Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

Ήταν ή όχι αξιόπιστο το περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί, που κυκλοφορούσε στη δεκαετία του ’60;

(Μια απάντηση σ’ ένα άρθρο του Μανώλη Νταλούκα)
Πριν λίγο καιρό (26/4/2016) ο Μανώλης Νταλούκας ανέβασε ένα άρθρο στο blog του, το οποίο τιτλοφόρησε «ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΡΥΘΜΟΙ - Περιοδικό δεκαετίας του 60, για χουντικούς τραλαλάδες...». Δεν ξέρω αν εννοούσε εμένα και τον Κώστα Αρβανίτη, με το να γράφει για «χουντικούς τραλαλάδες…» (όλα να τα περιμένει κανείς από έναν άνθρωπο, που αρνείται να σκεφτεί), σίγουρα πάντως εγώ είμαι ο «αυτοσχέδιος ερευνητής» και ο… «διάφορος δισκορύχος». Ο Νταλούκας είχε την πρόθεση, ως φαίνεται, να κάνει κριτική στους Μοντέρνους Ρυθμούς, βγάζοντάς τους αναξιόπιστους. Περιττό να πω πως έμεινε με την πρόθεση…
Σας το λέω, και θα το αντιληφθείτε εν καιρώ, πως δεν είχα κανένα λόγο ν’ ασχοληθώ αυτή τη στιγμή με το συγκεκριμένο άρθρο (και με τον αρθρογράφο), αν δεν χαρακτήριζα ως παρένθεση (μεγάλη, αλλά αναγκαία) αυτή ταύτη την ανάρτηση-απάντησή μου σ’ εκείνο που σκοπεύω να δημοσιεύσω στο μέλλον.

Ο Νταλούκας υποπίπτει λοιπόν σ’ ένα ολέθριο λάθος. Αποκαλεί ένα περιοδικό 100+ τευχών «αναξιόπιστο» δίχως να το έχει μελετήσει. Μα και να το μελετήσει (όλα τα τεύχη του) δεν θα μπορέσει να το βγάλει αναξιόπιστο – και γιατί, ο ίδιος, δεν έχει τις δυνατότητες ως γνώστης του αντικειμένου να το κάνει και, γιατί δεν μπορεί να είναι ένα περιοδικό τόσων τευχών, γενικώς, αναξιόπιστο.
Σ’ όλα τα περιοδικά, από αρχαιοτάτων χρόνων, γράφονται λάθη και ανακρίβειες. Αυτό δεν τα καθιστά αυτομάτως αναξιόπιστα, καθότι γράφουν και σωστά πράγματα, όπως και εξακριβωμένα. Αναξιόπιστη μπορεί να είναι μια συγκεκριμένη πληροφορία ενδεχομένως, αλλά ένα ολόκληρο περιοδικό ποτέ. Αυτό δεν τιμά τον Νταλούκα ως ερευνητή – το λέω, γιατί έτσι του αρέσει να παρουσιάζεται (ως ερευνητής).
Όταν αρνείσαι να μελετήσεις ένα περιοδικό 100+ τευχών –το ΜΟΝΑΔΙΚΟ μουσικό για κάποια χρόνια– που συνδέθηκε με την νεανική (μουσική) κουλτούρα στην Ελλάδα των sixties, τότε δεν δείχνεις χαρακτήρα ερευνητή, αλλά… ψαρά ή μανάβη.
Στόχος ενός ερευνητή των ελληνικών νεανικών sixties, λοιπόν, δεν είναι το… να βγάλει αναξιόπιστο ένα περιοδικό πέντε σχεδόν ετών κυκλοφορίας μέσα σε 417(!!) λέξεις, ένα περιοδικό στο οποίο έγραφαν και άνθρωποι που είναι γενικώς σεβαστοί (γενικώς λέω) και σήμερα στο μουσικό χώρο όπως π.χ. ο Θόδωρος Σαραντής ή ο Γιάννης Πετρίδης, αλλά να αναδείξει εκείνα τα επιμέρους στοιχεία που θα βοηθήσουν την περαιτέρω έρευνά του.
Έτσι, αν κάποιος μπορεί να μου φέρει π.χ. τρία δείγματα αναξιοπιστίας των Μοντέρνων Ρυθμών, εγώ μπορώ να του φέρω δεκατρία που να φανερώνουν την αξιοπιστία τους. Και φυσικά μία αναξιόπιστη είδηση σ’ ένα τεύχος, δεν καθιστά συλλήβδην αναξιόπιστα και όλα τα υπόλοιπα – ούτε καν εκείνο το ένα τεύχος. Απλά πράγματα. 
Ο Νταλούκας επιχείρησε λοιπόν να δώσει δύο δείγματα «αναξιοπιστίας» των Μοντέρνων Ρυθμών, σβήνοντας το περιδικό από το χάρτη. Για να τα δούμε ένα-ένα…

Στο τεύχος 5 των Μ.Ρ. (1-16/6/1964) στη σελίδα 4 υπάρχει ένα μονόστηλο απλωμένο στο χώρο δύο στηλών που επιγράφεται «ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΟΓΙΑ». Ο εκδότης του περιοδικού και στιχουργός Θανάσης Τσόγκας επιχειρεί να αποδώσει όπως τονίζει –και όχι να μεταφράσει– στη γλώσσα μας ένα τραγούδι των Beatles, το “From me to you”. Ο Νταλούκας βγάζει... αναξιόπιστους τους Μοντέρνους Ρυθμούς επειδή ο Τσόγκας αποδίδει το εισαγωγικό «Da da da da da dum dum da/ Da da da da da dum dum da» ως «Τρα λα, λα, λα, λα, λα/ Τρα λα, λα, λα, λα, λα, λα». Είναι απλώς να… τρ(αλαλ)ελαίνεσαι.
Εμένα η γνώμη μου είναι πως η απόδοση στη συγκεκριμένη εισαγωγή είναι και έξυπνη και σωστή, γιατί οι Έλληνες δεν τραγουδάνε «ντα ντα ντα ντα ντα ντουμ ντουμ ντα» (άντε να τραγουδάνε… «ντρουμ-ντρουμ-ντρουμ-ντρουμ-ντρουμ-ντρουμ τα βραχιόλια της βροντούν»), μα «τρα λα λα» και τα λοιπά. Οπότε, πού είναι το πρόβλημα; Βεβαίως η απόδοση του Τσόγκα δεν είναι μετάφραση είναι… απόδοση, πράγμα που σημαίνει πως θα άξιζε να κρατήσει το γενικό κλίμα του τραγουδιού – να μην το αλλάξει. Ένα κοινωνικό τραγούδι ας πούμε, να μην γίνει ερωτικό και τανάπαλιν. Βεβαίως ερωτικό από ερωτικό έχει διαφορά και οι στίχοι των Beatles είναι κλάσεις ωραιότεροι από εκείνους του Τσόγκα, όμως η γνώμη μου είναι πως το τραγούδι δεν αλλοιώνεται τόσο μα τόσο πολύ, ώστε να με οδηγήσει να βγάλω τους Μοντέρνους Ρυθμούς αναξιόπιστους!
Οι Beatles λένε: «Αν υπάρχει κάτι που θέλεις/ Αν υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω/ Απλά τηλεφώνησέ μου και θα το στείλω μαζί/ Με αγάπη από μένα σε σένα».
Ο Τσόγκας αποδίδει (δεν μεταφράζει): «Σ’ ερωτεύτηκα σ’ αγαπώ/ μα το σκέφτηκα να στο πω/ πως νοιώθω πια να με καίει φωτιά/ βαθιά μεσ’ στην καρδιά».
Εντάξει τώρα… Πιο σημαντικό για μένα είναι πως οι στίχοι του Τσόγκα, με λίγη προσπάθεια, μπορούν να τραγουδηθούν πάνω στη μελωδία των Beatles και λιγότερο σημαντικό αν ακουμπούν (έστω) στην ωραία νεανική, ερωτική, στιχουργική τους.
Οπωσδήποτε η απόδοση θα μπορούσε να ήταν καλύτερη, αλλά αυτό δεν συνιστά… αναξιοπιστία ενός ολόκληρού τεύχους ή ακόμη χειρότερα μιας ολόκληρης πενταετούς έκδοσης. Γιατί, δηλαδή, είναι αναξιόπιστο το εν λόγω τεύχος, όταν μαθαίνουμε π.χ. το playlist τού Teen Beat του σταθμού της Αμερικάνικης Βάσης, τον Ιούνιο του ’64 ή όταν διαβάζουμε κάποια λόγια του Elvis; Σ’ ένα περιοδικό άλλα θέματα είναι χρήσιμα, άλλα είναι λιγότερο χρήσιμα, άλλα είναι αδιάφορα κ.ο.κ. Ποτέ ένας ερευνητής δεν πετάει στα σκουπίδια μιαν έκδοση από τον τίτλο της και μόνο, ή γιατί βρήκε κάπου κάτι λιγότερο ή περισσότερο... αισθητικώς αναξιόπιστο.
Αυτό το τελευταίο το παραδέχεται εμμέσως πλην σαφώς και ο Νταλούκας, όταν λέει πως… «το θέμα της αισθητικής ήταν το λιγότερο - στο περιοδικό υπήρχαν τεράστια ψεύδη». Ναι, γιατί το να μην συμφωνούμε με κάποιον σχετικώς με την αισθητική του τούτο δεν σημαίνει πως (αυτός ο κάποιος) καθίσταται σώνει και καλά αναξιόπιστος. Ας αφήσουμε λοιπόν το αν ο Τσόγκας απέδωσε… αξιόπιστα ή αναξιόπιστα το “From me to you” και ας επικεντρωθούμε σ’ αυτά τα «τεράστια ψεύδη», που, αν υπάρχουν, εγείρουν όντως ένα θέμα αξιοπιστίας και για τους Μ.Ρ. και οπουδήποτε αλλού…

