Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

DEATHCRUSH, LÈCHE MOI noise-punk, rock-electro

DEATHCRUSH: Megazone [Apollon Records, 2019]
Deathcrush είναι τρεις μουσικοί από το Όσλο. Η Linn Nystadnes κιθάρες, φωνή, πιάνο, σαμπλ, ο Vidar Evensen ντραμς, φωνή, σύνθια, σάμπλ και ο Pelle Bamle μπάσο, φωνή. Αν και ηχογραφούν από το 2013 διάφορα ψηφιακά, το “Megazone” φαίνεται πως είναι το πρώτο αληθινό άλμπουμ τους, και αυτό, που, σε κάθε περίπτωση, αποκρυπτογραφεί τον χαρακτήρα τους (σαν μπάντα).
Εδώ λοιπόν ακούγονται εννέα τραγούδια, τα οποία δεν είναι δύσκολο να περιγραφούν, καθώς δύο μόλις λέξεις αρκούν σε πρώτη φάση – κι αυτές είναι οι noise-punk. Τούτο σημαίνει πως οι βάσεις του ήχου των Deathcrush μπορεί να αναζητηθούν σε συγκροτήματα όπως οι Stooges, αλλά στην πράξη τα σχήματα της δεκαετίας του ’80 του αμερικανικού core, όπως οι Butthole Surfers, οι Big Black και οι Hüsker Dü, είναι εκείνα που επηρεάσει περισσότερο τους Νορβηγούς.
Κινούμενοι στην κόψη του ξυραφιού, οι Deathcrush είναι πολύ καλοί σ’ αυτό που κάνουν, έχοντας να επιδείξουν εκφραστικότατη τραγουδίστρια και γενικότερα γερά φωνητικά, με το noise συνονθύλευμα που προτείνουν να γλιστράει μια χαρά, δίνοντας μιαν ιδιαίτερη ώθηση και στα λόγια (που κινούνται κι αυτά στην ίδια κόψη).
Δύσκολο να πεις τι ξεχωρίζει εδώ – σ’ ένα άλμπουμ ωμό και συμπαγές, που δεν μπάζει από πουθενά.
LÈCHE MOI: A6 [Atypeek Music / Araki Records, 2019]
Για τους Lèche Moi δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά, αλλά βασικά πρέπει να είναι δύο Γάλλοι, ένας άντρας και μια γυναίκα (τραγουδίστρια). Στο “A6”, που μάλλον είναι το πρώτο άλμπουμ τους (LP, CD, digital), και που κινείται σε σκοτεινούς rock-electro δρόμους, φαίνεται πως συμμετέχουν κι άλλοι μουσικοί, όπως βλέπουμε στο bandcamp τους (ο σαξοφωνίστας Quentin Rollet, ο ντράμερ Eric Jeunesse, ο κοντραμπασίστας Mathias Imbert, ο κιθαρίστας Thierry Müller, ο επίσης ντράμερ Jean Noël Cognard, ο επίσης κιθαρίστας Serge Bégout, ο ακορντεονίστας Thierry Bartalucci κ.ά.).
Με λόγια δικά τους βασικά (μόνο στο “Irrécupérable” απαγγέλλεται ένα κείμενο του Bernard-Marie Koltes, του γνωστού γάλλου θεατρικού συγγραφέα που έφυγε από τη ζωή, από AIDS, το 1989, στα 41 χρόνια του) και με διάθεση, το ξαναλέμε, σκοτεινή, εντός της οποίας το σεξ έχει έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο, οι Lèche Moi είναι ένα συγκρότημα του σήμερα – ασχέτως των πολλών και ποικίλων eighties αναφορών τους.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

