Η τηλεοπτική σειρά «Τα Στέκια», που είχε ξεκινήσει στην
αλήστου μνήμης ΝΕΡΙΤ, τον Μάιο του 2014 από τον αείμνηστο Νίκο Τριανταφυλλίδη,
συνεχίζεται και τώρα (στην ΕΡΤ2 πια). Η σειρά έχει απασχολήσει στο παρελθόν το
δισκορυχείον, βασικά για θέματα («στέκια»)
που άπτονταν και της μουσικής… κι έτσι μπορώ να υπενθυμίσω τι είχαμε γράψει για
τα «δισκάδικα» τον Φλεβάρη του 2015, τι για την «εισβολή του
rock n’
roll» τον Σεπτέμβριο του 2014 και τι για
την «παράγκα του Σίμου» τον Ιούλιο του 2014. Τα σχετικά
links είναι εδώ:
Τώρα επανερχόμαστε, προκειμένου να πούμε λίγα λόγια για το
επεισόδιο «Τα Στέκια της Jazz»,
που προβλήθηκε την Κυριακή 23 Ιουνίου (πάντα στην ΕΡΤ2).
Κατ’ αρχάς ένας πρώτος, γενικός, προβληματισμός έχει να
κάνει με το τι ακριβώς σημαίνει η λέξη «στέκι». Πώς ορίζεται σε πρώτη φάση,
αλλά και δευτερευόντως. Στέκι λοιπόν είναι ο χώρος στον οποίο μαζεύεται μια
παρέα, συνήθως χωρίς προσυνεννοήσεις (στο στέκι πας, γνωρίζοντας εξ αρχής πως
κάποιον θα βρεις εκεί), ενώ σ’ ένα δεύτερο πλάνο υπονοείται (έτσι νομίζω) πως
στο στέκι θα πας ακόμη και άφραγκος ή έστω με λίγα ψιλά στην τσέπη. Στέκι, στο
οποίο, για να μπεις, θα πρέπει να χαλάσεις, ξέρω ’γω, ένα πενηντάρι δεν είναι
και τόσο «στέκι» (έτσι όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι). Βεβαίως, στέκια έχουν και
οι φραγκάτοι και οι διάφορες «μασονίες» (η Λέσχη Μπίλντερμπεργκ π.χ. στέκι δεν είναι;), αλλά δεν νομίζω πως έχουν
κάτι τέτοιο στο νου τους οι άνθρωποι τής… Λαϊκά Productions.
Στέκι είναι το προπατζίδικο βεβαίως (και όχι προποτζίδικο),
επειδή μπορείς και να κάτσεις ακόμη και τζάμπα, διαβάζοντας τις αθλητικές
εφημερίδες, στέκι είναι ένα καφενείο στο οποίο επίσης μπορείς να κάτσεις τζάμπα
σ’ ένα φιλικό τραπέζι και να βλέπεις τους άλλους να παίζουν χαρτιά ή τάβλι,
στέκι είναι το παλιό δισκάδικο (δεν ξέρω για τα νέα…), στο οποίο επίσης μπορείς
να παραμένεις (με μεγαλύτερη άνεση αν ξέρεις τον καταστηματάρχη), ψάχνοντας δίσκους
και συζητώντας, ενώ στέκι δεν μπορεί να είναι ένα σημερινό τζαζ κλαμπ, σώνει
και καλά, στο οποίο μπορεί να θέλεις κι ένα 20άρι, ας πούμε, για να δεις ένα
ξένο σχήμα.
Στέκι ήταν το Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου στην Πλάκα, στο δεύτερη μισό του ’70
και στις αρχές του ’80 (δεν το είχα επισκεφθεί ποτέ – δεν πρόλαβα),
επειδή έχω ακούσει από θαμώνες του πως θα μπορούσες να πας σε αυτό ακόμη και
άψιλος, για να βρεις άλλους… τζαζοπαθείς και να συζητήσεις για μουσική κ.λπ.,
ενώ δεν ξέρω (προσωπικώς αμφιβάλλω σφόδρα δηλαδή) αν λειτούργησε ποτέ ως στέκι
το Half Note
(ένα club, που έπαιξε
και ρόλο meeting point
μιας κάποιας high society,
που ανακάτεψε, στα θλιβερά nineties,
την jazz με το glossy και το «δήθεν»). Αυτά
τα παραπάνω τα θέτω και ως προβληματισμό, για την ομάδα παραγωγής, καθώς «στέκι»
δεν μπορεί να είναι ο κάθε χώρος (έτσι απερίσκεπτα), επειδή έλαχε εκεί να συναθροίζονται
κάποιοι άνθρωποι. Πρέπει να μπαίνουν φίλτρα. Διαφόρων ειδών φίλτρα.
