι στον αέρα (του Πήγασου) κι είχα πάρει με στραβό μάτι τους Alive She Died. Καλά έκανα! Μερικούς μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του ’85, δικαιώθηκα ακόμη περισσότερο, όταν διάβασα μια συνέντευξή τους στο περιοδικό Σχολιαστής (#28, 7/1985) στον Χρήστο Δασκαλόπουλο, στην οποίαν έλεγαν ελάχιστα σωστά και πάρα πολλές κοτσάνες. Πάρτε μιαν ιδέα…

Μιλάει ο Ξένιος: «Για μένα η μουσική δεν πρέπει να είναι ένα δημοσιογραφικό πράγμα, να παρουσιάζει δηλαδή γεγονότα και καταστάσεις από την κοινωνία και την πραγματική ζωή (σ.σ. τρέχα γύρευε δηλαδή!). Η μουσική και ο κινηματογράφος σαν δύο τέχνες, δεν ξέρω για τις άλλες, θεωρώ ότι πρέπει να αποκαλύπτουν ένα κρυφό κόσμο ονείρων και όχι να χρησιμοποιούνται για να δείξουν το πώς ζούμε (σ.σ. έξω το free cinema, έξω η nouvelle vague, έξω τα 9/10 του ευρωπαϊκού σινεμά – ας μείνουμε σ’ αυτό). Το πώς ζούμε το ξέρουμε πια».
Πάλι ο Ξένιος: «Αυτό το ηρωικό στοιχείο με συναρπάζει. Κάπου πιστεύω ότι ο καθένας από μας, σε κάποια περίοδο της ζωής του, έχει ζήσει σαν αληθινός ήρωας. Ο Έλληνας το ’χει μέσα του αυτό εδώ και χιλιάδες χρόνια». Σήμερα αν το έλεγε κανείς αυτό θα τον ξέχεζαν στα media για τις χρυσαυγίτικες κορώνες του (και δεν θα ’χαν άδικο). Τότε, όμως, ήταν εκείνο που λέει πιο κάτω ο Δασκαλόπουλος, όταν μιλάει για «σοβινιστική έκρηξη», πως ο Ξένιος βρισκόταν στο «δικό του trip» και πως «εκνευρίζεται, που οι άλλοι δεν συμμετέχουν με την ίδια ένταση στην κουβέντα».
Και όταν αποφάσιζαν να συμμετάσχουν «οι άλλοι» στην κουβέντα τι λέγανε δηλαδή; Τα ίδια-ανάποδα…
Δάφνη (η τραγουδίστρια): «Οι στίχοι γράφονται με βάση ορισμένες εικόνες που έχω στο μυαλό μου σχετικά με πράγματα που θα ’θελα και οι τέσσερις να ζήσουμε μαζί. Από κει και πέρα δεν μ’ ενδιαφέρει να δώσω στον κόσμο καταστάσεις, που όλοι γνωρίζουν και ζουν καθημερινά».
Οι Alive She Died φαίνεται πως είχαν πάρει πολύ ψηλά τον αμανέ, αλλιώς δεν δικαιολογούνται λόγια σαν και τούτα…
Γιώργος (ο άλλος πληκτράς): «Οι Alive She Died είναι μια πρόκληση για το ελληνικό κοινό να αγαπήσει και να αγαπηθεί βεβαίως. Είναι καιρός το ελληνικό κοινό να αγαπήσει και να προστατέψει τους ήρωές του». Βγάζετε νόημα;

Κάπως έτσι, κι εγώ, τους είχα διαγράψει από τότε. Σήμερα, όλοι(;) μιλάνε για τους Alive She Died και στάζουν μέλια. Τι να πω; Αλλάξανε οι εποχές. Εγώ που τα έζησα αυτά τα πράγματα, και που θα έπρεπε –λόγω και νεότητας– να τα έχω ωραιοποιήσει, διαβάζοντας τις σημερινές βλακείες βγαίνω από τα ρούχα μου. Τι διάολο συμβαίνει; Εμείς τα βλέπουμε στραβά κι οι άλλοι που δεν τα ζήσανε τα βλέπουν ίσια; Μπορεί… Τέλος πάντων…
Η Δάφνη Γερογιάννη σε μια συνέντευξή της στην Athens Voice, μετά τον Gucci (#541, 7/10/2015) λέει πως… «τα τελευταία χρόνια είχαμε μεγάλο ενδιαφέρον για κυκλοφορία του υλικού μας από πολλές δισκογραφικές εταιρείες από Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Αμερική, αλλά και από Ελλάδα».
Δεν απορώ. Ό,τι σκατολοΐδι και να βρεθεί από τα eighties πουλιέται σαν ζεστό ψωμί. Κι όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παντού. Εγώ λέω να βγει ο δίσκος, δίσκος είναι – εξάλλου έχουν κυκλοφορήσει και χειρότερα! Προτείνω, όμως, στα παιδιά να φτιάξουν τον ήχο (όλα γίνονται σήμερα) και να παρουσιάσουν κάτι όσο το δυνατόν πιο βελτιωμένο, που κάπως να στέκεται. Γιατί αν είναι να μετατραπεί η κασέτα σε βινύλιο, και να με συγχωρείτε δηλαδή, αυτό δεν θα έχει κανένα απολύτως νόημα.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