SATOKO FUJII / RAMON LOPEZ πιάνο-ντραμς (και) σε αυτοσχεδιαστικές διαστάσεις

Η τζαζ δισκογραφία και ακόμη περισσότερο η improv-jazz δισκογραφία δεν έχει ουδεμία σχέση με την rock ή την pop. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, έχει μία μεγάλη διαφορά. Ο τζαζίστας και βεβαίως ο αυτοσχεδιαστής δεν περιμένουν να ωριμάσει ένα άλμπουμ, να εξαντλήσει την εμπορική πορεία του ανάμεσα σε άλλα, προκειμένου να δώσουν ένα επόμενο. Γι’ αυτό και η δισκογραφία των jazzmen και τον improvisers είναι, όπως λέμε, «άπειρη». Δεν είναι πέντε-δέκα-είκοσι άλμπουμ. Βεβαίως και στο χώρο του rock υπάρχουν αναλογικώς τέτοιες «συμπεριφορές», για παράδειγμα του Frank Zappa, που ήταν διαρκώς στο στούντιο και ηχογραφούσε ακαταπαύστως – αλλά ο κανόνας δεν είναι αυτός. Αντιθέτως, στην jazz, είναι κανόνας να ηχογραφείς όπως ο John Zorn για παράδειγμα, διαθέτοντας δεκάδες δισκογραφημένα sessions. Η ιαπωνίδα πιανίστρια, συνθέτρια και αυτοσχεδιάστρια Satoko Fujii είναι αυτής της λογικής. Να μπαίνει, δηλαδή, συνέχεια στο στούντιο και να ηχογραφεί τις συναντήσεις της με διαφόρους μουσικούς (ή να δισκογραφεί τα live της). Πρακτικώς τι σημαίνει αυτό; Πως και η δική της δισκογραφία είναι ήδη «άπειρη».
Το δεύτερο άλμπουμ της Fujii, παραγωγής 2019, για το οποίο γράφουμε στο δισκορυχείον αποκαλείται “Confluence” [Libra Records, 2019] και γίνεται σε συνεργασία με τον γνωστό ισπανό ντράμερ Ramon Lopez. Είναι δε ηχογραφημένο στο Samurai Hotel της Νέας Υόρκης, τον Δεκέμβριο του 2018. Σ’ αυτό, οι δύο μουσικοί, συνθέτουν, αυτοσχεδιάζουν και ηχογραφούν οκτώ tracks, από τρίλεπτα έως οκτάλεπτα ποικίλων… συνειρμών.
Δεν είναι η πρώτη φορά, φυσικά, όπου η ιαπωνίδα μουσικός συνεργάζεται με ντράμερ. Υπάρχουν δύο τουλάχιστον άλμπουμ της από παλαιά, τα “Toh-Kichi” (2002) και “Erans” (2004), που είχαν γίνει σε συνεργασία με τον Tatsuya Yoshida, αλλά μάλλον δεν πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο στο ενδιάμεσο – μέχρι το “Confluence”. Αυτό δεν σημαίνει κάτι αναγκαστικώς… αλλά ίσως και να σημαίνει. Και εννοούμε μιαν αναθέρμανση (από την πλευρά της Fujii) των αισθητικών-εκφραστικών κωδίκων συνύπαρξης δύο οργάνων, τόσο μα τόσο διαφορετικών μεταξύ τους.
Στο “Confluence”, στο οποίο οι περισσότερες συνθέσεις είναι κοινές (οι έξι από τις οκτώ – οι υπόλοιπες δύο είναι της Fujii), η ιαπωνίδα μουσικός δεν αφήνει μόνο του τον Lopez. Συχνά το πιάνο της είναι ένα δεύτερο κρουστό (με παιξίματα από το σώμα του, πέραν των πλήκτρων), με τον Lopez να κρατάει χαμηλούς, συνοδευτικούς τόνους, όταν η Fujii μελωδεί, δημιουργώντας (ο Lopez) τα κατάλληλα υποστρώματα, ώστε να αναπτυχθούν οι «εικόνες». Βεβαίως υπάρχουν και φάσεις κατολισθητικού drumming, πολυρυθμικές παρεμβάσεις, παιξίματα επίσης απ’ όλο το σώμα των τυμπάνων κ.λπ., αλλά υπάρχουν και στιγμές εκφραστικής νηνεμίας, όπως και στιγμές πιο απαιτητικές (πιο πειραματικές κ.λπ.).
Γενικώς, το “Confluence” είναι ένα άλμπουμ, που δεν σε αφήνει να πλήξεις. Οι συνεχείς μετατοπίσεις του, οι διαρκείς ηχοχρωματικές αλλαγές του, οι εναλλαγές μελωδικών και ελεύθερων patterns, οι ρόλοι των δύο εκτελεστών, που δεν είναι διαρκώς συμβατοί (ούτε καν μέσα στο ίδιο track), όλα αυτά και άλλα ακόμη δημιουργούν ένα μόνιμο περιβάλλον «αναπάντεχου», εντός του οποίου κερδισμένος είναι οπωσδήποτε ο ακροατής.
Επαφή: www.satokofujii.com