Γράφει λοιπόν ο Νταλούκας (οι εμφάσεις δικές μου): «Για παράδειγμα, εμφανίζονταν, οι Beatles, να έχουν δώσει ηλίθιες συνεντεύξεις, στους ...Μοντέρνους Ρυθμούς! Βεβαίως, τέτοιες συνεντεύξεις ποτέ δεν υπήρξαν, αλλά ο Τσόγκας, θα σκέφτηκε, πως ήταν μάλλον αδύνατον να πληροφορηθούν τα Σκαθάρια, την απάτη. Σε μία τέτοια συνέντευξη, που εμφανίζεται να δίνει ο John Lennon, αποκλειστικά στους Μοντέρνους Ρυθμούς, φέρεται να δηλώνει πως το μεγαλύτερο του όνειρο, είναι να γίνει πολυεκατομμυριούχος!».
Σε ποια συνέντευξη αναφέρεται ο Νταλούκας; Στην «Οι Μπητλς απαντούν χωριστά σε 40 “αδιάκριτες” ερωτήσεις/ Δεύτερος στόχος ο Τζων Λέννον» από το τεύχος 7 της 1/7/1964. 
Κατ’ αρχάς να πω του Νταλούκα πως για μια ακόμη φορά γράφει ό,τι του κατέβει, παίρνοντας στο λαιμό του αθώους ανθρώπους γενικώς και ηλίθιους-άσχετους αναρχοφασίστες ειδικότερα.
Κι αυτό, γιατί μ’ ένα προσεκτικό διάβασμα πουθενά δεν φαίνεται ότι τις συνεντεύξεις τις έχουν δώσει οι Μπητλς στους Μοντέρνους Ρυθμούς (αυτό μόνο ο Νταλούκας θα μπορούσε να το πει!). Στο πρώτο απ’ αυτή τη σειρά των κειμένων, που αναφέρεται στον Ringo Starr (Μ.Ρ. #6, 16-30/6/1964) διαβάζουμε στην εισαγωγή: 
«Τους Μπητλς –καθένα χωριστά– κατάφεραν να τους περάσουν από 40 ενδιαφέρουσες ερωτήσεις, αν και προσωπικά πιστεύω (σ.σ. είναι η συντάκτρια Μαίρη αυτή που γράφει την εισαγωγή) πως καλά θα έκαναν να τους περάσουν από 40… κύματα. Αρχίζω για σήμερα την Ιεοροεξέτασι από τον Ρίνγκο Σταρ. Τον ρώτησαν και απάντησε…».
Από το «κατάφεραν να τους περάσουν» και από «τον ρώτησαν» είναι προφανές πως οι συνεντεύξεις αυτές δεν δόθηκαν στους Μοντέρνους Ρυθμούς, άρα εκείνο που γράφει ο Νταλούκας είναι το εντελώς αναξιόπιστο!
Επίσης, εντελώς βλακώδες είναι κι εκείνο το… «εμφανίζονταν, οι Beatles, να έχουν δώσει ηλίθιες συνεντεύξεις».
Ο Νταλούκας υπονοεί πως οι Μ.Ρ. κατασκεύασαν αυτές τις «ηλίθιες» συνεντεύξεις και πως αυτές δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Μπαρούφα ολκής!
Οι συνεντεύξεις αυτές δόθηκαν το πρώτο εξάμηνο του 1964 για το αμερικανικό περιοδικό 16 Magazine και δεν ήταν… κατασκευασμένες από τον Τσόγκα. Ο Νταλούκας γι’ άλλη μια φορά πιάνεται αδιάβαστος!
Η συνέντευξη του John Lennon στο αμερικανικό περιοδικό '16 Magazine', που μεταφράστηκε στο τεύχος 7 των Μοντέρνων Ρυθμών από την 1η Ιουλίου 1964. (Κλικ στην εικόνα, για να την διαβάσετε με άνεση).
Η συνέντευξη τού Lennon στο 16 Magazine που είναι, σε γενικές γραμμές, πολύ καλά μεταφρασμένη, από την Μαίρη, μπορεί να είναι κάπως «ηλίθια» (γιατί, όπως λέει και η ίδια, καλό θα ήταν «να τους περάσουν από 40… κύματα», αντί να τους κάνουν 40 ερωτήσεις!! – α λα της η Μαίρη!!) είναι όμως ακριβής, και δείχνει τι κατά βάθος ήταν οι Beatles εκείνη την εποχή. Δεν είχαν καμμιά σχέση με τους Beatles, θέλω να πω, των τελών της δεκαετίας. Και αναφέρομαι στην ιδεολογικοπολιτική συγκρότησή τους και όχι στα τραγούδια τους αναγκαστικώς – γιατί κι εκείνα τα πρώτα τους κομμάτια δεν παύει να είναι συγκλονιστικά.
Έτσι λοιπόν αυτό που λέει ο Νταλούκας… «σε μία τέτοια συνέντευξη, που εμφανίζεται να δίνει ο John Lennon, αποκλειστικά στους Μοντέρνους Ρυθμούς, φέρεται να δηλώνει πως το μεγαλύτερο του όνειρο, είναι να γίνει πολυεκατομμυριούχος!» δεν είναι απλώς μπαρούφα (καθώς ο Νταλούκας νομίζει πως το «πολυεκατομμυριούχος» δεν ειπώθηκε από τον Lennon και κατασκευάστηκε από τον Τσόγκα) είναι και κακοήθεια προς εκείνο το παλαιό ελληνικό έντυπο, που επιχειρούσε να μεταφέρει κάτι από το «μπητλικό» κλίμα του ’64 (τόσο νωρίς) και στην Ελλάδα.
Φυσικά οι ερωτήσεις προς τον John Lennon και οι απαντήσεις του στο 16 Magazine ήταν οι εξής: 
What is your ambition? 
The first one is to write a musical with a lot of humor in it. 
What is the other one? 
To make a lot of money; to be a real millionaire. 
Καθώς στους Μοντέρνους Ρυθμούς διαβάζουμε:
Ποια είναι η επιδίωξί σου;
Θέλω να γράψω ένα μιούζικαλ με χιούμορ.
Τι άλλο;
Να κάνω πολλά λεφτά. Να γίνω ένας πραγματικός εκατομμυριούχος.