Λοιπόν για τα «Στέκια της Jazz» εγώ είχα από την αρχή πολύ χαμηλές προσδοκίες (κι όταν λέω
από την αρχή εννοώ από τον Μάρτιο, όταν πληροφορήθηκα για το γύρισμα του
επεισοδίου), οι οποίες (χαμηλές) προσδοκίες όχι απλώς επαληθεύτηκαν, αλλά πήγαν
και πιο κάτω. Η εκπομπή, εννοώ, ήταν κατώτερη και από το ήδη χαμηλό δικό μου
αναμενόμενο.
Για μένα είναι στρατηγικό λάθος το ότι δεν αφιερώθηκε μια
εκπομπή, μια ολόκληρη εκπομπή, στο Jazz Club του Μπαράκου. Το μόνο
πολύ σημαντικό τζαζ στέκι, που υπήρξε ποτέ στη χώρα. Θα μου πεις, τώρα, πως αν
δεν χώσεις ανάμεσα και τα «καινούρια πράματα» και μείνεις μόνο στις... παλιατζούρες, περιορίζεις τη δυνητική τηλεθέαση της εκπομπής σου. Ναι, εντάξει,
αλλά κάτι τέτοιο έχει να κάνει μόνο με τον έμπορο και τον διαφημιστή, και όχι
με τον ερευνητή και τον καλλιτέχνη. Όταν ο Νίκος Τριανταφυλλίδης είχε κάνει
εκπομπή για την Παράγκα του Σίμου, μια ιστορία τότε (το 2014) 60 χρόνων παλαιά,
δεν έχωσε ανάμεσα και διάφορα trendy
του σωρού, για να γίνει πιο κατανοητός και στους νεότερους. Έκανε μια εκπομπή
με ιστορικό θέμα (για ένα ιστορικό στέκι) κι έμεινε εκεί.
Λάθος λοιπόν αυτό. Και λάθος, περαιτέρω, επειδή δεν έγινε
ουδεμία αναφορά σε διάφορα άλλα τζαζ στέκια, που προϋπήρξαν του Μπαράκου (όσον
αφορά στην τζαζ πάντα). Αναφέρομαι στην Ρυθμική Λέσχη (έτος ίδρυσης 1946), στο Jazz Club των Αθηνών, που
λειτουργούσε στο εντευκτήριο της ΕλληνοΑμερικανικής Ένωσης, στην Ηρώδου Αττικού
25, ήδη από τα τέλη του ’50 και γιατί όχι και στο κορυφαίο jazz club των sixties, το Γαλαξίας του Hilton (που δεν ήταν για
όλους, ok – αλλά ούτε και η jazz ήταν τότε για όλους), που φιλοξένησε
επί σειρά ετών τη μεγαλύτερη και πιο αδικημένη, εν Ελλάδι, τζαζ μορφή, τον
πιανίστα Μανώλη Μικέλη (να ένας καλλιτέχνης που θα άξιζε να γίνει ταινία). Δεν
γίνεται να αγνοείς την ιστορία, και να εμφανίζεις πως όλα ξεκίνησαν από το κλαμπ του Μπαράκου. Είσαι και μισός και λάθος.
Από ’κει και κάτω ακούστηκαν διάφορα στην εκπομπή – σοβαρά
και μη σοβαρά.
