Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

τέσσερα άλμπουμ της Edition Records (A&N)

VERNERI POHJOLA: Bullhorn [UK. Edition EDN 1056, 2014/15]
Γιος του παλαιού φινλανδού «προγκρεσιβά» Pekka Pohjola, ο 38χρονος τρομπετίστας Verneri Pohjola αποτελεί αυτή τη στιγμή ένα από τα πιο… hot ονόματα (έτσι το λένε…) της βορειο-ευρωπαϊκής jazz. “Hot” και «Φινλανδός» εκ πρώτης μπορεί να μοιάζουν, ως έννοιες, κάπως αντικρουόμενες, και στην πράξη είναι – ιδίως αν λογαριάζει κανείς το είδος/ύφος της jazz που διακονεί, εσχάτως, ο Pohjola. 
Όντας σ’ ένα ηλικιακό μεταίχμιο και με άλμπουμ-συνεργασίες πίσω του που έχουν δώσει ένα κάποιο στίγμα, ο Pohjola φυλάει για το “Bullhorn” ένα αργό και κάπως βαρύ ρεπερτόριο, στοχεύοντας στον συναισθηματικό εναγκαλισμό του ακροατή, στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας που να μπορεί να προσφέρει βαθιές συγκινήσεις. Με βασικούς συνεργάτες τον πιανίστα Aki Rissanen, τον μπασίστα Antti Lötjönen και τον ντράμερ Teppo Mäkynen (δίπλα τους και τρεις guests σε τενόρο, τρομπόνι και τσέλο), ο Pohjola συνθέτει περισσότερο και λιγότερο αυτοσχεδιάζει, δημιουργώντας ωραίες μινόρε μελωδίες, τις οποίες υποστηρίζει βασικά ο ίδιος. Θέλω να πω πως ως τρομπετίστας έχει τον πρώτο λόγο στο “Bullhorn”… και όσο και να φαίνονται, σε μερικά (λίγα) tracks (“Nanomachines”) κάποιες αμερικανικές αναφορές, στη βάση οι συνθέσεις του δεν διαφέρουν και πολύ από το σύνηθες βορειοευρωπαϊκό κλίμα (εκείνο που αποκαλούμε και nordic στυλ).
Ο Verneri Pohjola έκανε ένα άλμπουμ που ξεπερνά την ηλικία του – έτσι θα το έλεγα κοντολογίς. Εμφανίζει, δηλαδή, μια σιγουριά και μια βεβαιότητα, που φανερώνει μουσικό αποφασισμένο για τα γούστα του και κατασταλαγμένο. Πάνω σ’ αυτή τη βάση τον ενδιαφέρει να λειτουργήσει περισσότερο ως συνθέτης και λιγότερο ως κάτι άλλο (πειραματιστής, αυτοσχεδιαστής, διασκεδαστής κ.λπ.). Κάπως έτσι κι οι συνθέσεις του δεν φαντάζουν απλώς ώριμες, είναι ώριμες – αν αναλογιστούμε tracks όπως το “He sleeps, I keep watch” ή το “In La Borie”. Ο χρόνος πρέπει να κυλάει πολύ αργά στην Hollola της Φινλανδίας και αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην καταστροφή…
THOMAS GOULD: Live in Riga [UK. Edition EDN 1058, 2015]
Ο Thomas Gould είναι ένας 32χρονος βρετανός βιολιστής, βασικά της κλασικής μουσικής (λέω βασικά, επειδή μπορεί να τον συναντήσεις ακόμη και σε pop ηχογραφήσεις, π.χ. στο “Seven” της Lisa Stansfield). Θεωρείται ταλέντο εν εξελίξει, έχοντας ήδη εμφανισθεί ανά τον κόσμο με τις Royal Philharmonic Orchestra, City of Birmingham Symphony Orchestra, Hallé Orchestra, Royal Scottish National Orchestra, LA Phil New Music Group κ.λπ. Στο “Live in Riga” ο Gould συνεργάζεται με την Sinfonietta Riga υπό τον Normunds Šnē αποδίδοντας Beethoven (“Violin Concerto in D, op.61” και Ralph Vaughan Williams (“The Lark Ascending”). Η ηχογράφηση έχει την ποιότητα των εγγλέζικων εκδόσεων, με τον «ζεστό», γεμάτο ήχο και απευθύνεται, φυσικά, στους φίλους της κλασικής μουσικής.
GIRLS IN AIRPORTS: Fables [UK. Edition EDN 1061, 2015]
Βινυλιακής διάρκειας άλμπουμ το “Fables” των Δανών Girls in Airports (κυκλοφορεί και σε βινύλιο, όπως τα περισσότερα της Edition) είναι μια ιστορία, μάλλον κάποια «παραμύθια» που δεν μπορεί και δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα. Εν ολίγοις; Μια γκρουπάρα και μια δισκάρα, από τις μεστότερες του 2015. Το συγκρότημα που είναι κουιντέτο (Martin Stender σαξόφωνα, Lars Greve σαξόφωνα, κλαρινέτα, Mathias Holm πλήκτρα, Victor Dybbroe κρουστά, Mads Forsby ντραμς) παρουσιάζει μία πολύ προσωπική jazz –αν μπορούμε να την πούμε jazz– μια κινηματογραφική jazz καλύτερα, ανακατεύοντας ηλεκτρονικά, σοβαρά pop και folk στοιχεία, στοχεύοντας «κέντρο». Όλες οι συνθέσεις έχουν κάτι από ’κείνο τον διαβρωτικό ήχο των πιο «χτυπητών» soundtracks των eighties, κάτι ας πούμε από Angelo Badalamenti, με το ενισχυμένο ρυθμικό τμήμα να κάνει έξοχη δουλειά, και με τα πλήκτρα και τα πνευστά να δημιουργούν, ταυτοχρόνως, “lost in space” καταστάσεις. Με απλά υλικά, απλές ιδέες και πολύ συναίσθημα, οι Girls in Airports δημιουργούν έναν δίσκο άλλης εποχής, καθώς, στηριγμένοι στην πιο αποδοτική μελωδική διευθέτηση, καταφέρνουν να πυροδοτήσουν απογειωτικούς, νατουραλιστικούς συνειρμούς (ακόμη και τύπου «Το Δέντρο που Πληγώναμε»… ).
Δεν τους γνώριζα… Τώρα θα τους ψάξω και στα προηγούμενά τους…
MISHA MULLOV-ABBADO: New Ansonia [UK. Edition EDN 1062, 2015]
Διάβασα στο δίκτυο πως ο νεαρός μπασίστας (παίζει κοντραμπάσο, bass guitar, αλλά και γαλλικό κόρνο) Misha Mullov-Abbado (γιος του ιταλού αρχιμουσικού Claudio Abbado, που πέθανε πέρυσι και της ρωσίδας βιολίστριας Viktoria Mullova – γιος διασημοτήτων δηλαδή) βραβεύτηκε πέρυσι με το “Kenny Wheeler Jazz Prize”, πως είναι ήδη ένας περιζήτητος bass player, στα βρετανικά κατ’ αρχάς jazz κυκλώματα, και πως έχει τη στήριξη μέσω των «καλών λόγων» προσωπικοτήτων του χώρου, όπως του Evan Parker για παράδειγμα! Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το τελευταίο, και γι’ αυτό βάζω θαυμαστικό. Πρώτον, γιατί ο Parker δεν είναι μπασίστας και δεύτερον, γιατί οι μουσικές του Mullov-Abbado δεν σχετίζονται με κανέναν τρόπο με τις μουσικές του μεγάλου βρετανού jazzman και αυτοσχεδιαστή. Παρά ταύτα εγώ θα μετρήσω τα «καλά λόγια» του Parker, γιατί όπως και να το κάνουμε Parker είναι αυτός, παρότι δεν ξέρω αν θα πρέπει να μετρήσω και την γνώμη των κριτικών της Telegraph, που ανακήρυξαν το “New Ansonia” ως ένα από τα “Best Jazz Albums 2015”.
Ο νεαρός Mullov-Abbado έχει μεγαλώσει μέσα σ’ ένα «κλασικό» περιβάλλον και αυτό δεν κρύβεται. Δεν κρύβεται όσον αφορά στον τρόπο άρθρωσης των μελωδιών που γράφει (από τις εννέα συνθέσεις του CD οι οκτώ είναι δικές του – η μόνη version αφορά στο “September” των Earth Wind & Fire), οι οποίες γενικώς διατηρούν μια κλασική υφή που απέχει παρασάγγας απ’ ό,τι θα ονομάζαμε «jazz σύνθεση». Σε μια τέτοια φάση ακόμη και τα soli των οργάνων (των σαξοφώνων του Matthew Herd ή του πιάνου τού Jacob Collier) είναι τόσο «στρογγυλά», ώστε κάθε διάθεση για την εξεύρεση ακόμη και αυτοσχεδιαστικών ψηγμάτων θα αποδεικνυόταν καθαρή ματαιοπονία. Τούτο, βεβαίως, δεν σημαίνει πως οι συνθέσεις του Mullov-Abbado είναι αδιάφορες – κάθε άλλο! Διατηρούν μια σοφία και μιαν έντεχνη μεσογειακή γλύκα, που θα τις έκανε αξιολάτρευτες στους εν Ελλάδι «χατζιδακικούς», στους εν Ιταλία «ροτα-ϊκούς», στους εν Γαλλία «λεγκραν-ικούς» κ.ο.κ.
Μα ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες που, οι συνθέσεις, γειτνιάζουν κάπως περισσότερο, ή πολύ περισσότερο, με την jazz (“Lock, stock & shuffle”) το αποτέλεσμα, πρακτικώς, δεν αλλάζει. Ο Mullov-Abbado αποδεικνύει πως είναι ένας δημιουργικός συνθέτης, που γνωρίζει τα… τερτίπια των διαφορετικών μουσικών υφών, και που μπορεί με εύκολο τρόπο να δημιουργήσει δικές του, προσωπικές, καταστάσεις. Το άλμπουμ του “New Ansonia”, χωρίς να είναι κάτι συγκλονιστικό εμπεριέχει συνθέσεις με λόγο ύπαρξης (“Satan, oscillate my metallic sonatas”), που φανερώνουν και δουλειά και ταλέντο. Κι αυτό είναι το μόνο σίγουρο, που μπορεί να ειπωθεί για τούτο τον νεαρό μουσικό με τους ορθάνοιχτους δρόμους μπροστά του…