Αν υπάρχει κάποιο θέμα με τη μεταφρασμένη συνέντευξη του Lennon στους Μοντέρνους Ρυθμούς αυτό έχει να κάνει με την μη αναφορά τής πηγής. (Εγώ, που μπορεί να είμαι… κακός να πούμε, θα πω «ευτυχώς», γιατί έτσι ξεσκεπάζονται σήμερα οι διάφοροι άσχετοι!). Αλλά αυτό, η μη αναφορά της πηγής, ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο τότε στα έντυπα. Ακόμη και στη δεκαετία του ’80 (για να μην πω και του ’90 – σίγουρα και του ’90) σε κείμενα μουσικών περιοδικών δεν αναγράφονταν οι πηγές.
Ας πω ένα χοντρό παράδειγμα για να γίνω κατανοητός.

Το πρώτο κι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα που γράφτηκαν ποτέ στην Ελλάδα για το βρετανικό underground των sixties ήταν το «Η εξέλιξη του βρετανικού underground στη δεκαετία του ’60» του Νίκου Κοντογούρη, που δημοσιεύτηκε στο ετήσιο Ποπ & Ροκ του ’83-’84. Φυσικά, πουθενά, για το πλήθος των στοιχείων και των γεγονότων που αναφέρονται εκεί, δεν υπάρχει η παραμικρή βιβλιογραφική αναφορά. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο Playpower του Richard Neville, είδα ολόκληρες παραγράφους του μεταφρασμένες στο κείμενο του Κοντογούρη. Δεν παραξενεύτηκα… αλλά αυτό, από μόνο του, καθιστά το ελληνικό κείμενο αναξιόπιστο; Εννοείται πως όχι. Οι πηγές θα προσέθεταν στην αξιοπιστία του κειμένου; Εννοείται πως ναι – χωρίς αυτό να σημαίνει πως το κείμενο ήταν καθολικώς και εκ των προτέρων αναξιόπιστο.

Το να μην αναφέρεις πηγές μπορεί να είναι λάθος, για να μην πω βλακώδες (καθότι οι πηγές «ανεβάζουν» πάντα αυτά που γράφεις), όμως τούτο δεν έχει να κάνει στο βάθος του χρόνου σώνει και καλά με την αξιοπιστία. Το ξαναλέω. Το θέμα της αξιοπιστίας αφορά στο… αν εκείνα που γράφονται είναι σωστά ή όχι. Βεβαίως, και όντας άνευ πηγών, αυτό δεν μπορεί κάποιος να το ελέγξει άμεσα, όταν όμως εντοπίσει τις πηγές και το ελέγξει τότε και μόνον τότε θα μπορεί να αποφανθεί για την αξιοπιστία τους ή όχι.
Έτσι λοιπόν, σήμερα, θα πούμε πως η συνέντευξη του John Lennon, που εμφανίζουν οι Μοντέρνοι Ρυθμοί το 1964, είναι εντελώς αξιόπιστη, ανεξαρτήτως του γεγονότος πως, τότε, δεν αναφέρθηκε η πηγή της.
Αυτά είναι απλά πράγματα, και όλοι πρέπει να τα καταλαβαίνουμε. 

Όταν έρχεται λοιπόν ο Νταλούκας, εν έτει 2016, και βγάζει τους Μοντέρνους Ρυθμούς αναξιόπιστους βάσει των συγκεκριμένων «ενστάσεών» του, τότε θα πρέπει να του ξαναπούμε πως… δεν ξέρει τι του γίνεται και πως παίρνει κι άλλους αθώους (δηλαδή πανάσχετους) μαλακοκάβληδες στο λαιμό του.
Οι αναρχοφασίστες λοιπόν και όποιοι άλλοι παπάρες, αν έχουν κώλο, ας πάρουν οι ίδιοι να διαβάσουν προσεκτικά τα τεύχη των Μοντέρνων Ρυθμών, αφήνοντας κατά μέρος την αισθητική (και το τι λέει ο ένας κι ο άλλος – ο Νταλούκας ή εγώ), και πάνω εκεί, στο προσεκτικό διάβασμα, να μας πουν οι ίδιοι τι είναι αναξιόπιστο και τι όχι. Μπορούν να το κάνουν; Αν μπορούν, εμπρός. Αν όχι, τότε ας το βουλώσουν. Να μην ασχολούνται μ’ αυτά τα θέματα και να πάνε να… τσιγαρίσουνε κρεμμύδια. Αν είναι ικανοί και γι’ αυτό δηλαδή…

CLEMENS WENGER από τον κατάλογο της αυστριακής JazzWerkstatt

Αν και στα τριάντα τέσσερα χρόνια του ο Αυστριακός Clemens Wenger είναι ένας μουσικός με ήδη κάποιο παρελθόν. Και το παρελθόν αυτό δεν συνδέεται μόνο με την παρουσία του στα σχήματα 5/8erl In Ehr'n και Maja Osojnik Band ή στις διάφορες «μικρότερες» συνεργασίες του, αλλά και με το γεγονός πως είναι ιδρυτής της JazzWerkstatt, μιας εταιρείας που μας έχει δώσει εξαιρετικά άλμπουμ τα τελευταία χρόνια (για κάμποσα απ’ αυτά υπάρχουν reviews στο δισκορυχείον).
Το “Neapel” είναι το πρώτο προσωπικό CD τού Clemens Wenger (χειρίζεται σύνθια, πιάνο και ηλεκτρονικά), στο οποίο συνεργάζεται με κάποιους «έγχορδους» από τους επίσης γνωστούς μας Studio Dan, προσθέτοντας σε λίγα tracks ακουστικές κιθάρες ή ντραμς. Το συνολικό αποτέλεσμα θα το αποκαλούσαμε electro, με κατευθύνσεις άλλοτε πιο classic, άλλοτε πιο avant και άλλοτε πιο ηλεκτρονικές, με κομμάτια όπως το “Airport Titanic” να αποδεικνύονται και αρκούντως easy (αν και πάντα εξαίρετα) στη διαμόρφωση και ανάπτυξή τους.
Σε γενικές γραμμές εκείνο που φαίνεται από το “Neapel” είναι πως ο Wenger παίζει τις μουσικές που αγαπάει στα δάκτυλά του (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς), και κυρίως τη μεγάλη σχετική παράδοση της χώρας του, που είναι η κλασική μουσική. Από ’κει κινούμενος, κι έχοντας στα υπέρ του την ευχέρεια στη χρήση των ηλεκτρονικών, δεν είναι δύσκολο να καταλήξει κάπου… σ’ ένα μεταίχμιο, που να το ορίζει μόνος του και με τον τρόπο που εκείνος θέλει.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

το ξεφτιλίκι ενός βλάκα αναρχοφασίστα… που θέλει να μιλάει για το ροκ, ενώ δεν έχει δίσκους (το "βλάκα" το πρόσθεσα στις 9:31 μ.μ. ...) (δεύτερη προσθήκη στις 10:47 μ.μ...)

…το παρακολουθείτε στα σχόλια, αλλά το βλέπετε και στα δύο screen shots (ώστε να σβήσω και τις παραπομπές προς το εμετικό blog του)...
Κάνεις κλικ στην εικόνα, ώστε να την δεις καλύτερα. Εδώ η αρχική ανάρτηση της 14/4/2015 χωρίς τους Tuxedomoon...
Κάνεις κλικ στην εικόνα, ώστε να δεις καλύτερα. Η ίδια ανάρτηση διαμορφωμένη εσχάτως από τον αναρχοφασίστα με την προσθήκη των Tuxedomoon...