Τρίτη 2 Ιουλίου 2019

ΚΩΣΤΗΣ ΔΡΥΓΙΑΝΑΚΗΣ ο Χονδρός και η Κατσιάνη (ξανά) στο βουνό

«Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό» [REKEM Records, 2019] είναι ένα πειραματικό άλμπουμ του Κωστή Δρυγιανάκη, που είχε κυκλοφορήσει σε CD-R για πρώτη φορά, τον Ιούνιο του 2006, από την Άλλη Πόλη – το label που διαχειρίζονταν οι Θανάσης Χονδρός και Αλεξάνδρα Κατσιάνη, αμφότεροι γνωστοί μέσω του σχήματος Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ, αλλά και από τις πιο προσωπικές δουλειές τους (παραστάσεις, happenings κ.λπ.). Και αυτό είναι ένα αρχικό περίεργο. Να επανακυκλοφορεί δηλαδή σε CD, έστω και με τη μορφή δίγλωσσου 48σέλιδου βιβλίου, ένα άλμπουμ σχετικώς καινούριο (ιστορίας δεκατριών χρόνων). Θέλω να πω πως επανακυκλοφορίες CD-άλμπουμ σε δίσκους βινυλίου είναι κάτι μάλλον αναμενόμενο (και συμβαίνει), αλλά επανατυπώσεις παλαιών CDs, ξανά σε CD δεν είναι κάτι που συμβαίνει τόσο συχνά πια. Όμως αυτό δεν αποτελεί «θέμα» σώνει και καλά, γιατί και το compact disc έχει «ψωμί» ακόμη σαν μέσο υλικής μεταφοράς της μουσικής και δεν θα πρέπει να το υποτιμάμε (υπερτιμώντας σώνει και καλά το βινύλιο και εσχάτως την κασέτα). Αντιλαμβάνομαι, με άλλα λόγια, την ανάγκη να κυκλοφορούν ακόμη μουσικές σε compact discs, όπως αντιλαμβάνομαι κι αυτή την κάπως αδιόρατη ανάγκη να κυκλοφορούν και επανεκδόσεις (σε CD) άλμπουμ, που είχαν πρωτοβγεί σε compact disc και όχι σε βινύλιο. Ας το έχουμε κι αυτό κατά νου, κι ας μην είναι τόσο ουσιαστικό, ως παρατήρηση, πριν πάμε παρακάτω…
Για ’κείνη την πρώτη έκδοση τού «Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό» είχα γράψει ένα κείμενο στο περιοδικό Jazz & Τζαζ, το 2006, στο τεύχος 164, τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς (και όχι στο τεύχος 146, όπως αναγράφεται στο booklet – ευχαριστώ τον Κωστή Δρυγιανάκη για την αναφορά) επιχειρώντας, τότε, να τοποθετήσω το «Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό» μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον της ελληνικής (μουσικής) πραγματικότητας, με αναφορές και στο Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ και στην Οπτική Μουσική (και σε κάποια ακόμη ονόματα), μια «πραγματικότητα», που τότε ήταν λίαν περιορισμένη και υπόγεια. Δεν είχε, εννοώ, την παρουσία και την έκταση στα μουσικά μας πράγματα, που έχουν σήμερα οι συγκεκριμένοι ήχοι. Κι αν αυτό ήταν κάπως έτσι το 2006, σκεφτείτε πως ήταν στη δεκαετία του ’80 – όταν είχαν ξεκινήσει το ταξίδι τους το Δημ. Ρετιρέ και η Οπτική Μουσική. Διανύθηκε, θέλω να πω, μεγάλο διάστημα την τελευταία 15ετία χοντρικώς, και αυτό μόνον ως θετικό θα μπορούσε να λογισθεί.
Δεν είναι περίεργο λοιπόν το γεγονός, ούτε και πρωτόφαντο, να έρχονται οι νεότεροι, εν προκειμένω ο πειραματιστής Κωστής Κηλύμης, επιζητώντας την επαναφορά στο τώρα εκείνων των παλαιότερων εγγραφών – και γιατί ακόμη «στέκονται» και-με-το-παραπάνω, σαν αισθητικά γεγονότα, αλλά και γιατί, δια των επανεκδόσεων, ξεκαθαρίζεται και γράφεται ακόμη πιο σωστά και διεξοδικότερα η ιστορία. Κοντολογίς… δεν ξεχνάμε.
Εκείνο το παλαιό άρθρο στο Jazz & Τζαζ ξεκινούσε μ’ ένα κείμενο των Χονδρού-Κατσιάνη, που υπήρχε στο οπισθόφυλλο τού τότε CD-R και αυτό το κείμενο (που υπάρχει και στο τωρινό booklet μέσες-άκρες) έχει νόημα να αναπαραχθεί, σ’ ένα μέρος του κι εδώ.