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

VICTOR JARA το δικαίωμα να ζεις ειρηνικά – ένας ύμνος του folk-rock

Το δικαίωμα να ζεις ειρηνικά  

Το δικαίωμα να ζεις
Ποιητή Χο Τσι Μιν
Το χτύπημα στο Βιετνάμ
Είναι για όλους εμάς
Κανένα όπλο δεν θα σβήσει
Το αυλάκι στο ριζοχώραφό σου
Το δικαίωμα να ζεις ειρηνικά

Η Ινδοκίνα είναι το μέρος
Στην άλλη μεριά της θάλασσας
Εκεί όπου ανατινάζουν το λουλούδι
Με γενοκτονίες και ναπάλμ
Το φεγγάρι είναι μια έκρηξη
Που ενώνει κάθε κραυγή
Το δικαίωμα ειρηνικά να ζεις

Το τραγούδι μας θείε Χο
Είναι η φωτιά της αγνής αγάπης
Είναι το περιστέρι στον περιστερώνα
Ο καρπός από το δέντρο
Αυτό είναι το παγκόσμιο τραγούδι
Μια αλυσίδα που θα φέρει τη νίκη
Το δικαίωμα να ζούμε εν ειρήνη

To “El derecho de vivir en paz” είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του μάρτυρα Victor Jara (1932-1973), ένας ύμνος του folk-rock που ακούστηκε για πρώτη φορά στο LP του με τον ίδιο τίτλο, που κυκλοφόρησε στη Χιλή το 1971 [Discoteca Del Cantar Popular/ Dicap JJL - 11].
Εδώ κι άλλα στοιχεία… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/09/blog-post_15.html
 

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

20 σπάνια ελληνικά κινηματογραφικά περιοδικά των τελευταίων 50 χρόνων, που έγραψαν ιστορία

Για πολλά χρόνια, για δεκαετίες, τα κινηματογραφικά περιοδικά αποτελούσαν τη μεγάλη παράλληλη απόλαυση των σινεφίλ. Πριν την αίθουσα, μετά την αίθουσα, ή και πέραν της αιθούσης, το περιοδικό αναδεικνυόταν σε βασικό κινηματογραφικό σύμβουλο, καλύπτοντας τη γενικότερη γύμνια της σχετικής (διάβαζε ανύπαρκτης) εκπαίδευσης, σχολικής ή άλλης. Πολλοί από ’μας μάθαμε να βλέπουμε σινεμά διαβάζοντας, οι παλαιότεροι, τον Σύγχρονο Κινηματογράφο και το Φιλμ και οι νεότεροι την Οθόνη ή το Σινεμά. Θεωρητική γνώση, τεκμηριωμένη ανάλυση, αφιερώματα, κριτικές, αλλά και το αναπόφευκτο σε κάποιες περιπτώσεις… χολιγουντιανό κουτσομπολιό, συνόδευσαν γενιές και γενιές σινεφίλ, τα τελευταία 100 χρόνια. Όντως; Οπωσδήποτε, αν σκεφθούμε πως ακραιφνή κινηματογραφικά περιοδικά τυπώνονται στην Ελλάδα ήδη από την δεκαετία του ’20 (Κινηματογραφική Βιβλιοθήκη, Κινηματογραφικός Αστήρ).
Ας θυμηθούμε λοιπόν 18+2 κινηματογραφικά περιοδικά, που τυπώθηκαν στην Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια…