o RICHARD NELSON και η AARDVARK JAZZ ORCHESTRA

Η Aardvark Jazz Orchestra είναι μία από τις παλαιότερες μεγάλες ορχήστρες της Βόρειας Αμερικής, καθότι υφίσταται ανελλιπώς από το 1973 (διευθυντής της ο τρομπετίστας Mark Harvey). Μέσα σ’ αυτό το διάστημα έχει κυκλοφορήσει κάμποσα άλμπουμ (περισσότερα από δέκα), ορισμένα εκ των οποίων βρίσκονται στο ρόστερ τής γνωστής μας βρετανικής Leo Records. Το “Deep River” [Heliotrope Records, 2015] είναι το πιο πρόσφατο CD τής ορχήστρας – ένα ολότελα ιδιαίτερο project που αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας ο συνθέτης, ενορχηστρωτής και κιθαρίστας Richard Nelson. Σε τι συνίσταται το “Deep River”; Στην μελετημένη «μπιγκμπαντική» απόδοση ενός old-timey αμερικανικού κλίματος, παραδοσιακών κατά βάση τραγουδιών (κάποια εκ των οποίων αντλήθηκαν από τις κλασικές συλλογές του Harry Smith), που αποδόθηκαν στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 από τους Delmore Brothers, τον Henry Thomas, τους Prince Albert Hunt’s Texas Ramblers, τον Mississippi John Hurt... Από τα έξι tracks του “Deep River” τα τέσσερα είναι παραδοσιακά, ενώ υπάρχουν ανάμεσα και δύο συνθέσεις του Nelson που δεν αλλάζουν, πάντως, το γενικότερο σκηνικό.
Ξεκινώντας από το “Deep river blues”, που έγινε πιο γνωστό στις επόμενες δεκαετίες από τις εκτελέσεις του Doc Watson, θα παρατηρήσουμε πως το τέμπο του έχει γίνει πιο αργό, με την Marcia Gallagher πάντως να βγάζει αυτή την… απαραίτητη μελαγχολία (ωραία τα «γεμίσματα» της ορχήστρας, και κυρίως η εισαγωγή της με το φλάουτο και το κλαρινέτο). Το “Transit” που ακολουθεί είναι σύνθεση του Nelson, στηριγμένη στην τούμπα του Bill Lowe και στο πίκολο του Peter Bloom. Απλό θέμα και κατανοητό. Ορχηστρική… country είναι το “Old country stomp” και μάλιστα με φωνή «καμπάνα» (Timothy Johnson). Ό,τι πρέπει δηλαδή για εισαγωγή στο μεγαλοπρεπές “Wake up Jacob”, το οποίο ενώ στην παλιά εκτέλεση των Prince Albert Hunt’s Texas Ramblers είναι ένα τυπικό fiddle tune, εδώ μετατρέπεται σ’ ένα πεδίο… άσκησης καθηκόντων για τα σαξόφωνα, τις τρομπέτες και τα ξύλινα πνευστά τής Aardvark Jazz Orchestra. Το προτελευταίο κομμάτι του άλμπουμ είναι το “Rite of passage” του Richard Nelson. Πρόκειται για ένα κάπως αυτοσχεδιαστικό track με συνδυασμούς ανδρικών και γυναικείων φωνητικών και ξαφνικά κρεσέντι (από την μπάντα). Το “Deep River” θα κλείσει με την 17λεπτη version του “Make me a pallet on your floor”, που τραγούδησε το 1928 ο Mississippi John Hurt (και δεκάδες άλλοι έκτοτε). Εδώ, πριν τα διπλά φωνητικά (από την Gallagher και τον Johnson), απολαμβάνουμε τους αυτοσχεδιασμούς του Phil Scarff στο σοπράνο και του Arnie Cheatham στο άλτο και εν συνεχεία το θαυμάσιο blues, στο οποίο πρωταγωνιστεί η ηλεκτρική κιθάρα του Richard Nelson.
Ένα έξοχο, διαφορετικό άλμπουμ, που δείχνει για μιαν ακόμη φορά την υψηλή διαχρονική αξία του παλαιού αμερικανικού τραγουδιού.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