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ROBERT SIN & THE HUCKLEBERRIES έλληνες είναι και παίζουν… haunted americana

Κάτι παίζει με την americana (το παλαιό country-rock χονδρικώς, πολύ χονδρικώς) στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό. Διάφορα γκρουπ και τραγουδοποιοί, που ξεπετάγονται από ’δω κι από ’κει, γράφουν και συνθέτουν πάνω σ’ αυτό το στυλ, που διακόνησαν ο Dylan, οι Byrds, οι Band, οι Crazy Horse, ο Neil Young, ο Gram Parsons και άλλοι πολλοί εκεί μετά τα μέσα του ’60. Αναφερόμαστε σ’ έναν ήχο, θέλω να πω, με πολύ βαθιές ρίζες, που ανακατεύει το rock (ψυχεδελικό ή άλλο), με την country μπαλάντα, το folk και το blues (και άλλα επιμέρους είδη) και ο οποίος, επί της ουσίας, ποτέ δεν υπέστη φθορά στην Αμερική. Απεναντίας, ξαναγνώρισε μεγάλη άνθηση, εκεί, μετά τα μέσα του ’90 και στις αρχές των 00s με συγκροτήματα όπως οι Lambchop, οι Wilco, οι Drive-By Truckers και δεκάδες άλλα… Τώρα, τα τελευταία χρόνια, «παίζει» πολύ και στην Ελλάδα. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα τον Moa Bones, τους Appalachian Cobra Worshipers, τον Λάμπρο Παπαλέξη και τις Χτισμένες… των Θεμελίων, τον Kosta A.-Monk, τους Thee Holy Strangers και δεν θυμάμαι ποιους άλλους ακόμη… Βεβαίως όλα αυτά τα ονόματα δεν ηχούν «ακριβώς το ίδιο», αλλά, εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν σοβαρές κοινές καταβολές – και αυτό δεν κρύβεται. Σ’ αυτή την ομάδα λοιπόν εντάσσεται και ο Robert Sin (Λάμπρος Καράμπαλης) με τους Huckleberries δηλ. τους Στέλιο Χαμπίπη ηλεκτρικές κιθάρες, Θοδωρή «Θείο» Καράμπαλη πλήκτρα, Εύη Χασαπίδου-Watson μπάσο, φωνή και Δημήτρη Μπουρούσα ντραμς. Κάποια απ’ αυτά τα ονόματα δεν είναι άγνωστα στους φίλους του ελληνικού ροκ. Ο Χαμπίπης π.χ. έπαιζε κιθάρα στους Libido Blume, η Εύη Χασαπίδου είναι φυσικά η Εύη των No Man’s Land, Echo Tattoo κ.λπ., ενώ ο Μπουρούσας ήταν κι αυτός στους Libido Blume… Το “…and the Ghosts in Between” [G.O.D. Records, 2016] είναι η πρώτη κατάθεση τού Robert Sin και σ’ αυτήν όλα τα τραγούδια (και τα εννέα) είναι δικά του (μουσικές και στίχοι).
Τα στιχάκια κατ’ αρχάς του Robert Sin, που είναι γραμμένα στην αγγλική, είναι απλά και κατανοητά. Χωρίς περισπούδαστες διατυπώσεις μιλάνε για προσωπικές καταστάσεις, ερωτικά και υπαρξιακά ζητήματα, βγάζοντας μια θετική απόκριση και όχι μια… κλάψα. Είναι με την… σωστά καλιμπραρισμένη ζυγαριά αισιόδοξα, αφήνοντας μιαν αληθινή σιγουριά και μιαν απλότητα. Προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι μουσικές βεβαίως. Παρότι τα κομμάτια έχουν ποικίλες διάρκειες (από 4λεπτα μέχρι σχεδόν 11λεπτα), που σημαίνει πως ο τραγουδοποιός δεν ακολουθεί μια στάνταρ γραμμή ανάπτυξης, εντούτοις είναι όλα μελετημένα – δίχως να λείπει κάτι από τα μικρότερης διάρκειας και δίχως να χάσκουν τα μεγαλύτερα. Τα tempi είναι συνήθως mid ή αργά, κάτι που ευνοεί την τραγουδοποιητική ηρεμία και αφηγηματικότητα, με τις ερμηνείες να κρίνονται ως επαρκείς (που σημαίνει ότι εκεί μπορεί να βελτιωθούν ακόμη περισσότερο τα πράγματα) και με τα παιξίματα να μην εντυπωσιάζουν μέσα από τα soli (παρότι αυτά δεν απουσιάζουν) όσο κυρίως από την στρωτή συνοδευτική παρουσία τους. Το όργανο, ας πούμε, κάνει πολύ καλή «πίσω» δουλειά, γεμίζοντας χώρους, ενώ και η ηλεκτρική κιθάρα, όταν βγαίνει μπροστά από την ακουστική ή την lap steel, ξέρει να παρασύρει – στο “At her mercy now” ας πούμε ή κυρίως στο “You and my ghost”, που είναι το περισσότερο τύπου psych κομμάτι του άλμπουμ. Πάντως το κορυφαίο track του CD είναι το προτελευταίο “Will-o-the-wisp”, ένα haunted blues, κάπως σαν αυτά που έλεγε ο Tony Joe White (αν και λιγότερο swamp και περισσότερο «χαμένο»).
Είναι μάλλον δύσκολο να εντάξεις κάπου, σε κάποιο στυλ, το “…and the Ghosts in Between” των Robert Sin & The Huckleberries. Εντάξει… λες ένα “americana” και ξεμπερδεύεις, αν είναι αυτό το θέμα. Στην πράξη, όμως, το άλμπουμ είναι πιο… μυστήριο. Δεν πρόκειται δηλαδή για ’κείνο που αναμένεις, ενδεχομένως, ν’ ακούσεις. 
 

NAFTULE’S DREAM αίμα

Οι Naftule’s Dream είναι γνωστοί από τα άλμπουμ τους στην Tzadik στα late 90s, όταν επιχείρησαν με πολύ επιτυχημένο, ομολογουμένως, τρόπο να συνδυάσουν την παραδοσιακή εβραϊκή μουσική, το klezmer, με την jazz, το rock, τις γενικότερες μουσικές της Ανατολής και τον αυτοσχεδιασμό. Το αποτέλεσμα είχε καταγραφεί τότε σε τέσσερα τουλάχιστον CD (τρία στην εταιρεία του John Zorn και ένα στην Innova), για ν’ ακολουθήσει, έκτοτε, ένα μεγάλο διάστημα δισκογραφικής αποχής, το οποίο «σπάει» τώρα, μετά από 14 χρόνια. Και «σπάει» με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, καθότι το “Blood” [Naftule’s Dream Recordings, 2016] είναι ένα εξαιρετικό άλμπουμ, ένα από τα καλύτερα που έφθασαν στ’ αυτιά μου τους τελευταίους μήνες.
Να πούμε, κατ’ αρχάς, τα ονόματα των μουσικών που αποτελούν σήμερα τους Naftule’s Dream. Τούτοι είναι: ο κλαρινίστας Glenn Dickson, ο κορνετίστας Gary Bohan, ο ακορντεονίστας Michael McLaughlin, ο κιθαρίστας Andrew Stern, ο τουμπίστας Jim Gray και ο ντράμερ Eric Rosenthal. Μάλιστα, τέσσερις απ’ αυτούς (McLaughlin, Dickson, Rosenthal, Gray) συμμετείχαν και στην τελευταία ως σήμερα εγγραφή τού γκρουπ από το 2002, πράγμα που σημαίνει πως ο ήχος των Naftule’s Dream, γενικώς, είναι ο «αυτός», παρά τις προσθήκες του τουμπίστα και του ακορντεονίστα.
Ένα δεύτερο που πρέπει να πούμε είναι πως και τα εννέα tracks του “Blood” είναι πρωτότυπα. Αυτό δεν είναι κάτι σύνηθες, για ένα γκρουπ που μπορεί να κινείται στο klezmer/ rock/ jazz/ ethnic σκηνικό – και τούτο επειδή είναι πολύ μεγάλος ο πειρασμός να «πειράξεις» κάτι πασίγνωστο, κάτι παραδοσιακό. Οι Naftules’s Dream το αποφεύγουν… και καλώς πράττουν. Είναι τόσο πολλά εκείνα τα δικά τους που θέλουν και πρέπει να πουν, οπότε κάθε τι άλλο δεν μπορεί παρά να περισσεύει. Οι συνθέσεις τους, φυσικά, μπορεί να έχουν παραδοσιακές άκρες –κάποια έχει τίτλο “Calabria”, κάποια άλλη “Turkisher”, η “Boss shabbos” είναι πέρα για πέρα βαλκανική (η μελωδία μπορεί να είναι από ρουμάνικη μέχρι σμυρνέικη), η “Klez spiritual” συνενώνει klezmer και gospel εις σάρκαν μία–, όμως εκείνο που μετράει είναι το «προσωπικό» τους δόσιμο, η  ανάγκη να εκφράσουν τη σύγχρονη πολιτισμική βαβέλ με όρους αισθητικούς, που υπαγορεύονται από τους κλασικούς τρόπους επικοινωνίας των παραδόσεων και όχι από κίβδηλα ιδεολογήματα (με στόχους ανεξακρίβωτους). Έτσι, το αποτέλεσμα στο “Blood”, και σε κάθε περίπτωση, καταγράφεται ως εξαιρετικό, ου μην αλλά και εξωφρενικό, καθώς σε ουκ ολίγα από τα κομμάτια είναι σαν να τρέχεις στην… κατηφόρα (του γλεντιού) με λυμένα φρένα…
Επαφή: www.naftulesdream.com