MIKE HOLOBER και Kate McGarry μαζί

Το όνομα του Mike Holober κάτι μου θύμιζε αμυδρά και δεν άργησα να το ανακαλύψω ρίχνοντας ένα “search” στο δισκορυχείον. Ο Holober ήταν ο πιανίστας της Pete McGuinness Jazz Orchestra στο πολύ καλό “Strength in Numbers” [Summit, 2014]. Μάλιστα, δίπλα στον Holober, επί του προκειμένου, παρατάσσεται μια τραγουδίστρια από τις πιο σημαντικές τις νεότερης σκηνής, η Kate McGarry, για την οποίαν είχα γράψει τα καλύτερα, παλαιότερα, με αφορμή το άλμπουμ της “Girl Talk” [Palmetto, 2012]. Τώρα ο Holober και η McGarry συνεργάζονται, και μαζί με τους Marvin Stamm τρομπέτα, φλούγκελχορν, Dick Oatts σαξόφωνα, φλάουτο, Jason Rigby σαξόφωνα, κλαρινέτο, Mark Patterson τρομπόνι, John Hebert μπάσο και Brian Blade ντραμς συμπληρώνουν ένα οκτέτο που πετάει φωτιές, μετατρέποντας το “Balancing Act” [Palmetto, 2015] σ’ ένα άλμπουμ παικτικής και τραγουδιστικής πληρότητας. Και πώς αντιλαμβανόμαστε αυτή την πληρότητα; Από πολλά και διάφορα, μα και από κάτι ακόμη. Από τις διάρκειες των οκτώ κομματιών (η μικρότερη είναι 5 λεπτά και η μεγαλύτερη 10), που προαναγγέλλουν, κατά βάση, soli και ομαδικά παιξίματα σε αφθονία. Επίσης, όλα τα tracks έχουν τραγούδι ή φωνητικά, και όλα είναι προσαρμοσμένα όχι μόνο στη φωνή της McGarry, αλλά και στις δυνατότητες-ικανότητες των μουσικών να δημιουργούν ένα «σύστημα» σύγχρονης jazz, με λελογισμένα vibes. Χωρίς να είναι groovy ή improv, το πιο νέο άλμπουμ του Mike Holober δανείζεται στοιχεία και από τις δυο πρακτικές, προτείνοντας παλαιά και καινούρια κομμάτια, στοχεύοντας στο συναίσθημα, αλλά και στην άμεση συμμετοχή του jazz-fun. Πώς επιτυγχάνεται αυτή; Μα με το άκουσμα και μόνο των “Lullabye; Goodnight my angel” (του Billy Joel) και “Piece of my heart” (των Jerry Ragovoy και Bert Berns, που ανέδειξαν οι Big Brother and the Holding Company με την Janis Joplin). Και στα δύο αυτά tracks η McGarry επιδεικνύει όχι μόνο τζαζ φωνητικό μέταλλο, αλλά και τη γνώση ώστε να ξεφεύγει από το «κλασικό», δίχως ν’ αλλοιώνει την αρμονική δομή του. Την βοηθά η ορχήστρα στο πνευστό τμήμα της, και βεβαίως το πιάνο και το rhythm section, που αποτυπώνουν στρωτά τις ρυθμικές αξίες.
Θα ήθελα, τέλος, να σταθώ στα τρία τελευταία, εκτεταμένα κομμάτια του CD, που είναι όλα συνθέσεις του Holober. Εδώ παρατηρούμε το πλήρες ξεδίπλωμα της ορχήστρας, και βασικά των σολιστών Stamm, Oatts και Rigby, βεβαίως τη φωνητική επέλαση της McGarry (άνετη και ουσιαστική – μια «γερή» ερμηνεύτρια, που ξέρει τι σημαίνει μέτρο) και ακόμη το τραγουδοποιητικό ταλέντο τού πρώτου τη τάξει, που μετατρέπει απλές καθημερινές και κάπως νοσταλγικές προσωπικές ιστορίες σε ολοκληρωμένα τραγούδια.
Επαφή: www.mikeholober.com

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

ΚΥΚΛΩΨ ΔΙΣΚΟΙ στα Εξάρχεια

Πριν λίγες μέρες ένας φίλος άνοιξε ένα κλαμπάκι, ένα μπαράκι, στα Εξάρχεια, το Κύκλωψ Δίσκοι. Ο χώρος δημιουργήθηκε για να αποτελέσει ένα σημείο συνάντησης όσων αγαπάνε τη μουσική των sixties και των seventies (garage, ψυχεδέλεια, progressive, ελληνικό ροκ κ.λπ.), προσφέροντας όχι μόνο καφέ (το πρωί) και ποτό (το βράδυ), αλλά και δισκάδικο με το ανάλογο υλικό. Φυσικά αυτές ακριβώς οι μουσικές θα αποτελούν και τη βασική ηχητική κάλυψη του χώρου.
Επιπλέον στο Κύκλωψ Δίσκοι θα μπορεί να οργανωθούν και παράλληλες, όπως τις λέμε, εκδηλώσεις, δηλαδή παρουσιάσεις βιβλίων, προβολές ταινιών μικρού μήκους, ορισμένα live κ.λπ.
Το κατάστημα Κύκλωψ Δίσκοι βρίσκεται στην οδό Σουλτάνη, στον αριθμό 8, πολύ κοντά στην Πλατεία Εξαρχείων και θα είναι ανοικτό κάθε μέρα πλην Κυριακής από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ.
Το δισκορυχείον εύχεται καλές δουλειές!

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

«η Μυτιλήνη, η Λέσβος και τ’ άλλα νησιά της Ελλάδας» που είπε ο Τσίπρας είναι απολύτως σωστό

Ένα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ηλιθιότητα από το να την πέφτεις σε κάποιον, επειδή τάχα κατακρεουργεί τη γλώσσα. Αυτό δείχνει, πρώτον απ’ όλα, την αμορφωσιά εκείνου που το πράττει. Το παίζουν γλωσσαμύντορες όλοι οι βλαμμένοι, ενώ είναι γνωστό τοις πάσι πως δεν υπάρχουν αντικειμενικά «σωστά ελληνικά». Σωστά ελληνικά είναι εκείνα τα ταπεινά που μιλάει και γράφει ο καθένας από εμάς και με τα οποία μπορούμε να συνεννοηθούμε.
Εγώ σέβομαι όσους ασχολούνται σοβαρά με τη γλώσσα, επειδή αυτό είναι η δουλειά τους ή το γούστο τους, αλλά σιχαίνομαι τους «πρακτικούς». Αυτούς που δεν κοιτάνε τα χάλια τους και κοροϊδεύουν τον έναν και τον άλλον, όταν είναι εξακριβωμένο πως οι ίδιοι είναι τρισχειρότεροι.

Δύο. Τι είπε σήμερα ο Τσίπρας, όταν επισκέφθηκε μ’ εκείνον τον Σουλτς, τη Λέσβο… τη Μυτιλήνη; Το εξής: «Θέλαμε να δούμε την πραγματική, σκληρή εικόνα που αντιμετωπίζει καθημερινά η Μυτιλήνη, η Λέσβος και τ’ άλλα νησιά της Ελλάδας».
Έπεσαν όλοι οι… ψευτοφιλόλογοι του τάληρου, οι σκιτζήδες του λόγου να τον φάνε. Και τι δεν γράφτηκε στο δίκτυο! Μα να μην ξέρει κοτζάμ πρωθυπουργός πως η Μυτιλήνη είναι η πρωτεύουσα της Λέσβου; Μα να νομίζει πως είναι δύο διαφορετικά νησιά;  

Τι λέτε ρε αγράμματοι; Σοβαρά; Μια χαρά τα είπε ο Τσίπρας και πουθενά δεν υπάρχει λάθος (αλλού είναι τα λάθη...). Δηλαδή αν έλεγε, για παράδειγμα… «θέλαμε να δούμε την πραγματική, σκληρή εικόνα που αντιμετωπίζει καθημερινά η Πάτρα, η Αχαΐα και οι άλλοι νομοί της Πελοποννήσου»… θα το καταλαβαίνατε καλύτερα ή και πάλι θα γράφατε τις ίδιες μαλακίες στα social media; 
Είναι γεγονός πως η μπούρδα και η σιχαμάρα στο δίκτυο είναι πλέον καθεστώς και άιντε να ξεφύγεις...

Υ.Γ. Είχα να γράψω πολλά και γύρω από το καινούριο θέμα που προέκυψε με τον Φίλη, αλλά δεν θα το κάνω. Πλέον, όποιος κοινός θνητός ασχολείται μ’ αυτά τα ζητήματα κινδυνεύει να βρεθεί στη στενή, χωρίς καν να το καταλάβει. Εκεί φθάσαμε.