MATUSHKA ρώσοι βαριοί και «συννεφιασμένοι»

Matushka μπορεί να σημαίνει μαμά ή και παπαδιά στα ρωσικά (όπως διαπίστωσα από το δίκτυο), όμως οι αναφορές του συγκεκριμένου stoner γκρουπ από την Πόλη του Αγίου Πέτρου (όσον αφορά στο όνομα) έχουν να κάνουν περισσότερο με δύο Γάλλους, τον παραμυθά Charles Perrault και τον συνθέτη Maurice Ravel – έτσι γράφει το progarchives και κάτι θα ξέρει. Έχουν θέση, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, οι Matushka στο progarchives; «Φυσικά», θα απαντούσα. Το stoner rock, το δικό τους stoner, δεν είναι τίποτα άλλο από μια μετεξέλιξη του hard rock των late sixties και των early seventies, με πιο πολύ Cream-οειδή και Jimi-κα χαρακτηριστικά, ανακατεμένα μ’ ένα space «χάσιμο». Χώστε δε ανάμεσα και τις απαραίτητες BlueCheer-ικές & Sabbath-ικές αναφορές και θα ’χετε μια πρώτη καλή εικόνα της μουσικής των Ρώσων.
Είναι αλήθεια. Οι Ρώσοι (όχι οι Matushka, οι Ρώσοι γενικότερα), αφού μάζεψαν ό,τι βινύλιο κυκλοφορούσε στην παγκόσμια αγορά μέσα στα τελευταία 15 χρόνια, έχουν κάθε λόγο τώρα να βγάζουν συγκροτήματα με τη σέσουλα (χωρίς να είναι του κιλού!), προσφέροντας στα ροκ ακροατήρια νέες συγκινήσεις. Μην βιαστούν να πουν ορισμένοι πως επί Πούτιν και ολιγαρχών ανακάλυψαν οι Ρώσοι το rock, γιατί θα πουν βλακεία. Rock υπάρχει στη Ρωσία, όχι από την εποχή του... Κυρίλλου και του Μεθοδίου φυσικά, ούτε από την Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά από το 1955 και μετά, και για όλα αυτά έχει γράψει στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Back in the USSR/ The true Story of Rock in Russia [Omnibus Press, 1987] ο Artemy Troitsky – ένα πυκνογραμμένο 154 σελίδων πόνημα το οποίο προτείνω να το διαβάσουν όσοι άσχετοι νομίζουν πως οι κομμουνιστές κυνηγούσαν το rock και άλλα τέτοια φαιδρά, απ’ αυτά που ακούγονται συχνά στην Ελλάδα.
Matushka λοιπόν –δηλαδή οι Konstantin Kotov ντραμς, Timophey Goryashin κιθάρες, κρουστά και Maxim Zhuravlev μπάσο– και τρία instro κομμάτια στην πρώτη πλευρά του βινυλίου (οι ελληνορωσικές συνεργασίες πάνε πολύ καλά τελευταίως!) με τους εύγλωττους τίτλους “The acid curl’s dance”, “As bartenders and bouncers dance” και “Meditation”, τα οποία αποτελούν δοκίμια για το βαρύγδουπο και τη riff-ολογία. Μένω στο δεύτερο, που διατηρεί κάτι από τη σκοτεινιά των Velvet Underground ή μάλλον την… φωτεινότητα των Pink Fairies (φοβερό, μονότονο track, heavy ψυχεδελικών προδιαγραφών – τα εφφέ συμβάλλουν), καθώς και στο τελευταίο που προτείνει μιαν oriental, κιθαριστική γραμμή, η οποία βγαίνει πάνω από τα «σύννεφα».
Η δεύτερη πλευρά του άλμπουμ περιλαμβάνει ένα μόνο track, το “Drezina” (που μάλλον σημαίνει «τερεζίνα», το γνωστό τροχήλατο). Εδώ οι Matushka  ξεφεύγουν… Αρχίζουν και… ξεχνάνε να τελειώσουν. Ένα ουρανόμηκες jam, φισκαρισμένο στα εφφέ και τις κιθάρες, που καλύπτει όλη την γκάμα του space-rock. Από την… αβάσταχτη βαρύτητα του «είναι» των Ash Ra Tempel και τις Floyd-ικές μπασογραμμές, μέχρι το kraut πείραμα και το τελευταίο «χάσιμο».
Βαρύ βινύλιο για τούτο το δεύτερο άλμπουμ των Ρώσων, ως αρμόζει και στην περίπτωση δηλαδή, και 300 κόπιες από την παράλληλη ετικέτα της Anazitisi Records, την 69Watt.