«Άρχισε ως αστείο. Το 1990 αγοράσαμε το άλμπουμ “Ο Νίξον στην Κίνα” του Τζ. Άνταμς, ενώ είχαμε ήδη το άλμπουμ “O Αϊνστάιν στην Παραλία” του Φ. Γκλας και προτείναμε στον Κωστή να δημιουργήσει ένα έργο με τίτλο “Ο Μητσοτάκης στα Τρίκαλα”. Είχαμε ξεχάσει πια αυτή την κουβέντα, όταν το 1994 ο Κωστής μάς παρουσίασε, αντί για τον Μητσοτάκη, την πρώτη εκδοχή του έργου “Ο Χονδρός και η Κατσιάνη στο Βουνό”. Είχε χρησιμοποιηθεί ως υλικό αποσπάσματα από παλιές ηχογραφήσεις των φωνών μας. Στην τελική μορφή του το έργο έφτασε το 1998, οπότε και μεταδόθηκε από τον δημοτικό ραδιοσταθμό του Βόλου.(…)».
Στις νέες σημειώσεις ο Δρυγιανάκης γράφει πολλά και διάφορα σε σχέση με το πώς προέκυψε το συγκεκριμένο άλμπουμ, συμπληρώνοντας το προηγούμενο κείμενο (των Χονδρού-Κατσιάνη) με νέες λεπτομέρειες που έχουν, βεβαίως, τη σημασία τους. Το επιστέγασμα; Στο έργο ακούγονται κείμενα με τις φωνές των Χονδρού-Κατσιάνη και ακόμη προϋπάρχουσες ηχογραφήσεις και ηλεκτρονικά (Κωστής Δρυγιανάκης), κρουστά (Ηρακλής Φαναράκης), μαντολίνο (Περικλής Κυπραίος), τσέλο (Βασίλης Σαΐτης), ενώ την τελική τεχνική επεξεργασία είχε ο Θοδωρής Ζιούτος. Επίσης ακούγονται samples από δίσκους των Emerson Lake & Palmer, Mozart, Joy Division, Kid Ory κ.ά.
Κι όπως είχαμε γράψει σ’ εκείνο το κείμενο του 2006:
Και σ’ αυτό το άλμπουμ ο βολιώτης μουσικός παρουσιάζει τον δικό του προσωπικό τρόπο μέσω του οποίου αντιλαμβάνεται τον ηχητικό αυθορμητισμό, μία συνισταμένη φυσικών και τεχνητών σπαραγμάτων, αναπτυγμένη σε μεγάλη φόρμα. Οι φωνές (των Χονδρού-Κατσιάνη) και οι μουσικοί ήχοι συμπλέουν σ’ ένα ακαθόριστο ταξίδι, στόχος του οποίου, κατά το κοινώς λεγόμενο, δεν είναι το τέλος της διαδρομής (συνήθως σε τέτοια πειράματα το «τέλος» απλώς δεν υφίσταται), αλλά η εξέλιξή της. Ο Δρυγιανάκης συν-θέτης με ευρύτητα γνώσεων και ακουσμάτων(…) επιτυγχάνει εκεί όπου δεν είναι πάντα εύκολο να επιτύχουν άλλοι συνοδοιπόροι του. Την «έκπληξη» την οποία συνεπάγεται η άπλα των επιλογών του – η κλασική concrète αισθητική της γαλλικής σχολής ενώνεται με το rock, τις dance δομές, τον ambient ηλεκτρονισμό, την space electronic… ακόμη και με τα δημοτικά ηχοχρώματα. Το αποτέλεσμα έχει μια παράξενη ορμή και ομορφιά, κρατώντας το ενδιαφέρον του ακροατή μέχρι το τέλος.
Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε συγκεκριμένα patterns της εξελικτικής μουσικής του Δρυγιανάκη στο «Βουνό», όπως π.χ. στον συνδυασμό φωνητικού και οργανικού δεδομένου(…), αν ο ίδιος ο συν-θέτης δεν ανακαλούσε κάθε ώρα και στιγμή, εκείνο το οποίο με κόπο ξεπετάγεται μέσα από έναν άστατο ηφαιστειακό κλυδωνισμό.
Ακμαία μουσική, πέρα από το χρόνο…
Στην νέα έκδοση της REKEM, που είναι άψογη από αισθητικής πλευράς, διαβάζεις κείμενα για την πορεία του ντούο Θανάσης Χονδρός-Αλεξάνδρα Κατσιάνη (Αρετή Λεοπούλου), γι’ αυτή καθ’ αυτή την εγγραφή (Κωστής Δρυγιανάκης), για την… ηχητική ορειβασία (Θανάσης Χονδρός-Αλεξάνδρα Κατσιάνη), όπως και για την… επιστροφή στο Βουνό (Κωστής Κηλύμης).
Το CD, φακελωμένο εκεί στο τέλος, είναι το επόμενο βήμα…
Επαφή: http://rekem.org/