STROVILI τζαζ και ναξιώτικα

Τους θυμάμαι τους Strovili και από παλαιότερα –από προηγούμενες ανεπίσημες ηχογραφήσεις τους εννοώ–, και θυμάμαι πως είχα γράψει καλά λόγια. Τα ίδια θα γράψω και τώρα. Οι Strovili είναι ένα ethnic-jazz κουιντέτο αποτελούμενο από καλούς μουσικούς (Γιάννης Χούλης κιθάρες, τζουράς, φωνητικά, Γιάννης Κινινής σαξόφωνα, φλάουτο, Δημήτρης Χιώτης λύρες, Χρυσόστομος Μπουκάλης κοντραμπάσο, Γιάννης Ηλιάκης ντραμς), ορισμένοι εκ των οποίων έχουν ιστορία στο χώρο. Για παράδειγμα ο Κινινής, που τον θυμάμαι σε γκρουπ από τα χρόνια του ’80 (ή έστω από τις αρχές του ’90), ή από τους πιο νεότερους ας πούμε ο Ηλιάκης, με παρουσία στους Outward Bound και τους Ciccada. Τέλος πάντων εγώ θα την πω την αμαρτία μου… για να ξεκινήσω κάπως στραβά…
Παραξενεύτηκα από τον ήχο των Strovili, παρότι τους γνώριζα (όπως προείπα). Σε πρώτη ακρόαση μού φάνηκε κάπως «στρογγυλός» και προβλέψιμος – ένας ήχος, εν πάση περιπτώσει, ethnic-jazz, που θα πήγαινε ταμάμ με τον ήχο της πάλαι ποτέ Libra Music (στη δεκαετία του ’90). Υπάρχει, θέλω να πω, μιαν αίσθηση πως όλα αυτό το ανακάτεμα της jazz με την παράδοση έχει κάπως ολοκληρώσει την αποστολή του και πως δύσκολα θα μπορούσε να προκύψει κάτι, που να ταρακουνήσει για τα καλά τον καλής προαίρεσης ακροατή. Μιλάμε για έναν χώρο, με άλλα λόγια, από τον οποίον δύσκολα θα ξεπεταχτεί η έκπληξη. Βεβαίως, τούτο δεν πρέπει να εμποδίζει (και δεν εμποδίζει) τους εκάστοτε μουσικούς να πράττουν εκείνο που γουστάρουν, και, πέραν από μόδες (γιατί ήταν μόδα η ethnic-jazz στα nineties), να δίνουν εκείνο που βγαίνει από την ψυχή τους. Κι εδώ, στο άλμπουμ των Strovili, συναντάμε πράγματι πολύ καλές συνθέσεις, τα στάνταρντ των οποίων «χτυπάνε» συχνά τα υψηλότερα των στάνταρντ τής τότε καλής εποχής. Μια τέτοια σύνθεση είναι φερ’ ειπείν το «Ναξιώτικο», με το φλάουτο του Κινινή να μεταφέρει μιαν αίσθηση… ανοιχτού πελάγους, ή το «Μοίρες ΙΙ» που διατηρεί έναν progressive έλεγχο στα πνευστά, με το νέυ να βγαίνει μπροστά... και που καθώς συνδυάζεται με τα κρουστά και την ηλεκτρική κιθάρα προκαλεί ωραίους «τοίχους». Συμπαθητική είναι και η διασκευή στο γνωστό «Μεσ’ του Αιγαίου», που δεν πέφτει στην παγίδα της εύκολης εντύπωσης.
Σε γενικές γραμμές θα έλεγα πως το “Strovili” είναι ένα ενδιαφέρον άλμπουμ, που θα χρειαζόταν όμως κάτι παραπάνω (δεν θα πω εγώ τι), ώστε να καταγραφόταν με πιο «πατημένα» γράμματα στη μνήμη μου.
Το CD κυκλοφόρησε με την εφημερίδα Αυγή το Σάββατο τής 26/9 και αν κάποιος θελήσει να το ψάξει ας το έχει αυτό στο νου του.

NOAH PREMINGER ζωντανός στο 55 Bar

Ο αμερικανός τενόρο σαξοφωνίστας Noah Preminger έχει ηχογραφήσει τέσσερα άλμπουμ έως σήμερα –το τέταρτο είναι το παρόν ανεξάρτητο “Pivot: Live at the 55 Bar”– και για κάποια απ’ αυτά (π.χ. για το “Before the Rain”, που είχε βγει στην Palmetto το 2011) έχω γράψει πριν καιρό στο δισκορυχείον. Στο συγκεκριμένο CD, που είναι ηχογραφημένο στο ιστορικό 55 Bar του Greenwich Village, ο Preminger πράττει κάτι ξεχωριστό. Τυπώνει στην ψηφιακή φόρμα μόλις δύο ημίωρα(!) tracks, που δεν είναι όποια κι όποια. Είναι δύο blues του Bukka White (1909-1977), τα πασίγνωστα “Parchman farm blues” και “Fixin to die blues”, που έχουν γνωρίσει πάμπολλες διασκευές μέσα στα χρόνια. Τι διασκευές όμως; Αποκλείεται να είναι σαν και τούτες, που παρουσιάζει στο “Pivot” ο Noah Preminger…
Με τον τρομπετίστα Jason Palmer δίπλα του και ακόμη τους Kim Cass μπάσο και Ian Froman ντραμς, ο Preminger προβαίνει σε μιαν… ανακατανομή των vibes των θρυλικών τραγουδιών, δημιουργώντας άλλου τύπου δεδομένα.
Κατ’ αρχάς, και όπως είναι φανερό, στις εγγραφές χωρά παρά πολύ αυτοσχεδιασμός… ο οποίος, όμως, έχει κάποια βάση. Θέλω να πω πως υπάρχει ένα σχέδιο, το οποίον πιστά υπηρετείται από τα δύο κύρια σολιστικά όργανα, καθώς και από το ρυθμικό τμήμα. Αν και υπάρχει ένα μέτρο τεσσάρων τετάρτων, στην πράξη αυτό δεν τηρείται, παρόλο το επιμέρους… swinging και την αρμονική ελευθερία, που δεν παραλλάσσει πάντως ποτέ τα blues αρχέτυπα. Μέσα σ’ αυτό το παιγνίδι οι ρόλοι του Preminger και του Palmer είναι καθοριστικοί. Χωρίς να ανατρέπουν ουδεμία καθεστηκυία τάξη, τα βάζουν, συγκρούονται εννοώ, με το συγχορδιακό υλικό τους, παρουσιάζοντας ένα συνεχές ανατρεπτικό σολιστικό οπλοστάσιο, που δεν ξεμακραίνει ποτέ από την ουσία.
Πολύς ύστερος Coltrane χωράει εδώ… και είναι τούτο κάτι που δεν κρύβεται.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

το βιβλίο του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΤΗ για πέντε μεγάλους μπουζουξήδες του ’50