ΚΩΣΤΗΣ ΚΗΛΥΜΗΣ drone, improv, field & sine

Για τον πειραματιστή Κωστή Κηλύμη έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον. Είτε για τις Syndromes του (το “Temporary Perspectives” του 2010), είτε για τη συνεργασία του με τον Leif Elggren στο “IF OTHER PEOPLE EXIST then they are totally sealed secrets” (2011), είτε για το προσωπικό του “More Noise Ahead” το 2012. Φυσικά οι δραστηριότητες του Κηλύμη είναι πολύ περισσότερες στο δισκογραφικό ή στο «ζωντανό» επίπεδο, με συνεχή projects να εξελίσσονται ή άλλα να αντικαθιστούν εκείνα που περάτωσαν τον κύκλο τους. Κάπως έτσι και το έσχατο “Bethnal Greener” είναι ένα LP (μάλλον η πρώτη προσωπική κυκλοφορία του Κηλύμη σ’ αυτή τη φόρμα), που ηχογραφήθηκε στο διάστημα 2011-2014 και που τυπώθηκε από την γνωστή μας (ελληνική) Rekem Records. Πάμε ν’ ακούσουμε την πρώτη πλευρά…
Το “The map is not the territory” ξεκινά σαν ένα improv drone electronic, χαμηλής στάθμης, track, το οποίο σύντομα ανεβάζει στροφές, αποκτώντας περισσότερο noisy χαρακτηριστικά (ηλεκτροστατικοί θόρυβοι, ανακατωμένοι κατά πάσα πιθανότητα με field recordings), πριν ξαναπέσει στην… βομβική ηρεμία. Το άκουσμα έχει κάτι το διαπεραστικό και συγχρόνως μιαν ηχητική συνοχή, που το κάνει ξεχωριστό. Στο “Stepney way” (από την λαϊκή περιοχή του ανατολικού Λονδίνου) εκείνο που βγαίνει πάνω από το υποχθόνιο background είναι τα ηλεκτροστατικά κλικ (να μη νομιστεί πως ο δίσκος έχει γρατζουνιές ή κολλάει). Η ατμόσφαιρα του κομματιού υποδηλώνει, μάλλον, κάτι «πεθαμένο» πίσω, που αναζωογονείται από κάτι «ζωντανό» μπροστά. Στο “Your little something for the weekend” ο Κηλύμης δημιουργεί ένα θορυβώδες περιβάλλον, το οποίο αναπτύσσεται σε πολλαπλά επίπεδα. Συστοιχίες βόμβων, ζωντανά ηλεκτρονικά, field recordings, σταδιακό ανέβασμα της στάθμης, συνεχή drippings στον βασικό καμβά… μια, τέλος πάντων, εργαστηριακή και βιομηχανική ακολουθία που δρα υπαινικτικώς και υπογείως.
Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το μακρύ στο χρόνο (ξεπερνά τα 12 λεπτά) “The ghost in the typewriter”, ένα track αφιερωμένο από τον Κηλύμη στον συνεργάτη του και γνωστό πειραματιστή Σουηδό Leif Elggren. Ημιτονικές, σε συνδυασμό με γκάμες βόμβων (οι χαμηλοί «σκοτώνουν»), ήχους και ηλεκτρονικά ή ηλεκτροστατικά γεμίσματα ολοκληρώνουν ένα κάπως εφιαλτικό σκηνικό, με όχι πάντοτε ασαφή ακολουθία, κάπως σαν… δίνη, που σε τραβάει προς το κέντρο της. Το σύντομο “Ground loops (you are here)” συντίθεται από φωνές, σκοτεινό background, fields και drones, ενώ το 5λεπτο “A line, obscured” που ακολουθεί έχει ένα ρυθμικό υπόβαθρο (κάποια αρχέτυπα ρυθμικά κατάλοιπα), που το μετατρέπει σε κάτι περισσότερο «συστημικό» και λιγότερο experimental (χωρίς, βεβαίως, να χάνεται η γενικότερη «σκοτεινή» χροιά).
Το LP θα ολοκληρωθεί με το σύντομο στο χρόνο “E1-E2”, ένα track που συντίθεται από drones, clicks και feedbacks ενταγμένο και αυτό στο ίδιο διαβρωτικό πλαίσιο. 
“Bethnal Greener”... ιδιότροπα ηχητικά κύματα, για καλά συντονισμένους δέκτες.
Επαφή: www.rekemrecords.tumblr.com