Κάτι που είπε ο παλαιός συνάδελφος στο Jazz & Τζαζ
Κορνήλιος Διαμαντόπουλος ήταν μη σοβαρό, κι εγώ προσωπικώς θα το έκοβα (αν είχα
τη δυνατότητα να το κάνω). Δεν μπορεί να λέγεται ούτε σαν ευφυολόγημα πως… στο ροκ ο μουσικός παίζει τρία ακόρντα και
τον χειροκροτούν τρεις χιλιάδες, ενώ στην τζαζ ο μουσικός, ο κιθαρίστας, παίζει τρεις χιλιάδες ακόρντα και τον χειροκροτούν τρεις (κάπως έτσι διατυπώθηκε). Αυτές είναι
βλακείες, που δεν έχουν νόημα να ρίπτονται τηλε-δημοσίως, παρά μόνο σε… στέκια
– όταν, μάλιστα δεν ακούγεται αντίλογος ή δεν θίγονται άλλα σοβαρά θέματα.
Λοιπόν, είναι μεγάλη αρλούμπα το να συγκρίνεις τους Rolling Stones με
τον John Coltrane
ή έστω με τον Wes Montgomery για παράδειγμα, αποφαινόμενος εμμέσως πλην σαφώς πως ο Coltrane ή
ο Montgomery είναι πιο σημαντικός από τους Stones. Οι μουσικές δεν κρίνονται μόνον
αισθητικά, κρίνονται κυρίως κοινωνικά. Πόσο επηρεάζουν προς μια συγκεκριμένη,
προοδευτική εγώ θα πω, κατεύθυνση ή όχι. Το κοινωνικό αντίκρισμα του ροκ, για
να το πω ξεκάθαρα, δεν τον απέκτησε ποτέ η τζαζ – ακόμη και όταν έβαλε νερό στο
κρασί της (η τζαζ), μετατρεπόμενη σε τζαζ-ροκ κ.λπ. στα τέλη του ’60 (ώστε να
κλέψει λίγη από τη δόξα και την αξία του ροκ). Γι’ αυτό θα πρέπει να προσέχουμε
τι λέμε, όταν έχουμε δημόσιο βήμα, γιατί μας ακούνε και νεότεροι ενδεχομένως,
που δεν καταλαβαίνουν και πολλά και παίρνουν τοις μετρητοίς κάθε μπαρούφα που
πετάγεται (κρυμμένη πίσω από ψευτο-εντυπωσιακά τσιτάτα).
Πέραν αυτών τι άλλο να πούμε;
Πως το Jazz Club
του Μπαράκου δεν άνοιξε τον Οκτώβριο του ’74, όπως ακούσαμε στην εκπομπή (Ιλάν),
αλλά στις αρχές Δεκεμβρίου του ’74 (από συνέντευξη του Μπαράκου στο ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,
Δεκέμβριος ’90) και δεν έκλεισε δέκα χρόνια μετά, το 1984 δηλαδή, αλλά τον
Νοέμβριο του 1983. Έμεινε ανοιχτό δηλαδή εννέα χρόνια.
Επίσης κάπου άκουσα τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη να λέει πως
μετά τα μέσα του ’70 κυριαρχεί το πανκ! Το να μιλάμε για την Ελλάδα του
δεύτερου μισού των seventies και να λέμε για… κυριαρχία
του πανκ είναι αστείο. Για το τι κυριαρχούσε στην Ελλάδα στο δεύτερο μισό του ’70
λέω να ρωτήσουμε καλύτερα όσους ακούγανε Φλωρινιώτη και Amanda Lear και όχι όσους ακούγανε… πανκ
ή και πανγκ.
Τέλος πάντων… δεν θέλω να γράψω άλλα – γιατί έχω κι άλλα να
γράψω, αλλά δεν έχει πολύ νόημα.
Η τηλεόραση θα δουλεύει με τον δικό της τρόπο, αυτόν τον…
τηλεοπτικό (της βασιλείας του «περίπου») που ξέρουμε όλοι, κι εμείς με τον δικό μας.
Ο δε τηλεθεατής, ο αναγνώστης κ.λπ. οφείλει πάντα να αναζητά την αλήθεια (αν
ενδιαφέρεται), το τι πραγματικά συνέβη, το ντοκουμέντο, και να σκέφτεται επί
αυτών που ακούει-βλέπει ή διαβάζει, αμφισβητώντας συνεχώς, δίχως να
φαντασιώνεται. Το ίδιο, φυσικά, οφείλουν να κάνουν κι εκείνοι που βρίσκονται
από την άλλη μεριά, κι έχουν την ευθύνη τέτοιων προγραμμάτων.