Το «λαϊκό τραγούδι» είναι αληθινό λαϊκό τραγούδι, όχι σαχλαμάρες, γι’ αυτό και δεν θα ξαναβάλω εισαγωγικά.... Εξέφρασε και εκφράζει όσο μπορεί και σήμερα (όσο του το επιτρέπουν οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί) τις κρυφές και φανερές ανάγκες του λαού για περίσκεψη, διασκέδαση και εκτόνωση. Φτιάχτηκε από ανθρώπους που έζησαν τη φρίκη της Κατοχής και το μαρτύριο του Εμφυλίου, αληθινούς αριστοτέχνες της μελωδίας και ποιητές του στίχου, οι οποίοι «πατώντας» πάνω στις δεξιότητες των μπουζουξήδων, πρωτίστως, διοχέτευσαν προς τον λαό ανεπανάληπτα τραγούδια. Ο μπουζουξής, ο εκτελεστής, που σε ορισμένες/αρκετές περιπτώσεις ήταν και ο ίδιος συνθέτης, μπορεί να βρισκόταν συχνά πίσω από το κεφάλαιο «τραγουδιστής», όμως η παρεμβολή του σ’ αυτήν την κλασική δημιουργική τριπλέτα συνθέτης-στιχουργός-ερμηνευτής υπήρξε όχι απλώς καθοριστική, αλλά και ανυπέρβλητη. Πώς θα ηχούσαν τα λαϊκά του ’50 και του ’60 χωρίς τις πενιές των Ανέστη Αθανασίου, Αργύρη Βαμβακάρη, Βασίλη Καραπατάκη, Στέλιου Μακρυδάκη και όλων των υπολοίπων; Καλύτερα να μην το συζητήσουμε…
Ο ερευνητής Γιώργος Αλτής, μπουζουξής ο ίδιος, κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό ένα βιβλίο από τις εκδόσεις Μετρονόμος, που τιτλοφορείται Λαϊκά Πορτρέτα Ι/ Μεγάλοι σολίστες του μπουζουκιού από τη δεκαετία του ’50, πλέκοντας κατά βάση το εγκώμιο πέντε θρυλικών εκτελεστών, μέσω τον οποίον ήχησε… ο πόνος μας, ο πόνος των Ελλήνων εννοώ, με την πενιά. Ποιοι είναι αυτοί οι μπουζουξήδες; Όσοι είπαμε πιο πάνω, συν τον θρύλο Δημήτρη Στεργίου-Μπέμπη. Πάμε να δούμε και λίγες λεπτομέρειες…
Το βιβλίο ξεκινά με την περίπτωση του Ανέστη Αθανασίου (1912-1984). Τσιγγάνος στην καταγωγή και βασικός συνεργάτης στα πάλκα και τη δισκογραφία του Βασίλη Τσιτσάνη, ο Αθανασίου ακούγεται σε κλασικά λαϊκά όπως είναι το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και η «Μαντουμπάλα» και βεβαίως στα «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Απόψε κάνεις μπαμ», «Στο Τούνεζι στην Μπαρμπαριά» και «Τα καβουράκια», έτσι όπως τα ηχογράφησαν οι Ολλανδοί της Philips στον Παρνασσό (την αίθουσα εννοώ) το 1954. Ο Αλτής δίνει διάφορα βιογραφικά, εμμένει στη συνεργασία με τον Τσιτσάνη (με μαρτυρίες κ.λπ.), ενώ αναφέρεται και στην περιπέτεια του Αναστασίου στην Αμερική, καθώς έπαιζε και ηχογραφούσε από το Hollywood μέχρι το Greenwich Village. Πολύ ωραία η μαρτυρία του Κώστα Χατζηδουλή για την τελευταία επαφή των δύο φίλων: «Στις 4 ή 5 Ιανουαρίου του 1984 ήμασταν με τον Τσιτσάνη στη Γλυφάδα, ετοιμαζόμασταν να πάμε στο Λονδίνο. Τον πήρε στο τηλέφωνο ο Ανέστης να του μιλήσει επειδή θα έφευγε. Εγώ του είχα πει ότι ο Τσιτσάνης ήταν άρρωστος. Χάρηκε ο Τσιτσάνης που τον άκουσε. Μου είπε: “Ξέρεις ποιος ήτανε; Ο Ανέστος. Μου είπε καλό ταξίδι”. Ήταν η τελευταία φορά που μιλήσανε». Ο Ανέστης Αθανασίου πέθανε τον Μάιο του ’84, λίγους μήνες μετά τον Τσιτσάνη.
Ο Αργύρης Βαμβακάρης (1930-1983), αδελφός του Μάρκου, θεωρείται από τα κορυφαία μπουζούκια της χρυσής περιόδου του λαϊκού (δεκαετία του ’50). Έγραψε και δικά του τραγούδια, που απέδωσαν φίρμες της εποχής (Βαγγέλης Περπινιάδης, Γιώτα Λύδια, Σπύρος Ζαγοραίος, Πάνος Γαβαλάς, Μανώλης Αγγελόπουλος…), ενώ δούλεψε δίπλα στους Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Μπέλλου, Λαύκα, Γκρέυ κ.ά. (ο Αλτής παραθέτει ωραίες φωτογραφίες και ντοκουμέντα). Πέρασε κι αυτός από την Αμερική –μοιραίο για πολλούς μπουζουξήδες και όχι μόνον, που έψαχναν κάτι καλύτερο στα χρόνια του ’60– για να επιστρέψει οριστικά στις αρχές της δεκαετίας του ’80 σχεδόν ξεχασμένος. Πέθανε απογοητευμένος λίγο αργότερα, μόλις στα 53 του.
Ξεχωριστή η περίπτωση και του Βασίλη Καραπατάκη, που πέθανε κι αυτός νεότατος το 1974, στα 52 χρόνια του. Ο «καταραμένος», προσέτι, κατά τον Θωμά Γκόρπα συνθέτης του λαϊκού με τις αμέτρητες επιτυχίες, που καταχωρίστηκαν όμως σε ονόματα άλλων («Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Η κοινωνία με κατακρίνει»…). Η συνεργασία του με τον Καζαντζίδη και τον στιχουργό Χρήστο Κολοκοτρώνη από τα μέσα του ’50 υπήρξε μνημειώδης, όπως και με τον Μανώλη Αγγελόπουλο εξάλλου, με τον οποίον ο Καραπατάκης έκανε την «Μαγκάλα». Ο Αλτής περιφέρεται σε όλες τις φάσεις της ζωής του καρδιτσιώτη συνθέτη και μπουζουξή, έχοντας μαρτυρίες φίλων, συνεργατών και συγγενικών προσώπων του, και βοηθούμενος από το ωραίο φωτογραφικό υλικό στοιχειοθετεί ένα αναλυτικό πορτραίτο τού αδικημένου δημιουργού. Ας προσθέσω ακόμη πως τόσο στο θέμα «Καραπατάκης», όσο και σε όλα τα υπόλοιπα ο Αλτής «κλείνει» με κατάλογο συνθέσεων και συμμετοχές σε ηχογραφήσεις άλλων.
Η επόμενη περίπτωση αφορά σ’ ένα άλλο μεγάλο μπουζούκι της εποχής, τον Στέλιο Μακρυδάκη (1928-1995). Ο ήχος του Μακρυδάκη είναι συνυφασμένος με τον ήχο της Columbia, καθώς συμμετείχε σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις της. Φυσικά έγραψε και δικά του τραγούδια, μερικά από τα οποία έγιναν μέγιστες επιτυχίες, όπως για παράδειγμα το «Το ’πες και το ’κανες». Ο Αλτής χρησιμοποιεί υλικό από την ιστορική πλέον εκπομπή «Λαϊκοί Βάρδοι» του αείμνηστου Πάνου Γεραμάνη, και συνδυάζοντάς το με μαρτυρίες άλλων (Γιάννης Σταματίου, Τάκης Μπίνης, Γιώτα Λύδια, Δημήτρης Βύζας…), καθώς και με ωραίο φωτογραφικό υλικό συνθέτει μια βιογραφία του Μακρυδάκη μεστή και σίγουρη. Σε κάποιο σημείο λέει η Λύδια: «Το 1972 πήγαμε μαζί στο Σικάγο, στο Γκρέσιαν Γκάρντενς. Δουλέψαμε τρεις μήνες. Κάθε βράδυ γινόταν χαλασμός από τον κόσμο. Τα λεφτά που πέταγαν, οι σερβιτόροι τα μάζευαν σε σκάφες και κουβάδες. Το ίδιο γινόταν και στην Αυστραλία το 1975. Περάσαμε πολύ ωραία χρόνια τότε. Ο κόσμος μάς αγαπούσε και μας αγκάλιαζε. Με τον Στέλιο όσες φορές δουλέψαμε μαζί έχω να θυμάμαι μόνο ωραία πράγματα».
Το βιβλίο του Γιώργου Αλτή «Λαϊκά Πορτρέτα Ι» θα κλείσει με την πιο σκοτεινή και αχαρτογράφητη περίπτωση… εκείνη του Δημήτρη Στεργίου-Μπέμπη (1927-1972), ίσως του μεγαλύτερου μπουζουκιού, που ακούστηκε ποτέ στην Ελλάδα, την Αμερική ή οπουδήποτε αλλού. Ο θρύλος περιζώνει τα κατορθώματα του Μπέμπη, ενόσω ακόμη ζούσε, ενώ το πράγμα ξέφυγε μετά τον πρόωρο θάνατό του. Από καλή οικογένεια του Πειραιά, ο Μπέμπης πήρε μαθήματα από πολύ νωρίς παίζοντας πολλά και διαφορετικά όργανα (πιάνο, βιολί, κιθάρα –στην οποίαν υπήρξε δεξιοτέχνης–, μπάντζο, μαντολίνο…), χτίζοντας τη φήμη του, στα χρόνια του ’50 κι αυτός, βασικά με το μπουζούκι. Στη σφαίρα της λαϊκής μυθολογίας κινούνται οι «κόντρες» του με τον Μανώλη Χιώτη, ενώ η απαξίωση που έδειχνε προς τη δισκογραφία (οι εγγραφές του υπήρξαν ελάχιστες – όλοι όμως γνωρίζουμε το σήμα της εκπομπής του αείμνηστου Γεραμάνη, τις «Πεννιές Μπέμπη») μεγέθυναν ακόμη περισσότερο το άστρο του. Ομορφάντρας, αλλά και κάπως «σκοτεινός» σαν χαρακτήρας, ο Μπέμπης διέπρεψε στα πάλκα φυσικά, τόσο εδώ, όσο και στην Αμερική, αφήνοντας άφωνους, όσους είχαν την τύχη να τον ακούσουν στις καλές του (έχω προσωπική-συγγενική μαρτυρία γι’ αυτό). Όπως γράφει και ο Αλτής: «Ο Μπέμπης από τους ανθρώπους της εποχής του θεωρείται καταπληκτικός μπουζουξής, αλλά απόμακρος άνθρωπος, παραδομένος στα πάθη του. Γι’ αυτούς, όμως, που τον ζήσανε στενότερα και γνώριζαν κάποιες ιδιαίτερες πτυχές του χαρακτήρα του, θεωρείται πολύ ευαίσθητος άνθρωπος, με αυξημένο το αίσθημα της αξιοπρέπειας». Ο Δημήτρης Στεργίου θα φύγει από τη ζωή, χτυπημένος από το ποτό (έτσι πρέπει να το λέμε), στα 45 χρόνια του, γράφοντας έναν σύντομο αλλά ανεπανάληπτο επίλογο στο κεφάλαιο της λαϊκής πενιάς. 
Περισσότερα για την περίπτωσή του εδώ... http://www.lifo.gr/articles/music_articles/78960