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

νέοι γκαιμπελίσκοι εν όψει

>>Manolis Daloukas 10 Φεβρουαρίου 2013 - 1:30 π.μ.
Έλα ρε Φώντα, μη τσιμπάς τόσο (σ.σ. δηλαδή ‘Ρε Φώντα μαλακίες λέω μην με παρεξηγείς’). Εντάξει, σε καμία περίπτωση, δεν υπονοούσα κάτι για το ήθος σου. Φυσικά και δεν πιστεύω ότι είσαι τύπος που μπορεί να τ’ αρπάζει από εταιρείες. ΟΧΙ, και τώρα μιλάω πολύ σοβαρά, σε αυτό το θέμα, ξέρω ότι είσαι ΟΚ.<<

Ο ναζιστής Γιόζεφ Γκαίμπελς έχει πολλούς οπαδούς. Ο τελευταίος είναι ο Μανώλης Νταλούκας.

Η απομόνωση της φράσης… «Πρώτον θα έπρεπε να ξέρετε ότι εγώ ποτέ δεν έχω θίξει, επιτεθεί, κριτικάρει κάποιον»… οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα, αν δεν διαβαστεί ολόκληρη. Πώς είναι ολόκληρη λοιπόν; 
«Πρώτον, επειδή είστε φανατικός αναγνώστης του δισκορυχείου θα έπρεπε να ξέρετε ότι εγώ ποτέ δεν έχω θίξει, επιτεθεί, κριτικάρει κάποιον σε θέματα γούστου. Γράφω μονίμως πως τα θέματα που άπτονται του γούστου είναι απολύτως σεβαστά».
Δείτε λοιπόν τι έκανε ο γκαιμπελίσκος, πώς έκοψε κι έραψε εκείνο που γράφω και βγάλτε μόνοι τα συμπεράσματά σας.

Κοπτοραπτική έγινε και στο επόμενο απόσπασμα...

>>Ρε κομπλέξα ανώνυμε Πες μας ποιος μαλαπέρδας είσαι, ποιος κλαψομούνης, που του κόψανε τα πρόμο (ε μα τέτοιος μαλάκας που ’σαι καλά σου κάνανε!). Γεια σου ΓΡΟΘΕ μου εσύ. Τελεία και παύλα και τώρα… κλάσε μας μια μάντρα πέρδικες. (Φώντας Τρούσας- απαντώντας σε αναγνώστη που τόλμησε να διαφωνήσει με κριτική του)<<

...το οποίον έγραψα την 4/10/2015 και το υποστηρίζω εννοείται.

Πώς ήταν το πλήρες κείμενο;
«Ρε κομπλέξα ανώνυμε παρ’ το χαμπάρι. Θα δημοσιεύω μόνο εκείνα τα σχόλιά σου, που θα αβαντάρουν το δισκορυχείον. Επειδή έτσι γουστάρω. Άμα θέλεις να σου δημοσιεύσω τα πάντα, ό,τι αηδία γράφεις, αποκαλύψου. Πες μας ποιος μαλαπέρδας είσαι, ποιος κλαψομούνης, που του κόψανε τα πρόμο (ε μα τέτοιος μαλάκας που ’σαι καλά σου κάνανε!) και βγαίνει στις ρούγες και μιξοκλαίει» κ.λπ.