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019

LA BUISSONNE LABEL γαλλική ετικέτα με λεπτεπίλεπτα (ηχο)χρώματα – τρία άλμπουμ της

Η εταιρεία-ετικέτα La Buissonne που υπάρχει από το 2003, αναδείχθηκε μέσα από το γνωστό στούντιο La Buissonne, που έχει την έδρα του στην πόλη Pernes-les-Fontaines στη νοτιοανατολική Γαλλία. Στο στούντιο La Buissonne έχουν γράψει δεκάδες μουσικοί (από τον Mal Waldron και τον Steve Lacy, μέχρι την Carla Bley και τον Charles Aznavour), ενώ και στο label La Buissonne, που εσχάτως συνεργάζεται με την ECM, βρίσκουμε άλμπουμ των Jean-François Jenny-Clark, Vincent Courtois, Bill Carrothers και άλλων. Για τρία πρόσφατα CD του La Buissonne label γράφουμε στη συνέχεια…
JEAN-MARIE MACHADO – DANZAS: Pictures for Orchestra [La Buissonne Label, 2019]
Γάλλος πιανίστας και συνθέτης (με πορτογαλική και ιταλική καταγωγή), ο Jean-Marie Machado, γνωστός περισσότερο από το σχήμα του Trio Machado, στα τέλη των 80s και στις αρχές των 90s, έχει τώρα καινούριο άλμπουμ με το συγκρότημα Danzas. Δεν είναι η πρώτη φορά κατά την οποία συνεργάζονται Machado και Danzas (καθώς έχουμε ήδη το “Fiesta Nocturna” από το 2010) κάτι που πρακτικά σημαίνει πως υπάρχει ένας σταθερός αισθητικός καμβάς, ένα έδαφος που έχει προλειανθεί, ώστε πάνω του να «απλωθεί» αυτή η αβίαστα λυρική μουσική, που επιχειρεί να συνδέσει κλασικά «δωματίου» χρώματα με την jazz και το tango βασικά.
Έχοντας ως όχημα τους Danzas, ένα σχήμα εννέα μουσικών που χειρίζονται σαξόφωνα, κλαρινέτα, βιόλες, τσέλο, ακορντεόν, φλάουτα και τούμπα, ο Machado γνωρίζει πως μπορεί να επιτύχει πολλά. Και το κατορθώνει. Με ρεπερτόριο κυρίως πρωτότυπο (συνθέσεις δικές του εννοούμε), συν κάποια λίγα covers (στο “Vuelvo al sur” του Astor Piazzolla και στο “FW.1855” του Robert Schumann) και με τις ενορχηστρώσεις του να αναδεικνύουν αυτά τα… μεταιχμίου ηχοχρώματα, ο Jean-Marie Machado υπογράφει ένα άλμπουμ αισθητικού κύρους, που δεν πελαγοδρομεί κάπου ανάμεσα στο λαϊκό και το έντεχνο, προβάλλοντας ένα σετ απαιτήσεων – που λογίζονται ως απαραίτητες για την πλήρη κατανόηση και απόλαυση του “Pictures for Orchestra”.
Όχι δύσκολη μουσική εδώ – αν και περισσότερο προσιτή, σε κάθε περίπτωση, σε πιο εξειδικευμένα αυτιά (είπαμε προς ποιες κατευθύνσεις).
TRIO ZÉPHYR: Travelling [La Buissonne Label, 2017]