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΑΛΙΑΤΣΟΣ το αργό πέρασμα των ημερών

Δεν ξέρω αν είναι πολλοί οι έλληνες συνθέτες, με την κάπως παλαιότερη, την «έντεχνη» ας πούμε, σημασία της λέξης που να συνεχίζει να εκπλήσσουν. Ξέρω δυο-τρεις, αλλά εδώ θέλω να μιλήσω, για μιαν ακόμη φορά, για την περίπτωση του Μανώλη Γαλιάτσου. Υπάρχει λόγος φυσικά.
Έχω γράψει πολλές φορές στο δισκορυχείον γνώμες για τα άλμπουμ τού Γαλιάτσου κι επειδή και οι δίσκοι του, τα CD του, τυπώνονται τακτικά, τακτικότατα μπορώ να πω, τα τελευταία χρόνια, πάντα όταν φθάνει κάποιο καινούριο στα χέρια μου με πιάνει ένα… δάγκωμα. Με συλλαμβάνω να λέω μέσα μου… άιντε πάλι ένα CD του Γαλιάτσου… ε, δεν μπορεί κάπου θα υπάρξει μια κάμψη, κάποιο θα στέκεται πιο πίσω από τ’ άλλα, κάποιο θα επαναλαμβάνει ένα προηγούμενο… Και κάπως έτσι, με τέτοιες σκέψεις, ξεκινώ την πρώτη ακρόαση του νέου άλμπουμ του… Του κάθε νέου άλμπουμ του.... Και του «Αργού Περάσματος των Ημερών» [Music Links Knowledge/ Largo, 2015]... 
Περιττό να το πω, αλλά θα το πω. Η «έκπληξη» με πιάνει από τα μούτρα, όπως λέμε, από το πρώτο κιόλας κομμάτι. Και από το δεύτερο, και από το τρίτο, σχεδόν απ’ όποιο και να ρίξω τυχαίως στο player… Σταματώ την… τυχαία ακρόαση. Σκέφτομαι πως ο Γαλιάτσος παραμένει ένας μοναχικός όσο και αυτάρκης δημιουργός και το γεγονός πως έχει σε κίνηση μια σταθερή κάπως ομάδα συνεργατών μέσα στα χρόνια –ομάδα ανθρώπων με τους οποίους συνεργάζεται και τον καταλαβαίνουν– έχει εξασφαλίσει για τις σκέψεις και το έργο του το… στατικό του. Υπάρχει μια δομή θέλω να πω, ένας ήχος, ένα πνεύμα, που είναι έτοιμο να ευλογήσει την κάθε απαραίτητη λοξοδρόμηση. Και η ευλογία, σχεδόν πάντα, πιάνει. Δύσκολα θα εντοπίσεις κομμάτι του Γαλιάτσου και στο «Αργό Πέρασμα των Ημερών», που να μην έχει τη θέση του στο ηχογραφικό στόρι, κάτι τέλος πάντων που θα μπορούσε ν’ αμφισβητήσει την κυρίαρχη ροή.
Το έργο έχει concept και όσο και να μην είναι φανερό τούτο, εκ πρώτης, υπάρχει. Είναι εκείνο που σηματοδοτεί ο τίτλος και κυρίως είναι εκείνο που σηματοδοτούν τα λόγια στα έξι τραγούδια που ακούγονται στο άλμπουμ – τα περισσότερα, νομίζω, εδώ και πολύ καιρό σε ηχογράφηση τού Γαλιάτσου. Πρόκειται για μελοποιήσεις ποιημάτων των Θεοφάνη Τάση, Allen Ginsberg, Γιάννη Στίγκα(2) και Γιώργου Βέη(2), τις οποίες αποδίδουν η Μαριάνθη Σοντάκη, ο Αντρέας Καρακότας και ο ίδιος ο συνθέτης. Αυτά, λοιπόν τα έξι τραγούδια –που έχουν τις θέσεις 1, 3, 6, 10, 14 και 18, μεταξύ των 19 tracks του CD– δρουν και μαζί και χώρια. Και σαν αυτόνομα και αυτοδύναμα άσματα εννοώ, αλλά και σαν επιμέρους στοιχεία ενός γενικότερου συνόλου. Και περαιτέρω; Είναι και τα έξι καταπληκτικά. Τι τραγούδια είναι; Ουράνια μελωδήματα, που τα φέρουν εις πέρας οι κιθάρες, τα πλήκτρα, το βιολί, το ρυθμικό τμήμα… Με αναφορές στην μπαλάντα, την romance, το rock, την παράδοση (δημοτική, βυζαντινή), το λαϊκό, τις μελωδίες της Ανατολής, ο Γαλιάτσος συντάσσει ένα ρεπερτόριο πολύ υψηλού δυναμικού, που, το ξαναλέω, φέγγει και μαζί και χώρια.
Και δεν είναι μόνον τα τραγούδια, φυσικά. Είναι και τα ορχηστρικά, τα οποία χωρίς λόγια λένε την ίδιαν ακριβώς ιστορία. Τέτοια είναι τα: «Ο δρόμος που κατοικώ», «Ίσως και πάλι να προλάβω», «Όπως τώρα… να, τώρα… μόλις πριν», «Δηλαδή», «Απογεύματα στον καπιταλισμό» –πάντα θα υπάρχει ελπίς, όσο θα είμαστε μαζί… «αν βέβαια σωθούμε»– «Η νύχτα χωρίς τις εποχές»… Και σ’ αυτές τις έξοχες μελωδίες δεν θα μπορούσε κανείς να μην εξάρει, πέραν της έμπνευσης του συνθέτη, τις παρουσίες των σολιστών, του Δήμου Δημητριάδη στα σαξόφωνα, του Σωκράτη Άνθη στην τρομπέτα, της Julieta Avetyan στο βιολί, του Renato Ripo στο βιολοντσέλο, του Ηλία Θανάσουλα στις κιθάρες…
Καταλήγοντας θα έλεγα πως ο Μανώλης Γαλιάτσος διάγει μακρά περίοδο υψηλής δημιουργικής έντασης και φόρμας. Το «Αργό Πέρασμα των Ημερών» είναι ένα ακόμη έξοχο άλμπουμ (εγώ θα το κατέτασσα, χοντρικά, στο progressive rock – όχι πως έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία αυτό, αλλά έτσι…), που αξίζει να το ανακαλύψετε. Κάντε μια προσπάθεια εδώ:
Χρωμοδιάσταση ΕΠΕ, τηλ. 210 9926660, info@mlk.gr