Υπήρχε πρόβλημα με κάποιον ΑΝΩΝΥΜΟ, ο οποίος πετούσε λάσπη από καιρό. Τώρα πάει καλιά του κι αυτός… Και φυσικά όσα έγραφε για μένα σε αδημοσίευτο ΑΝΩΜΥΜΟ σχόλιο δεν είχαν ουδεμία σχέση με κριτική δίσκου, όπως υποστηρίζει ο οπαδός τού Γκαίμπελς Νταλούκας. «Τόλμησε να διαφωνήσει με κριτική του» γράφει ο βλάκας!
Φυσικά όλοι γνωρίζουν πως δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα με το να πει κάποιος ότι ο τάδε ή ο δείνα δίσκος δεν του αρέσει. Και πάντα δημοσιεύω τέτοια σχόλια –κι έχουν δημοσιευτεί τέτοια σχόλια άπειρες φορές στο δισκορυχείον– όταν είναι σωστά διατυπωμένα, και όχι ΑΝΩΝΥΜΑ υβριστικά προς τους καλλιτέχνες ή εμένα. Αν είναι ποτέ δυνατόν να συμφωνούμε όλοι με την γνώμη κάποιου για έναν δίσκο! Όταν λοιπόν εγώ εξωθήθηκα να γράψω τέτοιες βαριές κουβέντες προς ένα ΑΝΩΝΥΜΟ τομάρι το έκανα επειδή εκείνα που ειπώθηκαν δεν είχαν ουδεμία σχέση με κριτικές –όπως πιστεύει, μέσα στη χαζομάρα του ο Νταλούκας– αλλά με πολύ σοβαρότερα ζητήματα.

Όλα τα υπόλοιπα για τα «κιθαροσόλι» μου, τον Πλέσσα και το “Greece Goes Modern”, τον Σιδηρόπουλο, τους ΤΖΑΒΑΔΑΜΑΣΚΟΥΚΑ κ.λπ. είναι περσινά ξινά σταφύλια (δηλαδή προπέρσινα και βάλε) κι έχουν απαντηθεί όλα, σημείο προς σημείο, σε παλαιότερες αναρτήσεις.

Ο οπαδός του Γκαίμπελς Νταλούκας εξακολουθεί, ως χαμηλής νοημοσύνης άτομο που είναι, να μην κατανοεί εκείνο που έγραψα για την Βόρεια Κορέα. Ανεξάρτητα από την προπαγάνδα του καθεστώτος, από το πώς χρησιμοποιεί το καθεστώς, για τα μάτια του έξω κόσμου, την παραγωγική δύναμη της χώρας (ένα καθεστώς το οποίον ποτέ δεν υποστήριξα φυσικά) εκείνο που βλέπαμε στις φωτογραφίες, για τις οποίες έγινε κάποτε λόγος, ήταν το... πώς επιχειρούσε να επιβιώσει μια χώρα που παράγει (εκείνα που παράγει). Ένας λαός δηλαδή που αγωνίζεται, σε σκληρές συνθήκες, να ζήσει από εκείνα που μπορεί ο ίδιος να δημιουργήσει. Εν αντιθέσει ας πούμε με το «μπουρδέλο» στο οποίο ζούμε εμείς, και που παράγει στην πλειονότητα των περιπτώσεων κλέφτες, απατεώνες και εσχάτως φασιστόμουτρα. Και για να μην παρεξηγηθεί αυτό που λέω, από τα απολειφάδια του Γκαίμπελς ή απ’ όποιον άλλον, δεν προτείνω να καταπέσουμε σε καθεστώτα τύπου Βορείου Κορέας (αν είναι ποτέ δυνατόν!), αλλά να παραδειγματιστούμε από λαούς –από λαούς λέω–, που κάτω από τόσο αντίξοες συνθήκες επιχειρούν με τις δυνάμεις τους να επιζήσουν.

Και κάτι για τον μακαρίτη τον Κώστα Καφάση, ή με αφορμή εκείνον. Είμαι υπερήφανος επειδή μεγάλωσα στα seventies (στα δέκα μου) με το ελληνικό λαϊκό τραγούδι της εποχής. Και το δικό μου ροκ δεν αντιμάχεται ούτε τον Καφάση, ούτε τους άλλους μεγάλους τραγουδιστές του ’70. Είναι γνωστό αυτό. Εξάλλου, δεν υπάρχει παλιός ροκάς στην Ελλάδα –και αν υπάρχει είναι εξαίρεση– που να μην γουστάρει το παλιό σκληρό λαϊκό. Αφήνω δε το γεγονός πως άπειροι ροκάδες έφαγαν ψωμάκι στις ορχήστρες αυτών των ανθρώπων – και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο μιλούν με τα καλύτερα λόγια για του αληθινά λαϊκούς δημιουργούς.