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016

Όταν η Μαλβίνα και ο Βασίλης Ραφαηλίδης έγραφαν ιστορία στη δεκαετία του ’90 - Κείμενα και περιστατικά με αφορμή τα 14 χρόνια από το θάνατο της Μαλβίνας

Είχαν υπάρξει φίλοι από παλιά, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 (είχαν γνωριστεί σε κάποιο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης). Η Μαλβίνα και ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν δύο πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν, κατ’ αρχάς στο γυαλί, στην πρώτη δεκαετία της ιδιωτικής τηλεόρασης. Δεν είναι μόνο το γεγονός πως είχαν βρεθεί κάμποσες φορές μαζί, σε εκπομπές της TV (και στο ραδιόφωνο), ήταν και ο λόγος που άρθρωναν, είτε μαζί είτε μόνοι – ένας λόγος που συνήθως ανέτρεπε πολλά ή τα πάντα.
Μαλβίνα και Ραφαηλίδης συνέπιπταν σε πολλά, αισθητικά κυρίως θέματα (Τέχνη, κινηματογράφος κ.λπ.) και παρά τις ας-τις-πούμε ιδεολογικοπολιτικές διαφωνίες και αφετηρίες τους, συμφωνούσαν σε κάτι βασικό εκείνη την εποχή, που είχε για τους ίδιους, και για όσους άλλους, ύπατο νόημα. Στο ότι ο λεγόμενος «εκσυγχρονισμός» που προωθούσε η κυβέρνηση Σημίτη (του… ΙΕΚ Τάπερμαν), ήταν μια αηδιαστική λαίλαπα, που στόχο είχε την αναπροσαρμογή του εγχώριου κεφαλαίου (μια χρηματιστηριακή μόχλευση, ένα αριθμητικό μαγείρεμα) στο υπό διαμόρφωση, αλλά μαθημένο σε κάποιους ελάχιστους κανόνες τυπικά «καλής συμπεριφοράς», νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Αν και η Μαλβίνα έδειχνε να τείνει περισσότερο προς τους τότε «προεδρικούς» (τους παπανδρεϊκούς δηλαδή), ίσως επειδή τους ένοιωθε κάπως σαν αντίβαρο στην επέλαση των… λευκών κολάρων τού «εκσυγχρονισμού» (βεβαίως απεδείχθη πως ήταν ίδιοι και χειρότεροι), ο Ραφαηλίδης, ένας πεπεισμένος μαρξιστής/κομμουνιστής, αλλά με μία όλο και πιο ελευθεριακή δημόσια έκφραση εκείνη την τελευταία δεκαετία της ζωής του, έψαχνε κάπου για ν’ ακουμπήσει…
Μαλβίνα και Ραφαηλίδης βρέθηκαν πολύ κοντά την εποχή τού ΜΑΛΒΙΝΑ HOSTESS, της περιώνυμης εκπομπής του MEGA από το 1997, του κορυφαίου εν πάση περιπτώσει σατιρικού προγράμματος που έσκασε ποτέ στην ελληνική τηλεόραση. Η εκπομπή, που αποτέλεσε την αρχή για την τελευταία προσωπική περιπέτεια του Ραφαηλίδη, ήταν εκείνη που θα οδηγούσε, στην πορεία, τους δύο φίλους στη σύγκρουση – κάτι που θα σημάδευε, οπωσδήποτε, τα τελευταία χρόνια της ζωής τους.
Εκείνη την περίοδο ο Βασίλης Ραφαηλίδης δούλευε στο ΕΘΝΟΣ, ως γνωστόν. Έτσι, εντυπωσιασμένος από το ΜΑΛΒΙΝΑ HOSTESS αποφασίζει να γράψει 21 άρθρα υπερασπιστικά της Μαλβίνας (που δεχόταν επιθέσεις από τον «εκσυγχρονισμό»), δίνοντάς τα για να δημοσιευτούν στη στήλη του «Κάθε Μέρα».

Η συνέχεια εδώ…

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ 1966-2016

Έφυγε από τη ζωή στα 50 του (ή και λίγο πριν απ’ αυτά) ο σκηνοθέτης και άλλα διάφορα Νίκος Τριανταφυλλίδης.
Εμείς οι παλαιότεροι, που ασχολούμαστε με τη μουσική, μάθαμε τον Νίκο Τριανταφυλλίδη από τα κείμενα, τις συνεντεύξεις και τις δισκοκριτικές του στο περιοδικό Ήχος & Hi-Fi στα χρόνια του ’80 – κάτι που έχει λησμονηθεί από τα βιογραφικά που μοιράστηκαν στα μέσα και τον Τύπο, με αφορμή τον πρόωρο θάνατό του. Ίσως, γιατί, όλα αυτά τα… περί μουσικής δεν είναι και πολύ βασικά για τους πολλούς...
Του Τριανταφυλλίδη του άρεσαν ιδιαιτέρως ο Marc Almond, ο Tom Waits, η Diamanda Gallas, οι Gun Club, ο Blaine L. Reininger και οι Tuxedomoon βεβαίως, μα ακόμη ο Phil Ochs και ο Γιώργος Ρωμανός. Μάλιστα για το «Κράμα», μία από τις δισκάρες της εποχής, είχε γράψει στον Ήχο (#187, Οκτώβριος ’88):

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ: Κράμα [Virgin, 1988]
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που ο Γιώργος Ρωμανός ακολουθούσε το μοναχικό του δρόμο σε ένα χώρο που δεν του ήταν αρκετός. Το Νέο Κύμα και η Χατζιδακική Αυλή δεν τον χωρούσαν. Οι ανησυχίες του ξεπερνούσαν τα αισθητικά τους στεγανά. Με τη φυγή του στο Παρίσι έχουμε μια πολύχρονη σιωπή που σπάει με το «Κράμα», το άλμπουμ που σημαίνει και την επιστροφή του Γιώργου Ρωμανού στα ελληνικά μουσικά πράγματα, καθώς η προσπάθεια με τους You Guys μάλλον κάπου αλλού ανήκε.
Φυσικά και ο Γιώργος Ρωμανός δεν έχει μεγάλη ή μικρή σχέση με τη δεκαετία του ’80 και τα οδυνηρά συμπτώματά της. Ούτε και φαίνεται να τον απασχολούν τα σύγχρονα ηλεκτρικά ρεύματα. Αυτό δεν σημαίνει πως το «Κράμα» είναι παρωχημένο, και φυσικά αυτές οι παρατηρήσεις δεν είναι αναγκαίο να καταχωρηθούν στα πλην του δίσκου. Αντ’ αυτού του αξίζουν συγχαρητήρια που δεν εκβίασε το υλικό του με εξυπνακίστικα, δήθεν σύγχρονα κολπάκια, κάτι που διακρίνει την συντριπτική πλειοψηφία των πανικόβλητων συνομηλίκων του. Άλλη είναι η παράδοση που κουβαλάει μέσα του ο Γιώργος Ρωμανός και κάνει πολύ καλά που την φροντίζει τόσο στοργικά. Ανιχνεύοντας τις πολυεπίπεδες μελετημένες συνθέσεις του θα ανακαλύψεις έναν μουσικό πλούτο που αρχίζει από την ελληνική παράδοση και φτάνει στις φόρμες του Φρανκ Ζάπα ή την ακουστική ηθική του Ίαν Άντερσον. Όλα αυτά δεν προκαλούν με μια επιπόλαιη παντρειά τους. Δεν έχουμε να κάνουμε με άλλο ένα αδέξιο, βάρβαρο και πρωτόγονο προξενιό Δύσης και Ανατολής, αλλά μ’ ένα άλμπουμ με πολλές και καλά κρυμμένες αναφορές. Ίσως γιατί ο Γιώργος Ρωμανός είναι μια προσωπικότητα με οράματα, με μια βιωμένη ιστορία και με μια επίπονη, γόνιμη σχέση με τη γλώσσα, τόσο της μουσικής όσο και του γραπτού λόγου. Η ευαισθησία του για την ελληνική γλώσσα είναι το μεγάλο «συν» του άλμπουμ. Ριψοκίνδυνες λυρικές ακροβασίες πάνω στο τεντωμένο σχοινί των λεξιλογικών συνειρμών.
Πολλοί θα ξινίσουν τα μούτρα τους, αλλά αυτό μάλλον δεν θα ανησυχήσει τον Γιώργο Ρωμανό. Και αυτή η σιγουριά είναι που επισφραγίζει την ιδιαιτερότητά του.
****
Νίκος Τριανταφυλλίδης 

Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης γούσταρε τα λαϊκά, όπως πολλοί έλληνες ροκάδες της ηλικίας μας. Ο Λευτέρης Μυτιληναίος ήταν από τους αγαπημένους του τραγουδιστές και αυτό το κομμάτι πολύ θα του άρεσε… 

Εις μνήμην και ελαφρύ το χώμα...

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΕΡΙΩΝΗΣ ιστορίες του καλοκαιριού και της μνήμης

Ο Δημήτρης Βεριώνης είναι νέος τραγουδοποιός, αν και όχι… τόσο νέος καθώς δισκογραφεί από το 2006 –το πρώτο άλμπουμ του ήταν «Το Πιο Όμορφο Παράθυρο της Πόλης», για ν’ ακολουθήσει το «Κάτω απ’ το Ίδιο Φεγγάρι» το 2012–, ενώ ασχολείται με τη μουσική από τα eighties. «Το Καλοκαίρι του Άχυρου/ Ιστορίες του Καλοκαιριού & της Μνήμης» είναι το τρίτο CD του λοιπόν, είναι διπλό και κυκλοφορεί σε καλαίσθητη συσκευασία βιβλίου από τον Μετρονόμο. (Το βιβλίο περιλαμβάνει στίχους και επεξηγηματικά κείμενα του Βεριώνη, σχετικά με τα τραγούδια του).
Ο Βεριώνης γράφει προσωπικά στιχάκια (πολύ προσωπικά ορισμένες φορές), επενδύοντας, συγχρόνως, στο ύφος της γνώριμής μας ελληνόφωνης ροκ μπαλάντας. Τα τραγούδια του, όσον αφορά στα λόγια, ενώ δεν είναι πολύ βαθειά (εκείνα των πολύ υψηλών νοημάτων τέλος πάντων), έχουν μια χάρη και μιαν… οικειότητα, ενώ και οι μελωδίες του, χωρίς να είναι κάτι που δεν το έχεις ξανακούσει, διατηρούν συχνά μια πρωτογενή έμπνευση και μια ζωντάνια.
Στο «Καλοκαίρι του Άχυρου» ο Βεριώνης θυμάται πολλά γεγονότα από τις παρελθούσες δεκαετίες της ζωής του, ή και… πριν απ’ αυτές, κατασκευάζοντας τα ανάλογα «επεισόδια», δημιουργώντας τη βεβαιότητα ενός ανθρώπου, που έχει μεγαλώσει ηλικιακώς εκβιάζοντας, ενίοτε, έναν κάποιον απολογισμό. Θέλω να πω πως ορισμένα τραγούδια, ενώ είναι γραμμένα από έναν νέο ακόμη άνθρωπο, αφήνουν στη διαδρομή κάτι το… μεγαλίστικο. Ίσως σ’ αυτό να συμβάλλουν και οι ενορχηστρώσεις, που είναι κάπως επίπεδες, χωρίς να στερούνται, θεωρητικώς, ποικιλίας ηχοχρωμάτων. Κι αυτό νομίζω πως είναι ένα ζήτημα με τα τραγούδια τού Βεριώνη. Το γεγονός πως έμειναν ανεκμετάλλευτα τα πολλά και ποικίλα ηχοχρώματα (βιολί, τσέλο, φλάουτο, βιόλα, τρομπέτα, σαξόφωνα, κιθάρες εννοείται, πιάνο κ.λπ.), που είχε ο τραγουδοποιός στη διάθεσή του. Εκεί, λοιπόν, στο στούντιο, απαιτείται ψάξιμο ή έστω… ακόμη περισσότερο ψάξιμο.
Από το πρώτο CD μού άρεσαν ιδιαιτέρως το «Μια βιολέτα στη σελήνη», τραγούδι αφιερωμένο στη θεά… τραγουδίστρια και ηθοποιό Μάριον Σίβα («πέταξε» στην Αθήνα το 1981, στα 42 χρόνια της), το «Η δική μας Ρώμη», που με πήγε πίσω σε κάτι μακρινό και αγαπημένο (στο “Andalucian blues” των Chicken Shack) και από το δεύτερο CD κυλάνε ωραία το «Ο Αλέκος και ο Διομήδης» (για τον Αλέκο Παναγούλη και τον Διομήδη Κομνηνό) και κυρίως το «Το πετάω την καρδιά μου στα σκουπίδια» (ίσως το ωραιότερο τραγούδι τού άλμπουμ).
Ο Δημήτρης Βεριώνης έχει ενδιαφέρον ως τραγουδοποιός, αφού στις καλύτερες των στιγμών τού τελευταίου δίσκου του στέκεται «ψηλά» ή και «πολύ ψηλά» (δεν εξειδικεύω, τώρα, επί των στίχων και των ιστοριών ή της Ιστορίας). Εκείνο που χρειάζεται, πέρα από το ψάξιμο στο στούντιο (που είναι μεν σημαντικό, αλλά είναι το τελευταίο στη σειρά), είναι να δοθεί ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στο πρωτογενές υλικό – στα λόγια και τις μελωδίες δηλαδή. Μετά από ένα αυστηρό, προσωπικό, φιλτράρισμα-ξεκαθάρισμα νομίζω πως το συνολικό αποτέλεσμα θα τείνει ακόμη πιο γρήγορα και ακόμη περισσότερο προς το ποθούμενο. 
Επαφή: www.metronomos.gr

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

ήταν η ΚΑΜΠΥΛΗ το πρώτο περιοδικό ανοιχτής γκέι θεματολογίας στην Ελλάδα;