BOKOИTEΡ όλα είναι πολιτική

Περιποιημένο CD-R παρέλαβα εσχάτως από την Καλαμάτα και την… one-man band Βοκοиτερ. Τίτλος: «Όλα Είναι Πολιτική». Το άλμπουμ, που αποτελείται από 13 tracks και διαρκεί περί την μία ώρα, περιγράφεται όπως πρέπει από τον κατασκευαστή του: «Χρησιμοποιώ κατά κόρον Vocoder...» μας λέει ο ίδιος «...και speech synthesizer, γιατί μου θυμίζουν την εφηβεία μου με τους home computers, το Star Trek, τον Απαγορευμένο Πλανήτη, το Metropolis, το διάστημα 1999. Ήθελα να γίνω αστροναύτης σαν το Γιούρι Γκαγκάριν…». Για να συνεχίσει ο Βοκοиτερ:
«Το “όλα είναι πολιτική” ηχογραφήθηκε από το 2014 έως το καλοκαίρι του 2015. Είναι στιγμές από τη ζωή γύρω μου, που έχουν να κάνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την πολιτική. Μάλλον δεν έχουν ενιαίο στυλ. Και πολλές φορές έχουν samples μαζεμένα από δω κι από κει. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι γραμμένα το βράδυ, μεταξύ 12 και 4 τα ξημερώματα, όταν επικρατεί ησυχία. Είναι φτιαγμένα σε δυο παλιά λάπτοπ».
Καλά τα λέει ο φίλος μας. Τα κομμάτια του στο «Όλα Είναι Πολιτική» δεν έχουν ενιαίο στυλ, υπό την έννοια πως το concept υλοποιείται κάπως βεβιασμένα. Θέλω να πω πως δεν είναι μόνο το στυλ, που μπορεί να διαφοροποιείται από κομμάτι σε κομμάτι (μέσα πάντως στο ίδιο electro πλάνο), όσο το γεγονός πως η φαιδρή, αισχρή και συχνά επικίνδυνη νεοελληνική πολιτική πραγματικότητα δεν προσφέρεται ούτε για περίπαιγμα. Εννοώ πως τα γεγονότα και οι καταστάσεις, πολλές φορές, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για γέλωτες, όσο κι αν το γέλιο… μακραίνει όπως λένε τη ζωή.
Ο Βοκοиτερ κόβει και ράβει το λοιπόν δηλώσεις πολιτικών τις οποίες συλλέγει από το YouTube βασικά, και πάνω σ’ αυτά τα… βρωμόνερα σπρώχνει το καραβάκι του, που είναι γεμάτο από πριμιτίβ ηλεκτρονικά και αλλοιωμένες φωνές μέσα απ’ το vocoder. Στις πιο ενδιαφέρουσες απόπειρες, όπως στο 11λεπτο «ΑΤΜ (ανάληψη)» (κομμάτι… εμπνευσμένο από τα capital controls και τις λοιπές διαλυτικές εικόνες που τα ακολούθησαν), ο Βοκοиτερ κατορθώνει να δημιουργήσει την έκπληξη, προτείνοντας παραγωγικά electro-πλαίσια, ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις τα κόψε-ράψε του φέρνουν στο νου κάτι από την Λένα Πλάτωνος των mid-80s (με την ισορροπημένη χρήση τού vocoder και των υπόλοιπων συνθετικών ήχων της εποχής).
Η δική μου γνώμη είναι, πάντως, πως ο Βοκοиτερ καλό θα ήταν να στρέψει τα ενδιαφέροντά του και προς άλλες (λαϊκές) κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις (έχει τη διάθεση), καθότι οι δηλώσεις των… Παγκάλων, Σημίτιδων, Σαμαράδων, Κεφαλογιάννηδων κ.λπ. δεν προσφέρονται για απολύτως καμμία καλλιτεχνική εκμετάλλευση. Αξία τους δίνουμε…