Αν ο Νταλούκας προβληματίζεται για το πώς εγώ από τον Καφάση… κατέληξα ν’ ακούω τζαζ και ροκ, τότε τι θα πρέπει να κάνει ο ίδιος για τα μούτρα του, όταν, όντας κοτζάμ μαντράχαλος, καταφερόταν εναντίον του Σαββόπουλου (του «Μπάλλου» και του «Βρώμικου Ψωμιού»!), γράφοντας άρθρα (βλ. Μουσική #24, 11/1979) για τα… γαμοτράγουδα της Θεσσαλίας; Όντως, και πλάκα δεν κάνω!

Ε ρε με κάτι ροκάδες του κώλου που έχουμε μπλέξει! Είναι για να γελάει κανείς… αλλά, ok, δεν τρέχει τίποτα…

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

μαέστρο, μια τέτοια μέρα… πάντα θα σε θυμάμαι με το παραπάνω

Σήμερα, απόψε, είναι του Αγίου Γερασίμου. Κάθε τέτοιο βράδυ, τα τελευταία χρόνια, έπαιρνα τηλέφωνο για ευχές τον μοναδικό Γεράσιμο που ήξερα, τον Γεράσιμο Λαβράνο... και τα λέγαμε. Εφέτος όχι. Ο μαέστρος μάς αποχαιρέτησε, ως γνωστόν, τον περασμένο Μάρτιο.
Πηγή: Καλλιτεχνικές Επικαιρότητες, τεύχος 3 (103), 10/4/1968
Είναι κρίμα, γιατί ενόσω ζούσε ο Λαβράνος δεν έγινε καμμία προσπάθεια ώστε να βγει το περίφημο LP του από τα sixties σε βινύλιο (ή και τα EP, οι ρεμπετονόβες του – γιατί όχι;). Εντάξει, εμείς στο Jazz & Tζαζ είχαμε κάνει το καθήκον μας το 2007, όμως το βινύλιο ήταν, είναι και θα είναι εκείνο που θα χρειαζόταν περισσότερο. Δεν ξέρω αν ακόμη υπάρχει θέληση και δυνατότητα ώστε να γίνει κάτι. Μακάρι…
Δόξα και Τιμή Μαέστρο… όπου κι αν είσαι ή δεν είσαι.