Το Trio Ζéphyr (Delphine Chomel βιολί, φωνητικά, Marion Diaques βιόλα φωνητικά, Claire Menguy τσέλο, φωνητικά) υφίσταται περισσότερο από μια δεκαετία, έχοντας ηχογραφήσει διάφορα άλμπουμ, με το πιο πρόσφατο απ’ αυτά να αποκαλείται “Travelling”. Το συγκεκριμένο CD διαθέτει δεκατρία ορχηστρικά  tracks, μεταξύ των οποίων υπάρχει κι ένα τραγούδι (το track 4), το “I saw the time”, με λόγια και ερμηνεία από τον Piers Faccini (ένας από τους καλούς άγγλους folkists –ας τον πούμε έτσι– που έσκασαν μετά το 2000).
Το “Travelling” είναι πολύ καλό. Παρότι διαθέτει ελάχιστα όργανα, που… μοιάζουν μεταξύ τους, εντούτοις κατορθώνει, με τον ωραίο τρόπο που είναι σχεδιασμένο, να κάνει την έκπληξη. Να διαθέτει δηλαδή και ρυθμικό και αρμονικό και μελωδικό πλούτο, χωρίς να περιορίζεται σε κάποιο συγκεκριμένο στυλ. Δεν πρόκειται δηλαδή για μουσική δωματίου, ούτε για folk, ούτε για jazz, ούτε για pop, ούτε για κάτι άλλο πιο περίεργο (avant και τα λοιπά). Βασικά, συναντάς στοιχεία απ’ όλα τα παραπάνω στο “Travelling”, αλλά μ’ έναν τέτοιο τρόπο παραταγμένα, ώστε να δημιουργούν αληθινά ευχάριστες (ακουστικώς) καταστάσεις.
Και το τραγούδι είναι πολύ καλό (και θα άξιζε να υπάρχουν περισσότερα) και βεβαίως τα ορχηστρικά θέματα στέκονται πολύ επάνω από τον «μέσο όρο», φέρνοντας στη μνήμη μου άλμπουμ όπως το “Vista” (1983) των Flue (και κομμάτια σαν το “Prolusion”), χωρίς να έχουν σχέση με οποιοδήποτε είδος wave ή post. Πολύ καλό!
JEAN-CHRISTOPHE CHOLET / MATTHIEU MICHEL: Whispers [La Buissonne Label, 2016]
Άλλοτε ως ντουέτο, οι Jean-Christophe Cholet πιάνο και Matthieu Michel φλούγκελχορν και άλλοτε ως τετράδα, με τις προσθήκες των Didier Ithursarry ακορντεόν και Ramon Lopez ντραμς, παραδίδουν μια σειρά συνθέσεων, δέκα στον αριθμό, έτσι όπως αναγράφονται στο cover, αλλά έντεκα στην πράξη (ανάμεσά τους και δύο διασκευές, η πρώτη σε μια σύνθεση του Charlie Mariano και η δεύτερη σε μία του ισραηλινού Marc Lavry), που κινούνται στο χώρο της contemporary jazz.
Το πλαίσιο είναι γενικότερα αφαιρετικό, ποιητικό θα μπορούσε επίσης να το αποκαλέσουμε, με τις μελωδίες να κυριαρχούν και να αναπτύσσονται μάλλον αργά, αλλά ποτέ υποτονικά, αφού και τα ντραμς, που επεμβαίνουν συχνά (παρότι ο ντράμερ λογίζεται ως guest) προσθέτουν επιπλέον σε δύναμη.
Το «κλίμα ECM» υπάρχει οπωσδήποτε εδώ – αλλά το θέμα είναι τι ακριβώς εννοούμε μ’ αυτές τις δύο λέξεις. Πάντως το “Whispers” είναι περισσότερο μεσογειακό και λιγότερο (δηλαδή καθόλου) nordic, μια παραδοχή (αυτή της «μεσογειακότητας» εννοούμε) που δεν αντιβαίνει στο «κλίμα ECM» αποτελώντας μία λιγότερο φανερή, και πάντως υπαρκτή εκδοχή του.

Η La Buissonne Label εισάγεται από την ΑΝ Μusic