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

V8 CARBURETOR πίνε, αγωνίσου και γάμα

Ποιοι είναι οι V8 Carburetor (V8 Καρμπυρατέρ), από πού είναι και πώς αυτοπροσδιορίζονται; Είναι ο Νικολάκης κιθάρα, φωνή, ο Βαγγέλης Β. κιθάρα, φωνή, ο Τζώνης μπάσο και ο Βαγγέλας ντραμς. Αμφότεροι οι Βαγγέληδες σωστά γραμμένοι στην αγγλική, χωρίς “n”, ανάμεσα στο “a” και το “g”, ενώ ισχύει κι εκείνο που γράφουν στο ένθετο τού “Street Cocaine” [B-otherSide/ Weird Face, 2015]… “powered speed rock n’ roll blues from Athens”. Εντάξει… το blues μπορεί να το ψάχνεις λίγο με το κιάλι (στο τελευταίο βασικά κομμάτι τους, το “Horny n’ boogie”), αλλά το speed rock n’ roll ισχύει 100%. Αλλά μπορεί να ισχύει και το punk και το hardcore, παρότι εμένα μ’ αρέσει πιο πολύ το αρχικό (το… speed rock n’ roll εννοώ). Κολλάει περισσότερο και με την οκτακύλινδρη, που την ακούμε υποθέτω να παίρνει μπρος, να μαρσάρει και να φεύγει στο εισαγωγικό “V8 carburetor”.
Εκείνο που πρέπει να πούμε είναι πως η βάση όλων αυτών των γκρουπ (και των V8 Carburetor, και όσων τούτοι οι Αθηναίοι αγαπάνε) είναι οι Motörhead, με τις όποιες επιμέρους αφαιρέσεις ή προσθήκες. Από ’κει, από τους Motörhead, οι V8 Carburetor κληρονόμησαν την αλήτικη και βρώμικη εκφορά, την αγάπη για το σπινταρισμένο μέταλλο, τα… παλιόλογα και το ανάλογο φτύσιμο. Οι τίτλοι των τραγουδιών τους (“Devil’s path”, “Street cocaine”, “Red light blues”, “69 ways”, “Drink, fight and fuck”) μαρτυρούν για όλα τούτα. Και βεβαίως και πάνω απ’ όλα μαρτυρά το άκουσμα σ’ αυτό το πολύ ιδιαίτερο φορμά. Επτάιντσο LP που παίζει φυσικά στις 33 1/3 στροφές και που περιέχει συνολικώς εννιά τραγούδια! (Τέτοιες φόρμες, 7ιντσα LP εννοώ, «κόβονταν» κατά κόρον στο πρώην eastern block, ενώ στη Δύση δεν πρέπει να πολυπερπάτησε αυτός ο τύπος). Ξέρετε, η φόρμα ορισμένες φορές σχετίζεται και με το υλικό της εγγραφής. Και εδώ το… ξεμπουκωμένο-γκαζωμένο 33άρι ταιριάζει μια χαρά, σ’ ένα δισκάκι (175 αριθμημένες κόπιες) που μπαίνει με τις μπάντες και τρέχει μαλλιοκούβαρα.
Επαφή: www.b-otherside.gr

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

οι HOTEND και η μουσική του Julius Hemphill

Ένα εντελώς ιδιόμορφο τρίο είναι οι Hotend – κάτι που θα το διαπιστώσετε αμέσως πληροφορούμενοι το setting τους. Λοιπόν, Dan Clucas κορνέτα, Mark Weaver τούμπα, Dave Wayne ντραμς, ηλεκτρονικά. Στέκεται ένα τέτοιο τρίο; Αν στέκεται λέει! Από τη στιγμή που διαθέτει μπάσο (τούμπα) και ντραμς, τι άλλο θέλει; Ok, θέλει και κάτι ακόμη και αυτό το βρίσκει εν πολλοίς στην κορνέτα και δευτερευόντως στα ηλεκτρονικά, αλλά, και πάλι, το πράγμα δεν χάνει σπιθαμή από την πρωτοτυπία του. Πόσω μάλλον όταν καλείται να αποδώσει στο “Do Tell” [Amirani, 2015] όχι ό,τι κι ό,τι, αλλά συνθέσεις του Julius Hemphill (1938-1995), του σαξοφωνίστα εκείνου (αλτίστας κυρίως), που διέπρεψε τόσο ως μέλος του World Saxophone Quartet, όσο και μόνος του (στην προσωπική διαδρομή του εννοώ)  ή δίπλα σε άλλους σχηματισμούς.
Ο Hemphill μεγάλωσε στα late sixties, καθώς ως μέλος του Black Artists Group (μαζί με τους Hamiet Bluiett, Oliver Lake, Joseph Bowie κ.ά.) συνέβαλε κι αυτός στην «μαύρη» αυτοσυνείδηση της jazz, δημιουργώντας τοιουτοτρόπως το προσωπικό του στυλ. Σε τι συνίστατο αυτό; Κατ’ αρχάς στην γνώση και την μελέτη των blues, τα οποία επί της ουσίας ποτέ δεν εγκατέλειψε (άκου π.χ. το φοβερό “The hard blues” από το “'Coon Bid'ness” του 1975). Έπειτα στη διαμόρφωση ενός δικού του improv στυλ, που βασιζόταν λιγότερο στο παιγνίδι με τους ρυθμούς και τις μελωδίες και περισσότερο στον ήχο, τα timbre των οργάνων και τους τόνους. Τούτο τον έφερνε διαρκώς «μπροστά από την εποχή του» όπως λέμε, χρίζοντάς τον ένα ες αεί πρωτοπόρο. 
Οι Hotend, τώρα, δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να αναδεικνύουν την «βαθιά» μουσική του Julius Hemphill, δημιουργώντας ένα tribute με ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία. Οι συνθέσεις που διασκευάζονται δεν είναι πολλές (μόλις έξι), είναι όμως εκείνες που πρέπει ώστε να έχουμε, όλοι μας (κι εμείς ως ακροατές εννοώ), το τελικό επιθυμητό αποτέλεσμα. 
Το “Floppy”, που είναι μια μεταγενέστερη σύνθεση του Hemphill, σουινγκάρει αγρίως, με την κορνέτα να κρατάει τη μελωδία και με την τούμπα να νομίζεις πως παίζει… walking μπάσα! Το 12λεπτο “Dogon A.D.” προέρχεται από το απίστευτα σπάνιο στην πρώτη έκδοσή του φερώνυμο LP (1972), φανερώνοντας τις bluesy καταβολές του Hemphill. Οι Hotend διασκευάζουν πάνω στο πνεύμα του κομματιού, προσφέροντας εντυπωσιακές στιγμές (ιδίως στο σόλο ντραμς του Wayne και στον τρόπο που… σβήνει η τούμπα το μπάσο). Το “Body” προέρχεται από ένα LP του Hemphill που είχε βγει το ’80 στην ιταλική Black Saint κι είναι ένα απολύτως funky track, το οποίον οι Hotend το… περιποιούνται όπως πρέπει. Το “Hotend” (1977) που ακολουθεί και από το οποίον πήρε το όνομά του το συγκρότημα είναι μπαλάντα, που μετατρέπεται, όμως, από τους Clucas, Weaver και Wayne σ’ ένα άτοναλ/ ηλεκτρονικό/ free-impov track, ξεχωριστό έτσι κι αλλιώς. Για το “The hard blues” τα είπαμε και πιο πάνω. Εδώ μας προσφέρεται, περαιτέρω, κι ένα σόλο τούμπα από τον Weaver, που κάνει τη διαφορά. Το “Do Tell” θα κλείσει με το 11λεπτο “G song” (από το “Raw Materials and Residuals” του 1978). Η μελωδία είναι folky, αλλά η επέκτασή της και κυρίως η improv συνέχεια με τα αυθόρμητα κρουστά σε πρώτο πλάνο, πηγαίνουν το κομμάτι σε άλλες σφαίρες παρόλο το «κυκλικό» κλείσιμο.
Ένα ξεχωριστό CD, από ένα ξεχωριστό γκρουπ, φόρος τιμής σ’ έναν ξεχωριστό jazzman.