το τελευταίο άλμπουμ του GILAD ATZMON

Όλοι γνωρίζουν πλέον στην Ελλάδα τον «κοσμικό Εβραίο», τον «Εβραίο που μισεί τον Ιουδαϊσμό», τον σαξοφωνίστα, λογοτέχνη και άλλα πολλά Gilad Atzmon. Όχι μόνον από τους δίσκους του εννοείται, μα ακόμη και από τις διάφορες κατά καιρούς παρουσίες του, ή τέλος-τέλος και από το βιβλίο του Οδηγός για Μπερδεμένους, που είχε κυκλοφορήσει το 2005 από τον Εξάντα. Προσφάτως ο Gilad Atzmon και το συγκρότημά του, οι Orient House Ensemble (Frank Harrison πιάνο, πλήκτρα, φωνητικά, Yaron Stavi κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο, φωνητικά, Chris Higginbottom ντραμς, φωνητικά) τύπωσαν ένα ακόμη CD μεσογειακής… βρετανικής jazz, ηχογραφημένο στο Fish Factory Studio του Λονδίνου. Πριν γράψουμε για τη μουσική του Atzmon στο “The Whistle Blower” [Fanfare Jazz/ A&N, 2015] ας δούμε ένα δικό του σημείωμα από το μέσα μέρος του cover…
«Καθώς μεγαλώνω, γίνομαι πιο κυνικός. Βλέπω τα ψέματα, την κλοπή και όλες εκείνες τις διαδικασίες που καταστέλλουν την αλήθεια. Το τραγούδι, το chanson, η μελωδική γραμμή, η μάχη και το γέλιο είναι οι μόνοι φορείς της αυθεντικότητας. Η ομορφιά, η γοητεία και η θυσία είναι τα μέσα με τα οποία ο εαυτός μας έρχεται να κατανοήσει την ιδιοσυστασία του. Είμαι άπληστος θαυμαστής της απλότητας και της διαφάνειας, εκείνης της στιγμής της σαφήνειας που αφήνει το μυαλό στο σκοτάδι, αλλά με περιεχόμενο. Υποθέτω ότι αυτός είναι ο λόγος που κρούω τον κώδωνα, αντί να παίζω το βιολί μου… Αυτές οι συνθέσεις μιλάνε για την αγάπη, τη νοσταλγία, την αφοσίωση και την απλότητα. Ελπίζω να τις απολαύσετε λοιπόν, όπως κι εμείς τις απολαύσαμε κατά τη διάρκεια της εγγραφής τους».
Λέει κι άλλα… ωραία, ο Atzmon στο εξώφυλλο. Πως είναι παλιομοδίτης, πως είναι αντιδραστικός ουσιοκράτης, εχθρός της προόδου (σαν καλό μου ακούγεται αυτό… αλλά εξαρτάται από τι ακριβώς εννοεί), ένας καντιανός αντάρτης ανάμεσά μας, ακόμη… πως αγαπάει την Moana Pozzi (τη θρυλική ιταλίδα πορνοστάρ και άλλα διάφορα, που πέθανε στα 33 της), πως είναι ένας… ιμάμης του ρετρό και λοιπά, και λοιπά. Εντάξει με όλα τούτα θα πει κάποιος, με τη μουσική όμως τι γίνεται; Πώς στέκεται ανάμεσα ή πάνω απ’ όλα αυτά; Πάμε λοιπόν ν’ ακούσουμε και το άλμπουμ…
Τo “The Whistle Blower” ανοίγει με το προκλητικό (αλλά όχι για τον Atzmon) «Γάζα αγάπη μου». Το κομμάτι εισάγεται μέσω μιας ωραίας oriental μελωδίας (βγαλμένη στο κλαρίνο), για να ακολουθήσει μιαν αυτοσχεδιαστική ανάπτυξή της, με τον Atzmon να εναλλάσσει κλαρίνο με σοπράνο σαξόφωνο, και με το ρυθμικό τμήμα (πιάνο, μπάσο, ντραμς) να κρατά γερά το ρόλο του. Το “Forever” είναι ένα αργό, κάπως θλιμμένο track, ένα blues βασικά, με την μπάντα να παίζει συγκρατημένα και με τον Atzmon να έχει τον πρώτο ρόλο βεβαίως, αλλά αυτή τη φορά στο άλτο. Στο “The romantic church” το ύφος δεν αλλάζει. Βαθιά φυσήματα στο άλτο, κατανυκτική ατμόσφαιρα, και με το πιάνο τώρα του Harrison να συμβάλλει στη σκιαγράφηση τής μελωδίας. Το 11λεπτο “Let us pray” δεν κρύβει τον spiritual χαρακτήρα του – ακόμη και από τον τίτλο. Υπάρχει η τελετουργία οπωσδήποτε, αλλά υπάρχει στην πορεία το πάθος και η ένταση, μέσα από τις σχετικές και ποικίλες εναλλαγές. Το μελωδικό “The song” είναι αυτό που λέει η λέξη. Ένα τραγούδι, με το ακορντεόν αυτή τη φορά του Atzmon να πρωταγωνιστεί και με το πιάνο να του κρατά… καλή παρέα. Το 4λεπτο “To be free” περικλείει, λογικώς, ένα πολιτικό μήνυμα. Σαν κομμάτι πάντως έχει μια κάπως free εξέλιξη, με τις όποιες eastern αναφορές, με συνεχή γεμίσματα στα ντραμς από τον Higginbottom. Προτελευταίο track το 7λεπτο “For Moana”. Τα είπαμε. Ο Atzmon είναι fan της Moana Pozzi, προσφέροντας εδώ ένα επιτάφιο track, προς μιαν ηθοποιό του hard core που στοίχειωσε τη γενιά των σημερινών 50άρηδων (Ιταλών ή όποιων άλλων).
Το άλμπουμ θα κλείσει με το φερώνυμο “The whistle blower”. Είναι το μόνο κομμάτι που έχει φωνητικά, διαθέτοντας προσέτι και μιαν αίσθηση γιορτής. Ο Atzmon ήθελε προφανώς να ολοκληρώσει το άλμπουμ του με κάτι… ιδανικό και χαρούμενο. Ήταν απλό. Τo κατόρθωσε. Δεν ήταν, όμως, εξίσου απλό να στοιχειοθετήσει ένα ακόμη συναρπαστικό CD, που να περνάει από 40 κύματα πριν να καταλήξει στο ευτυχές.