Μπορεί η Καμπύλη να εμφανίστηκε στο ένα και μοναδικό τεύχος της, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του ’78, ως μια «έκδοση τέχνης», ήταν όμως ένα περιοδικό με ξεκάθαρη γκέι θεματολογία. Στο περιοδικό συμμετείχε μια ομάδα ανθρώπων, γνωστοί οι περισσότεροι (και τότε, αλλά ιδίως σήμερα) για τις πολλές και ποικίλες δραστηριότητές τους. Αυτοί ήταν…
Κατ’ αρχάς ο εκδότης και σκηνοθέτης Νίκος Φατούρος, έπειτα ο ποιητής, συγγραφέας, μεταφραστής και στιχουργός του ελληνικού ροκ (Λήδα-Σπύρος, Βλάσσης Μπονάτσος κ.λπ.) Ανδρέας Αγγελάκης (1940-1991) που υπογράφει ως Α.Α., ο ποιητής, μεταφραστής και άλλα πολλά Λουκάς Θεοδωρακόπουλος (1925-2013), ο Νίκος Παναγιωτόπουλος (ουδεμία σχέση με τον προσφάτως εκλιπόντα σκηνοθέτη ή τον ποιητή του «Σύσσημον ή Τα κεφάλαια»), ο Νίκος Μουρατίδης (με σπουδές σκηνοθεσίας τότε, και αργότερα πρόσωπο της δισκογραφίας, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, εκδότης κ.λπ.) και ο Τάκης ΣΠ., δηλαδή ο Τάκης Σπετσιώτης, γνωστός επίσης σκηνοθέτης («Μετέωρο και Σκιά»), συγγραφέας και δοκιμιογράφος.
Το περιοδικό τυπωνόταν κατά βάση από μια παρέα, που είχε προέλθει από τη Σχολή Κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου, καθώς σπουδαστές της Σχολής ήταν οι Φατούρος, Παναγιωτόπουλος, Μουρατίδης και βεβαίως ο Σπετσιώτης. 
Περαιτέρω, οι Σπετσιώτης και Μουρατίδης είχαν συνεργαστεί (ως σκηνοθέτης ο πρώτος και ως ηθοποιός ο δεύτερος) σε δύο από τις πιο παλαιές avant queer ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, τις «Η Λίζα και η άλλη» (1976) και «Καλλονή» (1977) –η queer τριάδα της εποχής συμπληρώνεται με την «Όπερα» (1976) του Ανδρέα Βελισσαρόπουλου–, ενώ οι Θεοδωρακόπουλος και Αγγελάκης ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του ΑΚΟΕ.

Η συνέχεια εδώ…

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Ο πρωτοπυγμάχος Muhammad Ali ως ποπ εικόνα. Με αφορμή το θάνατό του θυμόμαστε τις μάχες του, τις απόψεις του, τους δίσκους του, ιστορικές φωτογραφίες του, τραγούδια που γράφτηκαν για ’κείνον κ.λπ.

Τo ότι ο πυγμάχος Muhammad Ali (17/1/1942-3/6/2016) έχει επηρεάσει το σύνολο της τέχνης και της κοινωνικής ζωής στην Αμερική είναι γνωστό σε όλους. Από τις ταινίες που γυρίστηκαν για τα κατορθώματά του (όπως το “Ali” του Michael Mann), τα βιβλία που γράφτηκαν για ’κείνον ή από εκείνον, τους δίσκους και τα τραγούδια που ηχογραφήθηκαν με θέμα τις μάχες του μέσα ή έξω από τα ρινγκ, μέχρι τις πολιτικές παρεμβάσεις του και τη χρησιμοποίησή του σε διαφόρων ειδών εκστρατείες… ένα είναι σίγουρο. Το όνομα “Muhammad Ali” προσέφερε και θα προσφέρει πάντα θέματα προς συζήτηση.
When We Were Kings
Προσωπικά, με ενδιέφερε πάντοτε η περίπτωση τού Ali, όχι τόσο ως πρωτοπυγμάχος ο ίδιος των βαρέων βαρών, όσο ως ποπ φαινόμενο. Φυσικά δεν είμαι μαύρος προκειμένου να μπορέσω να αντιληφθώ τι σήμαινε ακριβώς το “I’m the greatest!”, η ιστορική φράση του που ειπώθηκε την 5/11/1963 δυόμισι μήνες πριν τη θρυλική συνάντησή του με τον Sonny Liston στο Miami Beach –ένας προσέτι συμβολισμός της Black Power σε μιαν εποχή όπου ετίθετο υπό ισχυρή αμφισβήτηση η θέση του μαύρου ως καρπαζοεισπράχτορα– γνωρίζω όμως πως ο ρόλος τού Ali όσον αφορά στην αυτοσυνείδηση της ράτσας υπήρξε εξέχων, όπως εκείνος του φίλου του Malcolm X ή του Martin Luther King. Όλα αυτά ενόσω ο άνθρωπος ήταν νέος, υγιής και πάλευε στα ρινγκ, γιατί όταν αρρώστησε και γέρασε, το μόνο ίσως που απέμεινε να θυμίζει το ηρωικό παρελθόν δεν ήταν τα γάντια του, αλλά η πυγμαχική ρόμπα…
Ας πούμε λοιπόν πως ο Muhammad Ali είχε ενεργή σχέση με τη δισκογραφία από πολύ νωρίς, από την εποχή που λεγόταν ακόμη Cassius Clay – πριν εισέλθει δηλαδή στο «Έθνος του Ισλάμ». Χαρακτηριστικό το άλμπουμ “I’m the Greatest!” στην Columbia από τα τέλη του ’63, ένα από τα μεγάλα μαύρα spoken word κομμάτια στην ιστορία του δίσκου.

Η συνέχεια εδώ…

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

οι γιεγιέδες… αντιστέκονται στη χούντα διασκεδάζοντας (με) τον Λαδά!

Αυτό το φιλμάκι που θα δείτε στο τέλος προέρχεται από τον θησαυρό του Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου (ΕΟΑ). Εγώ δεν εκπλήσσομαι, γιατί αυτά τα ξέρω, όμως διάφορα «ζώα» μπορεί και να συνετιστούν… αν έχουν λίγη τσίπα πάνω τους.
Πρόκειται για μια μουσική εκδήλωση της ΕΦΕΕ, που είχε λάβει χώρα στο κινηματοθέατρο Παλλάς την 5/11/1972. (Όταν μιλάμε για ΕΦΕΕ το 1972 ξέρετε τι εννοούμε, το αντίθετο τής… Αντι-ΕΦΕΕ, και όλοι καταλαβαίνουν…).
Ο Ιωάννης Λαδάς, αυτός με τα μαύρα γυαλιά στο κέντρο, στο Παλλάς την 5/11/1972 καθώς παρακολουθεί συγκροτήματα του ελληνικού ροκ (πηγή: EOA)
Η εκδήλωση αφορούσε στο πλαίσιο των εορτασμών της επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940, ενώ παρευρίσκονταν σ’ αυτήν, όπως μαθαίνουμε από το ΕΟΑ, ο υφυπουργός Παρά τω Πρωθυπουργώ Σπυρίδων Κατσώτας, ο υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών Ιωάννης Λαδάς (που κυνηγούσε την ψυχεδέλεια…) και ο υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Κωνσταντίνος Ασλανίδης (ο τέως σφαγέας του αθλητισμού).
Οι Νοστράδαμος σε εκδήλωση της διορισμένης ΕΦΕΕ, την 5/11/1972, με ακροατήριο χουντικούς και... αντιστασιακούς (εδώ γελάμε) φοιτητές (πηγή: EOA)
Στη σκηνή του Παλλάς δεν βλέπουμε βεβαίως ορχήστρα να παίζει τραγούδια τού Μίκη Θεοδωράκη, ούτε τον Ξυλούρη να τραγουδάει «Πότε θα κάνη ξαστεριά»… Τι βλέπουμε; Γιεγιέδικα συγκροτήματα… του ελληνικού ροκ, τα οποία η χούντα τα είχε στα όπα-όπα. Στην πλατεία το... φοιτητικό κίνημα να παρακολουθεί με θέρμη. Ξέρετε τώρα… Οι παράνομες οργανώσεις της αριστεράς, μέλη του Ρήγα, της ΚΝΕ κ.λπ. …
Πιάνει το μάτι μου τους Νοστράδαμος (που τους… κυνηγούσαν οι συνταγματάρχες στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης… μπούχαχα…) ή μου φαίνεται;
Μπας και είναι και οι… τέλος πάντων… πιο κάτω, και κάποιοι άλλοι πριν απ’ αυτούς; Για να μας διαφωτίσουν οι διάφοροι ουφολόγοι-παπαρολόγοι-ροκολόγοι, που κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου…
Ου να μου χαθείτε μαλαπέρδες…

Πατήστε το link για να ’φχαριστηθείτε… ελληνική ψυχεδέλεια. Στο 3:45...

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

ο ΜΑΝΟΣ ΜΥΛΩΝΑΚΗΣ στο Ρέικιαβικ

Ο Μάνος Μυλωνάκης, όπως ίσως θυμάστε, ήταν το ένα ήμισυ των Your Hand in Mine, ένα ντουέτο που δεν υφίσταται πλέον. Έχοντας ξεκινήσει προσωπική καριέρα από καιρό –πριν ένα χρόνο είχαμε γράψει εδώ στο δισκορυχείον για το παρθενικό του “Zyklon”– ο Μυλωνάκης έχει έτοιμο καινούριο άλμπουμ ανεξάρτητης παραγωγής που τιτλοφορείται “Sólfar” και που είναι ηχογραφημένο στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας.
Εκεί, λοιπόν, στον ευρωπαϊκό βορρά βρέθηκε ο έλληνας μουσικός με «δικά μας» όργανα, ήτοι πλήκτρα (πιάνο, synth), τσέλο, μπάσο ντραμς, συν τρία «ισλανδικά» (βιολί, βιόλα, τσέλο), ίνα προκύψει ένα πολύ βαθύ, εσωτερικό, ατμοσφαιρικό και κινηματογραφικό… δωματίου CD, που έχει λόγο-ύπαρξης και μάλλον θέμα. Αν και αναγνωρίζω πως χαρακτηρισμοί όπως αυτοί («κινηματογραφικό», «ατμοσφαιρικό» και τα λοιπά) δεν λένε και πάρα πολλά, είναι πολύ πιθανόν όλο και κάποιοι να αντιλαμβάνονται τι εννοώ – οπότε, σ’ αυτή την περίπτωση, δεν είναι και εντελώς… ασήμαντοι.
Πλήκτρα, λοιπόν, από τον Μάνο Μυλωνάκη, κοντραμπάσο από τον Γιάννη Κολοβό, ντραμς από τον Δημήτρη Τασούδη και ακόμη βιολί από τον Viktor Orri Árnason, βιόλα από την Kristín Maríella Friðjónsdóttir και τσέλο από τους Hallgrímur Jónas Jensson και Στέφανο Κεμανετζή, προκειμένου να επενδυθεί το όραμα του Μυλωνάκη για μια μουσική, που έχει τον τρόπο να σε κερδίζει μέσα από την απλότητα και την ομορφιά της.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “The compass”. Piano-playing που θα μας πάει πίσω στον Wim Mertens και άλλους τινές νεορομαντικούς, και από ’κει και πέρα «γεμίσματα» από τα έγχορδα, που επιτείνουν τον γενικότερο διάκοσμο, μέσω της μελωδικής ανάπτυξης. Της ίδιας διάρκειας (λίγο λιγότερο από πέντε λεπτά δηλαδή) και το “Towards the setting sun”… ακούγεται για να συμπληρώσει το τοπίο της δύσης στον ισλανδικό ουρανό. Κι εδώ επιμελώς επαναλαμβανόμενα ρυθμικά και μελωδικά σχήματα, κι εδώ η ίδια άνεση στην περιγραφή εκείνου που... δεν υπάρχει λόγος να λέγεται. Το σχεδόν τρίλεπτο track “Ten”, που βρίσκεται στη μέση του άλμπουμ, θα μπορούσε να αφορά στο ηχητικό πλάνο τής 4AD (Pieter Nooten/ Michael Brook… τέτοια πράγματα) κι έτσι όπως το ακούω μού μοιάζει περισσότερο σαν «γέφυρα». Σαν «γέφυρα» προς το επόμενο “Quiet grey”, μια σύνθεση που είναι στηριγμένη στα ρυθμικά στοιχεία, δίχως να υποτιμάται, εννοείται, η μελωδική ακολουθία. Εδώ, όλη η ορχήστρα είναι επί ποδός και όλη μαζί φθάνει προς ένα αναμενόμενο τέρμα. “Sólfar” είναι ο τίτλος του έσχατου track του CD, μια σύνθεση που ξεκινά σε ήπιους τόνους, για να βαδίσει σε πιο έντονες γραμμές καθώς κυλάει και ολοκληρώνεται.
Το Sólfar κυκλοφορεί από την 16/04/2016 και την Record Store Day σε περιορισμένη έκδοση CD (με κωδικό για downloading). Όποιος ενδιαφέρεται το ψάχνει στη Θεσσαλονίκη [Lotus, Stereodisc, Noise] και την Αθήνα [Underflow, Vinyl Microstore].

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

ΟΡΕΣΤΗΣ ΛΑΣΚΟΣ ένα ποίημα για το καλοκαίρι

Τρέφω μεγάλη εκτίμηση για τον ποιητή Ορέστη Λάσκο (1907-1992) – ενίοτε, δε, και για τον σκηνοθέτη, αν και δεν είναι οι ταινίες του, τώρα, το θέμα μας. Μάλιστα μου κάνει εντύπωση το γεγονός πώς και γιατί δεν έχουν μελοποιηθεί πολλά από τα ποιήματά του, τα οποία, τις περισσότερες φορές, είναι τραγούδια από μόνα τους. Όπως τραγούδια από μόνα τους είναι και τα ποιήματα του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη (1888-1944), που τόσο τον είχαν επηρεάσει, και που τα έχουμε ακούσει σε πολλές περιπτώσεις μελοποιημένα.
Ο μόνος που σκέφτηκε να μελοποιήσει (υπέροχα) Ορέστη Λάσκο ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος στο soundtrack του «Χάππυ Νταίη» (1976) του Παντελή Βούλγαρη. Ο ίδιος (ο Σαββόπουλος) και ο Σώτος Παναγόπουλος είχαν τραγουδήσει την «Νινόν» από τη συλλογή «Το Φιλμ της Ζωής» [Τα Χρονικά, Αθήνα Άνοιξη 1934], όπως οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, γνωρίζουν. Προσωπικώς, δεν έχω κατά νου άλλες μελοποιήσεις ποιημάτων του Λάσκου (αναφέρομαι σε ποιήματα και όχι σε στίχους, που γράφτηκαν ειδικώς για να γίνουν τραγούδια) και αν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει κάτι περισσότερο, ας με πληροφορήσει…

Πρώτη ημερολογιακή ημέρα του καλοκαιριού σήμερα και επιλέγω για το δισκορυχείον το έξοχο ποίημα τού Ορέστη Λάσκου «Καλοκαιρινό μεσημέρι», παρμένο, και αυτό, από τη συλλογή «Το Φιλμ της Ζωής».

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ
Ειν’ οι στιγμές, που στους αγρούς με τους στομάχους των υγρούς
οι φλογισμένοι τζίτζικες με νευροσπάστων πήδους,
μέσα στο λάγγεμα της γης, μπαίγνια μιας κάποιας προσταγής,
κράζουν στριγκά για την ιερή διαιώνιση του είδους.

Είναι οι στιγμές, όπου γυμνά μπρος στα τσαντήρια τα πυκνά
τα νέα κορίτσια ο πίθηκος θωρώντας των τσιγγάνων,
στην υψικάμινο του ηλιού με τη γκριμάτσα ενού φιλιού
ξεσπάει σε τρίλλισμα τρελλό των διασταλτών του οργάνων.

Είναι οι στιγμές, που οι Μοναχοί μεσ’ στα κελιά των μοναχοί
με μάτια ως οίκων ανοχής δυο πορφυρά λαμπιόνια,
θωρούν ως οραματισμούς του Βελζεβούλ τους πειρασμούς
να ορχιούνται ομπρός σκορπώντας τους της αμαρτίας τ’ αφιόνια.

Είναι οι στιγμές, στο λαύρο φως, που ο ξαναμένος αδερφός
μεσ’ απ’ τη θέρμη την αβρή του ατμώδους κρεβατιού του,
τη γύμνια αντίκρυ την ιερή της αδερφής του αχνοθωρεί,
μ’ ύπουλο κάτι στον κανθό του ημίκλειστου ματιού του.

Κι’ είναι οι στιγμές, όπου κι’ εγώ κάτω απ’ της λαύρας το ζυγό
και μεσ’ στους πύρινους καπνούς της Αιτνικής σαρκός μου,
νοιώθω να βράζη κοχλαστά το σπέρμα εντός μου, ως να ζητά
να πλημμυρίση αγέρωχα τη μήτρα όλου του κόσμου.

Περισσότερα για τον ποιητή Ορέστη Λάσκο μπορείτε να πληροφορηθείτε σ’ ένα παλαιότερο κείμενo…